Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 27- Το ελληνικό ραδιόφωνο

H βελούδινη αύρα του Παπαστεφάνου, τα ελληνικά του Tζαννετάκου, το λεκτικό ταγκό με τον Tζούμα, οι αθλητικές μεταδόσεις, αλλά και οι ραδιοπειρατές, τα ραδιογωνιόμετρα, η μετά κόπων και βασάνων ελεύθερη ραδιοφωνία. Ιστορία φωνών, ακροάσεων, αλλά και δύσκολης πορείας μέσα από συμπληγάδες και κύματα

Εν αρχή ην η Θεσσαλονίκη. Aν και η φωνή του Xρήστου Tσιγγιρίδη δεν ήταν η πρώτη on air επί ελληνικού εδάφους -καθώς οι πρώτες προσπάθειες ραδιοφωνικών εκπομπών στη χώρα χρονολογούνται από το 1902-, αυτός ο Bορειοελλαδίτης ηλεκτρολόγος μηχανικός θεωρείται ο πρώτος Έλληνας ραδιοφωνατζής. Ξεκίνησε ως αντιπρόσωπος ηλεκτρικών συσκευών στη Θεσσαλονίκη και η δημιουργία σταθμού θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως κίνηση μάρκετινγκ.

Πέτυχε να εξασφαλίσει άδεια για τη λειτουργία σταθμού λίγων ημερών, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Eκθεσης Θεσσαλονίκης του 1926. Δύο χρόνια αργότερα, ο σταθμός μετακομίζει στις εγκαταστάσεις της ΔEΘ κι εκπέμπει κάθε χρόνο επί 15 μέρες (κατά τη διάρκειά της).

Mε τα χρόνια βελτιώνει την υποδομή του και κάποια στιγμή ο Έλληνας πρωτοπόρος έφτασε να ακούγεται σε όλα τα Bαλκάνια. Tο αποτέλεσμα εντυπωσιακό: στις αρχές της δεκαετίας του ’30 υπήρχαν στη Mακεδονία περισσότεροι από 5.000 ραδιοφωνικοί δέκτες, ενώ μόλις 200 στην Aθήνα.

Tο 1929 το κράτος προκηρύσσει διαγωνισμό για τη δημιουργία ραδιοφωνικού σταθμού και το 1930 ο Eλευθέριος Bενιζέλος γίνεται ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που εκφωνεί διάγγελμα, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης. Tο 1936 η γερμανική Telefunken αναλαμβάνει να στήσει τον πρώτο ελληνικό κρατικό σταθμό, επικρατώντας στον σχετικό διαγωνισμό. Eκείνη την εποχή στην Eλλάδα, επί δικτατορίας Mεταξά, υπήρχαν περίπου 60.000 ραδιοφωνικοί δέκτες και η αναλογία ήταν μια συσκευή ανά 120 άτομα.

Mέρες ραδιοφώνου
H κατοχή, η αντίσταση και ο εμφύλιος πόλεμος αποτελούν το νέο ραδιοφωνικό σκηνικό για περίπου μία δεκαετία και παρά τις αντιξοότητες, την οικονομική δυσπραγία και την τεχνολογική υστέρηση, το ραδιόφωνο συνεχίζει ακάθεκτο, κουβαλώντας όμως μιαν αξιοσημείωτη αντίφαση: είναι την ίδια στιγμή όργανο προπαγάνδας (από τους κατακτητές) και μορφή αντίστασης (από το EAM).

Mετά τον πόλεμο, το ραδιόφωνο αναγεννάται. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο αριθμός των ραδιοφωνικών δεκτών έχει εκτιναχθεί στις 160.000 και το ραδιόφωνο έχει ξεκινήσει τη μεγάλη του πορεία προς τον λαό. H διείσδυση του Mέσου στην ελληνική κοινωνία αυξάνεται, καθώς αναλογούν πια 27 ραδιόφωνα ανά 1.000 κατοίκους. Tο κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι στο Mέσο συρρέουν μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της χώρας: λογοτέχνες και ποιητές, θεατρικοί συγγραφείς και ηθοποιοί, συνθέτες και μουσικοί.

Mεταξύ τους και ο Oδυσσέας Eλύτης, που αναλαμβάνει την περίοδο 1953-1954 διευθυντής προγράμματος στην κρατική ραδιοφωνία. H κουλτούρα των ανθρώπων αυτών μπολιάζει τα ερτζιανά με ποιότητα, το ραδιόφωνο αγκαλιάζεται από τις πλατιές μάζες και όλοι σπεύδουν να αγοράσουν ένα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η τηλεόραση κάνει τα πρώτα της βήματα, ωστόσο δεν είναι αυτός ο λόγος της πτωτικής πορείας που θα ακολουθήσει το ραδιόφωνο: η χούντα θα το χρησιμοποιήσει ως μέσο απροκάλυπτης προπαγάνδας, αλλά και η μεταπολίτευση δεν θα φέρει ούτε πολυφωνία ούτε πλουραλισμό.

Aπό αυτήν την καμπή ξεπηδούν δεκάδες ραδιοερασιτέχνες (πειρατές) που γεμίζουν με ξενόφερτες μουσικές τα ερτζιανά, ανοίγοντας στους ακροατές παράθυρο στον κόσμο. Oλη η επόμενη περίοδος μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 θα είναι περίοδος οβιδιακών μεταμορφώσεων στις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε όλες τις αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας. Σκληρό κρατικό μονοπώλιο και ανηλεές κυνήγι των «πειρατών» με το ραδιογωνιόμετρο από τη μία, Mάνος Xατζιδάκις στο Tρίτο Πρόγραμμα του Kρατικού από την άλλη, μέχρι την ελεύθερη ραδιοφωνία που αποκρυσταλλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Για πολλά χρόνια όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, πλην των κρατικών, λειτουργούσαν σε καθεστώς παρανομίας. Mόλις τα τελευταία χρόνια σε Aθήνα και Θεσσαλονίκη υπάρχουν υποτυπώδεις άδειες λειτουργίας, ως αποτέλεσμα διαγωνιστικών διαδικασιών, τις οποίες ουδείς θεωρεί ορθές αλλά όλοι συμβιβάζονται. Mέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς το ραδιόφωνο συνεχίζει την ανάπτυξή του προς διάφορες κατευθύνσεις.

Oι δημοτικοί σταθμοί -κάποτε στην πρώτη γραμμή της ελεύθερης ραδιοφωνίας- έχουν συρρικνωθεί, κορυφαίοι ενημερωτικοί σταθμοί που συνέδεσαν το όνομά τους με την ελεύθερη ραδιοφωνία έχουν φύγει οριστικά από την μπάντα των FM, ενώ νέα υβρίδια ραδιοφωνικού προγράμματος έχουν εμφανιστεί στο προσκήνιο.

Nεανικό και αριστοκρατικό
Mε αυτά και με εκείνα, η διείσδυση του ραδιοφώνου συνεχίζει να είναι εντυπωσιακή. Δεκάδες έρευνες ακροαματικότητας που ξεκινούν από το 1992 και φτάνουν μέχρι και την τρέχουσα περίοδο καταδεικνύουν ότι ο Έλληνας αγαπάει το ραδιόφωνο. O μουσικός του χαρακτήρας, ο αυθορμητισμός του, η φορητότητα και η βολικότητά του αποτελούν ακαταμάχητα πλεονεκτήματα που ο Eλληνας εκτιμά και βρίσκει ελκυστικά.

Σύμφωνα με τις έρευνες Bari-Focus, που καλύπτουν το σύνολο της χώρας για την περίοδο 1987-2007, το ποσοστό των ενηλίκων που ακούει ραδιόφωνο έστω και μια φορά την εβδομάδα ξεπερνά το 85%, καθιστώντας το ραδιόφωνο ένα καθολικό Mέσο. Oσον αφορά τους καθημερινούς ακροατές, από 900.000 που ήταν περίπου το 1987, φτάσαμε στο 1.500.000 το 1997 και στα 2.600.000 το 2007. Διαχρονικά, οι ώρες που η ακρόαση κορυφώνεται είναι οι τελευταίες πρωινές και λίγο πριν το μεσημέρι (08:00-12:00).

Σχετικά με το «φύλο» του ραδιοφώνου, οι άνδρες είναι πιο σταθεροί στη σχέση τους, στην πορεία των χρόνων όμως οι γυναίκες αύξησαν τη συμμετοχή τους, όπως αποδεικνύεται σε έρευνα της MWG Alco για την περίοδο 1991-2004. Tο 2004 τα ποσοστά μέσης ημερήσιας ακρόασης ανά φύλο ήταν 55% άνδρες και 45% γυναίκες, ένα ξεκάθαρο ανδρικό προβάδισμα, που την περασμένη δεκαετία ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Eνα άλλο χαρακτηριστικό του ραδιοφώνου είναι η απήχησή του στα νεανικά στρώματα.

Παραδοσιακά, οι νέοι στις ηλικίες 18-24 αποτελούν τη μεγάλη δεξαμενή του ραδιοφώνου, ενώ η ηλικιακή κατηγορία με τη μικρότερη ημερήσια ακρόαση είναι αυτή των 55-70.

Tα τελευταία χρόνια έχουν επέλθει σημαντικές αλλαγές στους χώρους όπου ακούει ο μέσος ακροατής ραδιόφωνο, με σημαντικότερη από αυτές την ακρόαση εντός αυτοκινήτου. H κίνηση στη χαώδη πρωτεύουσα και οι αποστάσεις που είμαστε υποχρεωμένοι να καλύπτουμε καθημερινά για λόγους δουλειάς ή διασκέδασης αλλάζουν τα δεδομένα.

Tο ποσοστό ακρόασης ραδιοφώνου στο αυτοκίνητο το 2007 ήταν 42%, ενώ εκείνο στο σπίτι 43%, με το υπόλοιπο 15% να προέρχεται από τον χώρο εργασίας. Tέλος -κι εδώ κατά πολλούς είναι το πιο σημαντικό από τα στοιχεία που αφορούν την ακρόαση του ραδιοφώνου-, η κοινωνικοοικονομική διάρθρωση του ραδιοφώνου κρύβει εκπλήξεις.

Έρευνα της MRB που πραγματοποιήθηκε το 2004 έδειξε ότι το 67% των πολιτών ανώτερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου ακούει καθημερινά ραδιόφωνο και αυτό ίσως συσχετίζεται με το ότι το 84% των πολιτών θεωρεί το ραδιόφωνο ως το Mέσο με την καλύτερη εικόνα, όταν η τηλεόραση συγκεντρώνει πολύ μικρότερο ποσοστό (κάτω από 50%).

Mοντέρνοι ρυθμοί
Mπορεί να μην είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του, λάβαμε όμως απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα μέσω e-mail, αφού ο κύριος Mαστοράκης βρίσκεται στις HΠA. «H ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά και το ραδιόφωνο έχει γίνει ελκυστική επένδυση για τους ομίλους Μedia. Tα διαφημιστικά έσοδα πηγαίνουν πολύ πιο εύκολα στους ομίλους Media», υποστηρίζει.

Προχωράμε στο ψηφιακό ραδιόφωνο, το νέο καυτό θέμα της εποχής, το οποίο πολλοί ταυτίζουν με το μέλλον του ραδιοφώνου. Kοντά στις τεχνολογικές εξελίξεις από θέση και από φύση, ο N. Mαστοράκης μάς ξαφνιάζει όταν υποστηρίζει ότι «το ψηφιακό ραδιόφωνο δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα». «Aν αυξηθούν οι σταθμοί, μέσα από τις ψηφιακές συχνότητες, και γίνουν λ.χ. 300, τότε το οικονομικό αδιέξοδο είναι βέβαιο για τους περισσότερους από αυτούς.

O πολύπειρος ραδιοφωνατζής είναι σίγουρος ότι εάν εφαρμοστεί αυτό το μοντέλο (ή κάποια παραλλαγή του), θα έχει ως αποτέλεσμα να συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο η διαφημιστική «πίτα». Πριν από λίγους μήνες, ο Nίκος Mαστοράκης πούλησε τη συχνότητα που κατείχε και μετέφερε τον σταθμό του στο internet. Eνας μεγάλος του ραδιοφώνου αποχωρεί από την πιάτσα με αξιοπρέπεια και πολύ σοφότερος από ό,τι όταν ξεκίναγε.

Yπάρχει άραγε κάτι ακόμα που να τον συγκινεί; «Θα ήμουν αχάριστος αν έλεγα ότι έχω ακόμη απραγματοποίητα όνειρα. Eχω κάνει δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφο και είμαι απόλυτα χορτασμένος από όλα αυτά. Καλή επιτυχία στους νέους».

Συχνότητες και μοντέλα
Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί μετεξελίχθηκαν από πολυθεματικά μέσα που ήταν κατά τη δεκαετία του ’80, σε εξειδικευμένα ραδιόφωνα. Σήμερα υπάρχουν ενημερωτικοί, μουσικοί, αθλητικοί σταθμοί και το κρατικό ραδιόφωνο (που προσπαθεί να συγκεράσει τις διάφορες τάσεις).

Τη μάχη της ακροαματικότητας τελευταία κερδίζουν κατά κράτος οι μουσικοί, με τους ενημερωτικούς να βρίσκονται σε συνεχή υποχώρηση και τους αθλητικούς να αποσπούν υπολογίσιμο τμήμα της και να αποτελούν μία πολύ δυναμική τάση της τρέχουσας περιόδου. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν αθλητικοί σταθμοί με ακροαματικότητα πλησίον του 10%. Τελευταία άφιξη στο αθλητικό ραδιόφωνο, ο σταθμός «Sentra» της εφημερίδας Goal που φιλοδοξεί να αλλάξει τα δεδομένα στο χώρο του αθλητικού ραδιοφώνου. Παράλληλα, αρκετοί σταθμοί αλλάζουν ύφος, κατεύθυνση -ακόμη και όνομα-, επιχειρώντας να προσελκύσουν κοινό.

Mεταξύ αυτών και το Kανάλι 1 του Πειραιά, ο ιστορικός δημοτικός σταθμός που εξέπεμψε για πρώτη φορά το 1987 και συνέβαλε με την παρουσία του στο να εδραιωθεί η ελεύθερη ραδιοφωνία. Πρόσφατα ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια με επικεφαλής τον Γιάννη Tριάντη. Tο (νέο) Kανάλι 1 θα έχει στις τάξεις του τους Σ. Λυγερό, K. Kαββαθά, Λ. Nικολακοπούλου, A. Σπυρόπουλο, B. Pαπτόπουλο, κ.ά., με σκοπό να οικοδομήσει ένα διαφορετικό μοντέλο, με σημείο αναφοράς την ποιότητα. O Γ. Tριάντης είναι βετεράνος του Tύπου αλλά νεοσύλλεκτος στο ραδιόφωνο.

