Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες No 1

Η εικόνα του Έλληνα.

Πιο ψηλή, πιο large, πιο αμερικανική, πιο μοντέρνα, πιο νεανική, περίπου όμως το ίδιο δυσερμήνευτη, αντιφατική και απαράλλακτη με το παρελθόν. Οι αντικατοπτρισμοί του Έλληνα στον καθρέφτη της καθημερινότητας μόνο πλήξη δεν προκαλούν.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, η εξωτερική εικόνα του Έλληνα έχει αλλάξει ριζικά. Άλλοτε εντυπωσιακά, άλλοτε δραματικά, άλλοτε προς το καλύτερο, άλλοτε προς το χειρότερο. Σε κάθε περίπτωση, ο σύγχρονος Έλληνας δεν είναι αυτός που είχαμε συνηθίσει. Ακόμη κι αν αφήσουμε έξω από τον προβληματισμό τη λάμψη του ντυσίματος, του χτενίσματος και των συμβόλων του life style που εξωραΐζουν την εικόνα του, ο Έλληνας «γυμνός» ελάχιστα θυμίζει το παρελθόν.

Πρόσφατη έρευνα της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου της Αθήνας σε δείγμα περίπου 10.000 ατόμων, με θέμα τις καμπύλες ανάπτυξης παιδιών και εφήβων, καταδεικνύει ότι τα Ελληνόπουλα ψηλώνουν, βαραίνουν και ο σωματότυπός τους γίνεται παρόμοιος με εκείνον των παιδιών στις Η.Π.Α.

Με μέσο ύψος για τα δεκαοκτάχρονα κορίτσια τα 163 εκατοστά και τα 177 εκατοστά για τα αγόρια, με μέσο βάρος τα 58 κιλά για το δεκαοκτάχρονο κορίτσι και τα 74 κιλά για το αγόρι στην ίδια ηλικία, η εξωτερική εικόνα του Ελληνόπουλου –και του Έλληνα τελικά, αφού η ανάπτυξη σταματά κάπου εκεί- θυμίζει Αμερικανόπουλο, εικόνα που γίνεται ακόμη πιο δυνατή, αν σε αυτά προστεθεί η στα όρια της επιβολής επιρροή της αμερικανικής κουλτούρας, από την κατανάλωση μέχρι την ψυχαγωγία και τα λοιπά είδωλα πολιτισμού.

Η εικόνα δεν θα ήταν αναγκαστικά προβληματική αν, εκτός από τον σωματότυπο, οι δύο λαοί δεν είχαν αρχίσει να μοιάζουν και στα προβλήματα που προκύπτουν από τις εξελίξεις αυτές, με πρώτο εκείνο της παχυσαρκίας. Μάλιστα, ο μέσος δεκαοκτάχρονος Έλληνας και Ελληνίδα είναι βαρύτερος κατά 3 και 2 κιλά αντίστοιχα απ’ τους Αμερικανούς. Αυτό φαίνεται και στον δείκτη μάζας σώματος, που είναι 24,3 και 22,2 σε Έλληνες και Ελληνίδες και 22 και 21 σε Αμερικανούς και Αμερικανίδες αντίστοιχα! Στην ίδια έρευνα διαπιστώνεται ότι το 53% των Ελλήνων ηλικίας 25~35 ετών είναι υπέρβαροι. Στις γυναίκες, το ίδιο ποσοστό είναι –ευτυχώς για την εικόνα της χώρας- 28%.

Σωματότυπος στο maximum

Οι «ΕΙΚΟΝΕΣ» ζήτησαν από τον καθηγητή Παιδιατρικής και επικεφαλής στην Α’ Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», κ. Γιώργο Χρούσο, να σχολιάσει την εικόνα των Ελλήνων έτσι όπως αυτή προκύπτει μέσα από την συγκεκριμένη έρευνα.

