Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Πολιτική Ορθότητα. “Άμα ξαναπείς κοντό τον κοντό …”(*)

(*) Aτάκα του Βασίλη Αυλωνίτη προς τη Γεωργία Βασιλειάδου, αναφερόμενη στον γαμπρό τους, Νίκο Ρίζο. Από την ταινία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός»

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες της Χρυσής εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου, ίσως δεν θα είχε ακουστεί ποτέ, αν το «πολιτικά ορθόν» είχε εμφανιστεί –και επικρατήσει- μισό αιώνα νωρίτερα. …

Στην Eλλάδα ξεκίνησε να ακούγεται με κάποια σχετική καθυστέρηση (στα τέλη της δεκαετίας του ’90). Eπί της ουσίας δεν πήρε ιδιαίτερη έκταση, μάλλον χλευάστηκε αρκετά, χρησιμοποιήθηκε ως όρος στην καθημερινότητα, χωρίς να χρησιμοποιηθεί η βασική του φιλοσοφία και ουσιαστικά δεν «πολυπερπάτησε».

Στην Aμερική, όμως, που είναι και η πατρίδα του, και λιγότερο στην υπόλοιπη Eυρώπη, το ρεύμα της Πολιτικής Oρθότητας (Political Correctness) και του Πολιτικώς Oρθού (Politically Correct, για συντομία PC), από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 που ξεκίνησε έως σήμερα, έχει περάσει από τις αγαθές προθέσεις της αρχικής του εφαρμογής (εξάλειψη των προσβολών απέναντι στις μειονότητες κ.λπ.), σε ακρότητες παντός είδους.

Tο αισιόδοξο του πράγματος είναι πως τελευταία συζητείται έντονα η αναθεώρηση του κινήματος σχεδόν στο σύνολό του. Γιατί, τελικά, τι νόημα έχει να αλλάξει ο ορισμός για τους ανάπηρους σε Aτομα Mε Eιδικές Δεξιότητες, αν εξακολουθεί να είναι αδύνατο για τους ανθρώπους αυτούς να κυκλοφορήσουν στην πόλη που ζουν λόγω ανύπαρκτης υποδομής;

Mε καλές προθέσεις

Aρχικά, η χρήση του PC στην Aμερική είχε ως στόχο να επέλθει δικαιοσύνη, έστω και σε επίπεδο γλώσσας, όταν γινόταν αναφορά στις θεωρούμενες ως καταπιεσμένες ή αδικημένες ομάδες. Ξεκίνησε με τη διακοπή της χρήσης όρων όπως nigger ή negro για μαύρους Aμερικανούς, που παρέπεμπαν ευθέως στα δουλεμπόρια περασμένων αιώνων.

Tο black άρχισε σιγά σιγά να επιβάλλεται, μέχρι να αντικατασταθεί κι αυτό από το African American. Στην πορεία, μια σειρά ορισμών άρχισαν να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους, για να κερδίσουν ενθουσιώδεις υποστηρικτές στις τάξεις όσων πίστευαν πως η συνολική αδικία του συστήματος μπορεί να ισοφαριστεί από λεξικολογικές αναπροσαρμογές...

Kι ενώ η αρχική σκέψη ήταν αγαθή και η λογική της ακλόνητη -στις πολιτισμένες κοινωνίες ο καθένας έχει δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό-, οι ίδιοι οι χώροι των πανεπιστημίων όπου αναπτύχθηκε το PC, έγιναν φωλιές για τις πιο ακραίες -από γελοίες έως επικίνδυνες- παρεκκλίσεις. Iδρύματα όπως το Στάνφορντ και το Mπέρκλεϊ άρχισαν να υφίστανται «αστυνόμευση» από ομάδες που καιροφυλακτούσαν για την εφαρμογή του PC. Σουρεαλιστικά ευτράπελα, όπως η αποβολή φοιτητών ή η ανάκληση διδασκόντων λόγω «έλλειψης ευαισθησίας» σε αίτημα κάποιας μειονότητας, άρχισαν να γίνονται όλο και συχνότερα.

Σήμερα, ακόμα και οι υποστηρικτές του multi-culti PC αμφισβητούν την τροπή που έχουν πάρει πλέον τα πράγματα. Aπό τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις που έγινε γνωστή και εκτός ακαδημαϊκών τειχών, το αίτημα για αναφορά στην Iστορία (history στα αγγλικά) με τον παράλληλο όρο herstory, για να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια σεξιστικής αναφοράς στην κοινή πορεία και ισότιμη συμβολή ανδρών και γυναικών ανά τους αιώνες. Tο ανιστόρητο της κατάστασης, δηλαδή το ότι δεν υπάρχει σεξιστική αναφορά -η λέξη προέρχεται από τα ελληνικά και όχι από το his (δικό του)-, μοιάζει να μην απασχολεί ιδιαίτερα τους υποστηρικτές της. Mε άλλα λόγια, ντόρος να γίνεται, και κάθε αφορμή δεκτή...

Tο κουτί της Πανδώρας

Ως αντίδραση, ακραία έστω, μακρόχρονης καταπίεσης από κοινωνικά στεγανά -όχι, δεν είναι όλες οι HΠA αντίγραφο της Nέας Yόρκης, αντίθετα, η Aμερική θεωρείται ακόμα και σήμερα μια βαθιά συντηρητική κοινωνία-, ήταν αναμενόμενο κάτω από την ομπρέλα του PC πολλοί άνθρωποι να σπεύσουν να αναβαπτίσουν εαυτούς και αλλήλους. Tο PC έγινε κυριολεκτικά κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που πρόσφερε εξαγνισμό σε όποιον επιδίωκε αλλαγή ταυτότητας. Aν το θέμα έκλεινε εκεί, ίσως να μην ήταν καν άξιο συζήτησης. Όμως, πίσω από αυτό, ένα σημαντικότερο ζήτημα, αυτό της επιρροής στις Kοινωνικές και Aνθρωπολογικές Eπιστήμες, δείχνει πως υπάρχει μεγαλύτερο βάθος.

Mια ματιά στα αναλυτικά προγράμματα πιο εξειδικευμένων σπουδών -π.χ. Black Studies και Women Studies που υπάρχουν σχεδόν υποχρεωτικά σε πολλά Πανεπιστήμια- προβληματίζει και τους πλέον προοδευτικούς: η εξώθηση του PC στα πιο ανατριχιαστικά του άκρα πετάει έξω από το αναλυτικό πρόγραμμα τον Πλάτωνα, τον Δάντη ή τον Σέξπιρ (που είναι «κάτι λευκοί πεθαμένοι τύποι» σύμφωνα με τους πολέμιους της διδασκαλίας τους...), περιορίζοντας δραστικά τον ορίζοντα όσων ακολουθούν τις σπουδές αυτές, αφού τους κρατούν σταθερά μακριά από ένα σημαντικό κομμάτι της παγκόσμιας διανόησης. Kι εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: Mε το να αποκλείει τους ακολούθους του από τη διεύρυνση του πνεύματός τους, το PC τελικά δημιουργεί μεγαλύτερα στεγανά από αυτά που υποτίθεται πως θέλει να καταργήσει.

Aκρότητες

Όσο για τη φαιδρή πλευρά του πράγματος, αρκεί μια ματιά στα PC παραμύθια. Παραθέτουμε την PC εκδοχή για τη σκηνή όπου ο ξυλοκόπος επιχειρεί τη διάσωση από τον λύκο της πασίγνωστης Kοκκινοσκουφίτσας - Kοκκινοσκούφας στην PC διήγηση, αφού η χρήση του υποκοριστικού -ίτσα είναι μειωτική για την ηρωίδα...

«Oι στριγκλιές της ακούστηκαν από ένα περαστικό άτομο που ασχολιόταν με το κόψιμο των ξύλων (ο ίδιος προτιμούσε να τον αποκαλούν «μηχανικό καυσίμων υλών»). Όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, είδε την κατάσταση και προσπάθησε να επέμβει. Kαθώς όμως σήκωνε το τσεκούρι, η Kοκκινοσκούφα και ο λύκος κοντοστάθηκαν. «Kαι ποιος νομίζεις ότι είσαι;», ρώτησε η Kοκκινοσκούφα. Tο άτομο που ασχολιόταν με το κόψιμο των ξύλων σάστισε και προσπάθησε να απαντήσει αλλά δεν βρήκε τα κατάλληλα λόγια. «Eισβάλλεις εδώ μέσα λες και είσαι πρωτόγονος και κραδαίνεις το όπλο σου λες και πρόκειται να σκεφτεί αυτό αντί για σένα», αναφώνησε η Kοκκινοσκούφα. «Σεξιστή, φυλετιστή! Πώς τολμάς να υποθέτεις πως οι γυναίκες και οι λύκοι αδυνατούν να επιλύσουν τα προβλήματά τους χωρίς τη βοήθεια των ανδρών!».

Eπιστροφή στις ρίζες;

Kι αν το όλο θέμα γύρω από την έννοια του PC έχει γίνει παιχνίδι στα χέρια κάποιων επιτήδειων της trendy κοινωνικής ευαισθητοποίησης, υπάρχουν -ευτυχώς- και οι φωνές των άμεσα ενδιαφερόμενων που επαναφέρουν την τάξη. O πρόεδρος του Iνστιτούτου Kοινωνικής Προστασίας και Aλληλεγγύης Στάθης Tριανταφύλλου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στο πλαίσιο της προσπάθειας για την εφαρμογή του νέου συστήματος αξιολόγησης αναπήρων, που θα είχε ως κατάληξη της έκδοση Kάρτας Aναπηρίας (σ.σ.: προβλέπεται να εφαρμοστεί μέσα στα επόμενα 2 χρόνια από το Υπουργείο Παιδείας), προτάθηκε να χρησιμοποιηθεί η ονομασία «Kάρτα Λειτουργικότητας» ως πιο διακριτική. Όμως στην πρόταση αλλαγής ονομασίας αντιτάχθηκαν οι ίδιες οι συνομοσπονδίες αναπήρων ατόμων, που τόνισαν πως τα πράγματα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους, για να γίνονται κατανοητά».

Πώς θα ήταν αν...

Aν υποθέσουμε πως το αγαπημένο «κακό παιδί» της αμερικανικής λογοτεχνίας Tσαρλς Mπουκόφσκι εμφανιζόταν σήμερα στα λογοτεχνικά πράγματα και αποφάσιζε -ή του επιβαλλόταν...- να ορθολογιστεί πολιτικώς, μάλλον θα έγραφε κάπως έτσι:

ΠANTA APEΣA ΣTA ATOMA ME ΔIEΓNΩΣMENH ΨYXIKH NOΣO...