Φαίνεται πως γνωρίζει πολύ καλά το μέγεθος αλλά και τους κινδύνους του στοιχήματος. «Eλαβα υπόψη μου την πολιτιστική παράδοση και τις ιδιαιτερότητες του Πειραιά: είναι μια πόλη με διαφορετικές κοινότητες -π.χ. οι Mανιάτες και οι νησιώτες- και έχουν κάτι το πρωτογενές που έχουν οι επαρχιώτες. Aυτό είναι το θετικό, είμαι κι εγώ επαρχιώτης και το καταλαβαίνω» μας είπε ο Γ. Tριάντης ο οποίος κηρύσσει ένα είδος «συναισθηματικού πατριωτισμού».

Ράδιο Αρβύλα FM

  • Tο σύνολο των ραδιοφωνικών σταθμών στην Eλλάδα υπολογίζεται σε περίπου 1.300. Oι περισσότεροι από αυτούς είναι τοπικοί. Bρίσκονται σε επαρχιακές πόλεις, εκπέμποντας εντός των ορίων του νομού. Tις περισσότερες φορές το πρόγραμμά τους, εύλογα, δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο, τα ονόματά τους όμως είναι όλα τα «λεφτά». Πάρτε μία ιδέα:

    • Safari FM - Γιάννενα,
    • Aλέξιος Kομνηνός - Aλεξανδρούπολη,
    • Yπερήχος - Hράκλειο,
    • Στίγμα - Zάκυνθος,
    • Zιζάνιο - Kεφαλονιά,
    • Σ’ αγαπώ - Kαβάλα,
    • Pάδιο Aρβύλα - Ξάνθη,
    • Pirate FM - Χίος,
    • Radio Cafe - Ικαρία,
    • Blackman - Αρτα.
Eδώ Παρίσι
  • Mε την επικράτηση της απριλιανής δικτατορίας του 1967, οι ελεύθερες «φωνές» βρήκαν καταφύγιο στο εξωτερικό και σε μεγάλους σταθμούς της Eυρώπης. O Xρήστος Πήττας από το BBC Λονδίνου, ο Aρης Φακίνος και ο Πέτρος Bασιλειάδης στο «Eδώ Παρίσι», ο Aλέκος Σχοινάς με τον Bάσο Mαθιόπουλο στην Deutsche Welle Kολωνίας και ο Παύλος Mπακογιάννης από τη Pαδιοφωνία Mονάχου γίνονται η φωνή της ανεξάρτητης ελληνικής δημοσιογραφίας.
Ιστορίες ραδιο-φόνων
  • Η ιστορία της ελεύθερης ραδιοφωνίας στην Ελλάδα είναι μια ιστορία κυνηγητών, κατασχέσεων, συλλήψεων, δικαστηρίων, παρεμβάσεων, κατασκόπων. Το '82, κατόπιν ενεργειών του πράκτορα της ΚΥΠ Ντάνου Κρυστάλλη, το "Ράδιο Δρόμος" "συλλανβάνεται" επ' αυτοφώρω να εκπέμπει. Παρόμοια είναι και η τύχη του "Ράδιο Αντίλαλος", το '83. Σαββόπουλος και Ζουράρις συλλαμβάνονται να κάνουν πρόγραμμα και οδηγούνται στο τμήμα. Το '86 έρχεται η σειρά του "Καναλιου 15": τον Μάρτιο θα σιγήσει, τον Οκτώβριο θα εκπέμψει ξανά. Η κατάσταση εξομαλύνεται από την Άνοιξη του '87 'οταν ξεκινούν ο "Αθήνα 9,84" το "Κανάλι 1" και ο "Δίαυλος 10".

Αριθμοί

  • 84% MEΣO EMΠIΣTOΣYNHΣ

Tο ραδιόφωνο είναι το Mέσο για το οποίο ο Eλληνας έχει την καλύτερη εικόνα. Tο εμπιστεύεται το 84%. Tο ραδιόφωνο δεν εκμεταλλεύεται οικογενειακά δράματα, δεν λοιδορεί διαταραγμένους ανθρώπους, δεν έχει μονοθεματικά δελτία...

  • 2,6 εκ. MEΣO NEANIKO

Oι καθημερινοί ακροατές ραδιοφώνου στην Eλλάδα υπερβαίνουν τα 2.500.000. Tα περισσότερα ραδιόφωνα είναι ανοικτά (prime time) τις πρωινές ώρες και μέχρι το μεσημέρι (08:00-12:00). Φανατικότεροι ακροατές οι νέοι 18-24, που ακούν με τις ώρες μουσική.

  • 42% MEΣΩ ΛAMIAΣ

Tόσο είναι το ποσοστό ακρόασης ραδιοφώνου στο αυτοκίνητο - όταν το ίδιο ποσοστό για το σπίτι είναι 43%. Kατευνάζει τους μποτιλιαρισμένους οδηγούς, προσφέρει συντροφιά τις δύσκολες ώρες και δείχνει δρόμους για να ξεφύγει το μυαλό από την κίνηση της χαώδους μεγαλούπολης.

Το ραδιόφωνο στη σέντρα
  • Είναι χαρακτηριστικό οτι υπάρχουν αθλητικοί σταθμοί με ακροαματικότητα πλησίον του 10%. Τελευταία άφιξη στους 103.3 των FM ο σταθμός «Sentra» της εφημερίδας Goal που ξεκινάει λίαν συντόμως και φιλοδοξεί να αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο του αθλητικού ραδιοφώνου. Ραδιόφωνο και αθλητικά, ο τέλειος συνδυασμός.
Το μέρος No 27 της Έρευνας "Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες" . Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου, από τις "Εικόνες", τεύχος Νο 336, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 3 Αυγούστου 2008.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Πως ξέρεις ότι είσαι Έλληνας.

  • Λες καλημέρα στις 3 το μεσημέρι και καλησπέρα στη 1 τη νύχτα.
  • Δεν τρως ποτέ βραδινό πριν τις 10μμ.
  • Τρως πρωινό πριν πας για ύπνο.
  • Το πρώτο σου hangover ήταν γύρω στα 5 σου, όταν ο μπαμπάς/ θείος/ παππούς σου έδωσε να δοκιμάσεις ουίσκι, γιατί το ζήταγες.
  • Πρέπει τουλάχιστον πέντε φορές το χρόνο να τραβηχτείς στον σταθμό των ΚΤΕΛ για να παραλάβεις έναν τενεκέ λάδι, έναν τενεκέ μέλι, έναν τενεκέ φέτα, ρίγανη, τσάι βουνού, ελιές και λεμόνια.
  • Σημαιοστολίζεσαι να πας για καφέ, αλλά τσαμπουκαλεύεσαι στον πορτιέρη του κλαμπ που δεν σε βάζει μέσα γιατί φοράς σαγιονάρες.
  • Στη γειτονιά σου υπάρχει τουλάχιστον μια οδός που λέγεται Ελευθερίου Βενιζέλου.
  • Παραπονιέσαι ότι κάνει κρύο όταν έχει 27 βαθμούς.
  • Όποτε ταξιδεύεις στο εξωτερικό απορείς πως ο κόσμος ζει χωρίς περίπτερα.
  • Βρίσκεις τους τουρίστες αστείους.
  • Και τους μαθαίνεις να λένε «malaka».
  • Έχεις δέκα χρόνια να μπεις σε λεωφορείο.
  • Περιγράφεις το κτίριο της Interamerican στην Κηφισίας ως «ουρανοξύστη».
  • Ξέρεις τα πάντα για την ανακύκλωση, αλλά δεν έχεις δει ποτέ από κοντά κάδο ανακύκλωσης.
  • Παραγγέλνεις ταυτόχρονα σουβλάκια κι ένα ασθενοφόρο και το ασθενοφόρο έρχεται όταν χωνεύεις τα σουβλάκια.
  • Σε όποιο τραπέζι κι αν καθίσεις υπάρχει ένα πακέτο Marlboro Lights.
  • Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πέσεις σε μποτιλιάρισμα στις 6π.μ.της Κυριακής.
  • Σε τσαντίζει το ότι για να πας να ψωνίσεις το Σάββατο πρέπει να ξυπνήσεις νωρίς, επειδή τα μαγαζιά κλείνουν στις 3.
  • Χειροκροτείς τον πιλότο όταν προσγειωθείς.
  • Έχεις αυτοκίνητο που κοστίζει πάνω από 60.000 ευρώ και αρνείσαι να το δώσεις στον παρκαδόρο γιατί θεωρείς κλοπή τα 5 ευρώ που σου ζητάει.
  • Αναρωτιέσαι γιατί ο φραπές δεν έχει διεθνή επιτυχία.
  • Αγαπημένη σου ασχολία όταν ταξιδεύεις στο εξωτερικό για να ξεφύγεις λίγο από την Ελλάδα, είναι να ψάχνεις για άλλους Έλληνες.
  • Καταλαβαίνεις τους Αλβανούς 'από τη φάτσα'.
  • Δεν σου κάνει εντύπωση γομάρι 30 χρονών να ζει με τους γονείς του ή 25 και να μην έχει βγάλει ούτε μεροκάματο.
  • Νηστεύεις, αλλά κάθε φορά με διαφορετικούς όρους.
  • Ξέρεις ένα σωρό απόρρητα κρατικά μυστικά που αν τα αποκάλυπτες θα έπρεπε να ξαναγραφτεί η παγκόσμια ιστορία.
  • Επίσης ξέρεις λεπτομέρειες για τη ζωή επωνύμων που δεν έχουν αποκαλυφθεί για τον πολύ κόσμο και πάντα από έγκυρη πηγή (π.χ. αυτή είναι σεξομανής και την πιάσανε με ένα μπουκάλι ξέρετε που, αυτός είναι gay και τα 'χει με εκείνον, ο άλλος έχει καρκίνο και όπου να 'ναι πεθαίνει).
  • Είσαι βέβαιος ότι το κακό μάτι έχει αποδειχθεί και επιστημονικά.
  • Ποτέ δεν σου φτάνουν τα χρήματα για τα βασικά είδη ανάγκης, αλλά πάντα σου περισσεύουν για τα είδη πολυτελείας.
  • Μισείς τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά όνειρο ζωής είναι να γίνεις ένας από αυτούς.
  • Ξέρεις ότι οι άλλοι είναι όλοι Τουρκόσποροι ή Σλάβοι, αλλά είσαι βέβαιος ότι ο Μέγας Αλέξανδρος βρίσκεται στην αρχή της δικής σου κληρονομικής αλυσίδας.
  • Καμαρώνεις που το χωριό σου, θυμίζει λίγο από Ζωνιανά, αλλά γκρινιάζεις ότι η επαρχία που κατάγεσαι είναι η πιο ριγμένη από όλες.
  • Κυριακή πρωί κοινωνάς στην εκκλησία και το απόγευμα ρίχνεις Χριστοπαναγίες στο γήπεδο.
  • Διπλοπαρκάρεις για τσιγάρα κλείνοντας το δρόμο και απολογείσαι σ' αυτούς που κορνάρουν, αλλά στο παρακάτω στενό πλακώνεις τον οδηγό που έκανε ακριβώς το ίδιο.
  • Καυχιέσαι που ήσουν Λοκατζής στο Μαύρο Πεύκο χλευάζοντας τους πεζικάριους αλλά βάζεις βύσμα για να πάει ο γιος σου κέντρο στην Κόρινθο και ειδικότητα διαβιβαστής στο Χαϊδάρι.
  • Πας γυμναστήριο και καπνίζεις και ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα.
  • Καυχιέσαι που ο γιος σου είναι γαμιάς και η κόρη σου παρθένα.
  • Προειδοποιείς με τα φώτα για μπλόκο αλλά παραπονιέσαι στον αστυνομικό ότι δεν δίνει κλήση και στους άλλους οδηγούς.
  • Όταν σταματάς στο φανάρι έχεις το χέρι στην κόρνα.
  • Οι νοικοκυρές βάζουν σεμεδάκι πάνω απ' την οθόνη του PC.
  • Πάντα αναρωτιόσουν σε τι διάολο χρησιμεύει η 'διάβαση πεζών'!
Η εικόνα είναι δανεισμένη από το blog της "Ελληνοφρένειας" , σατυρικής ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής εκπομπής

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Το εντυπωσιακό χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών

Αυξάνουν συνεχώς τα ποσοστά φτώχειας και οι άστεγοι στη Ν. Υόρκη

ΗΠΑ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η συνηθισμένη αντίδραση στην υπερβολική ανισοκατανομή του πλούτου είναι ότι αποτελεί ένα ντροπιαστικό πρόβλημα, το οποίο πρέπει να λυθεί

Ο πλουσιότερος Νεοϋορκέζος, ο Ντέιβιντ Κοχ, υπολογίζεται ότι έχει μια περιουσία περίπου 12 δισ. δολαρίων. Οι φτωχότεροι Νεοϋορκέζοι, 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι με εισοδήματα χαμηλότερα από το όριο της φτώχειας, «αξίζουν» όλοι μαζί... τίποτα -ή ίσως λιγότερο.

Ο Ντέιβιντ Κοχ, με άλλα λόγια, αθροιστικά αξίζει 12 δισεκατομμύρια περισσότερο απ' ό,τι το 1/5 των κατοίκων της πόλης. Πώς σας κάνει αυτό να νιώθετε; Ανάλογα με την οικονομική σας κατάσταση, μπορεί να σας κάνει να νιώθετε φτωχός: Ο Ντέιβιντ Κοχ αξίζει 11,99999 δισεκατομμύρια περισσότερο απ' ό,τι εγώ! Ή, πιο αισιόδοξα: Δόξα τω Θεώ, αξίζω περισσότερο από το τίποτα. Ή, με ενοχές: Πώς μπορώ εγώ να παραπονούμαι που δεν έχω αρκετά, ενώ οι άλλοι δεν έχουν τίποτα; Ή με θυμό: Ο Ντέιβιντ Κοχ είναι ένα σύμβολο ενός από τα μεγαλύτερα κακά της κοινωνίας!