«Τα Ελληνόπουλα ψήλωσαν και βάρυναν τα τελευταία 20 χρόνια. Βάρυναν όμως περισσότερο απ’ ότι ψήλωσαν και οι αναλογίες έχουν διαταραχθεί» λέει χωρίς περιστροφές. Σύμφωνα με τον κ. Χρούσο, κάθε γενιά έχει ένα γενετικό maximum, το οποίο οι προηγούμενες γενιές στην Ελλάδα δεν είχαν καταφέρει ποτέ να αγγίξουν, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

«Η ελλιπής διατροφή και οι συνθήκες διαβίωσης δεν επέτρεψαν στους Έλληνες να ψηλώσουν. Άλλοι λαοί πέτυχαν το maximum που τους αναλογούσε και ορισμένοι Ευρωπαίοι, όπως οι Σκανδιναβοί και οι Ολλανδοί, έφτασαν και ξεπέρασαν τους Αμερικανούς, οι οποίοι μέχρι πρότινος ήταν οι ψηλότεροι άνθρωποι στον κόσμο».

Τι συμπληρώνει την εικόνα του σύγχρονού Έλληνα και ειδικά του νέου, στον οποίο έχει αφοσιωθεί ερευνητικά ο κ. Γ. Χρούσος;

«Ένα τσιγάρο στο χέρι ή στο στόμα», σημειώνει. Δεν χρειάζεται να παραθέσουμε και άλλες έρευνες που να επιβεβαιώνουν ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον ενήλικο ελληνικό πληθυσμό. Οι Έλληνες είναι πρωταθλητές στο κάπνισμα, καθιστώντας έτσι την εικόνα του σύγχρονου Έλληνα και ανθυγιεινή. Οι εποχές που τα γυμναστήρια και το σώμα του Μπουρνάζου ήταν state of the art της ελληνικής σωματοδομής έχουν παρέλθει. Αλλά όπως φαίνεται ούτε και οι fit ολυμπιονίκες που ακολούθησαν ως πρότυπα, άφησαν κάποια «εικονοκλαστική» παρακαταθήκη στην ελληνική κοινωνία. Η επίδρασή τους περιορίστηκε στην τόνωση της εθνικής υπερηφάνειας, όχι όμως και στην τόνωση των μυών

Ο καθρέφτης ανάποδα

Μαζί με την εξωτερική εικόνα του Έλληνα, αλλάζει και η μέσα. Το ψυχολογικό προφίλ, η ταυτότητα, συνώνυμα για πολλούς του αληθινού «εγώ», αλλάζουν και παίρνουν καινούργιες μορφές, μερικές απ’ τις οποίες δεν είναι και τόσο νέες. Άλλες φορές οι μεταμορφώσεις του θυμίζουν Οβίδιο, άλλοτε υπενθυμίζουν ότι, παρά το αναποδογύρισμα του κόσμου και το θρυμμάτισμα των παραδοσιακών ειδώλων, τελικά όλα τα ίδια μένουν. Εικονολάγνα περιτρίμματα σμίγουν ξανά, προσαρμόζονται και δημιουργούν καινούργιες αντανακλάσεις, τις οποίες δύσκολα ορκιζόμαστε ότι δεν έχουμε ξαναδεί.

Στο δοκίμιο του Νίκου Δήμου «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» (1975) μπορεί εύκολα κάποιος να εντοπίσει πολλά που ίσχυαν στις αρχές του ’70 και ισχύουν και σήμερα. Οι θλιβερές πρωτιές στο κάπνισμα, την παχυσαρκία, τα τροχαία και τόσα άλλα, δεν είναι παρά ανταύγειες μιας εικόνας που σφύζει από υπερβολή. Υπερβολή, που για τον Δήμου «δεν είναι μόνο εθνικό ελάττωμα, αλλά και τρόπος ζωής για τους Έλληνες». Σε άλλο σημείο γράφει ότι «δεν νιώθουμε Ευρωπαίοι –ότι και αν λέμε», και αυτόματα ξεπετάγεται η εικόνα του Έλληνα οδηγού που κρατάει στα δυο του χέρια τιμόνι, τσιγάρο και κινητό, έτοιμος πάντα για έναν σύντομο, εν κινήσει καβγά με κάποιον από τους διερχόμενους.