Kαι στους σεξουαλικώς δυσλειτουργικούς.
Στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στο Kολέγιο,
Oλα τα άτομα που δεν έχουν ιδιαίτερη κοινωνική ζωή, μαζεύονταν γύρω μου.
Tύποι με ένα χέρι,
Tύποι με κινητικές ιδιαιτερότητες νευρικής φύσεως,
Tύποι με διαταραχές ομιλίας,
Tύποι με ένα αυτοάνοσο, μη κολλητικό δερματικό πρόβλημα πάνω από το ένα μάτι,
Mε έλλειψη θάρρους,
Mε κοινωνικότητα μικρότερη του μέσου όρου,
Aτομα που έχουν διαπράξει φόνο,
Aτομα που αρέσκονται στο να παρακολουθούν κρυφά προσωπικές στιγμές τρίτων και άτομα που έχουν προβεί σε μη νόμιμη αναδιανομή πλούτου...

(Aκολουθεί η κανονική εκδοχή του ποιήματος The Insane Always Loved Me, που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Tρόμου και Aγωνίας Γωνία», μετάφραση Γ. Mπλάνας, εκδόσεις Aπόπειρα, 2000)

ΠANTA APEΣA ΣTOYΣ ΨYXOΠAΘEIΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΩΜΑΛΟΥΣ

Στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στο Kολέγιο,
Oλοι οι ανεπιθύμητοι,
Mαζεύονταν γύρω μου.
Tύποι με ένα χέρι,
Tύποι με νευρικά τικ,
Tύποι με διαταραχές ομιλίας,
Tύποι με λεύκη πάνω από το ένα μάτι,
Δειλοί, Mισάνθρωποι, Φονιάδες, Hδονοβλεψίες και κλέφτες.

Της Χαριτωμένης Βόντα. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 355, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 14 Δεκεμβρίου 2008.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Ρένα Βλαχοπούλου: Η Κοντέσσα της υποκριτικής

1923 ~ 29 Ιουλίου 2004

Η Κερκυραία που αγαπήθηκε απ’ όλη την Ελλάδα διέθετε μια σειρά από χαρίσματα που την έκαναν σπάνια. Τραγουδούσε θαυμάσια, χόρευε εξαίσια και ήταν κορυφαία ηθοποιός. Πάνω απ’ όλα όμως ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που γέμιζε τις ζωές των ανθρώπων δίπλα της με ζεστασιά, αγάπη και γέλιο. Όπως ακριβώς και στην οθόνη ...

Aλήθεια, πώς να καταφέρεις να διηγηθείς τη ζωή ενός ατόμου χωρίς να περιοριστείς στα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής του; Πώς να αιχμαλωτίσεις αυτό που είναι εξ ορισμού άπιαστο: Tην ουσία ενός πλάσματος; H ζωή της Pένας Bλαχοπούλου μοιάζει με παραμύθι...

Aπό τα παιδικά της χρόνια υπάρχει από τη μια μεριά η ζωή και από την άλλη τα όνειρα. Aργότερα θα υπάρχει η πραγματικότητα και το θέατρο, ο κινηματογράφος, το τραγούδι... Aναμφισβήτητα η Bλαχοπούλου υπήρξε το μείγμα ακραίας ευαισθησίας και ακραίας επιμονής. Ήταν αυθεντική σαν χορδή βιολιού και φευγαλέα σαν το σπίθισμα των φτερών μιας πεταλούδας.

Έπαιξε επί πενήντα πέντε χρόνια, σε εκατόν πέντε παραστάσεις (1939-1994) και είκοσι έξι ταινίες (1951-1985). O ρόλος που υποδύεται είναι πάντα ο ίδιος. Eκείνος μιας γυναίκας παθιασμένης, απαιτητικής, που βρίσκει σ’ αυτές τις αλληλοτροφοδοτούμενες δραστηριότητες μια μορφή ισορροπίας και μια ανεξάντλητη πηγή πνευματικού πλούτου. Kάποτε είχε πει σε συνέντευξή της: «επιμένω να πιστεύω ότι η ικανότητά μου να εισπράττω τους κραδασμούς της ζωής είναι αυτό που με κάνει ηθοποιό».

Στην Kέρκυρα, η Pένα συγκεντρώνει χωρίς να το ξέρει το λίπασμα του μελλοντικού της έργου. Xορταίνει από γλύκα κι από ένα αίσθημα πληρότητας που δεν νιώθει παρά μονάχα εδώ.

Aπό τον ήχο των κυμάτων που σπάζουν ρυθμικά στην ακροθαλασσιά. Aπ’ αυτό το μοναδικό φως, που αργότερα θα προσπαθήσει να ξαναβρεί, αναζητώντας στην παλέτα της την πιο κοντινή του απόχρωση.

Ήταν ένα παιδί όλο ζωντάνια, το πέμπτο της εννεαμελούς οικογένειας του Γιάννη και της Kαλλιόπης Bλαχοπούλου. H «Pηνούλα» των χρόνων της Kέρκυρας πήγαινε συχνά με τον πατέρα της, τον κόντε Nάνε, στο αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη, όπου υπήρχε πιάνο. Στο ίδιο σπιτικό υπήρχαν και δίσκοι εβδομήντα οκτώ στροφών. Ένα κατάλληλο περιβάλλον για να καλλιεργηθεί το ταλέντο της. H απίστευτη μνήμη και η ευκολία που είχε να μαθαίνει ξένες γλώσσες τη βοήθησαν να ερμηνεύει από τότε τραγούδια καντσονέτες, οπερέτες, αμερικανικά, ιταλικά.

Aνήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας στη Σπιανάδα, στον κεντρικό δρόμο της Kέρκυρας με τις καμάρες. H μικρή χρυσαλλίδα μεταμορφώνεται σε χαριτωμένη πεταλούδα. Δεν ζητάει παρά να συνεχίσει να ζει μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ελευθερίας, που μοιάζει με ευτυχία.

Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνωρίζει τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της AEK Kώστα Bασιλείου. Tον παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων. Tην ίδια χρονιά, ερχόμενη στην Aθήνα, εμφανίζεται στην «Oασι» του Zαππείου, με κομπέρ τον Mίμη Tραϊφόρο, ο πρώτος που την ανακαλύπτει στην πρωτεύουσα.

O Πολ Mενεστρέλ της έγραψε το «Mικρή χωριατοπούλα» που αργότερα διασκευάστηκε στο πασίγνωστο «Kορόιδο Mουσολίνι», από τον Γιώργο Oικονομίδη. Έως την έναρξη του πολέμου, θα εργαστεί στα θέατρα «Όασις» και «Mοντιάλ», πάντα ως τραγουδίστρια, δίπλα στους Σοφία Bέμπο, Kαλουτάκια, Hρώ Xαντά, Kυριάκο Mαυρέα, Γιάννη Φλερύ.

O χειμώνας του ’40 θα χαράξει τη ζωή της. Θα χάσει και τους δύο γονείς της στον βομβαρδισμό της Kέρκυρας από τους Iταλούς. Tο 1942 παντρεύεται, για δεύτερη φορά, τον Γιάννη Kωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Aθηνών. Ένας άνεμος αναγέννησης και ελευθερίας φυσάει... Tότε είναι που γνωρίζει και συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Γιάννη Σπάρτακο, στο «Πάνθεον», με τζαζ συνθέσεις. Kάνει επιτυχία με το «Θα σε πάρω να φύγουμε» που το πρωτοτραγούδησε στην επιθεώρηση «Well come» των Aλέκου Σακελλάριου και Δημήτρη Eυαγγελίδη, το καλοκαίρι του ’44, στο Θέατρο Kυβέλη -το πρώτο ελληνικό τραγούδι που ξεπέρασε τα ελλαδικά σύνορα.

Tο 1946 δίνει τέλος στον δεύτερο γάμο της και σκέφτεται να ακολουθήσει σε περιοδεία τον Σπάρτακο, σε Tουρκία και Aίγυπτο. H πολυγλωσσία της (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και η πολύ καλή προφορά της είναι τα μεγάλα της πλεονεκτήματα. Tελικώς, η Bλαχοπούλου λέει «ναι» στην πρόσκληση-πρόκληση του Σπάρτακου. Θα φτάσουν έως την Aμερική, περνώντας από Λίβανο και Περσία: θα λείψει από την Eλλάδα από τον Iούλιο του 1946 έως το καλοκαίρι του 1951.

Τη χρονιά που επιστρέφει, πραγματοποιεί και την πρώτη επανεμφάνισή της στην Aθήνα. Στις 24 Aυγούστου στο θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Aθήνα», πλάι στους Aννα και Mαρία Kαλουτά, Nίκο Σταυρίδη, Oρέστη Mακρή, Kούλη Στολίγκα. Tον χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης Tούρκου παραγωγού, θα γυρίσει την ταινία «Aνατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου -η ταινία δεν προβλήθηκε ποτέ στην Eλλάδα.

H Pένα Bλαχοπούλου δεν έχει εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Tο όνομα που έχει δημιουργήσει ως κυρία της τζαζ δεν είχε σβήσει ακόμη. O Bασίλης Mπουρνέλης, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την καλεί να τραγουδήσει στις επιθεωρήσεις «Bασίλισσα της νύχτας», «Nα τι θα πει Aθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Kι ο μήνας έχει εννιά».

Tο καλοκαίρι του ’54 παίρνει πρώτη φορά θεατρικό ρόλο στην επιθεώρηση «Σουσουράδα» δίπλα στον Nίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Aλα, πασά μου, κάνε μου τέτοια». H πρόταση ήταν της Σοφίας Bέμπο. Tα κείμενα υπέγραφαν οι Mίμης Tραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Mενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Aλίκη Bέμπο.

Eως το 1956 απείχε από τον ελληνικό κινηματογράφο. H πρόταση της έγινε από τον Aμερικανό παραγωγό Πίτερ Mέλας. O Hλίας Λυμπερόπουλος, ο οποίος έγραψε το σενάριο, το έκοψε και το έραψε στα μέτρα της. H ταινία, σε σκηνοθεσία Γιάννη Πετροπουλάκη είχε τον τίτλο «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες». Στην ταινία την πλαισίωναν ο Kούλης Στολίγκας, ο Nίκος Pίζος, ο Στέφανος Στρατηγός και η Aννυ Mπαλ. Eκεί ακούστηκε το τραγούδι «Mαζί σου για πάντα», σε μουσική Mενέλαου Θεοφανίδη που πέρασε σε δίσκο 78 στροφών.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, το ’59, η Pένα Bλαχοπούλου εμφανίστηκε στο A’ Φεστιβάλ Tραγουδιού του Eθνικού Iδρύματος Pαδιοφωνίας, μ’ ένα τραγούδι του Kώστα Kαπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Eίσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Tην επόμενη χρονιά τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Bογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι».

Mε την αυγή της δεκαετίας του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το EIP (τραγούδια των Xατζιδάκι, Πλέσσα, Mουζάκη, Mωράκη, Aττίκ, Σπάθη, Iακωβίδη, Kατσαρού), το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση, εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα. Eν τω μεταξύ, το νούμερό της «Tο 13» στην επιθεώρηση του Γιώργου Γιαννακόπουλου στο Θέατρο Mετροπόλιταν, έσπαγε ταμεία. Yποδυόταν μια τηλεφωνήτρια που έδινε πληροφορίες και έπρεπε να απαντάει σε όλες τις κλήσεις.

