Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Η 1η Ιανουαρίου δεν ήταν πάντα... Πρωτοχρονιά

Αναζητώντας την αρχή του έτους
Όλα τα ημερολογιακά συστήματα είναι επινοήσεις. Αυτό όμως που τα συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς, όπως στο χριστιανικό ημερολόγιο, στο οποίο κεντρικό σημείο είναι η γέννηση του Ιησού.

Μέρες που είναι, ας κάνουμε ένα πρωτοχρονιάτικο ταξίδι στα χρονολογικά-ημερολογιακά συστήματα. Μια πρώτη, πολύ γενική, διαπίστωση είναι ότι όλα είναι επινοήσεις και κατασκευές.

Συνδέονται, βεβαίως, με αστρονομικά φαινόμενα, και ειδικά τον ήλιο και τη σελήνη ή τον συνδυασμό των κινήσεών τους (αστρονομικό έτος), αλλά η Πρωτοχρονιά είναι μια επαναλαμβανόμενη εφεύρεση, μέχρι να επιβληθεί η 1η Ιανουαρίου.

Η ημερολογιακή αρχή της χρονιάς ήταν διαφορετική πολλές φορές σε διάφορες εποχές. Διέφερε ακόμη και μέσα σε ίδιες εποχές από διάφορες εθνικές ή άλλες ομάδες.

Βεβαίως, κι όλα τα πολιτικά ημερολόγια του κόσμου. Αυτό που συνδέει, όμως, τις πρωτοχρονιές όλου του κόσμου στη διαδρομή της Ιστορίας είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς.

Απ αυτήν ακριβώς την οπτική ο κυρίαρχος σήμερα τρόπος μέτρησης του πολιτικού και εκκλησιαστικού χρόνου, που εισηγήθηκε ο μοναχός Διονύσιος ο Μικρός (6ος αιώνας), ήταν η ωριμότερη έως τότε σκέψη.

Η αφετηρία

Η ιστορία δεν είχε πια απλώς ένα σημείο εκκίνησης, αλλά ένα κέντρο. Ολα τα συμβάντα μπορούσαν να τοποθετηθούν ΠΡΙΝ ή ΜΕΤΑ από την εμφάνιση του Ιησού. Μέχρι τότε στα περισσότερο γνωστά συστήματα οι χρονολογήσεις τοποθετούσαν τα γεγονότα ΜΕΤΑ μια αφετηρία: Την άλωση της Τροίας, την πρώτη Ολυμπιάδα, την κτίση της Ρώμης, την άνοδο του Διοκλητιανού στην εξουσία, τη δημιουργία του κόσμου κλπ.

Είναι φανερό ότι ο καθορισμός ενός γεγονότος-σημείου αναφοράς είναι πολύπλοκος, αλλά πάντα προϋποθέτει τη βούληση μιας εξουσίας (πολιτική, θρησκευτική κλπ.) για να επιβληθεί.

Χωρίς να σημαίνει πάντα ότι αυτή η βούληση αρκεί για την καθιέρωση, αφού η αποδοχή ή η απόρριψή του επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες (πολιτιστικοί, χρηστικοί κ.ά.).

Έτσι, για παράδειγμα, η χρονολόγηση με τα πρόσημα π.Χ. ή μ.Χ., προϋποθέτει την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού στη Δύση. Το Ιουλιανό ημερολόγιο την επιβολή της θέλησης του Ιούλιου Καίσαρα, το βυζαντινό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, το Γρηγοριανό τον Πάπα Γρηγόριο.

Για να πάμε πιο πίσω, το πρώτο αρχαίο αθηναϊκό τον Κέκροπα, το αργολικό την Ηρα, της Μεσοποταμίας συγκεκριμένους άρχοντες-βασιλιάδες και πάει λέγοντας...

Τα χρονολόγια και τα ημερολόγια μοιάζουν ουδέτερα, α-πολιτικά, αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν είναι τέτοια. Ο δεσμός ανάμεσα στον χρόνο και την όποια εξουσία είναι τόσο παλιός όσο και τα συστήματα μέτρησης του χρόνου από τα συστήματα εξουσίας.

«Έλαβε το ημερολόγιο...», έλεγαν οι αρχαίοι Κινέζοι, όταν ήθελαν να πουν ότι κατέκτησαν μια περιοχή.

Οι... ρίζες
Ο 11ος ρωμαϊκός μήνας Ιανός

Η καθιέρωση και η γενίκευση της 1ης Ιανουαρίου είναι σχετικά πρόσφατη. Ευρύτερα αποδεκτή έγινε μόλις τον προηγούμενο αιώνα και αμφισβητήθηκε αρκετές φορές στη διάρκειά του.

Το παράδοξο είναι ότι δεν αντιστοιχεί ακριβώς σε κάποιο αστρονομικό φαινόμενο. Οπως, λόγου χάρη, στη χειμερινή ισημερία (22 Δεκεμβρίου), όταν η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει και η νύχτα να υποχωρεί.

Ούτε, φυσικά, στα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου), ημερομηνία από την οποία ξεκινά η χρονολόγηση και, φυσιολογικά, τότε ακριβώς έπρεπε ν αρχίζει να μετρά η νέα χρονιά.

Παρ όλα αυτά, ως αρχή του πολιτικού έτους ίσχυε πριν από την καθιέρωση του παλιού Ιουλιανού ημερολογίου (μέσα 1ου π.Χ. αιώνα), συνεχίστηκε μ αυτό και διατηρήθηκε στο ισχύον Γρηγοριανό. Αν και το μόνο αστρονομικό γεγονός είναι ότι απλώς τότε η Γη βρίσκεται στο περιήλιο της τροχιάς της (το πλησιέστερο σημείο στον ήλιο). Το δεδομένο, όμως, αυτό δεν φαίνεται να έχει παίξει ρόλο στην εξίσωση Πρωτοχρονιά=1 Ιανουαρίου.

Οι ρίζες της καθιέρωσης βρίσκονται μάλλον στην αρχαία Ρώμη και ειδικά στο ημερολόγιο του Νουμά -διαδόχου του Ρωμύλου. Σε αυτόν αποδίδεται η προσθήκη του Ιανουαρίου στο δεκάμηνο τότε ρωμαϊκό ημερολόγιο.

Ως 11ος μήνας αφιερώθηκε στον Ιανό, ο οποίος, εκτός των άλλων, θεωρούνταν και θεός κάθε αρχής. Με τη διάσταση αυτή ήταν ζήτημα χρόνου ο τελευταίος μήνας να γίνει πρώτος και η πρώτη μέρα του Πρωτοχρονιά.

Γύρω στο 150 π.Χ. η έναρξη του ρωμαϊκού πολιτικού έτους θα τοποθετηθεί επισήμως κατά τον Ιανουάριο. Φαίνεται ένας από τους λόγους ήταν πως στις καλένδες του (αρχές του μήνα) ορκίζονταν οι άρχοντες (ετήσιοι ύπατοι, πραίτορες).

Στις τελετές που ακολουθούσαν και συνεχίστηκαν από τους μετέπειτα αυτοκράτορες, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι έχουν τις ρίζες τους τα σύγχρονα κάλαντα, αλλά και τα «δώρα» των Χριστουγέννων...

Παρά τις βαθιές ρίζες της η 1η Ιανουαρίου μόλις μετά τον 10ο αιώνα, βαθμιαία και αργόσυρτα, θα αρχίσει να καθιερώνεται στην Ευρώπη ως η αρχή του πολιτικού έτους.

Το μπέρδεμα με το έτος γέννησης του Χριστού
Η χρονιά της γέννησης

Σύμφωνα με το σημερινό γενικευμένο σύστημα χρονολόγησης ο Χριστός δεν γεννήθηκε το 1 μ.Χ. ή το έτος 0 (μηδέν). Οι υπολογισμοί, εφόσον ισχύουν όσα παραδίδουν οι Ευαγγελιστές, τοποθετούν τη γέννηση μεταξύ του 4 και 6 μ.Χ.

Το σκεπτικό

Το εκκλησιαστικό σκεπτικό για τον καθορισμό του πρώτου χριστιανικού έτους ήταν το εξής: Η σύλληψη-ενσάρκωση του Ιησού έγινε την 25η Μαρτίου και άρα η επομένη 1η Ιανουαρίου ισούται με την πρώτη μέρα του 2 μ.Χ.