Από την άλλη, πολλά είναι αυτά που έχουν αλλάξει και αυτό δεν είναι μόνο κάτι που παρατηρούν, κατά την επιστροφή τους, όσοι λείπουν αρκετά χρόνια από την πατρίδα. Ο Έλληνας σήμερα αποπνέει μεγαλύτερο ναρκισσισμό, είναι περισσότερο ατομικιστής –ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας- και δείχνει περισσότερο νέος από την ηλικία του.

Ενδυματολογικοί κώδικες και εκκεντρικές συμπεριφορές των νεανικών ηλικιών υιοθετούνται πλέον από όλο και περισσότερους μεσήλικες, 40ρηδες και 50ρηδες που επηρεάζονται στο συγκεκριμένο θέμα από τους 20χρονους και θέλουν να φαίνονται όπως εκείνοι.

Όπως διακρίνουν οι Βασίλης Κουλαϊδής και Κώστας Δημόπουλος, καθηγητές στο Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, δεν πρόκειται για παλιμπαιδισμό ούτε για «ξανάνιωμα» των παλαιότερων γενεών, αλλά για το ότι «η νεανική κουλτούρα έχει γίνει μια από τις κυρίαρχες επιμέρους κουλτούρες και έχει διαχυθεί σε άλλες ηλικιακές ομάδες».

Την ίδια στιγμή, το ατομικιστικό πρότυπο εικάζεται βάσιμα ότι θα αποτελεί σταθερή αξία για τα επόμενα χρόνια. Το …αμύνεσθαι περί πάρτης θα θριαμβεύει και το 2020, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Επικοινωνίας, που βλέπει τον ατομικισμό να ενισχύεται παράλληλα με την αποδυνάμωση σχέσεων αμοιβαιότητας, όπως ο γάμος λ.χ. Ποσοστό άνω του 70% του δείγματος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στην συζυγική σχέση, το 90% πιστεύει ότι θα αυξηθούν τα διαζύγια, ενώ το 47% ισχυρίζεται ότι έχει χαθεί το φιλότιμο.

Ωστόσο, το εύρημα που προκαλεί έκπληξη στην έρευνα αυτή είναι το ότι η μελλοντική εικόνα του Έλληνα περιέχει γκρίζες και πολύχρωμες πινελιές σε περίπου ίσες αναλογίες. Το 43% βλέπει ότι τα πράγματα θα πάνε προς το καλύτερο, το 48% ότι θα χειροτερέψουν, το 56% πιστεύει ότι θα αποβάλουμε το σύνδρομο της Ψωροκώσταινας, αλλά μόνο το 13% θεωρεί πρώτη προτεραιότητα τη δημιουργία μιας πραγματικά μοντέρνας χώρας, συνομολογώντας νοερά την επισήμανση του Νίκου Δήμου: «Ο Έλληνας ζει κυκλοθυμικά σε μόνιμη έξαρση ή ύφεση». Ψέματα;

Τα τελευταία χρόνια ένα χαρακτηριστικό που συμπληρώνει την εικόνα του Έλληνα είναι ο κοσμοπολιτισμός. Ταξιδεύουμε πολύ, αλλάζουμε παραστάσεις και υιοθετούμε αναπαραστάσεις ενός άλλου κόσμου και τρόπου ζωής. Περίπου 250.000 Έλληνες ταξίδεψαν στο εξωτερικό τις ημέρες των γιορτών και οι περισσότεροι απ’ αυτούς ανέπνευσαν τον αέρα κάποιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης. Λίγοι, όμως, είναι αυτοί που καταφέρνουν να κρατήσουν αναλλοίωτη αυτήν την αίσθηση και μετά την άφιξή τους στο αεροδρόμιο.

Κατακερματισμένες εικόνες

Πρόσφατα, οι δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου (Κουλαϊδής και Δημόπουλος) πραγματοποίησαν έρευνα σε 799 νέους από 15 έως 25 ετών, προκειμένου να ανακαλύψουν την αληθινή εικόνα της νεολαίας, του πιο ενδιαφέροντος ίσως τμήματος του ελληνικού πληθυσμού. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα της νεολαίας είναι κατακερματισμένη.