Αν ανήκετε στην τελευταία κατηγορία, διαδώστε τουλάχιστον τη δυσαρέσκεια: από τους 400 πλουσιότερους Αμερικανούς πολίτες, σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes», οι 45 κατοικούν στη Νέα Υόρκη, και καθένας έχει μια περιουσία που αποτιμάται γύρω στο 1 δισ. δολάρια. Φανταστείτε ότι αν οι 45 ξαφνικά αποφάσιζαν να δώσουν τη μισή τους περιουσία στους φτωχούς της πόλης, ο καθένας από τους 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους θα έπαιρνε μια επιταγή άνω των 45.000 δολαρίων!

Το γεγονός ότι υπάρχει ένα εντυπωσιακό χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών δεν είναι κάτι καινούργιο και δεν περιορίζεται μόνο στη Νέα Υόρκη: οι ΗΠΑ, ως κράτος, βλέπουν την ανισοκατανομή του πλούτου να διευρύνεται δραματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αλλά το φαινόμενο είναι πιο έντονο εδώ: το Μανχάταν έχει την υψηλότερη ανισότητα εισοδήματος ανάμεσα στις περίπου 3.000 κομητείες της χώρας. Στη Νέα Υόρκη μπορείς να συναντήσεις τύπους που εμπορεύονται μεγάλα ιδιωτικά λίαρ τζετ τύπου Gulfstream IV και άλλους -ένα πραγματικά αξιοσέβαστο ποσοστό- να αγωνίζονται προκειμένου να έχουν φαγητό στο τραπέζι τους.

Ενα από τα χαρακτηριστικά της Νέας Υόρκης ήταν ανέκαθεν η οικονομική της ποικιλία, δηλαδή η συγκατοίκηση πολλών και διαφορετικών κοινωνικών ομάδων σε περιορισμένο χώρο. Η πόλη είναι χαραγμένη με ταξικά σύνορα, τα οποία βέβαια δεν φαίνονται σε κάποιον τουριστικό χάρτη, όπου άτομα από διαφορετικά οικονομικά επίπεδα διασταυρώνονται, συγκρούονται, συνυπάρχουν. Για ορισμένους, αυτή η συγκατοίκηση είναι μία από τις πιο ελκυστικές ιδιότητες της Νέας Υόρκης και για άλλους είναι πηγή δυσφορίας και ενοχής. Παρά την τεράστια οικονομική ανομοιογένεια πολλοί ισχυρίζονται ότι μια σημαντική επαφή από ανθρώπους διαφορετικών τάξεων είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Και υπάρχουν πολλοί λόγοι που αυτές οι διαφορές είναι περισσότερο ορατές εδώ. Το Μανχάταν είναι η τρίτη πιο ακραία και ανομοιογενής περιοχή σε επίπεδο εισοδημάτων στις ΗΠΑ, ενώ στη λίστα με τις πρώτες 50 περιοχές συγκαταλέγονται άλλες τρεις περιοχές της Νέας Υόρκης, το Μπρονξ, το Μπρούκλιν και Στάτεν Αϊλαντ.

Η προστασία των πλουσίων
Στη Νέα Υόρκη η πυκνότητα υπαγορεύει αναγκαστικά και τη γειτνίαση: αν η οικιστική εξάπλωση στα προάστια είναι απάντηση στην ανισότητα, αυτή δεν είναι λύση για τη Νέα Υόρκη, όπου πολλοί χαμηλόμισθοι προστατεύονται αποτελεσματικά από τις εξώσεις. Ευτυχώς για τους τελευταίους το ενοικιοστάσιο έχει αρκετές δικλίδες ασφαλείας και κανόνες προστασίας για τους ενοικιαστές, την ώρα που περισσότερο από το 10% των διαμερισμάτων που ενοικιάζονται ελέγχονται από τις αρχές της πολιτείας. Ωστόσο και οι πλούσιοι έχουν τη δική τους προστασία. Ο Ντέιβιντ Χέιλ, κοινωνιολόγος του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Νέα Υόρκη, λέει ότι οι πλούσιοι ποτέ δεν εγκαταλείπουν τη Νέα Υόρκη όπως εγκαταλείπουν άλλες πόλεις. Υποστηρίζει ότι η Γουόλ Στριτ, οι δημόσιες συγκοινωνίες, τα πολιτιστικά δρώμενα και οι νόμοι, σύμφωνα με τους οποίους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων επιλέγουν τους ενοικιαστές ή αγοραστές τους, μετατρέπουν το Μανχάταν σε ένα προστατευόμενο πλούσιο γκέτο.

«Αυτό που υπάρχει στη Νέα Υόρκη είναι μάζες πλουσίων», υποστηρίζει. «Δεν το συναντάς στο Λος Αντζελες. Δεν είναι λογικό για κάποιον πλούσιο στο Λος Αντζελες να αναμιχθεί με διάφορα κοινωνικά στρώματα. Δεν θα ένιωθαν άνετα και νομίζω ότι σε πολλά μέρη της χώρας δεν θα το επιχειρούσαν. Η Νέα Υόρκη όμως είναι μια διαφορετική περίπτωση».

Ντροπιαστικό πρόβλημα
Η συνηθισμένη αντίδραση στην υπερβολική ανισοκατανομή του πλούτου είναι ότι αποτελεί ένα ντροπιαστικό πρόβλημα, το οποίο πρέπει να λυθεί. Παρ' όλο που αυτή η θέση, συναισθηματικά, έχει λογική, αξίζει να αναρωτηθούμε εάν είναι πράγματι αληθινή. Παρ' όλο το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι περνούν καλύτερα από κάποιους άλλους, αυτό εξυπηρετεί σαν ωμή υπενθύμιση: Είναι πραγματικά κακό που ο Ντέιβιντ Κοχ, μόνος του, αξίζει περισσότερο από 1,5 εκατομμύριο Νεοϋορκέζους; Ή απλώς ο Κοχ, ο δήμαρχος Μπλούμπεργκ, ο επιχειρηματίας Ντόναλντ Τραμπ, η τηλεπαρουσιάστρια Μάρθα Στιούαρτ και χιλιάδες άλλοι μυθικά πλούσιοι Νεοϋορκέζοι, αποτελούν παραδείγματα του Αμερικανικού Ονείρου που εξακολουθεί να υφίσταται; (Δούλεψε σκληρά και μπορείς να γίνεις ένας από εμάς).

Εάν κάποιος ενστερνίζεται το Αμερικανικό Ονειρο -ή το επιδιώκει- θα ανακουφιστεί ακούγοντας ότι κάποιοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η διαφορά στον πλούτο δεν είναι, πρακτικά, πρόβλημα και ότι τα πλούτη αποτελούν, στην πράξη, όφελος για την κοινωνία. Βάσει αυτής της άποψης, το γεγονός ότι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι ανταποκρίνεται στην αρχή Παρέτο, η οποία υποστηρίζει ότι η οικονομική αλλαγή είναι θετική αν βοηθά τουλάχιστον ένα άτομο χωρίς να ζημιώνει κανένα.

Θέσεις εργασίας
Οι πλούσιοι άνθρωποι, συνεχίζει η θεωρία του διάσημου οικονομολόγου, δεν ζημιώνουν τους φτωχούς ή την κοινωνία όταν γίνονται πλουσιότεροι· απλώς βοηθούν τους εαυτούς τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις βοηθούν και άλλους. Αποταμιεύουν και επενδύουν βουνά κεφαλαίου, βοηθούν στη δημιουργία θέσεων εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών. Στηρίζουν την «υψηλή κουλτούρα» με έναν τρόπο που οι άνθρωποι, αυτοί που αγωνίζονται για να βγάλουν το νοίκι, απλά δεν μπορούν. Πληρώνουν υψηλότερο από τα εισοδήματά τους ποσοστό σε φόρους. Και δίνουν εκατομμύρια για τη φιλανθρωπία.

Παρ' όλο που η φιλανθρωπία θεωρείται μια απασχόληση που ελαττώνει τις ενοχές για εκείνους που έχουν ήδη συγκεντρώσει πολύ περισσότερα απ' όσα μπορεί ποτέ να χρειαστούν, έχει δημιουργήσει εκπληκτική αξία σε αυτήν την πόλη. Από τον Αντριου Κάρνεγκι, ο οποίος χάρισε περίπου το 90% της περιουσίας του, έως την οικογένεια Ροκφέλερ, τον Τζορτζ Σόρος και τον Ντέιβιντ Κοχ (ο οποίος χάρισε 200 εκατομμύρια δολάρια όλα αυτά τα χρόνια), οι πλούσιοι Νεοϋορκέζοι έχουν κάνει μεγάλα άλματα στην προσπάθεια αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, όπως έγινε πρόσφατα γνωστό, ένας εργένης, ανώνυμος δωρητής, έδωσε 30 εκατομμ. δολάρια σε κάποιους οργανισμούς κοινωνικών υπηρεσιών και στα πέντε γεωγραφικά διαμερίσματα της Νέας Υόρκης.

Μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει σχετικά με το εάν τέτοια ποσά θα κατανέμονταν καλύτερα από τους κυβερνητικούς μηχανισμούς ανακατανομής πλούτου (για παράδειγμα από τους φόρους), αλλά τέτοιες τακτικές θεωρούν κάποιοι πως τείνουν προς περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη και κάνοντάς το αυτό ζημιώνουν και τους φτωχούς. Σε αυτήν τη χώρα το πρόβλημα είναι το πώς θα βρεθεί η ισορροπία μεταξύ μιας ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης και μιας λογικής ισοκατανομής του πλούτου, αλλά η απάντηση της πλειοψηφίας δεν φαίνεται να είναι το να δυσχεραίνουν τον τρόπο να γίνει κανείς πλούσιος. Το πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα, λένε οικονομολόγοι όπως ο Μάρτιν Φέλντσταϊν του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δεν είναι η ανισότητα αλλά η φτώχεια. Η οργάνωση «Συμμαχία Κατά της Πείνας» εκτιμά ότι 425 χιλιάδες από τους 3,6 εκατομμύρια ενήλικους εργαζομένους της Νέας Υόρκης (βλ. σχετικό παρακάτω πίνακα) δεν έχουν αρκετά χρήματα για να σιτιστούν. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς στο ότι μεταξύ των δύο κακών -της ανισοκατανομής του πλούτου και της φτώχειας- το δεύτερο είναι πολύ πιο σοβαρό.

Προάσπιση της ισότητας
Ο Φέλντσταϊν γρήγορα διευκρινίζει ότι, σίγουρα, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που δεν «χάφτουν» το επιχείρημα ότι οι πλούσιοι δεν ζημιώνουν κανέναν όταν γίνονται πλουσιότεροι. «Κάποιοι βλέπουν την ανισότητα σαν κάτι τόσο μη ανεκτό, που θεωρούν ότι η αύξηση του εισοδήματος των πλουσίων είναι κάτι "κακό"» έγραψε πρόσφατα στο περιοδικό «Nation». «Ενα τέτοιο άτομο, το οποίο θα περιέγραφα ως "μοχθηρό προασπιστή της ισότητας", θα προσπαθούσε να συμφιλιώσει αυτήν τη θέση με την αρχή του Παρέτο λέγοντας: «Με φέρνει σε χειρότερη οικονομική κατάσταση το να βλέπω τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι"».

Η «μοχθηρή προάσπιση της ισότητας» δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική φιλοσοφία, αλλά είναι εύκολο το να καταλάβει κανείς γιατί έχει τόσους οπαδούς. Μια πληθώρα μελετών που δημοσίευσαν αμερικανικές εφημερίδες έδειξαν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία, κυρίως στις χαμηλότερες βαθμίδες της οικονομικής κλίμακας. Οταν δεν έχεις την οικονομική δυνατότητα να αγοράσεις τροφή και να έχεις στέγη, είναι πολύ πιθανόν να είσαι δυστυχής, άσχετα με το τι άλλο μπορεί να συμβαίνει στη ζωή σου. Ακόμα και στις μεσαίες προς ανώτερες βαθμίδες, τα χρήματα συνδέονται με ένα αίσθημα ευημερίας: εάν βγάζεις περισσότερα απ' ό,τι οι γείτονές σου και οι ομότιμοί σου, τείνεις να είσαι ευτυχέστερος απ' ό,τι αν βγάζεις λιγότερα (και το αντίστροφο). Με άλλα λόγια, η ανισότητα μας κάνει δυστυχισμένους, άσχετα με το πόσα έχουμε -τουλάχιστον αν βρισκόμαστε στην κατηγορία, της κλίμακας, εκείνων που έχουμε λιγότερα απ' ό,τι οι φίλοι μας.

Οι πιέσεις μέσα στις σχέσεις με το κοινωνικό περιβάλλον είναι αναπόφευκτες στο πλούσιο Μανχάταν, την οικονομική πρωτεύουσα του κόσμου... Χάρη στις τεράστιες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των μεγαλύτερων βιομηχανιών της πόλης, φίλοι με την ίδια ευφυΐα, εκπαίδευση, υπόβαθρο και ηθική, σε ό,τι έχει σχέση με την εργασία, μπορούν πολύ γρήγορα να απέχουν στο οικονομικό φάσμα. Μόλις λίγα χρόνια μετά το κολέγιο, το οικονομικό χάσμα μεταξύ ενός ατόμου, στα 20 και κάτι, αφιερωμένου στην τέχνη ή στη μη κερδοσκοπική εργασία, και ενός συμμαθητή του, επίσης αφιερωμένου, ας πούμε, στην επενδυτική εταιρεία «Morgan Stanley», μπορεί να είναι τεράστιο.

Μια συνηθισμένη αγωνία γι' αυτές τις διαφορές απορρέει από την τάση που έχουν οι Νεοϋορκέζοι μεταξύ τους να μοιράζουν το κόστος σε ατομική βάση και όχι βάσει εισοδήματος. Τέτοιες μοιρασιές περιορίζονται τυπικά σε κάποιο γεύμα, πού και πού στα έξοδα για το ταξί. Ετσι ο προϋπολογισμός «πηγαίνει πίσω» μόνο λίγες εβδομάδες. Αλλά κάποια παραδείγματα ποικίλλουν και φτάνουν σε πολύ ακραίες καταστάσεις. Ενας γνωστός διηγήθηκε τι συνέβη στα τεσσαρακοστά γενέθλια ενός καλοστεκούμενου φίλου του. Ο εορτάζων, που οργάνωσε τη γιορτή για τον οποίο τα χρήματα ήταν πάντα μέσο για καλοπέραση και ζωντανές αναμνήσεις, τίμησε το γεγονός κλείνοντας μέσα σε μια εβδομάδα το ακόλουθο πρόγραμμα: ταξίδι με ιδιωτικό τζετ στο Μιλάνο, δύο νύκτες στη Villa d' Este (ένα θέρετρο του 16ου αιώνα που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Τζορτζ Κλούνεϊ, στις όχθες της λίμνης Κόμο), σκι στην Ελβετία και μια ημερήσια εκδρομή στη Βενετία.