Το υπολογιστικό λάθος

Το λάθος του μοναχού Διονυσίου ήταν ότι δεν «μέτρησε» κατά τους υπολογισμούς του για τον καθορισμό της γέννησης του Χριστού το έτος μηδέν. Τον καιρό του και αργότερα ο λάθος υπολογισμός του δεν είχε κάποια πρακτική σημασία.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΑΛΑΛΟΥΜ
Ταξίδι στον... χρόνο κατά τον Μεσαίωνα

Δεν είναι και τόσο μακρινή η εποχή, με αστρονομικά μέτρα, που ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, μπορούσες να ξεκινήσεις μια χρονιά από ένα μέρος και, ύστερα από πολλές μέρες, να φτάσεις σ' ένα άλλο την προηγούμενη χρονιά!

Έτσι, για παράδειγμα, ένας έμπορος που αναχωρούσε την 1η Μαρτίου του 1250 από τη Βενετία, φθάνοντας στη Φλωρεντία βρισκόταν το 1249. Συνεχίζοντας, μάλιστα, την πορεία του προς την Πίζα βρισκόταν στο 1251!

Το ταξίδι στο... παρελθόν ή το μέλλον, κατά το Μεσαίωνα, δεν οφειλόταν, φυσικά, σε κάποια «μηχανή του χρόνου». Αλλά στα ανόμοια ημερολόγια που ίσχυαν την ίδια εποχή σε διαφορετικές περιοχές.

Αλλού στην ιταλική χερσόνησο η χρονιά άρχιζε την 1η Ιανουαρίου, αλλού την 1η ή και την 25η Μαρτίου. Το ίδιο συνέβαινε σε πανευρωπαϊκή και πολύ περισσότερο σε παγκόσμια κλίματα. Στην Ισπανία και τη Γερμανία του Μεσαίωνα το έτος άρχιζε τα Χριστούγεννα, ενώ στη Γαλλία για ένα διάστημα την 1η Απριλίου...

Αλλά και στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, που ενδιαφέρει περισσότερο στα «καθ ημάς», η Πρωτοχρονιά οριζόταν διαφορετικά. Τοποθετούνταν την 1η Σεπτεμβρίου, αν και την πρωτομηνιά (καλένδες, νουμηνίες - νεομηνίες) του Ιανουαρίου γίνονταν παραδοσιακά λαϊκά πανηγύρια. Συνεχίζονταν, έτσι, οι αντίστοιχες ρωμαϊκές εκδηλώσεις, που αντανακλούσαν παλιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες σχετίζονταν με το χειμερινό ηλιοστάσιο (22 Δεκεμβρίου).

Μεταθέσεις...

Στην Αγγλία η Πρωτοχρονιά ακολουθούσε άλλους ρυθμούς. Μέχρι τον 14ο αιώνα τοποθετούνταν την 25η Δεκεμβρίου. Μετά και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα μετατέθηκε την 25η Μαρτίου.

Η τελευταία, όπως και η 1η Μαρτίου, οριζόταν για μεγάλα διαστήματα και από πολλούς Ευρωπαίους ως Πρωτοχρονιά. Ο ορισμός αυτός είχε κάποια λογική, αφού ο Μάρτιος είναι ο μήνας της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου εξίσωση της ημέρας με τη νύχτα).

Είχε, επίσης, τη λογική της και η θέσπιση της Πρωτοχρονιάς την 1η Σεπτεμβρίου. Η ημερομηνία ήταν ταυτισμένη με το άνοιγμα και την αναθεώρηση των φορολογικών καταλόγων και από την εποχή ακόμη του Μ. Κωνσταντίνου άρχιζε να μετρά τότε το πολιτικό έτος των Βυζαντινών. Αυτή η «αρχή της Ινδίκτου» (δεκαπενταετές σύστημα μέτρησης του χρόνου) θα υιοθετηθεί από την Εκκλησία και θα αποτελέσει την αφετηρία του εκκλησιαστικού έτους.

Η έναρξη της νέας χρονιάς, λοιπόν, είτε για το πολιτικό είτε για το εκκλησιαστικό ημερολόγιο στο χριστιανικό κόσμο, δεν οριζόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο από τους ίδιους λαούς την ίδια εποχή. Πολύ περισσότερο δεν συνέβαινε αυτό σε όλους τους λαούς σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, μουσουλμάνοι, εβραίοι και άλλες πολλές ομάδες έχουν τη δική τους Πρωτοχρονιά.

Κοινός, όμως, παρανομαστής, ανεξαρτήτως συγκεκριμένης ημερομηνίας, είναι ο εορτασμός της νέα χρονιάς παντού και σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου. Η προσδοκία για καλύτερες μέρες.

Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη

  • Αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα: Τα διάφορα ελληνικά ημερολόγια έχουν διαφορετικές πρωτοχρονιές, σύμφωνα με αντίστοιχες φυσικο-θρησκευτικές γιορτές (θερινό ή χειμερινό ηλιοστάσιο, εαρινή ή φθινοπωρινή ισημερία).
  • Μέσα 2ου π.Χ.: Καθιερώνεται η 1η Ιανουαρίου ως έναρξη του πολιτικού ρωμαϊκού έτους, που συμπίπτει με τις γιορτές για το χειμερινό ηλιοστάσιο και τα Σατουρνάλια.
  • Μέσα 1ου π.Χ.: Το Ιουλιανό ημερολόγιο διατηρεί την Πρωτοχρονιά κατά την 1η Ιανουαρίου.

Χριστιανική εποχή

  • 4ος αιώνας: Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου το έτος στην αυτοκρατορία ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου. Διατηρούνται τα προϋπάρχοντα λαϊκά πανηγύρια και οι γιορτές κατά τις καλένδες-νεομηνίες του Ιανουαρίου.
  • Πρώτοι μεταχριστιανικοί αιώνες: Η χριστιανική εκκλησία θεωρεί αρχή του έτους τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου). Αργότερα καταδικάζει ως ειδωλολατρική την Πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου. Το εκκλησιαστικό έτος αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου.

Νέα και νεότερη περίοδος
  • Τέλη 16ου αιώνα: Μαζί με την εισαγωγή του νέου (Γρηγοριανού) ημερολογίου ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ καλεί τους χριστιανούς να υιοθετήσουν ως Πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου.
  • 17ος -19ος αιώνας: Η Ευρώπη γιορτάζει πολλές και διαφορετικές πρωτοχρονιές, ενώ ο κόσμος ακόμη περισσότερες.
  • Οι διάφορες παραδόσεις δύσκολα εγκαταλείπονται.
  • Αρχές 20ού αιώνα: Γενίκευση του γιορτασμού της Πρωτοχρονιάς την 1η Ιανουαρίου, με παράλληλη διατήρηση δύο δεκάδων άλλων βασικών ημερολογίων.
Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr). Από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 28 Δεκεμβρίου 2008.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 44- Οι Έλληνες και τα κατοικίδια

Τόσο αυτονόητη και φυσική όσο και η αναπνοή. Τόσο απαραίτητη για τους τετράποδους κατοίκους αυτού του πλανήτη -αλλά και για τους ανθρώπους. Άλλοτε πηγαία και αληθινή, άλλοτε δήθεν, πασπαλισμένη με τη χρυσόσκονη του lifestyle, πάντα όμως σε έλλειψη. Η φιλοζωία είναι αρετή, ωστόσο θα χρειαστεί χρόνος για να γίνει και των Ελλήνων ...

Απόδειξη οι συχνές κακοποιήσεις ζώων από ασυνείδητους, αλλά και η εικόνα στους δρόμους της χώρας. Υπάρχουν εκατομμύρια αδέσποτα, αλλά λίγα κατοικίδια συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες χώρες, και οι φιλόζωοι θεωρούνται από αρκετούς ως «γραφικοί», «μοναχικοί» ή «αιθεροβάμονες» τύποι. Τα σχετικά νούμερα δεν αφήνουν περιθώριο για συγκαταβατικότητες. Όσον αφορά τα κατοικίδια, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι σκύλοι συντροφιάς στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 450.000, με τους ποιμενικούς να πλησιάζουν τις 200.000. Το νούμερο είναι πολύ μικρό αν συγκριθεί αναλογικά με τα 20.000.000 κατοικίδιων που υπάρχουν στη Γαλλία και τα 15.000.000 της Ιταλίας (σκύλοι και γάτες). Εκεί όμως που τα πράγματα είναι πραγματικά απογοητευτικά είναι στα αδέσποτα. Όταν στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις τα αδέσποτα δεν αποτελούν συχνό φαινόμενο, εδώ αποτελούν σύνηθες.