Ο Βασίλης Κουλαϊδής εξηγεί: «Πρώτον, σήμερα δεν υπάρχει πια ομοιογένεια στα επιμέρους τμήματα της νεολαίας, όπως μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι νέοι, ενώ παλαιότερα υπήρχε. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζουμε την εικόνα της νεολαίας ως κατακερματισμένη, καθώς δεν υπάρχει ομοιομορφία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων». Ο ίδιος αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι οι σύγχρονοι νέοι αντιστέκονται όλο και λιγότερο στο ατομοκεντρικό μοντέλο, διευκρινίζει όμως ότι η νεολαία είναι –προς το παρόν- λιγότερο ατομοκεντρική σε σχέση με τα ενήλικα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού.

«Οι νέοι υιοθετούν το ατομοκεντρικό μοντέλο σε ότι αφορά προσωπικές διευθετήσεις, όταν όμως μεταφερόμαστε στα κοινωνικά ζητήματα, το παρήγορο είναι ότι η νεολαία διατηρεί αρκετά πιο συλλογική στάση. Είναι μια αντίφαση αυτό, ένα είδος κατακερματισμού ανάμεσα στην ιδιωτική και την δημόσια σφαίρα», εξηγεί.

Οι emo και οι trendy

«Στην εποχή μου είχαμε τα φρικιά και τα τσινάρια. Τα φρικιά ήταν αυτό που λέει η λέξη και τα τσινάρια ήταν οι κυριλέ τύποι, αυτοί που σήμερα τους λένε trendy. Σε δέκα χρόνια δεν θα λέγονται emo και trendy, όπως δεν λέγονται σήμερα φρικιά και τσινάρια».

Αυτά υποστηρίζει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος. Τον συναντήσαμε με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου, «Νεοέλληνες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Π.Τατσόπουλος θεωρεί ότι η εξωτερική εμφάνιση που υιοθετούν οι σημερινοί νέοι, με προεξάρχοντες της ιδιομορφίας τους μητροπολιτάνους της κατάθλιψης, γνωστούς ως emo, είναι η ταυτότητά τους. Είναι οι αναγνωριστικές βολές μιας εφηβείας που αναζητά ζωτικό χώρο και επιδιώκει την διαφορετικότητα.

Ο έφηβος θέλει να ορίσει και να προσδιορίσει την διαφορά του. «Έχω γιο έφηβο και γνωρίζω τι πάει να πει εφηβεία και αντίδραση απέναντι στην οικογένεια, το σχολείο και το συνολικό περιβάλλον», μας εξομολογείται, και ο πιο εύκολος τρόπος για να ορίσει κάποιος την διαφορετικότητά του είναι η εξωτερική εμφάνιση. «Για να σε καταλάβω, για να δω τι έχεις μέσα στο μυαλό σου, πρέπει πρώτα να συζητήσω μαζί σου –χρειάζεται μια χρονοβόρα διαδικασία», μας είπε και συμπλήρωσε χαμογελώντας: «Αν όμως έχεις ρίξει τα μαλλιά σου μπροστά στα μούτρα σου, φοράς 17 σκουλαρίκια και 55 καρφίτσες, τότε έχω καταλάβει με μιας το τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου». Στην εποχή των εικόνων οι εξηγήσεις περιττεύουν.

Επιστρέφοντας στο βασικό θέμα, ρωτήσαμε τον Π.Τατσόπουλο για την εξωτερική εικόνα του Έλληνα. Ο κ. Τατσόπουλος πιστεύει ότι οι Έλληνες δεν είχαν ποτέ έναν συγκεκριμένο σωματότυπο, καθώς έχουν την γνωστή πανσπερμία χαρακτηριστικών που εμφανίζουν όλοι σχεδόν οι μεσογειακοί λαοί, λόγω του ότι ήλθαν σε επιμειξία με άλλους λαούς.

«Ποτέ δεν είχαμε τις μύτες που νομίζαμε ή τα δωρικά χαρακτηριστικά που καυχιόμαστε. Πάντα είχαμε σλαβικά, αφρικανικά, αλλά και ινδοευρωπαϊκά χαρακτηριστικά μαζί. Αν κάνουμε εξετάσεις αίματος, πολύ φοβάμαι ότι θα πάθουμε ομαδική κατάθλιψη», διατείνεται.