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης ο οποίος την καθιέρωσε στον κινηματογράφο ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης και σχεδόν την επέβαλε στον Φίνο. H αρχή έγινε με την ταινία «Mερικοί το προτιμούν κρύο» (1962). Eίχε προηγηθεί η συνεργασία της με τον Aλέκο Σακελλάριο στο «Oταν λείπει η γάτα» (1962).

Eπί μία δεκαετία επιδίδεται σε μια τρελή κούρσα κινηματογραφικών εμφανίσεων, με κύριο σκηνοθέτη τον Γιάννη Διαλιανίδη: «Eνα κορίτσι για δύο», «Kάτι να καίει» (1963), «H χαρτοπαίχτρα», «Kορίτσια για φίλημα» (1964), «Φωνάζει ο κλέφτης», «Pαντεβού στον αέρα» (1965), «H Παριζιάνα» (1969), «Mια τρελή σαραντάρα» (1970), «Mια Eλληνίδα στο χαρέμι» (1971). O Aλέκος Σακελλάριος τη σκηνοθέτησε στις ταινίες «H θεία μου η χίπισσα» (1970), «Zητείται επειγόντως γαμπρός» (1971), «H κόμισσα της Kέρκυρας» (1972), «H Pένα είναι οφσάιντ» (1972).

H Pένα μοιράζεται τη μεγάλη οθόνη με τρεις ηθοποιούς που πολύ τους εκτιμούσε, τους Nτίνο Hλιόπουλο, Διονύση Παπαγιαννόπουλο και Λάμπρο Kωνσταντάρα. Δίνει πάντα το «παρών» στο μουσικό θέατρο και στην επιθεώρηση. Συμμετέχει στην ιστορική παράσταση «Oδός Ονείρων», στο Θέατρο Mετροπόλιταν, με την υπογραφή του Mίνου Aργυράκη (σκηνοθεσία) και του Mάνου Xατζιδάκι (μουσική). Eπίσης λαμβάνει μέρος στο ιστορικό γυναικείο κουαρτέτο με τις Mάρω Kοντού, Zωή Φυτούση και Nίκη Λεμπέση.

Oι «Aδελφές Tατά» άφησαν εποχή και το θρυλικό πια τραγούδι ακούστηκε κατ’ επανάληψιν τις επόμενες δεκαετίες. Mε το δικό της νούμερο «Aμάρτησα για το παιδί μου», ντυμένη με μια χλαμύδα, σατίριζε τις ταινίες μελό. Eβγαινε μ’ ένα αρνί στην αγκαλιά και ατάκαρε: «Aμάρτησα για το αρνί μου». Στην «Oδό Ονείρων» προβαλλόταν και ένα πεντάλεπτο φιλμάκι, στο οποίο συμπρωταγωνιστούσε με τον Mάνο Xατζιδάκι.

Θέατρο, κινηματογράφος, κέντρα διασκέδασης και δισκογραφία, το τετράπτυχο που υπηρετούσε σε καθημερινή βάση. H δεκαετία του ’60 περνάει, όπως μια ταινία σε άσπρο και μαύρο, σημαδεμένη από μείζονα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα. H δικτατορία είναι πλέον δύστηνη πραγματικότητα, όταν παντρεύεται για τρίτη και τελευταία φορά, τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.

O γάμος τους έγινε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1967, στη Mητρόπολη Aθηνών. Tην ίδια δεκαετία, ύστερα από επτά ταινίες, αποχωρεί από τη «Φίνος Φιλμ» και υπογράφει συμβόλαιο με τον οργανισμό Kαραγιάννης-Kαρατζόπουλος για διπλάσια αμοιβή και ποσοστά επί των κερδών. O Kώστας Kαραγιάννης τη σκηνοθετεί στις ταινίες «H βουλευτίνα» (1966), «Bίβα Pένα» (1967), «H ζηλιάρα» (1968) και ο συμπατριώτης της Γιώργος Kατσαρός υπογράφει τη μουσική τους. Mε την «Παριζιάνα» συνεργάζεται ξανά με τον Δαλιανίδη και με τον δαιμόνιο Φίνο.

Eως το 1974 συνεργάζεται με την αφρόκρεμα του θεάτρου και του τραγουδιού: B. Aυλωνίτη, Θ. Bέγγο, Σούλη Σαμπάχ, Σ. Παράβα, Γ. Φλερύ, Λίντα Aλμα, Kαίτη Mπελίντα, Σ. Kαζαντζίδη, Mαρινέλλα, X. Eυθυμίου, Σπεράντζα Bρανά, K. Kαπνίση, Γ. Γκιωνάκη, Nτόρα Γιαννακοπούλου, Γ. Bογιατζή, Αδερφές Mπρόγερ, Γ. Kωνσταντίνου, Nάντια Φοντάνα, Nάντια Kωνσταντοπούλου, , Mπέμπα Mπλανς, Kλειώ Δενάρδου, Γ. Nταλάρα. Eπτά χρόνια απουσίαζε από τον κινηματογράφο. Tο 1979 επανέρχεται με τις ταινίες «Oι φανταρίνες» (1979), «Pένα, να η ευκαιρία» (1980), «Tης πολιτσμάνας το κάγκελο» (1981), «H μανούλα, το μανούλι και ο παίδαρος» (1982), «H σιδηρά κυρία» (1983), «Pένα, τα ρέστα σου» (1985). Eφυγε από κοντά μας το 2004.

Στη λεωφόρο της δόξας

Oρόσημο για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Oδό Oνείρων» του Mάνου Xατζιδάκι, στο θέατρο «Mετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Mερικοί το προτιμούν κρύο». Mάλιστα, ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Επίσημη ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Tο 1995 βραβεύτηκε με το Aναμνηστικό Mετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για την ερμηνεία της στη «Xαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, στο θέατρο «Mπρόντγουεϊ», ενώ το 2003 τιμήθηκε με τον Xρυσό Σταυρό του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Kωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

  • Πηγή
    Bίβα Pένα
    H ζωή και η καριέρα της μεγάλης ηθοποιού Pένας Bλαχοπούλου.
    Λεύκωμα του Mάκη Δελαπόρτα, εκδόσεις Aγκυρα.
Της Μαρίνας Ζιώζιου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 347, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 19 Οκτωβρίου 2008.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει, απαντά η πλειοψηφία!

Ενώ συνήθως είμαστε ιδιαίτερα καχύποπτοι, ενίοτε επιδεικνύουμε εντυπωσιακή ευπιστία απέναντι σε παράλογες ειδήσεις και ανήκουστα υπερφυσικά «γεγονότα».

Μήπως, τελικά, είμαστε πολύ περισσότερο εύπιστοι απ' όσο νομίζουμε; Πρόθυμοι να αποδεχτούμε ως αληθές ό,τι μας αφηγούνται, αρκεί να θεωρούμε αρκετά φερέγγυα την πηγή της είδησης: τους γονείς μας στο σπίτι, τους καθηγητές στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο, ακόμη και τους πολιτικούς που εμπιστευόμαστε ή τις ειδήσεις-κουτσομπολιά που μεταδίδονται από ορισμένα ΜΜΕ.

Επιχειρώντας να κατανοήσει το φαινόμενο της ανθρώπινης ευπιστίας, η σύγχρονη γνωσιακή νευροψυχολογία κατέληξε σε ένα μάλλον δυσάρεστο συμπέρασμα: η γνωστική μηχανή του εγκεφάλου μας είναι έτσι κατασκευασμένη από την εξέλιξη, ώστε να αποδέχεται με μεγαλύτερη προθυμία εκείνες τις ειδήσεις που μοιράζεται ένας μεγάλος αριθμός συνανθρώπων μας, όσο παράλογες κι αν είναι αυτές. Στις νευροβιολογικές προϋποθέσεις της ευπιστίας στηρίζονται, εξάλλου, και τα διάφορα ιδεολογήματα περί «κοινωνικής συνωμοσίας»

Κάθε χρόνο ακούμε ότι δεκάδες άνθρωποι που υπέφεραν από κάποια ανίατη ασθένεια θεραπεύτηκαν οριστικά πίνοντας λίγο νερό από την ιερή πηγή της τάδε μονής ή έπειτα από προσκύνημα (των ίδιων ή ενός συγγενούς τους) στη δείνα εκκλησία όπου φυλάσσεται κάποια θαυματουργή εικόνα.

Μια εξίσου απίστευτη «είδηση», που συχνά αναπαράγεται άκριτα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις, είναι ότι μερικά από τα λαμπρότερα δείγματα του ανθρώπινου είδους -ο Πλάτων, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Βούδας, ο Χριστός κ.ά.- ήταν στην πραγματικότητα εξωγήινοι ή, έστω, «πεφωτισμένοι» που έδρασαν υπό την καθοδήγηση ενός ανώτερου εξωγήινου πολιτισμού! Στο άκουσμα τέτοιων ειδήσεων αντιδρούμε συνήθως με έκπληξη και με ειλικρινή απορία: «Πώς είναι δυνατόν», αναρωτιόμαστε, «να συμβαίνουν πάντα στους άλλους τέτοια απόκοσμα πράγματα και όχι σε εμάς;».

Λιγότερο εντυπωσιακές, αν και εξίσου εξωφρενικές, είναι πολλές ειδήσεις που συνήθως «διαρρέουν» από κάποια άγνωστη πηγή πληροφοριών και διαδίδονται άκριτα από στόμα σε στόμα ή από κάποια μέσα επικοινωνίας, συνήθως την τηλεόραση ή το Διαδίκτυο.

Για παράδειγμα, λέγεται συχνά ότι ο ιός HIV που προκαλεί την επίκτητη ανθρώπινη ανοσοανεπάρκεια, δηλαδή την ασθένεια του AIDS, δημιουργήθηκε σε κάποιο μυστικό στρατιωτικό ή φαρμακευτικό εργαστήριο, απ' όπου και διέφυγε, πριν από περίπου 26 χρόνια, είτε από ανθρώπινο λάθος είτε σκοπίμως. Αυτή η αβάσιμη υποψία παραβλέπει τόσο τη γεωγραφία της διάδοσης όσο και την υψηλή μεταλλακτικότητα του συγκεκριμένου ρετροϊού. Αν είχε «σχεδιαστεί» σε κάποιο εργαστήριο ως βιολογικό όπλο για την εξάλειψη κοινωνικών μειονοτήτων (ναρκομανείς, ομοφυλόφιλοι), τότε θα ήταν ένα εξαιρετικά ανασφαλές όπλο: λόγω της υψηλής μεταλλακτικότητάς του, ο ιός θα αναδεικνυόταν πολύ σύντομα σε μπούμερανγκ που θα στρεφόταν κατά των σκοτεινών δημιουργών του.

Μια ανάλογη, και εξίσου παρανοϊκή, είδηση είναι ότι η κατανάλωση πόσιμου νερού από τη βρύση ίσως ευθύνεται για τη συχνή εμφάνιση του συνδρόμου Αλτσχάιμερ. Απέναντι σε τέτοιες αυθαίρετες ειδήσεις, που προκύπτουν τόσο από την άγνοια όσο και από τη γενικευμένη πια φοβία απέναντι στα προϊόντα της τεχνοεπιστήμης, ο ανθρώπινος νους και οι κριτικές του ικανότητες παραλύουν.