Μέλη φιλοζωικών σωματείων κάνουν λόγο για περίπου 150.000 αδέσποτα σκυλιά μόνο στην Αθήνα και περισσότερα από 500.000 σε πανελλαδικό επίπεδο, ενώ το νούμερο των γατών -αν και αδύνατον να υπολογιστεί- πρέπει να ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια. Τα (άμοιρα) αδέσποτα στη Ελλάδα εκτός από το ότι ευθύνονται για πολλά τροχαία -στα οποία χάνονται και τα ίδια-, εκτός από το ότι συντελούν στη δημιουργία τριτοκοσμικής εικόνας στα αστικά κέντρα, συνιστούν και μια έξοχη επιχειρηματική ευκαιρία για κτηνιάτρους, προμηθευτές ζωοτροφών και pet shops. Ένα ενδεχόμενο ρεύμα φιλοζωίας -που θα εστίαζε στα αδέσποτα- θα ήταν ικανό να απογειώσει τις πωλήσεις σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών. Μέχρι στιγμής, αν η φιλοζωία μπορούσε να μετρηθεί με τις δαπάνες των ελληνικών νοικοκυρών για κατοικίδια, τότε ο «βαθμός» που θα έπαιρνε θα ήταν κάτω από τη βάση.

Η ΕΣΥΕ για την περίοδο 2004 - 2005 εκτιμά αυτές τις δαπάνες σε περίπου 5,5 ευρώ το μήνα, ανά νοικοκυριό κατά μέσο όρο, επίδοση χαμηλή. Ωστόσο, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς αυξάνεται σταθερά από το 1996 μέχρι και σήμερα με ετήσιους ρυθμούς που κυμαίνονται μεταξύ 13% και 25%. Αυτό δείχνει ότι όλο και περισσότεροι αφενός σταματούν να παρασκευάζουν σπιτικό φαγητό για τα κατοικίδιά τους, αφετέρου μεγαλώνει το φιλοζωικό συναίσθημα, που εκφράζεται με αγορές κονσερβών και ξηράς τροφής. Έτσι, το 2006 πουλήθηκαν στη χώρα περισσότεροι από 100 χιλιάδες τόνους τροφής (πηγή: ICAP), χωρίς και πάλι όμως αυτό να θεωρείται υπολογίσιμο μέγεθος.

Μία άλλη διάσταση δίνει ο Στάθης Βρακατσέλης, διευθυντής μάρκετινγκ Τροφών για Κατοικίδια της Mars Hellas, εταιρείας με ηγετική θέση στην Ελλάδα (στο συγκεκριμένο κλάδο). «Ο βαθμός ωριμότητας της αγοράς των τροφών για κατοικίδια συνήθως μετριέται με τη λεγόμενη θερμιδική κάλυψη (δηλαδή ποιο ποσοστό των θερμίδων που προσλαμβάνουν τα κατοικίδια ζώα σε ετήσια βάση προέρχεται από έτοιμη τροφή). Η θερμιδική κάλυψη στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα (περίπου στο 30%), συνεπώς η ελληνική αγορά θεωρείται αναπτυσσόμενη. Παρόλα αυτά παρουσιάζει δύο τελείως διαφορετικά ‘’πρόσωπα’’.

Στα μεγάλα αστικά κέντρα η αγορά έχει χαρακτηριστικά ανάλογα των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών, με αρκετά υψηλή διείσδυση της έτοιμης τροφής. Από την άλλη μεριά, στην ύπαιθρο (όπου και ο μέσος αριθμός κατοικίδιων ανά νοικοκυριό είναι μεγαλύτερος), η διείσδυση της έτοιμης τροφής είναι πολύ χαμηλότερη, καθώς οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δίνουν στα κατοικίδιά τους φρέσκο φαγητό ή αποφάγια. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για αυτήν τη διαφορετική εικόνα μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου (τρόπος ζωής, εισόδημα, κ.ά.), αλλά ο παράγοντας που κάνει τη διαφορά είναι η σχέση με το κατοικίδιο: στις αστικές περιοχές συνήθως αντιμετωπίζεται ως ισότιμο μέλος της οικογένειας, ενώ στην ύπαιθρο τα κατοικίδια αντιμετωπίζονται σαν ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον».

Ολυμπιακά αδέσποτα

Στο θέμα των αδέσποτων τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα, αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Είναι το μεταίχμιο μιας εποχής και συνάμα ένα παράπλευρο όφελος, επισημαίνει η Λιάνα Αλεξανδρή, η διευθύντρια της Ελληνικής Φιλοζωικής Εταιρείας: Πρόκειται για μία από τις παλαιότερες και πιο δραστήριες οργανώσεις προστασίας και περίθαλψης αδέσποτων ζώων στο Λεκανοπέδιο. Ουσιαστικά υπήρξε η οργάνωση που προώθησε -από το 1975 που ιδρύθηκε- την έννοια του εθελοντισμού στον τομέα της ζωοφιλίας στην Ελλάδα. Η Λ. Αλεξανδρή είναι ιδιαίτερα αυστηρή με την ελληνική πολιτεία.

«Είμαστε απολύτως απογοητευμένοι από το κράτος. Η κεντρική εξουσία απουσιάζει παντελώς, δεν υπάρχει καμία οικονομική βοήθεια. Είμαστε μόνοι μας απέναντι σε χιλιάδες προβλήματα» διατείνεται και μας παρουσιάζει το πολύπλευρο έργο που συντονίζει από το γραφείο της στο Κορωπί. Η συζήτησή μας με τη διευθύντρια της Φιλοζωικής πήγε πίσω στο 2003, όταν η Βουλή ψήφισε υπό την πίεση της Επιτροπής Διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά και των φιλοζωικών σωματείων, τον Νόμο 3170 («Ζώα συντροφιάς, αδέσποτα ζώα συντροφιάς και άλλες διατάξεις»), που συμπεριλάμβανε μεταξύ άλλων και το ζήτημα της αντιμετώπισης των ζώων κατά τη διάρκεια των Αγώνων.

«Ο νόμος ορίζει ότι μόνο οι δήμοι έχουν αρμοδιότητα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και του πληθυσμού των αδέσποτων ζώων, και ότι μόνο οι δήμοι -και όχι τα σωματεία- μπορούν να επιδοτούνται από το κράτος», λέει όχι με αρνητική διάθεση, αλλά με την πεποίθηση ότι και τα σωματεία δικαιούνται επιχορήγηση, αλλά και με την επισήμανση ότι «δεν έγιναν δεκτές όλες οι προτάσεις μας». Η ίδια επιθυμεί στενότερη συνεργασία του δημοσίου με τα φιλοζωικά σωματεία, γιατί το κόστος της περίθαλψης των ζώων έχει αυξηθεί ενώ τα επιδοτούμενα προγράμματα, εκπαιδευτικά ή άλλα, είναι ελάχιστα, σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.

«Τα σωματεία αντικαθιστούν το κράτος σε πολλές περιπτώσεις, αφού δεν υπάρχουν δημοτικά κυνοκομεία, δεν υπάρχουν χώροι φιλοξενίας αδέσποτων ζώων, δεν υπάρχουν ασθενοφόρα κ.ά.» προσθέτει, τονίζοντας ότι «οι περιορισμένες -σε Ολυμπιακούς δήμους και μόνο- επιδοτήσεις που δόθηκαν το 2003 και το 2004, για να υλοποιηθούν κάποιες από τις διατάξεις του νόμου, ήταν κονδύλια της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και όχι του ελληνικού κράτους».