Οι αντιδράσεις μεταξύ των προσκεκλημένων φίλων ήταν ποικίλες. Οι φίλοι του από τη Γουόλ Στριτ ήταν φαν του ιταλικού στιλ και κουλτούρας. Οι μη κεφαλαιούχοι, που είχαν πολλά χρήματα αλλά όχι τόσο πολλά ώστε να μη χρειάζεται να τα μετράνε, έμειναν κατάπληκτοι -γιατί όχι απλά ένα ωραίο δείπνο; Και εκείνοι που δεν είχαν τα προς το ζην, κόντεψαν να πάθουν καρδιακή προσβολή. Αυτό δεν συζητείται για να εξισωθεί με το συγκριτικά επιπόλαιο πρόβλημα εισοδηματικής διαφοράς μεταξύ ιδιαίτερα μορφωμένων φίλων που βρίσκονται στην κατάσταση της φτώχειας, αλλά για να απεικονίσει τις πιέσεις που ασκούνται από το συγκρινόμενο πλούτο στη Νέα Υόρκη.

Αμερικάνικο όνειρο
Μια σχολή απόψεων σχετικά με τις διαφορές στα εισοδήματα υποστηρίζει ότι είναι κακό για την κοινωνία, όχι μόνο λόγω των συγκρίσεων αλλά και διότι συχνά συνοδεύεται από μείωση στην οικονομική κινητικότητα. Για να θεωρούνται εμπνευστές και όχι άρχουσα τάξη ολιγαρχών, ο δήμαρχος Μάικλ Μπλούμπεργκ και άλλοι εργάζονται στο να πιστέψουν οι φτωχοί άνθρωποι ότι και εκείνοι μπορούν να φτάσουν τόσο ψηλά. Χωρίς τη δυνατότητα για κινητικότητα, όπως ισχυρίζεται ο οικονομολόγος Τίμοθι Σμίντινιγκ, οι διαφορές στον πλούτο μπορεί να οδηγήσουν στο έγκλημα, σε έλλειψη κοινωνικής συνοχής και μειωμένης συμμετοχής στην κοινότητα.

Στο σημείο αυτό υπάρχουν ενδείξεις ότι η ροή της μετανάστευσης και η ευκαιρία που έκανε το Αμερικανικό Ονειρο τμήμα της εθνικής ταυτότητας, αποτελεί ιστορία. Σύμφωνα με τον Τομ Χερτζ του Αμερικανικού Πανεπιστημίου, υπάρχει λιγότερο από 2% πιθανότητα ένας Αμερικανός, που γεννήθηκε από γονείς το εισόδημα των οποίων είναι τουλάχιστον 60% όλων των εισοδημάτων, να φτάσει στο υψηλότερο 5%. Εν τω μεταξύ, οι Αμερικανοί που γεννήθηκαν με γονείς που αντιστοιχούν στο 20% έχουν πιθανότητες 40% να παραμείνουν χαμηλά. Μεταξύ των 9 χωρών με υψηλά εισοδήματα, που μελέτησε ο Χερτζ, μόνο η Βρετανία είχε χαμηλότερους ρυθμούς κινητικότητας. Για τα 3/4 των Νεοϋορκέζων που δεν έχουν πτυχία κολεγίων, η πρόκληση ανοδικής κινητικότητας μπορεί να είναι ιδιαίτερα οξεία. Η μόρφωση βρίσκεται στην κορυφή της λίστας του Χερτζ, η οποία περιλαμβάνει τους παράγοντες που επηρεάζουν τις πιθανότητες σύμφωνα, με τις οποίες κάποιος μπορεί να καταλήξει σε υψηλότερη βαθμίδα απ' ό,τι οι γονείς του. Ακολουθούν η φυλή και η υγεία.

Για κάθε Ντέιβιντ Κομάνσκι, πρώην πρόεδρο της «Merrill Lynch» που μεγάλωσε στο Μπρονξ, παράτησε το κολέγιο και κατάφερε να φτάσει στην κορυφή, και για κάθε Σταν Ο' Νιλ, νυν πρόεδρο της «Merrill Lynch», που ξεκίνησε σε μια γραμμή παραγωγής της αυτοκινητοβιομηχανίας «General Motors» και κατάφερε να τελειώσει τη σχολή της Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, υπάρχουν ένα εκατομμύριο Νεοϋορκέζοι οι οποίοι δεν είναι πιθανό να καταφέρουν να φτάσουν κάπου. Το Αμερικανικό Ονειρο εξακολουθεί να είναι αληθινό, αλλά είναι τώρα λιγότερο εύκολο, απ' ό,τι ήταν, να καταφέρει κανείς να το πραγματοποιήσει, και οι ίσες ευκαιρίες είναι δυστυχώς ένας μύθος.

Η Νέα Υόρκη λένε ότι άλλαξε πολύ μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, από τότε δηλαδή που η βία και η εγκληματικότητα κυριαρχούσαν παντού. Η πόλη έγινε πιο πλούσια, πιο καθαρή και πιο ασφαλής και χάρη στην πρόσφατη εκπληκτική έκρηξη της αγοράς ακινήτων, δεν υπάρχουν πλέον νοητές ταξικές γραμμές στο Μανχάταν. Τα θαυμάσια παλιά σπίτια (brownstones) είναι τώρα αξίας 2 εκατομμ. δολαρίων -μια ανάπτυξη που ωφέλησε τους ιδιοκτήτες τους, ακόμα και εάν οδήγησε κάποιους κατοίκους μακριά.

Θα ήταν δύσκολο να πει κάποιος ότι έπειτα από τρεις δεκαετίες αυξανόμενου πλούτου, η πόλη δεν είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση απ' ό,τι ήταν τη δεκαετία του '70. Ταυτόχρονα, είναι δύσκολο να μην προσέξει κάποιος ότι το Μανχάταν έχει χάσει αρκετή από την οικονομική και πολιτισμική του ποικιλομορφία, καθώς το ακατάσχετο κύμα αγοραστών γης πλημμυρίζει σχεδόν κάθε γειτονιά. Πολλοί, παλιοί κάτοικοι του Μανχάταν παραπονιούνται για τέτοιες αλλαγές. Λένε ότι το διαμέρισμα έχει γίνει μια ανανεωμένη παιδική χαρά για πλούσιους κεφαλαιούχους, χρηματιστές, μεγαλοδικηγόρους και διεθνείς επιχειρηματίες. Χάθηκε η τόλμη, η νιότη, η δημιουργική ενέργεια που μεγάλωσε γενιές καλλιτεχνών, συγγραφέων και ηθοποιών.

Καλλιτεχνική κοινότητα
Αλλά η οικονομική ποικιλία και οι καλλιτεχνικές δονήσεις δεν έχουν αφήσει την πόλη· απλά μετανάστευσαν λίγο πιο έξω. Εάν ψάχνετε για μια ακμάζουσα καλλιτεχνική κοινότητα πάρτε το τρένο L με κατεύθυνση το Ουίλιαμσπεργκ. Εάν ψάχνετε για την εθνική και οικονομική ποικιλία που όριζε πριν από 30 χρόνια τη βορειοδυτική πλευρά του Μανχάταν, δοκιμάστε τα Fort Green και Prospect Heights. Εάν ψάχνετε για ενδείξεις για οικονομική κινητικότητα, κατευθυνθείτε προς το Κουίνς, όπου, ωθούμενοι από την επιτυχία των μεταναστών απο τη νοτιοανατολική Ασία, τα νοικοκυριά των μαύρων βγάζουν τώρα περισσότερα χρήματα απ' ό,τι εκείνα των λευκών.

Η οικονομική και πολιτιστική εξέλιξη υπήρξε σταθερός παράγοντας της ιστορίας της Νέας Υόρκης. Και έπειτα, οι πολυτελείς, τώρα, αποθηκευτικοί χώροι στο κέντρο της πόλης, που αποτελούσαν φθηνά καλλιτεχνικά στούντιο στις δεκαετίες του '60 και του '70, υπήρξαν κάποτε χρεοκοπημένες αποθήκες και εργοστάσια. Η αλλαγή μπορεί να είναι επώδυνη, αλλά η στασιμότητα είναι αδύνατη. Και ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, το οποίο ουσιαστικά απολαμβάνει η πόλη αυτές τις τελευταίες δεκαετίες, είναι καλύτερο απ' ό,τι ένα επίπεδο ζωής που ελαττώνεται.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ: Το μεγαλύτερο ποσοστό φτώχειας στις ΗΠΑ

Οριακή αύξηση (14,8%) παρουσίασε την προηγούμενη διετία το ποσοστό της φτώχειας στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, σε σχέση με το διάστημα 2003-2004 (14,6%), σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Αμερικανικού Κέντρου Απογραφής.

Η Νέα Υόρκη είναι η μόνη πολιτεία που η φτώχεια και το συνολικό εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων και των επενδυτικών εσόδων, αυξήθηκαν δημιουργώντας επίπεδο ανισότητας στην κατανομή πλούτου. Το ποσοστό φτώχειας στην πόλη συνεχίζει να είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό φτώχειας σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια και είναι σημαντικά πιο υψηλό από το μέσο όρο της πολιτείας (13,8%) τη διετία 1999-2000.

Στην πόλη της Νέας Υόρκης το
ποσοστό είναι στατιστικά στα ίδια υψηλά επίπεδα (19,1%) με τα προηγούμενα χρόνια, το οποίο μεταφράζεται ότι 1 στους 5 κατοίκους ζει κάτω από το όριο της φτώχειας που χρηματικά ορίζεται με 15.577 δολάρια ετησίως για μια τριμελή οικογένεια. Η περιοχή του Μπρονξ εξακολουθεί με βάση τους δείκτες να αποτελεί μια από τις πιο φτωχές περιοχές στις ΗΠΑ, με ποσοστό φτώχειας που αγγίζει το 29%, ενώ το ποσοστό παιδικής φτώχειας ξεπερνά το 40%.

Σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης «Συμμαχία Κατά της Πείνας», από τους 9 εκατομμ. εργαζόμενους στην πολιτεία της Νέας Υόρκης το 2004, οι 836 χιλιάδες (9%) ζούσαν σε οικογένειες που δεν είχαν επαρκή σίτιση. Μόνο στην πόλη της Νέας Υόρκης από τους 3,6 εκατομμ. εργαζόμενους, 425 χιλιάδες (12%) ζουν σε σπίτια όπου δεν υπάρχει επαρκής σίτιση. «Σε μια πολιτεία με τόσο πλούτο όπως η Νέα Υόρκη, είναι απαράδεκτο ότι περισσότεροι από 800 χιλιάδες εργαζόμενοι δεν κερδίζουν αρκετά χρήματα για να θρέψουν τις οικογένειές τους», δήλωσε τον περασμένο Αύγουστο στην εφημερίδα «New York Times» ο Τζόελ Μπεργκ, επικεφαλής της «Συμμαχίας Κατά της Πείνας». «Αυτά τα σοκαριστικά νούμερα, σε συνδυασμό με την αύξηση της φτώχειας στην πολιτεία και στην πόλη, πρέπει να αφυπνίσουν τους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους επιχειρηματίες».


Τα νέα στοιχεία π
ου δημοσιοποιήθηκαν το περασμένο φθινόπωρο έρχονται στο φως σε μια περίοδο, σύμφωνα με αξιωματούχους του δήμου, όπου η συμμετοχή στο πρόγραμμα παροχής φαγητού με κουπόνια έχει μειωθεί στη Νέα Υόρκη, μια τάση που ισχυρίζονται ότι οφείλεται στη βελτίωση της οικονομίας για τους χαμηλόμισθους. Η παραπάνω άποψη όμως αμφισβητήθηκε έντονα απο τον Τζόελ Μπεργκ. «Αν κάποιος υποστηρίζει ότι η οικονομία βελτιώνεται για τους χαμηλόμισθους στη Νέα Υόρκη και ότι δεν χρειάζονται πλέον το πρόγραμμα σίτισής τους, προκαλώ να επισκεφθούν τα κέντρα παροχής συσσιτίου. Αν το πράξουν, θα ανακαλύψουν τον αυξανόμενο αριθμό των Νεοϋορκέζων που εργάζονται αλλά δεν κερδίζουν αρκετά για να θρέψουν τις οικογένειές τους».

Αναφορικά με το πρόβλημα των αστέγων της πόλης, όταν οι ενώσεις πολιτών και οι εθελοντές θέλησαν μέσα στο 2006 να ερευνήσουν και τα 5 γεωγραφικά διαμερίσματα της Νέας Υόρκης (Μανχάταν, Κουίνς, Μπρούκλιν, Στάτεν Αϊλαντ, Μπρονξ) για να καταγράψουν τους άστεγους στους δρόμους, κατέληξαν στους παρακάτω αριθμούς: 1.021 στο Μανχάταν, 778 στο Μπρούκλιν, 551 στο Μπρονξ, 211 στο Στάτεν Αϊλαντ και 66 στο Κουίνς. Επιπλέον, στην ίδια έρευνα, υπολογίστηκε ότι 1.216 άστεγοι διανυκτερεύουν στα βαγόνια του μετρό και στους υπόγειους σταθμούς του.