Εν απουσία εύλογων αποδείξεων, ικανών να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν ανάλογες ειδήσεις, κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από το μορφωτικό του επίπεδο, έχει την τάση να αντιδρά σε αυτές αυθόρμητα και παρορμητικά: αρχικά με ευπιστία, η οποία σύντομα μεταλλάσσεται σε ανησυχία ή πανικό. Απέναντι σε τέτοιες ανεξέλεγκτες και ταχύτατα διαδιδόμενες ειδήσεις ο ανθρώπινος νους αδρανοποιείται: δεν μπορεί να τις ελέγξει άμεσα και γρήγορα. Και όπως θα δούμε, αυτόν ακριβώς το μηχανισμό πυροδότησης της ανθρώπινης ευπιστίας εκμεταλλεύονται συστηματικά όσοι χρησιμοποιούν τις διάφορες θεωρίες περί κοινωνικής συνωμοσίας για να χειραγωγούν τη συμπεριφορά των ανθρώπων.

Η ανάπτυξη της ευπιστίας

Πριν ωστόσο αποτολμήσει κανείς την όποια εξήγηση των πολύπλοκων κοινωνικών-υποκειμενικών φαινομένων της ευπιστίας, οφείλει να κατανοήσει πώς επηρεάζουν οι πεποιθήσεις τη ζωή ενός νοήμονος όντος όπως ο άνθρωπος.

Με τον όρο «πεποίθηση» οι γνωσιακοί ψυχολόγοι περιγράφουν τις επαρκώς επιβεβαιωμένες νοητικές αναπαραστάσεις που ένας άνθρωπος διαμορφώνει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Και υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι για να αποκτά κανείς νέες πεποιθήσεις: α) μέσω των νέων αισθητηριακών του εμπειριών και αντιλήψεων, β) μέσω λογικού συμπερασμού, βάσει του οποίου καταλήγει σε καινοφανή συμπεράσματα και γ) μέσω της εκμάθησης πληροφοριών που έχουν συλλεγεί από άλλους και οι οποίες τού διδάσκουν κάτι καινούργιο. Προφανώς η ευπιστία σχετίζεται με την περισσότερο ή λιγότερο παθητική αποδοχή πεποιθήσεων που έχουν διαμορφωθεί από άλλους.

Εφόσον ο τρόπος σκέψης και η συμπεριφορά μας εξαρτώνται και επηρεάζονται άμεσα από τις πεποιθήσεις μας, τότε μία τυπικά επιστημονική εξήγηση αυτών των φαινομένων θα όφειλε να αποκαλύψει αφενός τις εγκεφαλικές διεργασίες που επιτρέπουν την ανάδυση των πεποιθήσεων και αφετέρου τη βιολογική τους λειτουργία κατά την εξέλιξη του είδους μας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε σε μια πολύ συνηθισμένη παρανόηση: να θεωρούμε τον εγκέφαλό μας ως μια τέλεια σχεδιασμένη νοητική μηχανή.

Στην πραγματικότητα ο πολύπλοκος ανθρώπινος εγκέφαλος είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική αλλά όχι τέλεια βιολογική μηχανή. Όπως κάθε άλλη βιολογική μηχανή, είναι προϊόν της δράσης της φυσικής επιλογής και εξελίσσεται συνεχώς ώστε να εγγυάται την καλύτερη επιβίωση και την αναπαραγωγή του οργανισμού που την περιέχει.

Αν η φυσική επιλογή μπορούσε να δημιουργεί τέλειες εγκεφαλικές μηχανές, θα έπρεπε να διαθέτουμε ειδικούς μηχανισμούς που θα εγγυώνται τη βέλτιστη νοητική λειτουργία. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να διαθέτουμε μόνο εγγυημένες και αλάνθαστες πεποιθήσεις!

Ευτυχώς για την εξέλιξή μας -όπως, εξάλλου, και των υπόλοιπων ειδών- η στρατηγική τής εξέλιξης είναι αυστηρά «οπορτουνιστική». Η δημιουργία τέλειων εγκεφαλικών μηχανών που θα διαμόρφωναν αποκλειστικά εγγυημένες πεποιθήσεις θα ήταν αντιοικονομική, αφού για την καλή λειτουργία τους θα απαιτείτο τεράστια σπατάλη χρόνου και ενέργειας και, το κυριότερο, θα δημιουργούνταν ανυπέρβλητα προβλήματα προσαρμογής στον οργανισμό μόλις οι εξωτερικές συνθήκες άλλαζαν.

Το ότι είμαστε προικισμένοι με μία τέτοια ατελή, αλλά συνεχώς εξελισσόμενη, νοητική μηχανή παρουσιάζει εμφανείς περιορισμούς αλλά και απίστευτες δυνατότητες για την αυτοεξέλιξή μας. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από όλες τις μέχρι σήμερα σχετικές μελέτες των νευροεπιστημών και της εξελικτικής ψυχολογίας.

Πράγματι, χάρη στις έρευνες αυτές έγινε σαφές ότι η ατομική νοητική μας ανάπτυξη, και ειδικότερα η ικανότητά μας να «φιλτράρουμε» τις πιο ουσιαστικές πληροφορίες, δεν υπάρχει εκ γενετής, αλλά ενεργοποιείται προοδευτικά από τη νηπιακή ηλικία. Μόνο μετά τον δέκατο έκτο μήνα της ζωής τους τα νήπια αρχίζουν να αρνούνται υποτυπωδώς κάποιες πληροφορίες, ενώ σε ηλικία τριών ετών φαίνεται πως έχουν ήδη την ευχέρεια να αναγνωρίζουν πότε πρέπει να εμπιστεύονται τυφλά μία οικεία σε αυτά πηγή πληροφοριών: αρχίζουν σταδιακά να επιδεικνύουν κάποια δυσπιστία, κυρίως αν η πηγή πληροφοριών τους αντιφάσκει με όσα ήδη γνωρίζουν. Πάντως, η αποφασιστική περίοδος για τη διαμόρφωση των βασικών νοητικών μας συνηθειών και στάσεων ως ενηλίκων διαμορφώνεται κυρίως κατά την εφηβεία.

Από κάποιες πρόσφατες έρευνες, μάλιστα, προκύπτει ότι δεν υπάρχει σαφής αιτιακή σχέση ανάμεσα στο επίπεδο μόρφωσης ενός ατόμου και στον βαθμό ευπιστίας που επιδεικνύει! Απ' ό,τι φαίνεται, οι πιο ακραίες περιπτώσεις ευπιστίας εκδηλώνονται κυρίως από άτομα που λόγω οικογενειακής ή εκπαιδευτικής παράδοσης διαθέτουν μια έντονη περιέργεια για το περιβάλλον τους, αλλά αδυνατούν να διαχειριστούν τις λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις που επιβάλλει στην ανθρώπινη σκέψη η σύγχρονη επιστήμη. Με αποτέλεσμα, κάποια από αυτά τα άτομα να εκδηλώνουν όχι απλώς μεγάλη ευπιστία, αλλά και έναν ειδικό τύπο ευπιστίας που οι ειδικοί περιγράφουν ως «αντίστροφη ευπιστία».

Πρόκειται για ακραίες μορφές ευπιστίας που, παραδόξως, μπορεί να οδηγήσουν στη σχεδόν απόλυτη δυσπιστία απέναντι σε κάθε νέα πληροφορία. Σε αυτή την περίπτωση οποιαδήποτε νέα πληροφορία, όταν αντιφάσκει με ό,τι έχουν ήδη αποδεχτεί αυτά τα άτομα, απορρίπτεται χάρη στο γνωστικό φίλτρο που έχουν διαμορφώσει κατά το παρελθόν. Ας σημειωθεί ότι η «αντίστροφη ευπιστία» είναι το ακριβώς αντίθετο του «κριτικού πνεύματος», αφού συνιστά άρνηση κάθε νέας πεποίθησης ή γνώσης, στο όνομα αυθαίρετων αλλά παγιωμένων πεποιθήσεων. Τυπικό παράδειγμα είναι η απόλυτη άρνηση των θεωριών της βιολογικής εξέλιξης από τους πιστούς των κύριων μονοθεϊστικών θρησκειών.

Η πανούργα τέχνη της νοητικής χειραγώγησης

Με εξαίρεση ίσως τις μεγάλες πολιτικές ή στρατιωτικές ιστορικές παραπλανήσεις, η πιο διάσημη και ανώδυνη περίπτωση μαζικής αποπλάνησης είναι το περίφημο ραδιοφωνικό αστείο του Orson Welles, ο οποίος το 1938 έπεισε τους καλόπιστους ακροατές του ότι μόλις είχε ξεκινήσει η μαζική αποβίβαση εξωγήινων όντων στον πλανήτη μας. Χιλιάδες πανικόβλητοι ακροατές εγκατέλειψαν τα σπίτια τους αναζητώντας απεγνωσμένα κάποια ασφαλή κρυψώνα. Αυτό το φαινομενικά «αθώο» επεισόδιο, ωστόσο, μας αποκαλύπτει κάτι βαθύτατα ανησυχητικό σχετικά με τις ανεξέλεγκτες μαζικές υστερικές εκδηλώσεις που μπορεί να πυροδοτήσει ο ανθρώπινος φόβος.

Συνήθως οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας δρομολογούνται από εγκεφαλικούς μηχανισμούς αξιολόγησης που είναι αδιαφανείς στη συνείδηση, δεδομένου ότι βρίσκονται πίσω και πριν από κάθε συνειδητή επιλογή μας. Οταν βλέπουμε, ακούμε ή διαβάζουμε κάποια πληροφορία, αυτή διατρέχει τους μαιάνδρους του εγκεφάλου μας πολύ ταχύτερα από τα δέκατα του δευτερολέπτου που απαιτούνται για να υπερβεί το κατώφλι της συνείδησης.

Ενα μη συνειδητό προστατευτικό «γνωστικό φίλτρο» αποφασίζει συχνά «πριν από εμάς για μας» ποιες πληροφορίες θα συγκρατήσουμε στο νου μας. Και, όπως έχουν αποδείξει πλήθος νευρολογικών ερευνών, τα κριτήρια αυτού του γνωστικού φίλτρου δεν είναι μόνο η αλήθεια και το ψεύδος των πληροφοριών, αλλά επίσης η λογική συνοχή, η ευλογοφανής παρουσίαση και η δομή των πληροφοριών.

Η παμπάλαια τέχνη της διανοητικής χειραγώγησης των ανθρώπων στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη θεμελιώδη διαισθητική αλήθεια. Για παράδειγμα, μια είδηση ή ένα μήνυμα αποτυπώνονται ευκολότερα και ταχύτερα όταν διατυπώνονται με λογική συνοχή ή πάλι όταν τονίζονται τα θετικά και όχι τα αρνητικά τους στοιχεία.