Σημειωτέον, η νομοθεσία για τα δέσποτα ζώα στην Ελλάδα ήταν επικίνδυνα πεπαλαιωμένη (πριν από τους Ολυμπιακούς) και η χώρα κινδύνευε άμεσα -πέρα από τη διεθνή κατακραυγή- με προσφυγές σε δικαστήρια. Έτσι, ο Νόμος 3170 λειτουργεί ως μια πρώτη προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Με ποιους τρόπους; Απαγορεύει την ευθανασία υγιών ζώων, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, πράξη απεχθή η οποία γινόταν συχνά σε κτηνιατρεία. Σήμερα ο κτηνίατρος που θα διαπράξει ευθανασία διώκεται. Απαγορεύεται η εκτροφή, η εκπαίδευση και η χρησιμοποίηση σκύλων για κυνομαχίες, καθώς και η εκτροφή και η χρησιμοποίηση σκύλων για παραγωγή γούνας, δέρματος, κρέατος ή για την παρασκευή φαρμάκων. Ο νόμος ρυθμίζει επίσης μια σειρά ζητημάτων που μέχρι πρόσφατα κινούνταν σε θολά νομικά νερά, όπως η επιτρεπόμενη ηλικία πώλησης ζώων, η διοργάνωση εκθέσεων και άλλων εκδηλώσεων με σκύλους, το πόσα ζώα επιτρέπονται ανά διαμέρισμα και που θα πρέπει να στεγάζονται κ.ά.. Με αυτά και με εκείνα, η Λ. Αλεξανδρή παρατηρεί ότι τα πράγματα έχουν βελτιωθεί, όχι όμως στον επιθυμητό βαθμό. Εντούτοις έχει ακόμα να παλέψει για πολλά, κυρίως με τη λανθασμένη πληροφόρηση και τον «ελληνικό τρόπο» επίλυσης των προβλημάτων. «Παρατηρούμε πάντως ότι η ευαισθητοποίηση έχει αυξηθεί, ειδικά μεταξύ των νέων ανθρώπων» καταλήγει με μια αισιόδοξη νότα στη συζήτηση.

Αυτονόητη αρετή

Ο Νίκος Δήμου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Πολυγραφότατος συγγραφέας -έχει εκδώσει περισσότερα από 60 βιβλία-, σπουδαίος δημοσιογράφος -έχει συνεργαστεί με τα σημαντικότερα ελληνικά media-, αναγνωρισμένος διαφημιστής -του ανήκουν ορισμένες από τις πιο επιτυχημένες καμπάνιες της δεκαετίας του ’70-, αλλά κυρίως διανοούμενος χωρίς ιδεολογικά βαρίδια και προαπαιτούμενα, έχει εμποτίσει τη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα με τη δική του θεώρηση των πραγμάτων. Μολονότι θα μπορούσε να μιλήσει σε οποιοδήποτε από τα Reportage που προηγήθηκαν -αλλά και όσα ακολουθήσουν- επιδιώξαμε να τον έχουμε κοντά μας στο ανά χείρας θέμα. Ο λόγος είναι ότι είναι ο πιο αναγνωρίσιμος Έλληνας που έχει θέσει το θέμα της φιλοζωίας στις σωστές του βάσεις, κάτι που υπερτονίζεται και από το ότι ο ίδιος θεωρεί το «Βιβλιο των Γάτων» (Εκδόσεις Νεφέλη) το σημαντικότερο συγγραφικό του έργο. Για τον Ν. Δήμου το να αγαπάς, να φροντίζεις και να συμβιώνεις με τα ζώα δεν είναι ένα υποκατάστατο, ένα αντίδοτο για όσους δεν έχουν παιδιά ή έχουν συναισθηματικά κενά. Είναι «αναντικατάστατο», μία σχέση τόσο αυθόρμητη, φυσική και παλιά όσο και η ιστορία του κόσμου: «Πώς γίνεται η φύση, που όρισε να μας αγαπούν τα ζώα, να ορίζει για εμάς το αντίθετο; Ποια λογική μπορεί να απαγορεύει την ανταπόδοση αυτού που η ίδια δημιούργησε; Δεν δικαιούται ο άνθρωπος να κάνει αυτό που κάνουν η γάτα και ο σκύλος; Βλέπετε ένα παιδάκι πόσο αυθόρμητα, φυσικά, τείνει προς ένα μικρό ζώο», υποστηρίζει. Ο Ν. Δήμου πιστεύει ότι μπορείς να αγαπάς και τα παιδιά σου και τα ζώα, γιατί η αληθινή, υγιής αγάπη είναι πλουραλιστική.

«Οι πιο σωστοί άνθρωποι που γνώρισα αγαπούσαν πολλά μαζί: Ανθρώπους, ζώα, τοπία και έργα τέχνης. Μια γυναίκα που έχει παιδί δικαιούται να αγαπάει το σκυλί της, ενώ μια άλλη που για διάφορους λόγους δεν έχει παιδί (ή δεν έχει πια) πρέπει να νιώθει ενοχές για την ίδια αγάπη; Τι μυστήριος πουριτανισμός είναι αυτός;», αναρωτιέται. «Είναι σαν να μου πουν ότι δεν μπορώ να αγαπάω και τη μουσική και την ποίηση -ή και το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο. Και ότι αν τύχει να αγαπάω το ένα (επειδή αυτό έχω) και όχι το άλλο, είμαι λειψός; Και το παιδί και το ζώο, θα έλεγα εγώ. Και πολλά άλλα πράγματα ακόμα!», συνεχίζει. Από την κριτική του δεν γλιτώνουν ούτε οι σύγχρονοι «ρατσιστές». Εκείνοι που σπεύδουν να αποκτήσουν κατοικίδιο με όρους lifestyle. «Συλλέγουν σπάνια ζώα (αχ, πως υποφέρουν τα σιβηρικά χάσκι στην ελληνική ζέστη) τα οποία οι συνεχείς διασταυρώσεις έχουν κάνει υπερευαίσθητα και νευρωτικά, και τα παραδίδουν στην οικιακή βοηθό. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ περνούν μπροστά από το σπίτι μου. Ωραία σκυλιά ράτσας που τα βγάζει βόλτα μια βιαστική και αδιάφορη Φιλιπινέζα. Μία Φιλιπινέζα που φαίνεται καθαρά ότι δεν έχει καμία επαφή με το ζώο -απλώς εκτελεί άλλη μία αγγαρεία. Είναι ένα θέαμα που θα δείτε συχνά στα βόρεια προάστια. Προφανώς τα σκυλιά αυτά δεν ανήκουν στις Φιλιπινέζες. Αλλά δεν τα έχω δει ποτέ με τους πραγματικούς τους ιδιοκτήτες. Φαντάζομαι ότι είναι τόσο πολυάσχολοι, που ούτε μία φορά τον μήνα δεν βρίσκουν μισή ώρα για τον σκύλο τους (εδώ είναι ζήτημα αν βρίσκουν μισή ώρα για τα παιδιά τους)». Και τότε γιατί τον αγόρασαν; ρωτάμε. «Μα είναι ξεκάθαρο -για να λένε ότι έχουν σκύλο ράτσας. Ρατσιστές από κούνια. Με τον ίδιο τρόπο που αποκτούν ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα που δεν ξέρουν να τα οδηγήσουν, πίνακες ζωγραφικής που δεν ξέρουν να εκτιμήσουν, με τον ίδιο τρόπο αποκτούν πιστούς φίλους (ίσως τους μόνους στη ζωή τους) και τους παραπέμπουν στις Φιλιπινέζες». Για το τέλος τον ρωτάμε υποθετικά τι πρωτοβουλίες θα αναλάμβανε θεσμικά για να λύσει το πρόβλημα με τα αδέσποτα. «Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα δεκάδες φιλοζωικοί σύλλογοι -λίγοι σοβαροί και αποτελεσματικοί. Θα τους υποχρέωνα να ενωθούν σε μία συνομοσπονδία, να φτιάξουν άσυλα για τα αδέσποτα και να επιδοθούν σε συστηματική σταυροφορία στείρωσης, εμβολιασμού και υιοθεσίας. Χρήματα υπάρχουν, εθελοντές επίσης, αλλά κατά τα άλλα επικρατεί χάος».

Γατίσια ψέματα

  • «Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες, οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος, άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλο τι παρά τον εαυτόν του ν’ αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του γάτου την κακίαν αι παντοίαι του σκύλου αρεταί. [...]. Καθ’ όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος, ότι δεν γλείφει τας χείρας του κυρίου του όταν ούτος τον δέρει, ότι δεν τρέχει άμα τον καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών διά λογαριασμόν του, φυλάσσων τα πρόβατά του, ή καν να τον διασκεδάση υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι ακριβέστατα. Ουδείς ποτέ ούτε δι’ αμοιβής ούτε διά ραβδισμών κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλοι, οι δούλοι και οι γελωτοποιοί».

-Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) υπερασπίζεται την αρχοντιά και την αυτονομία της γάτας. «Ιστορία μιας γάτας».1893.

Σκυλίσια ζωή

«Στο Κολωνάκι είναι ένας σκύλος, ο Βαγγέλης,

έξω απ’ το everest ή στη Λουκιανού,

το μάτι του σ’ ακολουθεί θέλεις δε θέλεις

καθώς βυθίζεσαι στο βίο που λες πως θέλεις

για να ξεφύγεις, από το βίο, από το βίο του διπλανού.

Κοιτάει τις γκόμενες που θέλουν να πιαστούνε,

που καταφτάνουν από χίλιες γειτονιές,

ντυμένες χρώματα για να παραδοθούνε

στο πρώτο μπράτσο με φλεβίτσες που θα βρούνε

στην πρώτη τσέπη, στην πρώτη τσέπη,

που θα της λύνονται οι κλωστές».

-Ο Φοίβος Δεληβοριάς (στίχοι και μουσική) φιλοσοφεί μέσα από τα μάτια ενός τετράποδου. «Ένας σκύλος στο Κολωνάκι», από το άλμπουμ «Χάλια» (1998).

ΜΙΣ ΦΙΛΟΖΩΙΑ

  • Η Δωροθέα Μερκούρη συχνά αφήνει τα φώτα της λάμψης για να περιμαζέψει αδέσποτα από τους δρόμους. «Αισθάνομαι άτυχη που ζω σε μια τέτοια χώρα, που αν και έχει τέτοιον πολιτισμό και ιστορία δεν συμπεριφέρεται σωστά στα ζώα. Το οξύμωρο είναι ότι αρκετά από τα αδέσποτα είναι καθαρόαιμα, που σημαίνει ότι αυτοί που τα παράτησαν τα είχαν αγοράσει». Η ίδια είναι υπέρ της υιοθέτησης αδεσπότων, όχι ζώων «ράτσας».

Γαβ και νιάου στα FM

  • Η τηλεόραση και τα περιοδικά απορροφούν στην Ελλάδα σχεδόν το σύνολο (99%) της διαφημιστικής «πίτας» για προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται σε φιλόζωους (και κατοικίδια). Στον αντίποδα το ραδιόφωνο καταλαμβάνει λιγότερο από το 1%. Την τιμή του πιο ακουστικού Μέσου σώζει η εκπομπή «Συγκατοικίδια», (ΑΝΤ1, 97.2, κάθε Σάββατο 17.00 - 19.00), που παρουσιάζει η Αργυρώ Μώρου. «Μιλάμε με ειδικούς, παρουσιάζουμε τρελά θέματα -όπως εγχείρηση σε χρυσόψαρο 4 εκατοστών-, γαβγίζουμε για τα κακώς κείμενα, κουνάμε ουρίτσες για όσα καλά συμβαίνουν, αλλά ποτέ δεν γλείφουμε» λέει η ίδια με χιούμορ.

Κουτάβια με πτυχίο

  • O Γ. Αραχωβίτης είναι ιδιοκτήτης της σχολής Stardogs. Μας πληροφορεί πως κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι ιδιοκτήτες πηγαίνουν μαζί με τον σκύλο τους «σχολείο», προκειμένου να μάθουν να επικοινωνούν καλύτερα με το ζώο τους, αλλά και εκείνο να γίνει πιο υπάκουο, βολικό, ασφαλές. Προτείνει η εκπαίδευση να ξεκινάει από τον 2ο μήνα της ζωής και να γίνεται χωρίς τη χρήση βίας και εξαναγκασμού.
Το μέρος Νο 44 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 354, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 7 Δεκεμβρίου 2008.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Η Άγια Νύχτα μέσα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια

Τι λέει η θρησκευτική παράδοση για τη φάτνη, τα ζώα και τους μάγους. Από ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αιώνα και μετά, ενεπνεύστησαν οι αγιογράφοι για να εικονίσουν τη γέννηση του Χριστού.

Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε και το κοντάκιο των Χριστουγέννων, όπου ο υμνωδός πανηγυρίζει ότι "η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει".

Η πραγματικότητα είναι ότι κανένα από τα δύο Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά που διηγούνται τη Γέννηση δεν κάνουν λόγο είτε για σπήλαιο είτε για βόδι και όνο. Πρόκειται για στοιχεία της θρησκευτικής παράδοσης, προερχόμενα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.

Με τον όρο Απόκρυφα Ευαγγέλια οι θεολόγοι αναφέρονται σε διάφορα ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα χριστιανικά κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αι. μ.Χ. και έπειτα. Δεν συμπεριλαμβάνονται στον Κανόνα των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης.

Όμως, σχετίζονται με αυτήν τόσο από πλευράς φιλολογικού είδους (είναι Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές, Αποκαλύψεις, αλλά και Διάλογοι, Ερωταποκρίσεις) όσο και από πλευράς περιεχομένου.

Το τελευταίο έχει την έννοια πως ορισμένα τουλάχιστον από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια αναφέρονται σε γεγονότα ή πρόσωπα, που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη. Τα συμπληρώνουν, τα τροποποιούν ή δίνουν την προέκτασή τους.

Τα κείμενα αυτά, που δημιούργησε η φαντασία των πρωτοχριστιανών, αποδόθηκαν σε γνωστά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, που μπορεί να είναι από τον απόστολο Πέτρο και τον αδελφόθεο Ιάκωβο μέχρι τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ορισμένα καταδικάστηκαν από την Εκκλησία, ενώ ορισμένα άλλα τροφοδότησαν τη λαϊκή ευσέβεια και ενέπνευσαν την εκκλησιαστική τέχνη.

Στο λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου ή στο Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου:

  • Περιγράφεται το σπήλαιο ως τόπος γέννησης του Ιησού.
  • Αναφέρονται το βόδι και ο όνος να προσκυνούν τον νεογέννητο Χριστό.
  • Σημειώνεται ότι κατά τη θαυμαστή στιγμή της εμφάνισης του Θεανθρώπου το σύμπαν έκθαμβο σταμάτησε τη ροή και την κίνησή του.
  • Προσθέτεται ακόμα ότι κατά τη φυγή στην Αίγυπτο η Αγία Οικογένεια στεγάστηκε προσωρινά σε έναν ειδωλολατρικό ναό, όπου, με την εμφάνισή της και μόνο, κατέρρευσαν 365 αγάλματα που απεικόνιζαν ψεύτικους θεούς και δαίμονες.

Ονόματα μάγων

Στα Απόκρυφα οι εκ της Περσίας Μάγοι, που αναφέρει ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του, γίνονται τρεις και αποκτούν ονόματα. Είναι ο Γασπάρ, ο Βαλτάσαρ και ο Μελχιώρ, που στον Μεσαίωνα τιμήθηκαν ως άγιοι. Και άλλα ανώνυμα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης ονοματίζονται στα Απόκρυφα:

  • Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που κατά τη Σταύρωση θα αναφωνήσει «Θεού υιός εστί», είναι ο Λογγίνος.
  • Οι ληστές που σταυρώθηκαν "εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων" του Ιησού είναι ο Γίστας και ο Δισμάς.
  • Η αιμορροούσα γυναίκα είναι η Βερονίκη.

Ακόμα και το περίφημο "Quo vandis Domine;" του Πέτρου περιλαμβάνεται στις Απόκρυφες Πράξεις του αποστόλου. Η ιεραποστολική δραστηριότητα των μαθητών του Ιησού περιλαμβάνεται στη θεματολογία αυτών των κειμένων.

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΠΟΙΜΕΝΩΝ
Προσπάθησαν να βάλουν σε πειρασμό τον Ιωσήφ

Η προσκύνηση των ποιμένων είναι ένα αγαπημένο θέμα και στα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Μόνο που εδώ δεν παρουσιάζονται μόνο οι ταπεινοί και ευλαβείς κτηνοτρόφοι, αλλά και ένας διαβολικός τύπος που θέλει να βάλει σε πειρασμό τον Ιωσήφ.

Πράγματι, ο Ιωσήφ εμφανίζεται σκεπτικός για τον λόγο ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Αυτήν την κατάσταση θέλησε να εκμεταλλευτεί ο διάβολος. Μεταμορφώθηκε σε ποιμένα ονόματι Θύρσο και μάταια προσπάθησε να τον βάλει σε πειρασμό, ώστε να διώξει τη Μαρία και να κάνει κακό στον νεογέννητο Θεάνθρωπο.