Η υπηρεσία του Δήμου της Νέα Υόρκης για τους αστέγους υποστηρίζει ότι οι παραπάνω αριθμοί είναι μια ρεαλιστική εκτίμηση μια κρύας νύχτας στην πόλη, αλλά οι οργανώσεις που υποστηρίζουν τους αστέγους λένε ότι η μεθολογία που χρησιμοποιείται στη συγκεκριμένη έρευνα έχει αρκετά ψεγάδια και λάθη. Μια άλλη έρευνα που διεξήχθη από δυο καθηγητές του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (NYU) μετά την επίσημη καταμέτρηση του 2005, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επιπλέον 6-12% άστεγοι στο μετρό, 31-44% στους δρόμους του Μανχάταν και 48-68% στα άλλα διαμερίσματα που δεν έχουν καταμετρηθεί για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Σύμφωνα με την έκθεση της οργάνωσης «Συμμαχία για τους Αστέγους», από την περίοδο 2000-2006 έχει καταγραφεί ότι ένας μέσος όρος 32.609 αστέγων Νεοϋορκέζων χρησιμοποίησαν τα καταφύγια του δήμου κάθε βράδυ, σε σύγκριση με τους 23.295 τη δεκαετία του '80. Την ίδια περίοδο τα καταφύγια χρησιμοποίησαν 3.947 οικογένειες, ενώ την περίοδο 2000-2006 διπλασιάστηκαν και έφτασαν τις 7.640. Η πιο δραματική αύξηση όμως παρατηρήθηκε στον αριθμό των παιδιών που αναζήτησαν καταφύγιο. Συγκεκριμένα ένας μέσος όρος 13.616 αναζητά καθημερινά καταφύγιο, μια αύξηση της τάξης του 55% σε σχέση με τη δεκαετία του '90. Παρουσιάζοντας τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, η επικεφαλής της «Συμμαχίας για τους Αστέγους», Μαρί Σάλιβαν, εκτίμησε ότι
«η δεκαετία που διανύουμε μετατρέπεται στη χειρότερη δεκαετία από την εποχή της οικονομικής κρίσης του '29».

ΗΠΑ: Η ψαλίδα μεταξύ πλουσίων και φτωχών μεγαλώνει

Το ποσοστό της φτώχειας αυξήθηκε (από 30 σε 40 εκατ. πολίτες)

Η αίσθηση ότι οι ΗΠΑ είναι ένα ιδιαίτερο μέρος όπου το κάθε παιδί μπορεί όταν μεγαλώσει να γίνει πρόεδρος της χώρας, όπου η αξιοκρατία και η φιλοδοξία υπερτερούν της οικογενειοκρατίας και της κοινωνικής τάξης, προέρχεται από την εποχή του Βενιαμίν Φραγκλίνου.

Ο ίδιος, αν και υπήρξε το 15ο τέκνο μια φτωχής οικογένειας, που ξεκίνησε αδέκαρος να ασχολείται με την τυπογραφία, μετά από λίγα χρόνια κατέληξε τόσο πλούσιος που στα 42 του αποσύρθηκε και ασχολήθηκε με την πολιτική και τη διπλωματία.

Ακόμα και ο Καρλ Μαρξ είχε αποδεχθεί την Αμερική ως χώρα της ευκαιρίας, δίνοντας την εξής εξήγηση για την έλλειψη της ταξικής συνείδησης στις ΗΠΑ: «Η θέση του εργάτη είναι για ένα μεγάλο κομμάτι του αμερικανικού λαού ένα προσωρινό στάδιο το οποίο είναι σίγουροι ότι θα αφήσουν αργά ή γρήγορα». Η «υπόσχεση» ότι ένα παιδί γεννημένο στη φτώχεια δεν είναι παγιδευμένο είναι η ουσία του αυτοχαρακτηρισμού της Αμερικής. Αλλά η πραγματικότητα της κοινωνικής κινητικότητας είναι περισσότερο σύνθετη από ένα μύθο.

Οσο διευρύνεται το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών από το 1970, οι πιθανότητες ένα παιδί που θα γεννηθεί στη φτώχεια να καταλήξει πλούσιος -ή ένα πλούσιο παιδί... να κατρακυλήσει στη μεσαία τάξη- παραμένουν μηδαμινές. Παρά τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις (εξαιτίας των κοινωνικών κινημάτων από τα τέλη της δεκαετίας του '50 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70) και την εξάπλωση της δημόσιας ανώτερης παιδείας, οι Αμερικανοί πολίτες θα παραμείνουν στις ίδιες κοινωνικές τάξεις στις οποίες ανήκαν οι γονείς τους πριν από 35 χρόνια.


Αν και οι Αμερικανοί θεωρούν ότι η χώρα τους είναι ένα μέρος με εξαιρετικές ευκαιρίες, τα στοιχεία αποδεικνύουν το αντίθετο. Ερευνες την τελευταία δεκαετία αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ είναι μια κοινωνία με χαμηλότερη κινητικότητα από ό,τι πίστευαν κάποτε. «Από το τέλος της δεκαετίας του '80, όλα τα οικονομικά πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα των προγόνων τους εξαφανίζονται σε τρεις γενιές» έγραψε ο νομπελίστας Γκάρι Μπέκερ, του Πανεπιστημίου του Σικάγο. Συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα από το 1995 έχουν οδηγήσει τους οικονομολόγους και κοινωνιολόγους σε νέα αποτελέσματα: Οι λόγοι που οδηγούν πλέον σε μια κοινωνική κινητικότητα είναι πολύ πιο αργοί. Η πλειονότητα όμως της αμερικανικής κοινής γνώμης πιστεύει ότι η χώρα τους παραμένει ένας τόπος με μεγάλες οικονομικές και επαγγελματικές δυνατότητες. Η ιδέα αυτή εξηγεί το γεγονός γιατί οι Αμερικανοί εργαζόμενοι έχουν ανεχθεί -περισσότερο από τους Ευρωπαίους- την ολοένα και αυξανόμενη ανισότητα.

Αυτή η λογική βέβαια καθορίζει την αμερικανική και οικονομική πολιτική. Η τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση, οι απελευθερωμένες αγορές τείνουν να μειώνουν κατά πολύ τον βασικό μισθό, ενώ αυξάνουν τους μισθούς των ανώτερων στελεχών των επιχειρήσεων.


Παρά τη γενικευμένη πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ παραμένουν πιο κινητική κοινωνία από την Ευρώπη, οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι ένα παιδί που ξεκινά από τη φτώχεια στην Ευρώπη ή στον Καναδά έχει καλύτερες πιθανότητες κάποια στιγμή να ευημερήσει. «Οι ΗΠΑ και η Βρετανία εμφανίζονται οι λιγότερες κινητικές κοινωνίες ανάμεσα στις πλούσιες χώρες», υποστηρίζει ο οικονομολόγος Μάιλς Κόρακ του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ. «Η Γαλλία και Γερμανία είναι περισσότερο κινητικές από ό,τι οι ΗΠΑ κι ο Καναδάς, ενώ ακόμα πιο αισιόδοξα μηνύματα έρχονται από τις σκανδιναβικές χώρες».


Ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Αλαν Γκρίνσπαν, είχε προειδοποιήσει πριν αποχωρήσει από τη θέση του ότι η εισοδηματική διαφορά μεταξύ πλουσίων και του υπόλοιπου πληθυσμού στις ΗΠΑ έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που ενδέχεται να απειλήσει τη σταθερότητα του ίδιου του δημοκρατικού καπιταλισμού.


Η σημερινή οικονομική πραγματικότητα -σε αριθμούς- είναι ενδεικτική:

  • Το 1980, το μέσο διευθυντικό στέλεχος (CEO) μιας εταιρείας έπαιρνε 40 φορές περισσότερα από ένα μέσο εργάτη, ενώ σήμερα πληρώνεται... 400 φορές περισσότερα.
  • Σε εθνικό επίπεδο, το 25% των Αφροαμερικανών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.
  • Το ποσοστό της φτώχειας αυξήθηκε (από 30 σε 40 εκατ. πολίτες) δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια και παρατηρείται ότι η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο με τη μέχρι σήμερα διακυβέρνηση Μπους.
  • Ο αριθμός των Αμερικανών χωρίς ιατρική ασφάλεια αυξήθηκε κατά 1,4 εκατ. και έφτασε στα 45 εκατ. ή το 15,6% του πληθυσμού. Το εισόδημα μιας μέσης οικογένειας έχει παραμείνει στα 43.318 δολάρια.
  • Το 2005 το όριο φτώχειας για μια τετραμελή οικογένεια ήταν 17.079 δολ.
Του Θανάση Τσίτσα , από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου 31 Μαρτίου 2007

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 26- Τα ταξίδια των Ελλήνων

Το ταξίδι της γνώσης, της αναζήτησης, της διασκέδασης μάς συνεπαίρνει ακόμη και όταν μένουμε αταξίδευτοι.Τ αποτυπώματα των διαδρομών μας στο δρόμο για την σύγχρονη Ιθάκη μοιάζουν αχνά, ίσως γιατί αρνούμαστε να δεχτούμε ότι υπάρχει καλύτερος προορισμός από την Ελλάδα.

Ο συγγραφέας Χένρι Μίλερ είχε πει κάποτε ότι ο προορισμός δεν είναι ποτέ ένας νέος τόπος, αλλά ένας νέος τρόπος να δεις τα πράγματα. Aυτή η φιλοσοφία αντιμετώπισης του ταξιδιού ποτέ δεν ήταν άγνωστη στους Έλληνες. Ήδη από τα αρχαία χρόνια, κατά πώς γράφει ο Hρόδοτος, ταξίδευαν όχι μόνο για λόγους δουλειάς («δι’ εμπορίαν»), αλλά και για τη χαρά της περιήγησης σε καινούργια μέρη και την απόκτηση γνώσης («διά θεωρίαν»).

Aρχικά η πυξίδα των Eλλήνων προσανατολιζόταν μέσα από τους αθλητικούς αγώνες, τις Aμφικτιονίες και τις αποικίες της αρχαιότητας. Aργότερα μέσα από τις εκστρατείες του Aλεξάνδρου στην Aσία, τους ανεξάντλητους εμπορικούς δρόμους των μ.X. αιώνων, τις ελληνικές παροικίες που ξεκίνησαν να ανθούν σε κάθε γωνιά του κόσμου από τον 16ο αιώνα και μετά, αλλά και τη μετανάστευση του 20ού αιώνα.

Στη σύγχρονη Eλλάδα τα πρώτα οργανωμένα μεγάλα ταξίδια ξεκινούν στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Aπό τη μία βρίσκονταν τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα που αναζητούσαν εργασιακές διεξόδους στην Eυρώπη και τις HΠA, σιδηροδρομικώς ή ακτοπλοϊκώς. Aπό την άλλη ήταν τα υψηλότερα βαλάντια που μπορούσαν να αντέξουν το κόστος μιας κρουαζιέρας στα νησιά του Aιγαίου, στα παράλια της Mικράς Aσίας ή στη γειτονική Iταλία.

O διττός χαρακτήρας του ταξιδιού υπήρχε ανέκαθεν, εκεί κάπου στη δεκαετία του ’60, όμως, η εργασιακή διάσταση υποχωρεί για χάρη της ψυχαγωγικής. Tο ταξίδι απεγκλωβίζεται από την έννοια της εργασιακής αναγκαιότητας και της επιβίωσης, και ενδύεται τον ρόλο της απόδρασης από την καθημερινότητα, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας - ακόμη και αν πρόκειται για business trip.

Eίναι η εποχή που η Oλυμπιακή Aεροπορία συνδέει την Eλλάδα με τις μεγαλύτερες μητροπόλεις του κόσμου, ενώ τα ταξιδιωτικά γραφεία εμπλουτίζουν την γκάμα των προτάσεών τους με την Aνατολική Eυρώπη και τις αραβικές χώρες. Aπό εκεί και μετά τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους.

Oι προορισμοί θα αυξηθούν γεωμετρικά, τα ταξιδιωτικά γραφεία από μερικές δεκάδες θα ξεπεράσουν (2007) τις 3.000 και οι Έλληνες θα έχουν πλέον την ευκαιρία να ταξιδέψουν σε κάθε σημείο της Γης. Πόσοι Έλληνες, όμως, και πόσο ταξιδεύουν σήμερα;

Tα στατιστικά της αναχώρησης
Kαταρχάς να διευκρινίσουμε πως όταν μιλάμε για ταξίδια κάνουμε λόγο για «εξερχόμενο τουρισμό». Για ταξίδια που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας. Tο ταξίδι με το τρένο στο χωριό (εγχώριος τουρισμός), ακόμη και αν διαρκεί πολύ περισσότερο από την πτήση για την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, δεν λογίζεται ως τέτοιο.

Tαξίδι στην τουριστική αλλά και τη λογοτεχνική ορολογία σήμερα σημαίνει νέες παραστάσεις, καινούργια μέρη, διαφορετική γλώσσα, αναζήτηση. Yπό αυτό το πρίσμα οι επιδόσεις μας ως χώρα είναι χαμηλές. Γενικά οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ταξιδεύουν συχνά. Διάφορα συνδυαστικά στοιχεία από τη Eurostat, την KAΠA Research, το INKA και την ICAP φέρνουν τους Έλληνες στις χαμηλότερες θέσεις της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης, καθώς πραγματοποιούν πολύ λιγότερα ταξίδια σε σχέση με τον μέσο Eυρωπαίο.

Aν και ο κλάδος του εξερχόμενου τουρισμού αναπτύσσεται από το 1994 μέχρι σήμερα με ετήσιο ρυθμό 3,5%, οι Έλληνες που αφήνουν κάθε χρόνο τη χώρα τους, την τελευταία πενταετία, για λίγες μέρες ξεκούρασης ή για επαγγελματικούς λόγους στα «ξένα», δεν υπερβαίνουν το 20% (στην καλύτερη περίπτωση) ή μόλις φτάνουν το 10% (στη χειρότερη). Aπό αυτούς μόνο ένα περίπου 15% πραγματοποιεί περισσότερα από τέσσερα ταξίδια τον χρόνο, κάτι που σημαίνει ότι μόλις το 2% περίπου του πληθυσμού μπορεί να υπερηφανεύεται για τον κοσμοπολιτισμό του.

Oι Έλληνες ταξιδευτές προτιμούν τις μακρινές διαδρομές εκτός Eυρώπης σε ποσοστό 53%, ενώ ευρωπαϊκούς προορισμούς το 47%. Όσο για τους δημοφιλέστερους προορισμούς, το 30% επιλέγει τη Γερμανία, το 28% την Iταλία, το 21% τη Γαλλία, το 19% την Aγγλία, και ακολουθούν η Iσπανία με 11%, η Oλλανδία και η Kύπρος με 9%, η Aυστρία και οι HΠA με 8% και η Tουρκία με 6%. Tο αεροπλάνο αποτελεί το δημοφιλέστερο μέσο ταξιδιού. Yπολογίζεται ότι πάνω από το 90% του εξερχόμενου τουρισμού το χρησιμοποιεί. Eνα μικρό ποσοστό χρησιμοποιεί τουριστικό λεωφορείο ή αυτοκίνητο, όπως αντίστοιχα μικρό είναι και το ποσοστό όσων χρησιμοποιούν πλοίο.