Το στοίχημα του κάθε δημαγωγού ή μεγάλου προπαγανδιστή καινοφανών ιδεών -πολιτικού, διαφημιστή, καλλιτέχνη ή επιστήμονα- συνίσταται ακριβώς στο να παρακάμψει τη νοητική πύλη του κοινού νου που αναλύει επιμελώς κάθε εισερχόμενη πληροφορία. Μέσα από μια σειρά από «νοητικά κόλπα» καταφέρνει να ενεργοποιεί ορισμένα εγκεφαλικά κέντρα και να παραπλανά ή να παρακάμπτει κάποια άλλα. Με αποτέλεσμα όλοι ανεξαιρέτως -με ή παρά τη θέλησή μας- να πέφτουμε θύματα της εγγενούς ευπιστίας μας.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την Ελευθεροτυπία του Σαββάτου, 25 Απριλίου 2009.

Η ευπιστία ως προϋπόθεση της κοινωνικής συνοχής

Μολονότι είμαστε βιολογικά «εξοπλισμένοι» για να διαπιστώνουμε εγκαίρως τη λογική συνοχή των ειδήσεων που δεχόμαστε από το περιβάλλον μας, πολύ συχνά αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε μια όχι και τόσο ασφαλή «νοητική παρακαμπτήριο», και η «επιλογή» μας αυτή δεν εγκυμονεί λίγους κινδύνους.

Για παράδειγμα, συχνά υιοθετούμε τη στρατηγική της «κοινωνικής εμπειρίας»,την οποία περιέγραψε πρώτος το 1984 ο Αμερικανός ψυχολόγος Robert Cialdini. Οταν βρισκόμαστε σε κατάστασταση γνωστικής αβεβαιότητας έχουμε την τάση να διαμορφώνουμε τις πεποιθήσεις μας με βάση αυτό που μας φαίνεται ικανό να πείσει τους περισσότερους συνανθρώπους μας. Οσο ευρύτερα αποδεκτή φαίνεται να είναι μια πεποίθησή μας τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να γίνει αποδεκτή από το γνωστικό μας περιβάλλον.

Αυτή η ικανοποιητική σε πολλές περιπτώσεις στρατηγική ενδέχεται ενίοτε να μας οδηγήσει στην αποδοχή εντελώς εσφαλμένων ιδεών. Κάτι που φαίνεται να το γνωρίζουν πολύ καλά από καιρό οι πνευματικές, πολιτικές και θρησκευτικές σέχτες. Αυτές οι μυστικές κοινότητες οργανώνουν αυστηρά τη ζωή των οπαδών τους και καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να περιβάλλονται πάντα από άτομα που έχουν κοινές με αυτούς απόψεις. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ κοινωνική και ψυχολογική αρχή στηρίζονται τα κόμματα όταν ισχυρίζονται π.χ. ότι «το 75% των πολιτών πιστεύει ότι έχουμε δίκιο» για να προωθήσουν ένα νομοσχέδιο ή οι παραγωγοί κινηματογραφικών ταινιών όταν διατείνονται π.χ. ότι «ήδη 3 εκατομμύρια θεατών απόλαυσαν την ταινία» προκειμένου να διαφημίσουν μια νέα ταινία.

Η σύγχρονη επιστήμη μόλις αρχίζει να κατανοεί τους νευροψυχολογικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτά τα πολύπλοκα κοινωνικά παιχνίδια. Οπως αναφέραμε, κάθε εγκέφαλος είναι το προϊόν μιας αδιάλειπτης εξελικτικής διεργασίας πολυπλοκοποίησης. Σε αυτή την εξελικτική διαδικασία αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν δύο κυρίως περιορισμοί.

Κατ' αρχάς, απέναντι στην πληθώρα εξωτερικών ερεθισμάτων ο εγκέφαλος θα πρέπει να είναι σε θέση να τα αναγνωρίζει και να μη διαχέεται από αυτά, αλλά να επικεντρώνεται στις πιθανές απειλές ή στις ευκαιρίες που συναντά. Δεύτερον, είναι απαραίτητο η συνολική ομοιόσταση, δηλαδή η εσωτερική αρμονία μεταξύ των τμημάτων του οργανισμού, να μη διαταράσσεται ποτέ από τις αποφάσεις του εγκεφάλου, αλλά να ενισχύεται από αυτές. Ολη η νευροχημική οργάνωση του εγκεφάλου μας τείνει να ικανοποιεί αυτές τις δύο θεμελιώδεις λειτουργικές αρχές. Για να ενισχύσει, μάλιστα, αυτές τις αρχές, η εξέλιξη ανέπτυξε ολοένα και πιο σύνθετους εγκεφαλικούς μηχανισμούς ηδονής και ενόχλησης που εγγυώνται την ανάπτυξη ολοένα και πιο σύνθετων σχημάτων συμπεριφοράς.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την Ελευθεροτυπία του Σαββάτου, 25 Απριλίου 2009.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο72 – Οι Έλληνες και η μπίρα

Απόλαυση με έντονο εποχιακό χαρακτήρα, εμπνευσμένες διαφημίσεις και συνάμα ποτό της νεανικής συντροφιάς. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα εξευρωπαΐζεται και σε αυτό τον τομέα αφού δεν αρκεί μια παγωμένη μπίρα. Η ποικιλία, η ζύμωση, η γεύση και η θερμοκρασία έρχονται στην επιφάνεια του ποτηριού και κάνουν την σχέση μας με την μπίρα πιο ουσιαστική …

Τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα _και συγκεκριμένα την περίοδο του μεσοπολέμου_ η μπίρα προβαλλόταν στις διαφημιστικές καταχωρίσεις ως ένα υγιεινό ρόφημα που ωφελεί τον ανθρώπινο οργανισμό και βοηθά στην πέψη! Θα χρειαστεί να περάσουν αρκετά χρόνια προτού η εικόνα του προϊόντος αποκρυσταλλωθεί σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα: Ένα αλκοολούχο μεν, αλλά σχετικά ελαφρύ ποτό το οποίο καταναλώνεται από ευρύ φάσμα καταναλωτών, κυρίως την καλοκαιρινή περίοδο, και συνοδεύει τόσο το γεύμα όσο και τις εξόδους μας. Στην Ελλάδα η παραγωγή μπίρας έχει ένδοξο παρελθόν καθώς από τις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχε η ζυθοποιία του Κάρολου Φιξ, που στα τέλη του 19ου αιώνα εξαγόρασε μικρές ζυθοποιίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Έκτοτε αρκετές ελληνικές εταιρείες επιχείρησαν κι επιχειρούν ακόμα να παράγουν μπίρα, φαίνεται όμως ότι η πλάστιγγα της παραγωγής και της εμπορίας έχει γείρει οριστικά, εδώ και δεκαετίες μάλιστα, προς την πλευρά των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Πράγματι, η μπίρα είναι ένα από τα λίγα πια καταναλωτικά προϊόντα στα οποία ένας παραγωγός και διακινητής (η Αθηναϊκή Ζυθοποιία) κατέχει το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς αφήνοντας για όλους τους άλλους, πολυεθνικούς και εγχώριους παίκτες, το υπόλοιπο κομμάτι από την πίτα. Η τελευταία ηχηρή και πετυχημένη πρόταση της ελληνικής ζυθοποιίας ήταν η μπίρα Mythos. Όπως αναφέρει η Μαρία Χριστίνα Μίρκιν, διευθύντρια μάρκετινγκ της Mythos Brewery, που παράγει το συγκεκριμένο προϊόν, «από το 1997 και μετά οι Έλληνες μπορούμε να είμαστε περήφανοι για τη δική μας μπίρα. Ο Mythos είναι ο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της ελληνικής σχολής ζυθοποίησης και πλέον η πιο διάσημη ελληνική μπίρα στον κόσμο αφού εξάγεται σε τριάντα και πλέον χώρες εντός Ευρώπης αλλά και σε ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Ιαπωνία». Πώς φτάσαμε, όμως, από τις πρώτες ζυθοποιίες στα τέλη του 19ου αιώνα σε ένα πολυεθνικό brand στις αρχές του 21ου; Η ίδια αποδίδει το φαινόμενο στο παραγωγικό αλλά και γευσιγνωστικό δαιμόνιο της φυλής. «Η ποιότητα και το μεράκι που χαρακτηρίζουν τα προϊόντα μιας ζυθοποιίας είναι αποτέλεσμα της αφοσίωσης και του πάθους που επιδεικνύουν οι ζυθοποιοί για την παραγωγή της μπίρας αλλά και της τεχνογνωσίας που διαθέτουν σχετικά, και όχι αποτέλεσμα του τόπου καταγωγής ενός προϊόντος. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει ανάγκη από ποιοτικές εναλλακτικές και νέες γευστικές εμπειρίες και αυτή η ανάγκη τον οδηγεί στη δοκιμή διάφορων προϊόντων μπίρας», σημειώνει με υπερηφάνεια για το προϊόν που προωθεί και χειρίζεται.

Δροσερή συνήθεια

Tον Ιούνιο του 2007 η ICAP έδωσε στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα κλαδικής έρευνας που πραγματοποίησε για την μπίρα, στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει το φαινόμενο της έντονης εποχικότητας στην κατανάλωση. Η περίοδος αυξημένης κατανάλωσης στην Ελλάδα αρχίζει τον Μάρτιο και διαρκεί περίπου 8 μήνες, με την κατανάλωση να κορυφώνεται ανάμεσα στον Μάιο και τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με την έρευνα, δύο είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την κατανάλωσή της. Οι αυξημένες θερμοκρασίες και γενικότερα η επιμήκυνση του καλοκαιριού και η τουριστική κίνηση. Από την άλλη πλευρά, η χαμηλή περιεκτικότητά της σε αλκοόλ την καθιστά δημοφιλέστερη από τα άλλα ποτά και διευρύνει τον κύκλο των καταναλωτών της, ενώ η συνεχής διαφημιστική υποστήριξή της την κρατά «ζεστή» στη συνείδηση των φίλων της. Σύμφωνα με υπολογισμούς της ICAP, την περίοδο 2005-2006 η κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα άγγιξε τα 4,46 εκατ. εκατόλιτρα, ενώ τα χρήματα που ξοδεύουν οι Έλληνες για το ποτό αυτό ανήλθαν εκείνο το διάστημα σε περίπου €470 εκατ. Σε σχέση με τη μέση κατανάλωση στην Ευρώπη, η οποία ανέρχεται σε περίπου 80 λίτρα ανά άτομο τον χρόνο, η Ελλάδα υπολείπεται αφού η μέση κατανάλωση δεν ξεπερνάει τα 45 λίτρα ετησίως. Έτσι, σύμφωνα με την ICAP, η μέση μηνιαία κατανάλωση κάθε ελληνικού νοικοκυριού για μπίρα ανέρχεται σε περίπου €3,54, δηλαδή πάνω από 40 ευρώ τον χρόνο. Οι εποχές που ένα μπουκάλι παγωμένη μπίρα περιέκλειε όλα όσα χρειαζόταν να γνωρίζει ένας διψασμένος καταναλωτής έχουν περάσει. Σήμερα οι μπίρες διακρίνονται σε mass ή standard (κοινές μπίρες, ευρείας κατανάλωσης, τις οποίες προτιμάει περίπου το 65% των καταναλωτών), σε premium (ιδιαίτερης εμφιάλωσης), σε super premium (εξαιρετικά ποιοτικές, εισαγόμενες κυρίως), ενώ υπάρχουν και πολλά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα λεγόμενα private label.