Το επεισόδιο αυτό ιστορείται και σε βυζαντινές αγιογραφίες της Γέννησης, με την εικαστική απόδοση της γενικότερης ατμόσφαιρας και των γεγονότων που διαδραματίζονται στο σπήλαιο της Βηθλεέμ εκείνη την Άγια Νύχτα.

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΣΠΑΡΓΑΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ ΤΟΥΣ ΕΔΩΣΕ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ενας άγγελος οδήγησε τους μάγους στη φάτνη - Τέσσερις εκδοχές για την καταγωγή τους

Οι Μάγοι που προσκύνησαν το Θείο Βρέφος ήταν άνδρες σοφοί που δεν ανήκαν στο πολιτιστικό περιβάλλον του Ιησού. Επρόκειτο για τους πρώτους εθνικούς που αναγνώρισαν και λάτρεψαν τον Χριστό.

Κατά το Ευαγγέλιο του Ψευδο- Ματθαίου, οι Μάγοι δεν περιορίστηκαν στην από κοινού προσφορά σμύρνας, λιβανιού και χρυσού, αλλά και καθένας χωριστά προσέφερε από ένα κομμάτι χρυσό, τονίζοντας μ αυτό τον τρόπο τη βασιλική πτυχή της Γέννησης.

Σε ένα άλλο Απόκρυφο, το λεγόμενο αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, αναφέρεται ότι οι Μάγοι οδηγήθηκαν στον Χριστό όχι από αστέρι, αλλά από έναν άγγελο. Προστίθεται, μάλιστα, και το εξής:

Η Θεοτόκος θέλησε να ανταποδώσει στους επισκέπτες και προσκυνητές τα δώρα που εναπόθεσαν στη φάτνη. Τους έδωσε ένα κομμάτι σπάργανο, από εκείνο που είχε τυλίξει το Βρέφος. Εκείνοι μετέφεραν το κειμήλιο στον τόπο τους και το φύλαξαν με ευλάβεια.

Περί της καταγωγής των Μάγων πολλά αναφέρονται.

  • Ο Ιουστίνος, θεολόγος οσιομάρτυς καταγόμενος από τη Φλάβια - Νεάπολη, θεωρούσε ως τόπο προέλευσής τους την Αραβία.
  • Ο Τερτυλλιανός υποστηρίζει το ίδιο, προσθέτοντας ότι είχαν βασιλική ιδιότητα.
  • Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, πίστευε ότι οι Μάγοι ήταν Πέρσες.
  • Ο Αγιος Αθανάσιος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, είχε την άποψη πως ήταν Αιγύπτιοι.

Στη βυζαντινή αγιογραφία επικράτησε να απεικονίζονται οι Τρεις Μάγοι ως Πέρσες με τα χαρακτηριστικά ενδύματα που συνηθίζονταν εκείνη την εποχή στην αυτοκρατορία του ζωροαστρισμού. Ετσι τους ζωγράφισε ο ανώνυμος καλλιτέχνης στις τοιχογραφίες του Ναού της Γεννήσεως στους Αγίους Τόπους.

Τα Ιεροσόλυμα κατέλαβε το 614 μ.Χ. ο Χοσρόης Β, οπότε τα στρατεύματά του επιδόθηκαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και καταστροφές. Στον Ναό της Γεννήσεως σταμάτησαν τους βανδαλισμούς όταν ανάμεσα στις περίτεχνες αγιογραφίες διέκριναν τους τρεις συμπατριώτες τους. Τους ξεχώρισαν από τα χαρακτηριστικά ρούχα με τα οποία τους είχε ντύσει ο λεπτολόγος ζωγράφος.

Οι Μάγοι προφανώς ήταν σπουδασμένοι άνθρωποι με κύρος, που ασκούσαν θρησκευτική και πολιτική επιρροή στην πατρίδα τους. Είχαν πρόσβαση σε αστρολογικές και υπερβατικές γνώσεις. Πιθανώς να ήταν ιερείς του ζωροαστρισμού.

ΤΟΝ 8ο ΑΙΩΝΑ μ.Χ.
Αναφορές στο βόδι και τον όνο που στέκονται στη φάτνη κάνει ο Ψευδο-Ματθαίος

Το βόδι και ο όνος, που στέκονται πίσω από τη φάτνη με τον νεογέννητο Χριστό, εμφανίζονται στο Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία Απόκρυφα και χρονολογείται στον 8ο αι. μ.Χ. Το περιστατικό μνημονεύεται προς επιβεβαίωση προφητειών του Ησαϊα και του Αββακούμ.

Αναφέρει ο Ψευδο-Ματθαίος ότι τρεις μέρες μετά τη Γέννηση η επίτοκος Μαρία μετακινήθηκε από το Σπήλαιο και μπήκε σε έναν στάβλο, όπου παρέμεινε για άλλες τρεις μέρες. Εκεί, στον στάβλο, βρήκε πρόχειρη μια φάτνη, όπου εναπόθεσε το Νεογέννητο. Ετρεξαν να το προσκυνήσουν ένα βόδι και ο όνος. Και προσθέτει:

"Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Ησαϊα: "Το βόδι γνώρισε τον αφέντη του και ο όνος τη φάτνη του κυρίου του". Τα ίδια τα ζωντανά, το βόδι και ο όνος, έχοντας Αυτόν στη μέση αδιαλείπτως τον προσκυνούσαν. Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Αββακούμ: "Εν μέσω δύο ζωντανών θα φανερωθείς"".

Η εγκατάσταση προηγουμένως στο σπήλαιο αναφέρεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Μάλιστα περιγράφεται ως έκτακτο γεγονός και ως λύση ανάγκης, διότι οι ωδίνες έπιασαν την Παναγία λίγο έξω από τη Βηθλεέμ, στο χωριό όπου ήταν υποχρεωμένοι να απογραφούν Αυτή και ο Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ, κατά τη διήγηση του Ιακώβου, μόλις αντιλήφθηκε ότι τη Μαρία είχαν πιάσει οι πόνοι, την κατέβασε από το υποζύγιο στο οποίο επέβαινε. Βρέθηκε σε απόγνωση μέσα στην ερημιά. Αλλά, όπως σημειώνεται στο κείμενο, γρήγορα "εκεί βρήκε ένα σπήλαιο και έβαλε μέσα τη Μαρία".

Διαφορετική είναι η ιστόρηση στο Ευαγγέλιο του Λουκά. Ο Λουκάς αναφέρει ότι βρίσκονταν ήδη στη Βηθλεέμ, όταν "ήρθε η ώρα της Παναγίας να γεννήσει".

Λογικό φαίνεται το ζευγάρι να μην αναζήτησε στέγη σε στάβλο, αλλά σε κάποιο από τα δωμάτια φιλοξενίας που διέθεταν τα ιουδαϊκά σπίτια. Με αυτήν την άποψη συμφωνεί και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος κάνει λόγο για "κατάλυμα" που βρήκαν ο Ιωσήφ και η Μαρία.

Η λέξη κατάλυμα ήταν γνωστή στον Λουκά και τη χρησιμοποίησε άλλη μια φορά στο Ευαγγέλιό του. Τη χρησιμοποίησε εκεί που γίνεται αναφορά στον Μυστικό Δείπνο. Κατάλυμα ήταν το δωμάτιο του σπιτιού που του παραχωρήθηκε το Πάσχα για να φάει με τους μαθητές του.

Ως εκ τούτου γίνεται λόγος για δωμάτιο φιλοξενίας και όχι για στάβλο. Μάλιστα, σε άλλο σημείο η Αγία Γραφή, αναφορικά με την επίσκεψη των Μάγων, επισημαίνει ότι έγινε "εις οικίαν".

Μια σπηλιά που κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν για στάβλο, μερικά ζώα, ο Ιωσήφ, η Μαρία, το Θείο Βρέφος ξαπλωμένο και σπαργανωμένο στη φάτνη, οι ποιμένες και πιο πέρα οι μάγοι. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που ακολουθούν οι αγιογράφοι της ορθόδοξης βυζαντινής παράδοσης για να εικονίσουν το μέγα γεγονός της Γέννησης του Χριστού. Το ίδιο συμβαίνει πάνω κάτω με τα κάλαντα.