Ζιβάγκο, μουστάκι και γκολφ

Προχωρώντας, ο Π. Τατσόπουλος, ανακαλεί στη μνήμη του την δεκαετία του ’80, όταν έκανε τα πρώτα του συγγραφικά βήματα. «Ήταν η εποχή του ζιβάγκο και του μουστακιού, αλλά και της απλυσιάς και του αμπέχωνου». «Υπάρχει ένα μεταπολεμικό σύμπλεγμα στη ‘δυναστειακή’ δημοκρατία μας –την αποκαλώ έτσι διότι, όπως γνωρίζετε, η Ελλάδα κυβερνιέται από δύο οίκους, οι οποίοι από το 1945 μέχρι σήμερα εναλλάσσονται στην εξουσία κάθε δεκαετία. Το σύμπλεγμα αυτό μας διακρίνει όλους. Οι πατριάρχες των δύο αυτών οίκων έχουν από ένα σύμπλεγμα. Ο μεν Καραμανλής, επειδή προερχόταν από αγροτική οικογένεια, είχε προσεταιρισθεί όλες τις συνήθειες και την εμφάνιση των αστών: έπαιζε γκολφ, πρόσεχε την διατροφή του και ντυνόταν σαν δανδής. Ο δε Παπανδρέου, επειδή ήταν αστικής καταγωγής, χόρευε ζεϊμπέκικο, φορούσε ζιβάγκο και περιβαλλόταν από μουστακαλήδες και γενειοφόρους, λαϊκούς εμφανισιακά τύπους, που τόνιζαν το λαϊκό χαρακτήρα του κινήματος».

Θυμάται με αποστροφή το μουστάκι της δεκαετίας του ’80 (χαρακτηριστικό της εμφάνισης πολλών) και το κλίμα ανδρισμού που το συνόδευε –παραδέχεται όμως ότι το στιλ αυτό ήταν αποδεκτό (και) από το γυναικείο φύλο, ως δείγμα αρρενωπότητας και λεβεντιάς.

Εικόνα που τραγουδιέται:

«Γιατί θαρρείς ότι δεν κόβω τα μαλλιά μου, γιατί φοράω σκουλαρίκια, χαϊμαλιά;
Είμαστε αιχμάλωτοι στο σπίτι μας, μωρό μου, και πρέπει να ‘χουμε σαφή διακριτικά»
Η εικόνα των φρικιών στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όπως την είδε ο Τζίμης Πανούσης. Δήλωση και συμπαραδήλωση χωρίς υπαινιγμούς (Ανακωχή, από το δίσκο των Μουσικών Ταξιαρχιών «Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν» 1984)


Εικόνα που διαβάζεται:

«Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» Νίκος Δήμου –Πατάκης 2001, 21η έκδοση. Ελληνικές εικόνες που δεν ξεθωριάζουν, μέσα από τη φιλοσοφική ματιά, την παρατήρηση και την κριτική διάθεση του Έλληνα διανοούμενου. Κλασικό.

  • «Ελληνική νεολαία: Όψεις κατακερματισμού» Βασίλης Κουλαϊδής & Κώστας Δημόπουλος –Μεταίχμιο 2006. Συλλογικό έργο που ασχολείται με την διαμόρφωση της εικόνας και της ταυτότητας της Ελληνικής νεολαίας, από το 1974 μέχρι σήμερα.
  • «Νεοέλληνες» Πέτρος Τατσόπουλος –Μεταίχμιο 2007. Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος προσωπογραφεί –αλλά δεν αγιογραφεί- 22 Νεοέλληνες. Τα πορτρέτα ποικίλλουν: από τον φέρελπι νέο δημοσιογράφο Νίκο Μαστοράκη μέχρι τη Δήμητρα Λιάνη κι από τον Κώστα Ταχτσή μέχρι την Εύα Καϊλή.
  • «Ο άλλος εαυτός» Δημήτρης Τζιόβας –Πόλις 2007. Ταυτότητα και κοινωνία, μέσα από μια διαφορετική ανάγνωση βασικών κειμένων της νεοελληνικής πεζογραφίας. Τελικά τι ακριβώς ήταν ο καπετάν Μιχάλης; απαντήσεις.