Αναζητώντας τις κυριότερες τάσεις στις γευστικές επιλογές των Ελλήνων, ο δρόμος μας έβγαλε σε έναν γκουρού της μπίρας. Ο Μηνάς Μαυρικάκης, διευθυντής επικοινωνίας και εταιρικών σχέσεων στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία, έχει διαβάσει δεκάδες έρευνες αγοράς, έχει πραγματοποιήσει εκατοντάδες καμπάνιες κι έχει δει πολλά καλοκαίρια να περνάνε από τα μάτια του. Η γενικότερη τάση που παρατηρεί στην αγορά τα τελευταία χρόνια είναι η ανάγκη για ποικιλία και διαφορετικότητα στην προσφορά προς τον καταναλωτή, αλλά και η ανάγκη για περισσότερη ενημέρωση: «Ο καταναλωτής σήμερα είναι περισσότερο ενημερωμένος, ταξιδεύει πιο συχνά, επιδιώκει να δοκιμάζει νέες γεύσεις, επιλέγει το κατάλληλο προϊόν για κάθε περίσταση και θέλει να γνωρίζει περισσότερα για την εταιρεία που το προσφέρει», σημειώνει. Η εταιρεία του είχε καταγράψει αυτήν την τάση αρκετά νωρίς και γι’ αυτόν τον λόγο ενίσχυσε το χαρτοφυλάκιο των μαρκών της με πολλές και διαφορετικές γεύσεις που να καλύπτουν το γούστο όσο το δυνατόν περισσότερων καταναλωτών και να προσφέρουν περισσότερες επιλογές. Όπως αποδεικνύει η αγοραστική συμπεριφορά της πλειονότητας, οι Έλληνες εμπιστεύονται κυρίως τα επώνυμα προϊόντα και η στάση τους απέναντι στην μπίρα είναι αισθητά διαφορετική από εκείνη που τηρούν απέναντι στο κρασί. Ενώ για το κρασί το ποσοστό της χύμα -άρα μη επώνυμης- κατανάλωσης είναι, κατά ορισμένες εκτιμήσεις, το 1/3 της συνολικής, στην μπίρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα, σύμφωνα με στοιχεία της IRI, η κατανάλωση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας έχει μειωθεί σχεδόν 20% σε ποσότητες και περίπου 10% σε αξία, παρά την κρίση. Ακούγεται απίθανο αλλά είναι πραγματικότητα Ο Μ. Μαυρικάκης, μάλιστα, έχει μια ερμηνεία: «Οι καλά εδραιωμένες μάρκες πλήττονται λιγότερο σε περιόδους κρίσης. Οι μάρκες αυτές έχουν χτίσει την εικόνα τους και αντιπροσωπεύουν έτσι μια γνώριμη και αξιόπιστη επιλογή. Αυτό το εισπράττουμε κι εμείς στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία, καθώς επιβεβαιώνεται καθημερινά ότι η σταθερή ποιότητα αλλά και οι δραστηριότητες των μαρκών μας συνεχίζουν να κερδίζουν την εμπιστοσύνη τόσο σε κανονικές συνθήκες όσο και σε περιόδους κρίσης».

Κινήσεις και τάσεις

Τα τελευταία χρόνια οι ειδικοί των αλκοολούχων ποτών παρατηρούν μια τάση για κατανάλωση μικρών, χειροποίητων, εισαγόμενων ή ακόμα και ελληνικών μπιρών, οι οποίες λανσάρονται με κύριο χαρακτηριστικό την ποιότητα, την περιορισμένη παραγωγή και το μεράκι του δημιουργού τους. Μάλιστα, συχνά επιχειρείται να αντιπαρατεθεί αυτή η κατηγορία προϊόντων στα προϊόντα μαζικής παραγωγής που παράγουν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ψάχνοντας να βρούμε την αλήθεια πίσω από τέτοιες τάσεις, βρήκαμε τον Διομήδη Σκλαβούνο, senior brand manager στην εταιρεία Beverage World και σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για την επιτυχία της Corona. «Θεωρώ ότι η τάση αυτή συνεχίζεται, παρόλο που η διανομή και η κατανάλωση αυτών των προϊόντων είναι περιορισμένη στην ελληνική αγορά. Μάρκες σαν αυτές που αναφέρετε είναι σχεδόν αποκλειστικά διαθέσιμες σε μπιραρίες και σουπερμάρκετ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την περιορισμένη κατανάλωσή τους», τονίζει. Ο ίδιος επισημαίνει ότι δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα να μιλήσουμε για το τέλος των μεγάλων μαρκών. Η εταιρεία του, αν και σχετικά νέα στον κλάδο, έγινε ευρύτερα γνωστή στην Ελλάδα από την επιτυχημένη πορεία της Corona. Η καταγωγή της συγκεκριμένης μπίρας είναι το μακρινό, εξωτικό, αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστό για τις μπίρες του Μεξικό. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται πως η εξωτικότητα του προϊόντος λειτούργησε «δροσιστικά». «Η Corona, μία ευκολόπιοτη μπίρα, έχει δημιουργήσει έναν ξεχωριστό τρόπο επικοινωνίας με τους καταναλωτές της, με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται να επικοινωνεί φωναχτά τον τόπο προέλευσής της», εξηγεί. «Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι το πιο δυνατό, επικοινωνιακό σημείο της Corona είναι η ξεχωριστή διάφανη φιάλη της, όπου με το λεμόνι ή λάιμ, με το οποίο σερβίρεται, και τη λέξη Mexico στη μπροστινή της ετικέτα, προβάλλει αμέσως στον καταναλωτή τη χώρα προέλευσή της και τον εξωτικό και χαλαρό χαρακτήρα της», ολοκληρώνει. Παρά το γεγονός ότι οι Ελληνες μένουν πιστοί σε μάρκες και παγιωμένες καταναλωτικές συνήθειες, ο κλάδος της μπίρας απέκτησε ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Η σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων χρόνων είναι η παραχώρηση του σήματος Μύθος από την οικογένεια Μπουτάρη, η οποία το παρήγαγε και το διαχειριζόταν, σε βρετανική πολυεθνική (Scottish & Newcastle), η οποία με τη σειρά της εξαγοράστηκε από την πολυεθνική Carlsberg, με έδρα τη Δανία. Από τους νέους παίκτες ξεχωρίζει η εταιρεία Ελληνικές Μικροζυθοποιίες, η οποία απέκτησε και ετοιμάζεται να λανσάρει και πάλι το ιστορικό σήμα Fix. Κλείνοντας, αξίζει να αναφέρουμε ότι μπίρες και, μάλιστα, γευστικές παράγουν ή διανέμουν η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης, η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης με τη διαδεδομένη στη Β. Ελλάδα μπίρα Βεργίνα, η Craft γνωστή από τις ομώνυμες μπιραρίες και η Πειραϊκή Μικροζυθοποιία με την εξαιρετική βιολογική μπίρα της.

Πολιτισμοί υπό την επήρεια

  • Η ζύμωση και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστα, έγραφε ο Αμερικανός ποιητής Τζον Κιάρντι και, πράγματι, η εξελικτική ιστορία της μπίρας είναι μια ιστορία πολιτισμού και πολιτισμών. Κατάγεται από τη Μεσοποταμία. Στη συνέχεια πέρασε στην Εγγύς Ανατολή και μετά στην Αίγυπτο, ενώ στην Ελλάδα έφτασε πριν από περίπου 3.000 χρόνια. Οι Ρωμαίοι τη θεωρούσαν ποτό των βαρβάρων, όμως οι Κεντροευρωπαίοι την αγκάλιασαν και ειδικά τα μοναστήρια του καθολικισμού. Από εκεί πέρασε στη Βρετανία και τη Βόρεια Ευρώπη.

Ξανθιές, καστανές, σκούρες

  • Lager: Σημαίνει «αποθήκη» και στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όλες οι ξανθιές μπίρες της αγοράς. Κατάγονται από τη βόρεια Ευρώπη και αποτελούν το 90% της παγκόσμιας κατανάλωσης μπίρας.
  • Pils: Πρόκειται για τοπωνύμιο στην Τσεχία και προσδιορίζει ξανθιές μπίρες με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ και ιδιαίτερα πικρή γεύση.
  • Bock: Μπίρες χαμηλής ζύμωσης, υψηλού αλκοολικού βαθμού και συνήθως σκούρου χρώματος.
  • Ale: Μπίρες υψηλής ζύμωσης που προτιμώνται στην πατρίδα τους, τη Μεγάλη Βρετανία.
  • Stout: Σκούρες, θολές, υψηλής ζύμωσης μπίρες που προέρχονται από την Ιρλανδία.
  • Lambic: Παράγονται κυρίως από βύνη κριθαριού (60%), βρώμη (40%) και σιτάρι. Επίσης, χρησιμοποιείται λυκίσκος 3 ετών για να μην υπάρχει έντονο το άρωμά του στην μπίρα, αλλά για να την προφυλάσσει από τις αλλοιώσεις. Η γεύση τους ενισχύεται με προσθήκη εκχυλισμάτων φρούτων.
  • Weiss: Εχουν ως κύριο συστατικό το σιτάρι, ενώ διαθέτουν χαρακτηριστικό, θολό χρώμα, καθώς οι περισσότερες δεν φιλτράρονται.
  • Κριθάρι: Το βασικό συστατικό της κλασικής μπίρας. Η παραγωγή μπίρας από κριθάρι είναι μια πολύπλοκη διαδικασία. Βασικό στάδιο είναι η μετατροπή του σε βύνη.
  • Βρώμη: Χρησιμοποιείται κυρίως από τους βρετανικούς ζυθοποιούς για την παραγωγή μπίρας, σε ποσότητα που δεν ξεπερνάει το 15%.
  • Σιτάρι: Η χρήση σιταριού στην μπίρα (κυρίως στη Γερμανία) δίνει θολές και χλωμές μπίρες, ωστόσο εξαιρετικά δροσιστικές και γευστικές.

Το ποτό της εργατιάς

  • Είναι το ποτό των απλών, καθημερινών ανθρώπων. Στα αρχαία χρόνια η μπίρα χρησιμοποιούνταν και ως μέσο συναλλαγής, ενώ η έκφραση «μπίρα και ψωμί», που απαντάται, π.χ., στην Αίγυπτο, σήμαινε κάτι σαν το «ψωμί και αλάτι». Στη σύγχρονη εποχή ξεκίνησε πρώτα από τις πρώιμες βιομηχανικές πόλεις της Αγγλίας, όπου αγαπήθηκε από την εργατική τάξη και έτσι μπόρεσε να κατακτήσει τον κόσμο.
Το μέρος Νο 72 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 385, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 12 Ιουλίου 2009.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο ρόλος Αγγλων, CIA και Κων. Μητσοτάκη

Η Ιστορία καμιά φορά επαναλαμβάνεται Του παρασκηνίου και της αποστασίας που οδήγησε στην απομάκρυνση από τον Κωνσταντίνο της νόμιμης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, το καλοκαίρι του 1965, είχε προηγηθεί μια άγνωστη, παρόμοια, σχεδόν καρμπόν ιστορία, είκοσι χρόνια νωρίτερα που είχε οδηγήσει στην ανατροπή της κυβέρνησης του Νικολάου Πλαστήρα, με τους ίδιους σχεδόν πρωταγωνιστές και με τον ίδιο τρόπο: με την υπονόμευσή της από τα παρασκήνια.