Του Θοδωρή Ρουμπάνη. Από το ΕΘΝΟΣ της Τετάρτης, 24 Δεκεμβρίου 2008.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Κορνήλιος Καστοριάδης: Ο φιλόσοφος της κρυστάλλινης σκέψης

Φιλόσοφος, οικονομολόγος, ψυχαναλυτής και διανοητής με παγκόσμια αναγνώριση και σπάνιο ήθος, αναζητούσε την αλήθεια χωρίς περικοπές, την πραγματικότητα χωρίς εκπτώσεις, μακριά από τις επιταγές μιας καριέρας, μετατοπίζοντας αριστοτεχνικά τη συζήτηση από την ανάλυση στη σύνθεση, από την ερμηνεία στην πράξη …

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που οραματίστηκε μια νέα ανθρωπότητα, ένας στοχαστής που αντιτάχθηκε στα ρεύματα της γενιάς του, ένας διανοούμενος που αμφισβήτησε ό,τι αγάπησε, που άλλα του έλεγε η λογική του και άλλα η συναισθηματική του υπόσταση, που το μυαλό του τον οδήγησε σε λαβυρίνθους της σκέψης φαινομενικά αδιέξοδους, που πίστευε στην ύπαρξη κάποιας διεξόδου όταν γύρω του όλα υπαινίσσονταν την ήττα και ο οποίος άφησε πίσω του τη βεβαιότητα της ελπίδας. Το παρήγορο είναι ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έζησε την περιπέτεια του πνεύματός του στα άκρα, σε απόλυτη αντιστοιχία με την ταραχώδη εποχή του. Αλλά και με συνέπεια και φαντασία και αξιοπρέπεια. Όπως, άλλωστε, θα ταίριαζε στον φιλόσοφο που με μια αδιάκριτη, ίσως, ειλικρίνεια διέγνωσε εγκαίρως την αναξιοπιστία του -άλλοτε αγαπημένου του- κομμουνισμού, την παθογένεια του καπιταλισμού και την τρομακτική απουσία μιας εναλλακτικής πρότασης. Και όμως, το έργο του αφήνει περιθώρια για μια εμπράγματη αισιοδοξία.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε στην Πόλη το ’22 και την ίδια χρονιά η Μικρασιατική καταστροφή αναγκάζει την οικογένειά του να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Καίσαρας, είχε γαλλική παιδεία την οποία φρόντισε να του μεταδώσει, ενώ η μητέρα του, Σοφία, με την έντονη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία τού ενστάλαξε την αγάπη της για την Τέχνη. Από νωρίς επιδεικνύει μία ιδιαίτερα ανήσυχη φύση, μαθαίνει πιάνο και ασχολείται περιπαθώς με τη λογοτεχνία. Οι γονείς του αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για ένα χαρισματικό παιδί, χωρίς βέβαια να μπορούν να διαβλέψουν το εύρος της ευφυΐας του. Ήδη, ωστόσο, τα πρώτα σημάδια της είναι έκδηλα και σε πρώιμη ηλικία θα σπουδάσει νομικά, οικονομικά και φιλοσοφία, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, προσπαθώντας να συγκεράσει τις ετερόκλητες διανοητικές του αναζητήσεις.

Εάν κανείς πιστεύει ότι οι άνθρωποι διαγράφουν κάποια προκαθορισμένη πορεία, τότε η περίπτωση του Καστοριάδη αποτελεί μια ικανή ένδειξη προς αυτήν την κατεύθυνση: Το 1935 διαβάζει το πρώτο του μαρξιστικό φιλοσοφικό βιβλίο που αγόρασε μόνος του από ένα υπαίθριο βιβλιοπωλείο. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ισχυρό ενδιαφέρον του τόσο για τη σκέψη όσο και για την πολιτική- μια συναρπαστική, δαιδαλώδης και απρόβλεπτη πνευματική περιπλάνηση ανοιγόταν μπροστά του. Και πράγματι, η σκέψη του Μαρξ θα αποδειχτεί γι’ αυτόν μια συγκλονιστική αποκάλυψη που θα επηρεάσει τη ζωή του μέχρι τέλους. Κάθε άλλο παρά τυχαίο, λοιπόν, είναι ότι επί δικτατορίας Μεταξά, το 1937, προσχωρεί στην Κομμουνιστική Νεολαία και τέσσερα χρόνια αργότερα εγγράφεται στο Κ.Κ.Ε. Αλλά λίγο μετά, στην αρχή της Κατοχής, απογοητεύεται από τον εθνικιστικό προσανατολισμό του κόμματος και προσχωρεί στην ακραία τροτσικιστική ομάδα του Αλέξανδρου Στίνα. Είναι η εποχή που εξιδανικεύει αυτό που θεωρούσε ότι του έλειπε: τη δράση. Άλλωστε, σε όλη του τη ζωή θα επιδιώκει τα κείμενά του να μην είναι απλώς αναλυτικά ή ερμηνευτικά- τον ενδιαφέρει πρωτίστως η πρακτική διάσταση των θεμάτων.

Η πολιτική επιλογή του έχει ως συνέπεια τη δίωξή του από τους Γερμανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Στο μεταξύ, γράφει τις πρώτες του μελέτες για τις κοινωνικές επιστήμες. Mεσολαβούν, όμως, τα γεγονότα του Δεκέμβρη 1944 τα οποία αποτελούν ένα οδυνηρό ξάφνιασμα για τον στοχαστή που πείθεται ότι επιχειρήθηκε να εγκαθιδρυθεί μία σταλινική δικτατορία. Αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη επιλογή "σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο" από τη φυγή. Στα εικοσιτρία του εγκαταλείπει την Ελλάδα με το Νεοζηλανδέζικο πλοίο "Ματαρόα". Συνεπιβάτες του Καστοριάδη και άλλες μετέπειτα σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Αξελός, ο Παπαϊωάννου, ο Μακρής, ο Ξενάκης, η Κρανάκη- όλοι τους είχαν εξασφαλίσει υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου από την γαλλική κυβέρνηση.

Στο Παρίσι δραστηριοποιείται χωρίς να χάσει χρόνο και γίνεται μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά σταδιακά απομακρύνεται ώσπου μετά το 1948 εγκαταλείπει οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα απογοητευμένος. Παράλληλα αρχίζει να εργάζεται ως υψηλό στέλεχος στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης- μια θέση την οποία διατήρησε έως το 1970. Στο μεταξύ γνωρίζεται με τον Κλοντ Λεφόρ και το 1948 ιδρύουν την ομάδα "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα", η οποία μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο θρυλικό περιοδικό. Πρόκειται για μία εξαιρετικά δημιουργική περίοδο από τα κείμενα της οποίας προέκυψαν μερικά από τα βιβλία που θα τον καθιέρωναν ως διανοητή παγκόσμιας εμβέλειας: "Η Γραφειοκρατική Κοινωνία", "Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος", "Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού", "Η Γαλλική Κοινωνία". Το 1967 η ομάδα "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" διαλύεται, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν τη βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του ’68.

Σταδιακά, όμως, παρά την ηθική ικανοποίηση που αισθάνεται από την αποδοχή του έργου του, οδηγείται σε ιδεολογικά και -κατ’ επέκτασιν- υπαρξιακά αδιέξοδα. Η πρωτοποριακή ανάλυση που διατύπωσε για το πολιτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, ως "νέου τύπου καθεστώτος καταπίεσης όπου σχηματίστηκε μία νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία" έμελλε να προηγηθεί κατά πολύ της εποχής του. Αλλά σε προσωπικό επίπεδο τον έφθειρε ανεπανόρθωτα: Κατά βάθος ο Καστοριάδης είχε απολέσει κάθε ουσιαστική προσδοκία για μια ριζική αναδιάρθρωση της κοινωνίας. Η αναξιοπιστία του κομμουνισμού σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια της καπιταλιστικής καθημερινότητας για μια ελπιδοφόρα προοπτική δημιούργησε στη συνείδησή του ένα τρομακτικό κενό εναλλακτικής πρότασης. Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος στοχαστής εφαρμόζοντας για χρόνια ολόκληρα τον μαρξισμό κατανόησε -σε καιρούς πραγματικά ανυποψίαστους- ότι κάτι σημαντικό απουσίαζε: Και αυτό δεν ήταν άλλο από το ίδιο το υποκείμενο, την προσωπική ευθύνη και στάση του κάθε ανθρώπου μέσα στην κοινωνία του, την ενεργό συμμετοχή του στην Ιστορία. Για τον λόγο αυτό στρέφεται προς το γνωστικό πεδίο της ψυχανάλυσης.