Tέλος, το τρένο, το μέσο που γνώρισε μεγάλες δόξες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σήμερα χρησιμοποιείται από ελάχιστους Έλληνες (για εξωτερικούς προορισμούς).

Πράκτορες εν δράσει
Oι "Eικόνες" συναντήθηκαν με δύο ταξιδιωτικούς πράκτορες που έχουν συνδέσει τα γραφεία τους με τη σύγχρονη ιστορία των ταξιδιών στην Eλλάδα. Πρώτα με τον Bαγγέλη Σταυρόπουλο, ιδρυτή του «Yδρα Travel», ενός από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα ταξιδιωτικά πρακτορεία της Aθήνας. Nα τι μας λέει για τις προτιμήσεις των Eλλήνων ταξιδιωτών. «H Eυρώπη ήταν ο αγαπημένος προορισμός τη δεκαετία του ’70, κυρίως επειδή ήταν ο προορισμός που γνώριζαν και πρόσφεραν τα πρακτορεία.

Tο Λονδίνο, το Παρίσι, η Bιέννη και οι μεγάλες πόλεις της Iταλίας και της Iσπανίας ήταν οι κύριοι προορισμοί και την επόμενη δεκαετία (’80). Στροφή στις προτιμήσεις παρατηρήθηκε το ’90, όταν τα πρακτορεία ταξιδιών και οι αεροπορικές εταιρείες άρχισαν να κάνουν δελεαστικές προσφορές για εξωτικούς προορισμούς, όπως στην Kαραϊβική, στον Iνδικό Ωκεανό κ.α.

Tην ίδια δεκαετία οι προσφορές άνοιξαν και για καινούριους ευρωπαϊκούς προορισμούς, τη Bουδαπέστη, τη Mάλτα, την Eλβετία, αλλά και τις σκανδιναβικές χώρες με τις λεγόμενες κρουαζιέρες της Bόρειας Θάλασσας. Tην τελευταία δεκαετία ο Έλληνας θέλγεται από την ιδέα πραγματοποίησης μακρινών υπερατλαντικών ταξιδιών, ζητώντας εντονότερα από το 2003 και μετέπειτα να γνωρίσει προορισμούς όπως οι Mαλδίβες, το Nτουμπάι, η Mπανγκόκ, η Άπω Aνατολή, η Pωσία».

Ένα βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνει ο ίδιος στον Έλληνα ταξιδιώτη είναι ότι, σε αντίθεση με αρκετούς Eυρωπαίους, δεν ταξιδεύει με σκοπό να διασκεδάσει. «Kύριο μέλημά του είναι να ικανοποιήσει τα μάτια του. Nα δει και να ανακαλύψει διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς, να συναναστραφεί με ανθρώπους που έχουν διαφορετικό τρόπο ζωής. Tη δίψα του Έλληνα να χορτάσει τα μάτια, το μυαλό και το είναι του τη διαπιστώνω πολλές φορές. Π.χ. σε πολλούς που προτείνουμε ταξίδι στην Kούβα η πρώτη ερώτησή τους είναι: «Tι άλλο μπορώ να δω εκεί κοντά; Πόσο κοντά είναι η Tζαμάικα; Mπορώ από την Kούβα να πάω στον Άγιο Δομίνικο;»».

Mε τον Δημήτρη Ξυδιά, διευθυντή του «Aκάδημος Travel» -επίσης ενός από τα παλαιότερα στην Aττική-μιλήσαμε για παρεμφερή θέματα, που φωτίζουν ακόμη μερικές πλευρές. Όπως λέει, οι ηλικιωμένοι είναι αυτοί που προτιμούν οργανωμένα ταξίδια -θέλουν να αισθάνονται ασφάλεια-, ενώ οι νεότεροι (30-50) προτιμούν τα ατομικά ταξίδια - τους αρέσει να ρισκάρουν. Kαλύτερη περίοδος για αποδράσεις στο εξωτερικό είναι τα Xριστούγεννα, μια και το Πάσχα και το καλοκαίρι οι περισσότεροι παραμένουν στην Eλλάδα. Ωστόσο, η άποψή του για τις αιτίες που μας κάνουν να αφήνουμε τη χώρα μας και να απογειωνόμαστε για ξένους προορισμούς διαφέρει ριζικά από εκείνη του B. Σταυρόπουλου.

«O Έλληνας ταξιδεύει στο εξωτερικό όχι τόσο για να δει νέα πράγματα, αλλά κυρίως για να ξεκουραστεί και να τονώσει την ψυχολογία του. Δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα να γνωρίσει νέους τρόπους ζωής, καθώς πιστεύει ότι κατοικεί στο καλύτερο μέρος του κόσμου». Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αφενός η αντιφατικότητα είναι ίδιον των Eλλήνων, αφετέρου μπορούν να ισχύουν και τα δύο ή και ακόμη περισσότερα. Άλλοι Έλληνες είναι τουρίστες, άλλοι ταξιδιώτες, άλλοι ταξιδεύουν για να ανανεώσουν την γκαρνταρόμπα τους, άλλοι για να γεμίσουν την ψυχή τους, άλλοι επιλέγουν προορισμό με βάση τη μόδα, άλλοι με βάση την τιμή του πακέτου, άλλοι επειδή είδαν μια ταινία. Πού το κακό;

Ένας κοσμοπολίτης Oδυσσέας
Σε ένα από τα λιγότερο γνωστά διηγήματά του, με τίτλο «Aλεξάνδρεια: η γεμάτη φως και μυστήριο πολιτεία», γραμμένο στον Mεσοπόλεμο, ο ποιητής και φανατικός των ταξιδιών Nίκος Kαββαδίας γράφει για την απεγνωσμένη του προσπάθεια να ανακαλύψει το απόκρυφο μυστήριο της αιγυπτιακής πόλης, όταν την επισκέφθηκε. «Eπήγα στα μεγάλα της καφενεία, στα αριστοκρατικά της πανσιόν μα παντού συναντούσα την Eυρώπη» γράφει.

Mέχρι που ο καμαρότος του ξενοδοχείου του, τον έστειλε εκεί όπου ο διάσημος ποιητής ήθελε να πάει. «Πάρε τον έκτο ντόκο και τράβα ίσια πάνω» του είπε, για να βρεθεί πράγματι στη συνοικία όπου «όταν πέσει το βράδυ γριές αραπίνες ξεδοντιάρες, καθισμένες σταυροπόδι έξω από τις πόρτες τους φωνάζουν με χοντρή βραχνιασμένη φωνή στους διαβάτες καλώντας τους να περάσουν στην εσωτερική αυλή με τα κορίτσια...». Aντιμετωπίζοντας τον αγοραίο έρωτα ως στοιχείο κάθε πολιτισμού με τον οποίο ερχόταν σε επαφή, ο Nίκος Kαββαδίας έγραψε μερικές από τις πιο όμορφες ταξιδιωτικές σελίδες της ελληνικής λογοτεχνίας.

Eβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, οι λογοτέχνες δεν παύουν να γοητεύονται από το ταξίδι και να καταγράφουν τις σκέψεις τους. Ένας από αυτούς μιλάει στις "Eικόνες": O λογοτέχνης Γιώργος Bέης, πενήντα τριών ετών σήμερα, έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Όχι μόνο γιατί είναι εραστής των ταξιδιών, αλλά και διότι το επάγγελμά του προϋποθέτει πολύ ταξίδι. Eίναι ο πρέσβης της χώρας μας στο Σουδάν και τη Σομαλία, αλλά περισσότερο είναι γνωστός από τις βιβλιοκρισίες του σε διάφορα έντυπα και τα ταξιδιωτικά του βιβλία. Tον «συναντήσαμε» μέσω Ιnternet, κάπου στο αρχιπέλαγος της Iνδονησίας και ανταλλάξαμε μερικά e-mails.

Mεγάλο πράγμα η ψηφιακή τεχνολογία ένα ταξίδι από μόνη της... «Tο όνειρο είναι μέρος του ταξιδιού και το ταξίδι μέρος του ονείρου, μιας και το να ταξιδεύουμε είναι σαν να εκπληρώνουμε ένα όνειρο», μας έγραψε στην αρχή. «Tουλάχιστον την πρώτη φορά που επισκεπτόμαστε έναν τόπο - ίνδαλμα. Aπό την άλλη πλευρά, ταξιδεύοντας δεν σημαίνει πάντα ότι έχουμε την ικανότητα ή τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τη συγκεκριμένη, ξένη χωροταξία. Έτσι, συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε. Kι αυτό δεν είναι λίγο. H δύναμη- γοητεία του ονείρου πηγάζει βεβαίως από τα ευαισθησία μας. Aν η τελευταία είναι ελλειμματική, τότε και το ταξίδι θα είναι απλώς ’’ταξιδάκι’’».

Zώντας συνεχώς στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια και μάλιστα σε μέρη εξωτικά, παντρεμένος με Kινέζα, ο Γ. Bέης έχει συναντήσει στη ζωή του πολλούς Ελληνες ταξιδιώτες. «Εχω διαπιστώσει ότι τα αεροπλάνα για την πρωτεύουσα της Tαϊλάνδης είναι γεμάτα από τους συμπατριώτες μας, πολλούς μήνες κάθε χρόνο. Γνωρίζω αρκετούς Ελληνες, που αποταμιεύουν συστηματικά στη διάρκεια των εργάσιμων μηνών, προκειμένου να απολαύσουν το μήνα της κανονικής άδειας τους σε ένα νησί του Iνδικού ή του Eιρηνικού Ωκεανού» σημειώνει. «Kαι τι αποκομίζουν οι Ελληνες από αυτά τα ταξίδια;» τον ρωτήσαμε με μία διάθεση ψυχαναλυτική. «Eξαρτάται από την ατομική αισθητική παιδεία του καθενός.

Φρονώ ότι το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών ταξιδευτών κατανοεί ή διαισθάνεται ότι ταξιδεύω σημαίνει πρωτίστως διερευνώ, αναβαθμίζω τη συνειδησιακή μου πρόσληψη. Δηλαδή ένα τμήμα της ουσιαστικής παιδείας πραγματώνεται στο ταξίδι. Eννοείται ότι όσο περισσότερο διαρκεί αυτό, τόσο περισσότερο θα ευεργετηθεί ο φορέας του». Για όλα αυτά, ο Γ. Bέης μας προτείνει να ταξιδέψουμε σε μέρη μακρινά, εξωτικά, ασυνήθιστα: «H σημερινή εποχή μας φέρνει όλο και πιο κοντά στις Nήσους του Πάσχα, στην Kεϋλάνη και στην Παταγονία. Προτού περπατήσουμε στον πλανήτη Αρη, ας περιηγηθούμε πρώτα στη Γη του Πυρός και στο εξαίσιο από κάθε άποψη Θιβέτ».

Πλοίο της αγάπης

«Τ’ άσπρα χαλικάκια
εκείνου του μικρούλη,
του κοντορεβιθούλη,
ποιος πρώτος θα τα βρει;
Στους δρόμους σκορπισμένα,
για σένα και για μένα,
κι όποιος πρώτος τα βρει
στο κάστρο αυτός θα μπει. [...]
Ωραία κοιμωμένη
στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ.
Δείξε μου εσύ το δρόμο
και θα ’ρθω να σε βρω.
Το μόνο της ζωής μου ταξίδι
είσαι εσύ, κοντεύω τα σαράντα
κι ακόμα είμαι παιδί.»

-O στιχουργός Θοδωρής Γκόνης έτοιμος να ανακαλύψει μια διαφορετική πτυχή του ταξιδιού. «Ωραία κοιμωμένη», σε μουσική και εκτέλεση Nίκου Ξυδάκη, από τον δίσκο «Tένεδος» (1991).

Tαξίδια αστραπή

  • «Διαβάζω, θα πει ταξιδεύω.Όποιος τα καταφρονά τα βιβλία, καταφρονά τα ταξίδια. Tαξιδευτές και περιηγητές μπορεί να είναι του κάκου και για γέλια. Tα ταξίδια, ποτέ». Mέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου μπορείς να ταξιδέψεις μέχρι τα πιο απίθανα μέρη της γης, ακόμη και αν το ταξίδι διαρκεί όσο μερικές στάσεις του Mετρό.»
Kωστής Παλαμάς. Σημειώματα στο περιθώριο. -1928. Aπαντα. Mπίρης - Γκοβόστης, 1966.

Kαλό ταξίδι

  • Tο αθηναϊκό πρακτορείο Sunways του Bασίλη Kανελλόπουλου είναι ένα από αυτά που έχουν ενστερνιστεί τη νέα περί ταξιδιού «φιλοσοφία». Tο πρακτορείο «τρέχει» αυτήν την περίοδο το πρόγραμμα More Than Green, που έχει στόχο την ανακούφιση της φύσης, από τις επιπτώσεις της τουριστικής δραστηριότητας.

Xωρίς καμία επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για τους πελάτες του, επιχειρεί να αντισταθμίσει μέρος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (που εκλύονται από τις πτήσεις), χρηματοδοτώντας έργα για την προστασία του περιβάλλοντος. «Δεν θεωρώ ότι οι πολίτες βρίσκονται σε ώριμο στάδιο περιβαλλοντικής συνείδησης, ως προς"αποτύπωμα" του ταξιδίου.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο προσπαθούμε να επέμβουμε προκειμένου μαζί με τους πελάτες μας να αποκτήσουμε μια κοινή αντίληψη, ένα κοινό όραμα σχετικά με τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε», αναφέρει σχετικά ο B. Kανελλόπουλος.
Αριθμοί
  • 15%
XAMHΛEΣ ΠTHΣEIΣ

Aπό 10% (πάτωμα) έως 20% (ταβάνι) υπολογίζεται το ποσοστό των Eλλήνων που ταξιδεύουν στο εξωτερικό κάθε χρόνο. O μέσος όρος αυτών των δύο (15%) είναι από τους χαμηλότερους στην Eυρώπη.
  • 90%
YΨHΛEΣ ΠTHΣEIΣ

H συντριπτική πλειονότητα των ταξιδιών πραγματοποιείται αεροπορικώς. Eύλογα, καθώς τα περισσότερα τουριστικά πακέτα για τους δημοφιλείς προορισμούς βασίζονται στις πτήσεις. Tρένο, πάλι, δεν χρησιμοποιεί κανείς πια.
  • 2%
AYPA KOΣMOΠOΛITIΣMOY

Mόλις ένα 2% περίπου του πληθυσμού πραγματοποιεί κάθε χρόνο περισσότερα από τέσσερα ταξίδια στο εξωτερικό. Oι μισοί και πλέον Eλληνες τουρίστες ταξιδεύουν εκτός συνόρων μία φορά το χρόνο.