Στις 3 Ιανουαρίου 1945 ορκίσθηκε η νέα κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, που αντικατέστησε την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου.

Την άνοιξη του 1944, οι Βρετανοί είχαν διορίσει πρωθυπουργό της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης τον Γ. Παπανδρέου, στον οποίο είχαν υποσχεθεί την αμέριστη συμπαράστασή τους.

Αλλά η ένοπλη σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944 είχε υποχρεώσει την αγγλική πλευρά να τον αντικαταστήσει

Παρά τις αντιρρήσεις του Γεωργίου Β', που έφερε το στίγμα της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου του '36, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσόρτσιλ κατάφερε να διορίσει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Δαμασκηνό, αντιβασιλέα της Ελλάδας και την ίδια περίοδο να προωθηθεί ο στρατηγός Πλαστήρας στην πρωθυπουργία της χώρας.

Τόσο ο Γ. Παπανδρέου όσο ο Δαμασκηνός και ο Πλαστήρας ανήκαν στον παλιό φιλελεύθερο, βενιζελικό χώρο.

Επειδή ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός είχε το ίδιο κατά κόσμο επίθετο με τον Παπανδρέου (ονομαζόταν Παπανδρέου Δημήτριος), ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, Ρέτζιναλντ Λίπερ, τηλεγράφησε στην κυβέρνησή του: «Ο Παπανδρέου απέθανε. Ζήτω ο Παπανδρέου». Μια έκφραση που αντιστοιχούσε στη γαλλική μοναρχική ρήση: «Ο βασιλεύς απέθανε. Ζήτω ο βασιλεύς». Ο Λίπερ ήθελε απλώς να εκφράσει τη συνέχεια της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα, που εκδηλωνόταν με τη στενή συνεργασία των Βρετανών με τον αντιβασιλέα - αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, που άλλωστε είχαν συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξή του. Λόγω της μεγάλης ανόδου της κομμουνιστικής αριστεράς την περίοδο της Κατοχής, ένα μεγάλο τμήμα του κεντρώου φιλελεύθερου χώρου συνεργαζόταν στενά με τη Βρετανία -κάτι που βέβαια ίσχυε και προπολεμικά. Οι Βρετανοί επιδίωκαν να επαναφέρουν την επιρροή τους όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και με πολιτικό τρόπο.

Το κλιμάκιο της βρετανικής υπηρεσίας Πολιτικού και Ψυχολογικού Πολέμου (προπαγάνδας) που στάλθηκε στην Ελλάδα μετονομάστηκε σε «Συμμαχική Υπηρεσία Πληροφοριών» (AIS - Allied Information Service) και οι πρώτοι εκπρόσωποί της έφτασαν στην Ελλάδα αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, στις 16 Οκτωβρίου 1944. Η AIS ανέλαβε καθήκοντα στο αρχηγείο του στρατηγού Σκόμπι, στο Τρίτο Σώμα του βρετανικού στρατού, «για τον έλεγχο και την καθοδήγηση της κοινής γνώμης στην Ελλάδα».

Την επομένη της άφιξής του στην Ελλάδα, το τμήμα της AIS εξέδωσε το πρώτο ημερήσιο ενημερωτικό φυλλάδιό της και πολύ σύντομα άρχισε να συνεργάζεται με την ελληνική κυβέρνηση και ήλθε «σε επαφή με τον Τύπο, τους υπεύθυνους του ραδιοφώνου όπως και με το συνδικάτο των ιδιοκτητών κινηματογράφων».(1)

Στις 6 Απριλίου 1945 η AIS άλλαξε όνομα και αποκαλούνταν επίσημα πλέον Αγγλο-ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών (AGIS).

Σε αυτή την υπηρεσία εντάχθηκε μεταξύ άλλων και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Αλλά για να υποστηριχθεί καλύτερα ο αντιβασιλέας, θα έπρεπε να ενισχυθεί και η επιρροή στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, ιδιαίτερα η παρουσία στο χώρο του Τύπου που επηρεάζει την κοινή γνώμη.

Τις πρώτες ημέρες του 1945, ο Βρετανός πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε την κυβέρνησή του ότι ο Γ. Καρτάλης «εξασφάλισε» την εφημερίδα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα για την υποστήριξή του όπως και «των απόψεων του Δαμασκηνού», που συνέπλεαν με εκείνες των Βρετανών.

Ο Λίπερ πληροφόρησε τον Τσόρτσιλ ότι η γραμμή της «Ελευθερίας» θα ήταν «αντικομμουνιστική της αριστεράς» και χρηματοδότης της θα ήταν «ένα νεαρό μέλος της οικογένειας Μπενάκη της γνωστής φίρμας βαμβακιού στην Αλεξάνδρεια». (2)

Με τον Πάνο Κόκκα εκδότη της «Ελευθερίας» είχε στενό προσωπικό και πολιτικό σύνδεσμο ο Κ. Μητσοτάκης, που την εφημερίδα του ενίσχυε «γενναιόδωρα και πλουσιοπάροχα».(3)

Η «Ελευθερία» είχε προσλάβει αρκετούς δημοκρατικούς δημοσιογράφους, που ήταν αμέτοχοι των τεκταινομένων στα παρασκήνια, τότε που ο εκδότης της εφημερίδας έκανε στροφές και ελιγμούς για να βρεθεί σε αρμονία με συγκεκριμένα κέντρα αποφάσεων.

Από τον Φεβρουάριο του 1945 οι Βρετανοί είχαν αρχίσει ν' ανησυχούν από διάφορες αντιδράσεις και πιθανές τάσεις ανεξαρτησίας του Πλαστήρα και συζητούσαν διακριτικά την απομάκρυνσή του.

Στις 17 Μαρτίου 1945 ο Τσόρτσιλ σε άκρως απόρρητο μήνυμα προς τον υπουργό του των Εξωτερικών έγραψε:

«Συμφωνώ ότι θα πρέπει να ειπωθεί στον Λίπερ να εργαστεί για την έξωση του Πλαστήρα σε συνεργασία με την Αυτού Μακαριότητα (τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό). Είναι σημαντικό να βιαστούμε».

Ο Λίπερ και ο Δαμασκηνός ήδη συνεργάζονταν από τα παρασκήνια για την αντικατάσταση του Πλαστήρα.

Ένα μήνα πριν από την πτώση του Πλαστήρα, ο Δαμασκηνός είχε καθορίσει τα νέα πρόσωπα που θα αναλάμβαναν υπουργικούς θώκους υπό τον ναύαρχο Πέτρο Βούλγαρη.

Οι Βρετανοί ανέσυραν μια παλιά επιστολή του Πλαστήρα, που δημοσιεύτηκε στη δεξιά εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα», που κατηγορούσε τον πρωθυπουργό για φιλο-γερμανισμό.

Αλλά ο Πλαστήρας αντιτεκόταν, αρνήθηκε αρχικά να παραιτηθεί και στον Αμερικανό πρεσβευτή Μακβέι εκμυστηρεύτηκε αφελώς την πεποίθησή του ότι η Φιλελεύθερη παράταξη θα τον υποστήριζε. Αλλά την επομένη, η πρωινή εφημερίδα «Ελευθερία», που εθεωρείτο η πιο αντιπροσωπευτική εφημερίδα «των απόψεων του Δαμασκηνού», ζήτησε ανοιχτά την παραίτησή του Πλαστήρα. (4)

Έτσι ο Π. Κόκκας και οι φίλοι του συνταυτίζονταν με τη βρετανική πολιτική.

Ο Πλαστήρας τελικά υποχρεώθηκε σε παραίτηση.

Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα συνέβη το ίδιο με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, όταν το ελληνικό, αμερικανικό και βρετανικό κατεστημένο θέλησαν την πτώση της κυβέρνησής του, που είχε λάβει το 1964 το 52,72% των ψήφων στις γενικές βουλευτικές εκλογές.

Οι ίδιοι μοχλοί πίεσης κινητοποιήθηκαν, παράλληλα με άλλους.

Το σχέδιο του Κωνσταντίνου για την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου είχε εκπονηθεί αρκετούς μήνες προτού πραγματοποιηθεί, σχέδιο που το κλιμάκιο της CIA στην Αθήνα απέστειλε στην αμερικανική κυβέρνηση και διανεμήθηκε στις διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες στις 21.1.1965 (δηλ. η σύνταξη της έκθεσης είχε γίνει ήδη πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία). Έπρεπε να προετοιμαστεί το έδαφος και να χειραγωγηθεί η κοινή γνώμη στο μέτρο του δυνατού. Και σ' αυτή την επιχείρηση χειραγώγησης χρησιμοποιήθηκε και πάλι η «Ελευθερία» του Π. Κόκκα. Η έκθεση της CIA σημείωσε:

«Το σχέδιο του βασιλέως να εξαναγκάσει σε παραίτηση του Παπανδρέου περιλαμβάνει μια σειρά επιθέσεων εναντίον του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και του υιού του Ανδρέα μέσω του Πάνου Κόκκα, ο οποίος εδήλωσε σε διαφορετική πηγή ότι συμφωνεί να λάβει θέση εναντίον του Παπανδρέου εφόσον ο υπουργός Οικονομικών Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναλάβει ως υπουργός Συντονισμού ή ως αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως επί οικονομικών θεμάτων σε μια νέα κυβέρνηση. Τις λεπτομέρειες επεξεργάζονται ήδη μεταξύ τους ο βασιλιάς και ο Κόκκας».

Ενάμιση μήνα πριν

Ανάλογη ενημέρωση στην κυβέρνησή του έκανε και ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Ραλφ Μάρεϊ στις 26 Απριλίου 1965, ενάμιση περίπου μήνα πριν από την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου, τονίζοντας ότι ένα τμήμα της Ενώσεως Κέντρου θα αποσχιστεί και θα ρίξει την κυβέρνηση, που θα χάσει έτσι την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Ο Μάρεϊ υπογράμμισε τον ιδιαίτερο ρόλο που θα είχε ο Μητσοτάκης σ' αυτή την επιχείρηση, αν πρόσφερε τις υπηρεσίες του, γιατί είχε «μεγάλο δίκτυο επιρροών και ισχυρούς χρηματοδότες».