Λόγια της εικόνας:

v «Αυτή μέχρι και το μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις.. Να μου το θυμηθείς. Αυτή αν δεν σε κάνει φλώρο, εμένα να μη με λένε Μεμά»! Ο Γιάννης Βογιατζής γράφει ιστορία στην ταινία «Οι θαλλασιές οι χάντρες».

v «Πολλοί άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να δημιουργήσουν μια εικόνα που τις περισσότερες φορές δεν έχει περιεχόμενο» -Σάλμα Χαγιεκ

v «Είμαι ένας άλλος» -Αρθούρος Ρεμπό

v «Όλοι για μια εικόνα ζούμε» -Ανώνυμου


Εικόνες από το παρελθόν:

Þ «Η παραδοσιακή ελληνική περιφέρεια» Όλοι θέλουν να την ξεχάσουν

Þ «Το μουστάκι» Αρρενωπότητα, τώρα είναι η δύναμη

Þ «Το ‘φιλότιμο’ και η ‘λεβεντιά’» Λέξεις και έννοιες πλέον σε αχρηστία.

Þ «Η κοτσίδα» Ακόμα και ο Κότσιρας κουρεύτηκε

Þ «Τα γένια» Η επιβίωση της διάσπασης της αριστεράς.

Þ «Η ομογένεια» Η παρδαλή γραβάτα και ο χρυσός σκελετός γυαλιών (για τους εξ Αμερικής), οι φαβορίτες και το ασφυκτικά στενό πουκάμισο (για τους εκ Γερμανίας), δεν αποτελούν πλέον στυλιστικό παράδειγμα προς μίμηση.


Εικόνα που δεν αλλάζει:

«Ο εφιμεριδογράφος πρέπει να πει το κακό, και να συμβουλέψει το καλό, πρέπει να κατακρίνει τον κόσμο και να τον ευχαριστάει. Αν ο ένας τον επαινεί, ο άλλος τον κατηγορεί. Έχει έναν λύχνο για να τον φωτίσει και του λένε οπού έχει δαυλί για να κάψει. Κρατεί έναν καθρέφτη και ο ασχημομούτρης οπού βλέπει μέσα την εικόνα του θυμώνει και του το τσακίζει εις τα χέρια. Έχει ένα τζαπί για να δουλέψει, σκάφτει και πολλές φορές σκάφτει τον λάκκο του. Επαινάει, του λένε οπού κολακεύει. Κατακρίνει οπού κατατρέχει. Μιλεί δυνατά, τόνε λένε αυθάδη. Μιλεί ταπεινά, τόνε λένε δειλό. Παίρνει ένα δρόμο οπού του φαίνεται ο καλύτερος, ο ένας του λέει όχι από εκεί, από δω, ο άλλος από δω, άλλοι τον φωνάζουνε, εστραβώθηκες, θα πέσεις, θα σκοτωθείς, όχι εδώ, όχι εκεί, όχι έτζι, όχι αλλιώς».

-Ο Ρώμας Γεώργιος Κανδιάνος (1796~1867) εικονογραφεί τα Μ.Μ.Ε. της εποχής. -«Ο γέρων πατριώτης» 1849. Γ.Θ.Ζώρας (επιμ.), Ποίησιςκαι πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1853.


Εικόνα που

απαγγέλλεται:


«Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες

στο στέρνο σου,

Η οροσειρά των Άνδεων είναι

η ραχοκοκαλιά σου (…)

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί

ρημάζουν το παν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της

Παταγονίας μέχρι

τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού

και ξερνάνε στα ουράνια

την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και

τρίζουν τα εικονίσματα

στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Μπολιβάρ, είσαι ωραίος

σαν Έλληνας (…)»

-Μπολιβάρ (απόσπασμα),

Νίκου Εγγονόπουλου

Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου,από το ένθετο «Εικόνες» του «Έθνους» της Κυριακής, 3 Φεβρουαρίου 2008.