Hμερολόγιο καταστρώματος

  • «Tο πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη έπειτα έρχεται το αίμα κι η δίψα για το αίμα, που την κεντρίζει το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι. Tο πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το μακρινό ταξίδι».

- O Γιώργος Σεφέρης και τα υπερπόντια ταξίδια της ανθρώπινης ιστορίας.

«O Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους». 1944.

Kαλιφόρνια με οτοστόπ

  • «Bγαίναμε στο Tζέρζυ από τη σήραγγα Xόλλαντ και περιμέναμε, με τον αντίχειρα απλωμένο, στην εθνική οδό, στα διόδια. Mας περιμάζευαν νταλικέρηδες, μοναχικοί ταξιδιώτες και πλανόδιοι πωλητές που έπλητταν οδηγώντας προς τη Δύση: «Πήδα μέσα, φίλε!», έλεγαν· πετούσαμε τον υπνόσακό μας στο πίσω μέρος κι ύστερα σκαρφαλώναμε κι εμείς. Tο ταξίδι ήταν μακρύ: διασχίζαμε τους αχανείς σκονόλακκους, τα ινδιάνικα χωριά όπου σκούριαζαν οι παλιές Nτοτζ των σερίφηδων. Tις κοιλάδες έκοβαν σε φέτες τα καλώδια της Westinghouse Electric, τα τηλεγραφόξυλα που έφταναν ως το βάθος του ορίζοντα, στο σημείο φυγής. Aπό μακριά βρυχώνταν οι τυφώνες. Στα σύνορα της ερήμου, πουλιόταν γη που κανείς δεν αγόραζε...».

-H Σώτη Tριανταφύλλου θυμάται ένα ταξίδι και γράφει αποκλειστικά για το Reportage.

Bιβλία πολυταξιδεμένα

  • Tο ημερολόγιο ενός τιμονιέρη,

Nίκος Kαββαδίας -Αγρα 2006 Aθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα του λογοτέχνη, σε επιμέλεια Guy Saunier. Περιλαμβάνει ταξιδιωτικά διηγήματα του N. Kαββαδία για Πορτ Σάιντ, Aλεξάνδρεια, Mασσαλία, Aργοστόλι κ.ά.

  • Στην απαγορευμένη πόλη,

Γιώργος Bέης -Kέδρος 2004 Oδοιπορικό στην Aπω Aνατολή, που προσεγγίζει με την ποίηση της γραφής την άφθαστη μαγεία των τοπίων: Πεκίνο, Xονγκ Kονγκ, Mπάλι, Σεούλ, Mπανγκόκ και Πατάγια.

  • Tαξίδια σε τόπους των Bίκινγκς,

Mανόλης Mαρμαράς -Παπαπαζήσης 2007 Tαξιδιωτικές εντυπώσεις από επισκέψεις σε περιοχές της Δανίας, της Σουηδίας, της Nορβηγίας, της Bρετανίας, της Iσλανδίας και της Γροιλανδίας.

Το μέρος No 26 της Έρευνας "Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες" . Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου, από τις "Εικόνες", τεύχος Νο 335, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 27 Ιουλίου 2008.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

«Πού, γαμώτο, πέταξαν τους νεκρούς μας;»

Η ξεχασμένη σφαγή εκατοντάδων φοιτητών από στρατό και αστυνομία στην Πόλη του Μεξικού.

Λίγο μετά τις 6 το απόγευμα, ένα ελικόπτερο πέταξε πάνω από την πλατεία και έριξε τρεις πράσινες φωτοβολίδες. Ήταν το σύνθημα προς τους προβοκάτορες και τους στρατιώτες για να ανοίξουν πυρ εναντίον του άοπλου πλήθους. Ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. «Μην τρέχετε, σύντροφοι, μην τρέχετε! Ηρεμήστε. Είναι άσφαιρα τα πυρά»...

Στις 2 Οκτωβρίου 1968, μερικές μέρες πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, στρατός και αστυνομία άνοιξαν πυρ εναντίον της φοιτητικής διαδήλωσης στην πλατεία της συνοικίας Τλατελόλκο, στην καρδιά της Πόλης του Μεξικού. Οι νεκροί ήταν πάνω από 300, ωστόσο η τραγωδία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα η ξεχασμένη ιστορία του 1968.

Στο Μεξικό το αποκαλούν «ελ 68» και σήμανε την πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της αυταρχικής εξουσίας του Επαναστατικού Θεσμικού Κόμματος (ΡRΙ), που βρισκόταν σχεδόν 40 χρόνια στην κυβέρνηση, και του προέδρου Γκουστάβο Ντίας Ορντάς. Το «ελ 68» άρχισε στις 22 και 23 Ιουλίου με φοιτητικές διαδηλώσεις που κατεστάλησαν βίαια από την αστυνομία. Στις 26 Ιουλίου, νέα διαδήλωση των φοιτητών στην κεντρική πλατεία Θοκάλο της πρωτεύουσας κατέληξε σε ολονύκτιες οδομαχίες. Ο φαύλος κύκλος καταστολής-ριζοσπαστικοποίησης είχε αρχίσει και τις επόμενες ημέρες οι συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και των δυνάμεων της τάξης πολλαπλασιάστηκαν, με νεκρούς και τραυματίες, καθώς και συλλήψεις 1.000 διαδηλωτών.

Στη διάρκεια του Αυγούστου, το φοιτητικό κίνημα οργανώθηκε αποτελεσματικά, καθώς οι καθηγητές του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UΝΑΜ), με πρώτο τον πρύτανη Χαβιέρ Μπάρας Σιέρα, προστάτευσαν τους φοιτητές τους. «UΝΑΜ, ελεύθερο έδαφος της Αμερικής», διακήρυσσε μια νεαρή φωνή από τα μεγάφωνα σ΄ όλες τις σχολές του πανεπιστημίου. Σ΄ όλη τη χώρα, φοιτητές καταλάμβαναν πανεπιστημιακά κτίρια, μοίραζαν προκηρύξεις, έγραφαν στους τοίχους αντικυβερνητικά συνθήματα, οργάνωναν εκδηλώσεις αλληλεγγύης. «Διαβάζαμε Χάουαρντ Φαστ και Γιούλιους Φούτσικ, Χούλιο Κορτάσαρ και Μάριο Μπενεντέτι, Τζον Στάινμπεκ και Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ρέι Μπράντμπερι και Χεσούς Ντίας... Η λογοτεχνία ήταν για μας πραγματικότητα», γράφει ο Μεξικανός συγγραφέας Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στο βιβλίο του «΄68» (Seven Stories Ρress, 2004). «Ακούγαμε Τζόαν Μπαέζ και Μπομπ Ντίλαν, Πιτ Σίγκερ και Πίτερ, Πολ εντ Μέρι· στα κρυφά, οι πιο συναισθηματικοί ακούγαμε Σαρλ Αζναβούρ και Κούκο Σάντσες».

Το μακελειό.
Οι φοιτητές ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, διέκοπταν πορείες όταν έβλεπαν πως υπήρχε κίνδυνος να θεωρηθούν προβοκατόρικες και είχαν υπογραμμίσει πως δεν θα εμπόδιζαν τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Όμως, ο πρόεδρος απάντησε στο Κογκρέσο απαξιώνοντάς τους και χαρακτηρίζοντάς τους απειλή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Του απάντησαν στις 13 Σεπτεμβρίου με μια σιωπηλή πορεία 250.000 ανθρώπων που κρατούσαν πορτρέτα του Τσε, του Χο Τσι Μινχ, αλλά και του Εμιλιάνο Ζαπάτα και του Πάντσο Βίγια, ηρώων της μεξικανικής επανάστασης, κληρονόμος της οποίας υποτίθεται ότι ήταν το ΡRΙ.

Το κίνημα πνίγηκε στο αίμα στις 2 Οκτωβρίου 1968, στην πλάσα ντε λας Τρες Κουλτούρας (πλατεία των Τριών Πολιτισμών) στη συνοικία Τλατελόλκο. Πέντε ώς δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί εκεί απαντώντας σε έκκληση της Εθνικής Απεργιακής Επιτροπής και σχεδίαζαν να διαδηλώσουν προς το Εθνικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο που είχε καταληφθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πολλοί προβοκάτορες με πολιτικά του Τάγματος Ολύμπικο, που είχαν ένα λευκό μαντίλι ή ένα λευκό γάντι στο δεξί χέρι τους για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στις 6.10 μ.μ., ένα ελικόπτερο πέταξε πάνω από την πλατεία και έριξε τρεις πράσινες φωτοβολίδες. Ήταν το σύνθημα προς τους προβοκάτορες και τους στρατιώτες για να ανοίξουν πυρ εναντίον του άοπλου πλήθους. Ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. «Μην τρέχετε, σύντροφοι, μην τρέχετε! Ηρεμήστε. Είναι άσφαιρα τα πυρά»...

Πολλοί έπεσαν. Πυροβολισμοί και ριπές ακούγονταν συνεχώς. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της «Λε Μοντ» Κλοντ Κιεζμάν, ο στρατός συνέλαβε χίλιους νέους και, μη αρκούμενος να τους έχει με τα χέρια ψηλά μέσα στη βροχή, τους ταπείνωσε βάζοντάς τους να κατεβάσουν τα πανταλόνια τους. Κάποιοι χτυπούσαν απελπισμένα την πόρτα της εκκλησίας Σαντιάγο Τλατελόλκο, όμως οι Φραγκισκανοί δεν άνοιξαν.

Πισώπλατα.
Οι στρατιώτες πυροβολούσαν στην πλάτη τους φοιτητές που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Οι τραυματίες που έφταναν στο νοσοκομείο έφεραν τραύματα στον αυχένα, στην πλάτη, στα οπίσθια, στις γάμπες. Οι ξένοι ανταποκριτές αγανάκτησαν: «Είναι η πρώτη φορά στη μακρά σταδιοδρομία μου που βλέπω στρατιώτες να πυροβολούν εναντίον ενός πλήθους στριμωγμένου και ανυπεράσπιστου», έγραψε η Οριάνα Φαλάτσι, απεσταλμένη του περιοδικού «Εuropeo», η οποία τραυματίσθηκε μάλιστα από τρεις σφαίρες, στην πλάτη και το πόδι.

Η ντροπή του Οκτάβιο Πας
Η σφαγή του Τλατελόλκο ήταν η αρχή μιας χωρίς προηγούμενο αποστασιοποίησης μεγάλου μέρους των διανοουμένων από το καθεστώς. Ένα από τα πιο εξέχοντα μέλη της, ο μετέπειτα νομπελίστας της Λογοτεχνίας (1991) Οκτάβιο Πας, παραιτήθηκε από τη θέση του πρεσβευτή στην Ινδία που είχε από το 1962 και διαμαρτυρήθηκε δημόσια. Στις 3 Οκτωβρίου 1968, αντέδρασε στη σφαγή στο Τλατελόλκο με το παρακάτω ποίημα:



Η σιωπή ήταν απόλυτη
Δύο χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν. Πάνω από 1.000 τραυματίσθηκαν σοβαρά. Γονείς περιφέρονταν σε νοσοκομεία και αμφιθέατρα αναζητώντας τα παιδιά τους. Στον Τύπο γνωστοποιήθηκε πως οποιαδήποτε αναφορά στη σφαγή θα αντιμετωπιζόταν ως σαμποτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο μεξικανικός στρατός καθάρισε την πλατεία από τα αίματα, συγκέντρωσε τα πτώματα, τα φόρτωσε σε αεροπλάνα και τα πέταξε στον Κόλπο του Μεξικού. Μέλη της δικαστικής αστυνομίας επισκέφθηκαν τα γειτονικά νοσοκομεία ψάχνοντας για τραυματίες· συνέλαβαν, βασάνισαν ή «εξαφάνισαν» όσους βρήκαν. «Πού πέταξαν τους νεκρούς μας; Πού, γαμώτο, πέταξαν τους νεκρούς μας»: το ερώτημα αυτό στην αρχή του βιβλίου του Τάιμπο για το 1968 είναι η ηχώ της αιματοβαμμένης χρονιάς που δεν τελείωσε ποτέ, καθώς οι νεκροί της δεν βρήκαν ποτέ δικαίωση. Σήμερα εκτιμάται ότι περισσότεροι από 300, ίσως 350 άοπλοι φοιτητές και άλλοι πολίτες σκοτώθηκαν από σφαίρες και ξιφολόγχες στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Μπέρναρντ Ράσελ ζήτησαν το μποϊκοτάρισμα των Ολυμπιακών. Ο Μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες ζήτησε επίσης μποϊκοτάζ, γράφοντας στη «Λε Μοντ» πως «ένα τανκ είναι τανκ στο Σικάγο, την Πράγα ή το Μεξικό».

Όμως η μεξικανική κυβέρνηση προχώρησε σε πλήρη συγκάλυψη της σφαγής. Στις 7 Οκτωβρίου, η επίσημη κυβερνητική έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα πως «ένοπλες φάλαγγες της Εθνικής Απεργιακής Επιτροπής (CΝΗ) ευθύνονται για τις τραγικές ανταλλαγές πυρών» στις 2 Οκτωβρίου...

Στις 12 Οκτωβρίου, μέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, η κυβέρνηση είχε κερδίσει το στοίχημά της: η σιωπή για τη σφαγή του Τλατελόλκο ήταν απόλυτη. Οι Ολυμπιακοί του 1968 έμειναν στη μνήμη όχι για τα θύματα της «μεξικανικής κρατικής τρομοκρατίας», κατά την έκφραση του Μεξικανού νομπελίστα της Λογοτεχνίας Οκτάβιο Πας, αλλά για τον φόρο τιμής στη «μαύρη δύναμη», για τις γροθιές που ύψωσαν στο βάθρο των νικητών οι μαύροι Αμερικανοί ολυμπιονίκες Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος.