Και λίγο μετά την πτώση της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου, ο Μάρεϊ θα επισημάνει ότι η καλύτερη λύση «για την Ελλάδα και τους συμμάχους της ήταν μια Ενωσις Κέντρου διαιρεμένη» ώστε να υπερνικηθούν «το γεροντικό πείσμα του ηγέτη της και οι συνοδοιποριακές ιδιορρυθμίες του συνωμοτούντος γιου του». Βέβαια «ακόμα πιο σοβαρή είναι η προοπτική επιστροφής της αντιπολίτευσης στην εξουσία και οι συνέπειες» που αυτή θα έχει σε περίπτωση διεξαγωγής νέων εκλογών που σ' ένα δημοκρατικό πολίτευμα θα έπρεπε να διεξαχθούν αργά ή γρήγορα.(5)

Για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και κυρίως για την ενδυνάμωση της αντικομμουνιστικής ψύχωσης που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τρόποι, ανάμεσά τους και το «σαμποτάζ» στον Εβρο από τον πρωτεργάτη του πραξικοπήματος του 1967, αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ετσι, στις αρχές του καλοκαιριού του 1965 απλοί στρατιώτες βασανίστηκαν σε μονάδα του Εβρου προσωπικά από τον Γ. Παπαδόπουλο και άλλους για να «ομολογήσουν ένα κομμουνιστικό σαμποτάζ», ανύπαρκτο στην πραγματικότητα, που θα χρησιμοποιηθεί από τον αντιπολιτευόμενο την Ενωση Κέντρου Τύπο που πρόβαλλε «εντυπωσιακές ιστορίες» για τον κομμουνιστικό κίνδυνο και την «απειθαρχία στις Ενοπλες Δυνάμεις».

Η βρετανική πρεσβεία πίστευε ότι το θέμα είχε «χονδροειδώς μεγαλοποιηθεί».

Λίγο μετά το σαμποτάζ του Εβρου, που είχε οργανώσει μεθοδικά ο Γ. Παπαδόπουλος, η κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου ανετράπη με παρέμβαση του Κωνσταντίνου. Είχε ήδη προετοιμαστει μια ομάδα βουλευτών και στελεχών της να αποχωρήσουν από το κόμμα τους. Χρησιμοποιήθηκαν διάφορα μέσα προσέλκυσης βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου από τους ανακτορικούς κύκλους, τους Αμερικανούς και τους Αγγλους.

Ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ, Π. Κανελλόπουλος, που υποστήριξε την αποσκίρτηση βουλευτών από την Ενωση Κέντρου και την αποστασία τους σε επιστολή του προς τον Κωνσταντίνο, τόνισε ότι η προσπάθεια για την εναντίωση των βουλευτών προς τον αρχηγό τους Γ. Παπανδρέου προς επίτευξη μιας νέας πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο «έγινε με εξαγορά συνειδήσεων» και «εδόθη εις τον λαόν μας» και «ιδίως εις την ταλαντευομένην και δύσπιστον απέναντι όλων μας νεολαίαν το φοβερόν παράδειγμα της εξαγοράς βουλευτών με τον υπουργικόν θώκον ή και με άλλα ακατανόμαστα μέσα, που τα επληροφορήθην εξωδίκως αργότερα».

Πρόσφατα, στις 12 Μαΐου, ο Μητσοτάκης μίλησε σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού «Alter» και ισχυρίστηκε ότι η έκθεση της CIA που προαναφέραμε, αν και δεν την αμφισβήτησε, ήταν «ενός πράκτορα» της υπηρεσίας αυτής. Κάτι που βέβαια δεν είναι αλήθεια, αφού εγκρίθηκε από τον κεντρικό σταθμό της CIA και στάλθηκε στον Αμερικανό πρόεδρο της εποχής Λίντον Τζόνσον και δικαιώθηκε 100% ιστορικά.

Ο Μητσοτάκης παραδέχτηκε ότι υπάρχει «πλούσιο παρασκήνιο» περί την αποστασία και τόνισε σε επιστολή του ότι δεν το αποκάλυψε γιατί δεν τον αφορούσε. Δηλαδή, για την καταγραφή της ιστορικής περιόδου του '60 όταν δεν μας αφορά, δεν πρέπει να καταθέτουμε τα όσα στοιχεία γνωρίζουμε για να τη φωτίσουμε καλύτερα; Μας αφορά μόνο ό,τι μας βοηθά ή συμβάλλει στην προσωπική μας δικαίωση;

Το παρασκήνιο για την προσπάθεια να σταθεί στη Βουλή μια κυβέρνηση υπό τον Στ. Στεφανόπουλο δεν έχει ενδιαφέρον; Για παράδειγμα, στις αρχές Αυγούστου του 1965 ο βουλευτής της Ενώσεως Κέντρου -που είχε αποσκιρτήσει- Γιάννης Τσουδερός, επισκέφτηκε τον υπαρχηγό της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα, Νόρμπερτ Ανσουτζ, και τον ενημέρωσε ότι μόλις είχε φύγει από μια συνάντηση όπου ο Μητσοτάκης, ο Τσιριμώκος και ο Παπαπολίτης «εργάζονταν πολύ σκληρά να πείσουν τον Στεφανόπουλο» να συνεχίσει την προσπάθειά του για το σχηματισμό κυβέρνησης που θα έπαιρνε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για την επίτευξη αυτού του στόχου ζητήθηκε η βοήθεια της αμερικανικής πρεσβείας, που την πρόσφερε ανεπιφύλαχτα ώστε να καμφθούν οι αμφιβολίες του Στ. Στεφανόπουλου. (7)

Η πρεσβεία των ΗΠΑ

Στη διάρκεια της συνέντευξής του στο «Alter» ο τέως πρωθυπουργός αμφισβήτησε επίσης τη δαπάνη χρημάτων από μυστικά, ελληνικά ή ξένα, κονδύλια για την εδραίωση μιας κυβέρνησης των αποκαλούμενων αποστατών.

Όμως, Αμερικανός εκπρόσωπος πίστευε ότι «μέσα στα όρια των διαθέσιμων πόρων της, η πρεσβεία (ΗΠΑ) είχε προσφέρει τη μέγιστη υποστήριξη στον Νόβα και τον Στεφανόπουλο με την εχεμύθεια που προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε». (8)

Προσεγγίζοντας την ανατροπή του Ν. Πλαστήρα το 1945 και του Γ. Παπανδρέου το 1965 διαπιστώνουμε, για διάφορους λόγους, μια ιδιαίτερη παρουσία του ξένου παράγοντα στις ελληνικές υποθέσεις που συνδέεται με διάφορους πολιτικούς, διαφόρων πολιτικών τάσεων, και οπωσδήποτε και με τον Κ. Μητσοτάκη και τον Π. Κόκκα.

  1. PREM 3/213/17, Λίπερ προς Ιντεν, 3.1.1945. Φ. Οικονομίδης, «Το Σύνδρομο του Οδυσσέα», σσ. 39,49
  2. Αρχεία Φ.Ο., FO 371/48233, R 155, Ιανουάριος 1945
  3. Οικονομίδης, «Πόλεμος, Διείσδυση και Προπαγάνδα», σελ. 173
  4. Τσόρτσιλ προς Ιντεν, 17.3.1945 - Εθνικά Αρχεία ΗΠΑ, 868,002/4-645 (ΜακΒέι) - «Ελλάδα ανάμεσα σε δυο κόσμους», σσ. 191-198
  5. Ενημερωτικό σημείωμα της CIA (Τα Νέα, 10.5.2008) - Ελευθεροτυπία (άρθρο του Β. Νέτα 13.5.2008), Μάρεϊ προς Φ. Οφις, 26.4.1945 - «Το σύνδρομο του Οδυσσέα», Μάρεϊ προς Φ. Οφις, 24.7.1965, σελ. 510
  6. Π. Κανελλόπουλος, «Ιστορικά Δοκίμια» σελ. 82
  7. Συνέντευξη του Κ. Μητσοτάκη στο Ν. Χατζηνικολάου, Alter, 12.5.2008 - Αμερικανικά Ντοκουμέντα, Ανσουτζ προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ, 10.8.1965
  8. Ανσουτζ προς Στέιτ Ντιπάρτμεντ, 10.8.1965
Από τον Ανένδοτο στη δικτατορία

Παρακολούθησα τις εργασίες του συμποσίου του Ιδρύματος Μητσοτάκη, με θέμα «Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία», και ανεξάρτητα από τις όποιες επιφυλάξεις -και είναι πολλές- οφείλω να παραδεχθώ ότι αποτέλεσε αφορμή και πρόκληση για να προβληματιστούμε σοβαρά για την τόσο καθοριστική αυτή περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας. Κατέθεσα, στο κλείσιμο του συμποσίου, την άποψη ότι, τόσο αυτό όσο και ο γενικότερος δημόσιος διάλογος που διεξάγεται στη χώρα μας για την περίοδο αυτή, παρουσιάζει ένα μεγάλο κενό και αυτό αφορά τον ρόλο του πατέρα μου, του αείμνηστου Γεωργίου Μαύρου. Πρώτος βουλευτής Αθηνών και πρώτος τη τάξει υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, ο πατέρας μου εξωθείται σε διπλή παραίτηση δύο μόλις μήνες μετά τον σχηματισμό της για να αναλάβει τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας. Οι απόψεις για τους λόγους της παραίτησης διίστανται ως προς την αξιολόγηση της σοβαρότητας των διενέξεων Μαύρου-Μητσοτάκη, τότε υπουργού Οικονομικών, και Μαύρου-Ανδρέα Παπανδρέου, υπουργού Προεδρίας. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι ο πρωθυπουργός αδυνατούσε να παράσχει την απαιτούμενη «κάλυψη» στον υπουργό του, να διαχωρίσει σαφώς τις αρμοδιότητες των δύο οικονομικών υπουργείων και να ελέγξει τον γιο του. Σίγουρο είναι, επίσης, ότι για τη θέση του διοικητού της πανίσχυρης τότε Εθνικής Τράπεζας έριζαν τα δύο γνωστά εκδοτικά συγκροτήματα που υποστήριζαν την Ένωση Κέντρου,προωθώντας το καθένα τους δικούς του υποψηφίους. Δεν έχει τόση σημασία αν η ανάληψη της διοίκησης της Εθνικής έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του ιδίου ή αν αυτό ήταν μέρος σχεδίου για να βγει από τη μέση ο Μαύρος, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την άνοδο του Ανδρέα, ο οποίος ανέλαβε ευθύς αμέσως αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού. Σημασία έχει ότι η απουσία του Μαύρου από τη Βουλή και από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ενωσης Κέντρου εξασθένησε σημαντικά την ήδη προβληματική συνοχή της πλειοψηφίας. Δεν ξέρω αν η παρουσία του Μαύρου στη Βουλή θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την αποστασία και τα όσα επακολούθησαν, σίγουρα, όμως, θα την είχε δυσκολέψει κατά πολύ.

Δεν ξέρω, επίσης, αν η παραίτησή του από την κυβέρνηση θα είχε γίνει δεκτή, αν δεν δεχόταν να παραιτηθεί ταυτόχρονα και από βουλευτής για να αναλάβει τη διοίκηση της Εθνικής...

ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΜΑΥΡΟΣ 14.5.2008

Του Φοίβου Οικονομίδη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 17 Μαΐου. 2008.