Ο Κάστρο δεν σήκωσε ούτε δαχτυλάκι για να βοηθήσει
Αντάρτικα, στρατιωτικές χούντες, φοιτητικές εξεγέρσεις: αντίθετα απ΄ ό,τι συνέβη στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, στις χώρες της Λατινικής Αμερικής το 1968 δεν αποτέλεσε τομή- συνεχίστηκε απλώς η διαμόρφωση καταστάσεων που είχαν ριζώσει στην υποήπειρο στην αρχή της δεκαετίας του 1960.

Από το 1959 και την επικράτηση της επανάστασης, η Κούβα αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Λατινική Αμερική- τουλάχιστον ώς τον θάνατο του Τσε, στις 9 Οκτωβρίου 1967 στη Βολιβία, και τη διολίσθηση της Κούβας στο στρατόπεδο της Σοβιετικής Ένωσης και του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το 1968 η Κούβα υποστήριξε αιφνιδιαστικά τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, επικυρώνοντας το τέλος της αναζήτησης μιας αυτόνομης στρατηγικής για την ίδια και τις άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες.

Στη Βολιβία.
Παράλληλα, η ήττα του αντάρτικου στη Βολιβία έβαλε συμβολικά τέλος στην ελπίδα για μια γρήγορη εξάπλωση νικηφόρων αντάρτικων σε άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φιντέλ Κάστρο δεν σήκωσε ούτε το δαχτυλάκι του για να βοηθήσει τους φοιτητές στο Μεξικό ή έστω για να διαμαρτυρηθεί για τη σφαγή στο Τλατελόλκο... Το 1968 είναι ωστόσο η χρονιά που ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι της Λατινικής Αμερικής, με επικεφαλής τον αντάρτη ιερέα Καμίγιο Τόρρες, συναντήθηκαν στο Μεντεγίν της Κολομβίας και διακήρυξαν τη Θεολογία της Απελευθέρωσης εντάσσοντας στη χριστιανική έννοια της λύτρωσης τα αιτήματα για κοινωνική απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη. Κατά τα άλλα, στη διάρκεια της χρονιάς αυτής, το κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη εγκατέλειψε τη νομιμότητα και επέλεξε το αντάρτικο αφού ο πρόεδρος Πατσέκο Αρέκο περιόρισε τις πολιτικές ελευθερίες. Πραξικοπήματα ανέτρεψαν τις κυβερνήσεις του προέδρου Μπελαούντε Τέρι στο Περού και του προέδρου Αρίας στον Παναμά. Η Γουατεμάλα τέθηκε ολόκληρη σε κατάσταση πολιορκίας επειδή αντάρτες σκότωσαν δύο αξιωματικούς της αμερικανικής διοίκησης και εξέγερση ξέσπασε στην Αργεντινή (500 άνθρωποι συνελήφθησαν μόνο στο Μπουένος Άιρες). Στη Βραζιλία, η χούντα που την κυβερνούσε από το 1964 συνέλαβε 3.000 ανθρώπους και ο πρόεδρος Κόστα ε Σίλβα ανέστειλε τις συνταγματικές εγγυήσεις των πολιτικών ελευθεριών.


«Καλύτερα να είσαι Δράκουλας της αντίστασης»
O πρόεδρος Γκουστάβο Ντίας Ορντάς έγραψε στα απομνημονεύματά του: «Το Μεξικό θα είναι το ίδιο πριν και μετά το Τλατελόλκο εξαιτίας του Τλατελόλκο». Δεν θα μπορούσε να κάνει μεγαλύτερο λάθος.

«Αυτά που έγραψα το 2003 ισχύουν και σήμερα», λέει ο Μεξικανός συγγραφέας Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ (*). «Στο τέλος, δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα φοιτητικό κίνημα που διήρκεσε 123 ημέρες. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Και όμως, μας έδωσε- σε μια ολόκληρη γενιά φοιτητώνπαρελθόν και χώρα, έδαφος κάτω από τα πόδια μας...

«Φυσικά υπήρξαν ήττες, ένα σωρό απ΄ αυτές, αλλά σπάνια παραδινόμασταν. Το ΄68 μας κληροδότησε τα αποθέματα ανυπακοής και αποφασιστικότητας που υπήρξαν ο κινητήρας του Κινήματος ως συνόλου και μας εμπότισε με μια αίσθηση τόπου, ένα στέρεα ριζωμένο αίσθημα εθνικότητας.

Όμως είναι και μέρες που κοιτάζω τον εαυτό μου και δεν τον αναγνωρίζω. Κακές στιγμές, όταν η νύχτα παρατείνει μια βροχερή μέρα, όταν ο ύπνος δεν έρχεται και παλεύω μάταια με το πληκτρολόγιο του κομπιούτερ. Συνειδητοποιώ τότε ότι μοιάζουμε καταδικασμένοι να είμαστε φαντάσματα του ΄68.

Και λοιπόν, γιατί είναι αυτό τόσο κακό; Καλύτερα να είσαι Δράκουλας της αντίστασης παρά ένα τέρας του Φρανκενστάιν του ΡRΙ ή του εκσυγχρονισμού. Και μετά τα πλήκτρα βγάζουν άχαρες σπίθες, λάμψεις αδύναμες, μνήμες που είναι μερικές φορές πολύ οδυνηρές, αλλά τις περισσότερες σου προκαλούν ένα μικρό χαμόγελο· και λαχταράω αυτό το παλιό πνεύμα του γέλιου· θρηνώ, καθώς αρχίζω να φοβάμαι το σκοτάδι, για την ένταση που έχει τώρα πια χαθεί, γι΄ αυτό το συναίσθημα αθανασίας, γι΄ αυτόν τον άλλο μου εαυτό εκείνης της χρονιάς που ποτέ δεν τελείωσε».

Τα βιβλία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Άγρα .

Του Γιώργου Αγγελόπουλου από ΤΑ ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου, 19-20 Απριλίου 2008

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Η παραγωγικότητα δεν μπαίνει στον μισθό

ΓΙ' ΑΥΤΟ ΟΙ ΑΜΟΙΒΕΣ ΑΝΑ ΩΡΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ 52% ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΟΡΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Περίπου 1,35 εκατομμύρια μισθωτοί, κυρίως του ιδιωτικού τομέα, καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα για την περιορισμένη παραγωγικότητα του Δημοσίου αλλά και άλλων κρίσιμων τομέων της ελληνικής οικονομίας.

Δεν είναι όμως τα μόνα θύματα: πρακτικά, όλοι όσοι εργάζονται στην Ελλάδα αναγκάζονται να δουλεύουν πολλές ώρες για να καλύψουν τις ελλείψεις σε επενδύσεις που θα βοηθούσαν να βελτιωθεί η παραγωγικότητα. Αποτέλεσμα;

Οι αμοιβές ανά ώρα εργασίας όλων των εργαζομένων (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) να βρίσκονται μόλις στο 52% του μέσου όρου της Ευρώπης.

Ερευνα της ΕΚΤ

Τα παραπάνω προκύπτουν από έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τους μισθούς και την παραγωγικότητα στην Ευρωζώνη. Αποφαίνεται ότι χιλιάδες Έλληνες μισθωτοί θα μπορούσαν να πάρουν αυξήσεις από 19% έως και 45% χωρίς να φέρουν κανένα πλήγμα στην παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Αποκαλύπτει δηλαδή τη... φθήνια της ελληνικής αγοράς εργασίας και ανατρέπει τα επιχειρήματα κυβέρνησης και Τράπεζας της Ελλάδος περί ανάγκης για συγκρατημένες μισθολογικές αυξήσεις λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας.

Η ΕΚΤ αποδεικνύει στη μελέτη της για τις αυξήσεις μισθών στην Ευρωζώνη ότι σε πολλούς κλάδους στη χώρα μας οι μισθοί όχι μόνο είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρωζώνη (δεύτεροι πιο χαμηλοί μετά την Πορτογαλία) σε απόλυτα νούμερα αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ μικρότεροι από την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατά τα προηγούμενα χρόνια αυξήθηκε, προφανώς και με τη «βοήθεια» του φθηνού εργατικού δυναμικού.

Τι λένε οι αριθμοί; Μόνο δύο τομείς δίνουν πιο πολλά λεφτά στους εργαζόμενους από αυτά που «αντέχει» η παραγωγικότητά τους (το προϊόν που παράγει κάθε εργαζόμενος). Πρόκειται για τον «δυσκίνητο» ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο οι αμοιβές ξεπερνούν κατά 8% την (χαμηλή) παραγωγικότητα αλλά και τη γεωργία, όπου οι μισθοί, αν και μικροί, είναι μεγαλύτεροι κατά 21% από την ακόμη πιο ασθενική παραγωγικότητα του κλάδου. Βέβαια, η δεύτερη αυτή περίπτωση αφορά ελάχιστους έμμισθους στον πρωτογενή τομέα (περίπου 9.000 σύμφωνα με στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού).

Αντίθετα, στις κατασκευές, οι μισθοί υπολείπονται κατά 45% του ποσού που θα μπορούσαν να φτάσουν με βάση το έργο που γίνεται. Στο εμπόριο, τον τουρισμό και τις μεταφορές, οι μισθοί θα μπορούσαν να είναι -χωρίς να φέρουν πλήγμα στην οικονομία -31% πιο υψηλοί, ενώ στις τράπεζες, στα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στις εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και στις «επιχειρηματικές δραστηριότητες» 19%. Στους τρεις παραπάνω κλάδους απασχολείται η πιο μεγάλη «μάζα» εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, 1,35 εκατ. άτομα.

Στη βιομηχανία εκτιμάται ότι η αμοιβή είναι «δίκαιη» με βάση την απόδοση των ελληνικών επιχειρήσεων, που σε πολλούς κλάδους (όπως η κλωστοϋφαντουργία) είναι χαμηλή από άποψη παραγωγικότητας.

Απόκλιση

Τα παραπάνω ποσοστά αποτελούν την απόκλιση μεταξύ μισθών και παραγωγικότητας. Σύμφωνα με μετρήσεις του 2006 που χρησιμοποιεί η μελέτη, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα φτάνει στο 75% των μέσων απολαβών σε επίπεδο Ευρωζώνης. Αν οι καθαρές αποδοχές υπολογιστούν ανά ώρα εργασίας, τότε είναι πολύ πιο μικρές, αφού στην Ελλάδα όχι μόνο έχουμε χαμηλούς μισθούς αλλά εργαζόμαστε και πιο πολλές ώρες: οι απολαβές ανέρχονται μόνο στο 52% των μέσων κοινοτικών ανά ώρα απασχόλησης.

Και όλα αυτά παρά το γεγονός πως οι αυξήσεις μισθών τα χρόνια που προηγήθηκαν ήταν υψηλότερες από ό,τι στις άλλες χώρες που έχουν υιοθετήσει το ευρώ (3,8% έναντι 1,5%). Μόνο που το όφελος εξανέμισε η ακρίβεια. Για παράδειγμα, φέτος ο πληθωρισμός κινείται προς το παρόν με 4,9%, ενώ οι μέσες αυξήσεις που αποφασίστηκαν στον ιδιωτικό τομέα φτάνουν στο 4,45%.

Οι πιο αδικημένοι

ΤΙ ΛΕΕΙ η ΕΚΤ για τις αυξήσεις μισθών και την πορεία της παραγωγικότητας σε κάθε κλάδο;
  • Οι πιο χαμηλοί μισθοί καταγράφονται στη βιομηχανία. Φτάνουν στο 55% του μέσου όρου της ευρωζώνης, και ανά ώρα εργασίας στο 39%.
  • Επονται οι κατασκευές, με απολαβές στο 58% (46% οι απολαβές ανά ώρα) και την παραγωγικότητα να ξεπερνά κατά 3% τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
  • Στο εμπόριο, τον τουρισμό και τις μεταφορές οι μισθοί ανέρχονται στο 73% του μέσου κοινοτικού (με ωριαία αποζημίωση στο 55% και την παραγωγικότητα να ξεπερνά κατά 4% τον μέσο όρο.
  • Η παραγωγικότητα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες φτάνει στο 92%, με τους μισθούς στο 73% και την ωριαία αποζημίωση στο 42%.
  • Αντιθέτως, πολύ χαμηλή είναι η παραγωγικότητα στη γεωργία (στο 36%), με τον μισθό να φτάνει στο 81% του μέσου κοινοτικού και την ωριαία αποζημίωση στο 84%.
  • Στο Δημόσιο οι απολαβές ανέρχονται στο 81% (αμοιβή ανά ώρα 61%), με την παραγωγικότητα στο 73%.
Η ΕΚΤ παρουσιάζει ποια κράτη αναπροσαρμόζουν τους μισθούς αυτόματα με βάση το επίπεδο τιμών (τιμαριθμοποίηση) και ποια όχι. Στο Βέλγιο, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Κύπρο, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα και τη Σλοβενία το ύψος των μισθών «διορθώνεται» μία ή δύο φορές τον χρόνο, με βάση τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή ή κάποιον άλλο δείκτη τιμών (π.χ. λιανικών πωλήσεων στη Μάλτα).

Αντιθέτως στην Ελλάδα, όπως στην Ιταλία και στην Ιρλανδία, οι αυξήσεις των μισθών είναι αποτέλεσμα συλλογικών διαπραγματεύσεων ή αποφάσεων του κράτους και δεν διασφαλίζεται ότι οι μισθοί θα ακολουθούν τουλάχιστον τις τιμές.

Πρέπει να συμβαδίζουν

Η ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ μετράει πόσοι εργαζόμενοι απαιτούνται για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης μονάδας προϊόντος. Εξαρτάται, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από το είδος των προϊόντων που παράγει μια οικονομία, τη βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, τις επενδύσεις και την τεχνολογική πρόοδο, καθώς και τον τρόπο οργάνωσης των επιχειρήσεων.

Το ύψος των μισθών δεν πρέπει -σύμφωνα με την οικονομική θεωρία- να ξεπερνά την παραγωγικότητα ενός κλάδου, γιατί τότε προκαλείται υπερβολικό «βάρος» στις εταιρείες, αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές πιο πολύ απ' ό,τι «αξίζει» το προϊόν που παράγουν, μειώνεται η ανταγωνιστικότητά τους και οι δυνατότητες πωλήσεων και ανάπτυξης. Γι' αυτό και οι μισθοί, σύμφωνα με την ΕΚΤ αλλά και την Τράπεζα της Ελλάδος, πρέπει να συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα.

Της Δήμητρας Κλαδά, από το ένθετο "Οικονομία" στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της Κυριακής, 17 Αυγούστου 2008