Ως αποτέλεσμα αυτής της στροφής του προς την ατομική ευθύνη θα προκύψει το 1975 το σπουδαιότερο έργο του: "Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας", ένα κομψοτέχνημα στοχαστικής ενόρασης πάνω στη σχέση του ατόμου και των κοινωνικών δομών. Για τον Έλληνα φιλόσοφο μόνο εάν οι άνθρωποι συνειδητοποιήσουν την τεράστια ευθύνη που έχουν απέναντι στον εαυτό τους ως μέλη ενός συνόλου, θα μπορέσει να ξεκινήσει η διαδικασία σύγκλισης των δράσεών τους και ακολούθως της αυτονομίας "της αυτοθέσμισης" μιας κοινωνίας. Από το 1979 γίνεται διευθυντής σπουδών στην Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales.

Στη δεκαετία του ’80 θα ακολουθήσουν και άλλα σημαντικά έργα: "Από την οικολογία στην αυτονομία", "Η ρήξη: είκοσι χρόνια μετά", ενώ στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 θα κυκλοφορήσουν ο "Θρυμματισμένος κόσμος" και η "Ανοδος της ασημαντότητας". Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας μία σειρά από διαλέξεις και κάποιες συνεντεύξεις: "Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος -συμπεριλαμβανομένου του Νεοέλληνα- είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα. Ενδιαφέρεται μόνο για το βιοτικό του επίπεδο. Προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά "αγαθά" να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητά του. Χειραγωγείται από τους δήθεν πολιτικούς ή είναι τόσο αποκαρδιωμένος από την πολιτική κατάσταση, ώστε απέχει. Αποχαυνώνεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Χαζεύει τα σίριαλ και χάφτει αυτά που του σερβίρουν ως "νέα". Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία τηλεκατανάλωσης. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία" θα επισημάνει ήδη από το 1994 για να προσθέσει: "Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Δύση είναι μια πρεμιέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πρώτη φορά, από όσο ξέρω, παρατηρούμε μια κοινωνία χωρίς αξίες, χωρίς νόρμες, χωρίς κατεύθυνση. Ούτε καν στην καπιταλιστική πρόοδο δεν πιστεύει πραγματικά πια κανείς. Είναι η άνοδος της ασημαντότητας".

Το 1997, στις 26 Δεκεμβρίου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης πεθαίνει έπειτα από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στο Παρίσι. Η προσωπική του ζωή υπήρξε αθόρυβη, μακριά από την παραμικρή -έστω- δημοσιότητα. Παντρεύτηκε δύο φορές, την ψυχαναλύτρια Pierra Aulignier και τη Ζωή Καστοριάδη, από τις οποίες απέκτησε δύο κόρες. Μέχρι το τέλος δεν έπαψε ούτε στιγμή να πιστεύει ότι όλες οι ανεπιθύμητες καταστάσεις μπορούν να ανατραπούν: "Τον Μάρτιο του 1968, θα έλεγε κανείς με σιγουριά ότι ο γαλλικός πληθυσμός ήταν εντελώς αποχαυνωμένος. 'Ομως μετά από δύο μήνες ήρθε ο Μάης: Κανείς ποτέ δεν προέβλεψε μια ριζική αλλαγή στη στάση του κόσμου ή ακόμη περισσότερο μια κοινωνική έκρηξη".

Σήμερα, ο Καστοριάδης εξακολουθεί και παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρος μέσα από ένα έργο που ξεπερνάει τα ιστορικά πλαίσια που το καθόρισαν. Ο θάνατός του, ωστόσο, σηματοδότησε το οριστικό τέλος μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, μιας εποχής κατά την οποία ο φιλοσοφικός στοχασμός φιλοδοξούσε να γίνει μία μορφή κοινωνικού λόγου που θα συνένωνε -προς όφελος όλων- την σκέψη με την πράξη.

Αληθινός φιλόσοφος

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης περνούσε τα περισσότερα από τα καλοκαίρια του στην Τήνο και απολάμβανε την αγάπη των ντόπιων, που τον σέβονταν κι ας μην τον πολυκαταλάβαιναν. Είχε μια σχεδόν σωματική σχέση με την "πατρίδα του", τη "θάλασσα, τον αέρα, τα δέντρα", του άρεσε η συντροφιά γύρω από το τραπέζι, έπινε με μέτρο, αγαπούσε ιδιαίτερα την κλασική μουσική και την τζαζ. Απλός, ζεστός και άμεσος ο σπουδαίος αυτός φιλόσοφος μάζευε γύρω του τα παιδιά από τα διπλανά σπίτια και συζητούσε με τις ώρες μαζί τους, αποδεχόμενος κάθε άποψη και κάθε απορία. 'Αλλωστε κάπως έτσι αρχίζει ακόμη μία πνευματική αναζήτηση που σέβεται τον εαυτό της...

Ένας τολμηρός άνθρωπος

"Υπήρξε ένας από τους πρώτους διανοούμενους που προετοίμασαν το ξεπέρασμα της παλιάς διάκρισης Δεξιάς-Aριστεράς για μια κοινωνία ανοιχτή, πολυπολιτισμική, ανεκτική στον αντίποδα μιας κοινωνίας κλειστής, ξενοφοβικής, ανισότιμης", λέει ο Άνταμ Μίχνικ, μυθική προσωπικότητα της Πολωνίας, σπουδαίος δημοσιογράφος και στοχαστής και καταλήγει. "Ήταν πάνω απ’ όλα ένας τολμηρός άνθρωπος, με μια εμμονή για την ελευθερία και την απόλυτη ανεξαρτησία πνεύματος. Γι’ αυτό και ήταν πολύ συχνά μόνος".

Δείτε σε 6 συνέχειες την εκπομπή "Παρασκήνιο" την αφιερωμένη στον Κορνήλιο Καστοριάδη













Του Γιώργου Βαϊλάκη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 353, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 30 Νοεμβρίου 2008.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Ενα εκατ. στρατιώτες έγραψαν Ιστορία με ανακωχή μιας μέρας

Γερμανοί, Βρετανοί και Γάλλοι αιφνιδίασαν τους στρατηγούς τους με μια μοναδική, μαζική και αυθόρμητη συμφιλίωση που κράτησε 24 ώρες στο φοβερό δυτικό μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια μοναδική στην παγκόσμια ιστορία αυθόρμητη συμφιλίωση μεταξύ αντιμαχόμενων στρατιωτικών μονάδων καταγράφηκε τα Χριστούγεννα του 1914, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη του Α! Παγκοσμίου Πολέμου, στο φοβερό δυτικό μέτωπο. Χιλιάδες Γερμανοί, Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες άφησαν τα όπλα, βγήκαν από τα χαρακώματα και προχώρησαν σε γιορταστική ανακωχή.

Ήταν μια παράτολμη, σχεδόν απίστευτη μαζική εκδήλωση, που αιφνιδίασε τις στρατιωτικές διοικήσεις των εμπολέμων. Ξεκίνησε αυθόρμητα από ένα σημείο των γαλλοελβετικών συνόρων και απλώθηκε σε ολόκληρη τη γραμμή του μετώπου, μέχρι τις ακτές της Φλάνδρας.

Ο Α! Παγκόσμιος Πόλεμος, γνωστός επίσης ως "Μεγάλος Πόλεμος", διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1918. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν ικανό για να χαθούν 9 εκατομμύρια ζωές.

Ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε ριζικά και οδηγήθηκαν σε κατάρρευση τέσσερις αυτοκρατορίες: η Γερμανική, η Ρωσική, η Οθωμανική και η Αυστροουγγαρία.

Αντιμέτωπα βρέθηκαν τα στρατεύματα της Αντάντ (κυρίως Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία ως τις αρχές του 1918, Ηνωμένες Πολιτείες από το 1917) και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία). Τη νίκη κατέκτησε η συμμαχία της Αντάντ στην οποία είχε προσχωρήσει και η Ελλάδα.

Ο "Μεγάλος Πόλεμος" ήταν ο σκληρότερος και φονικότερος απ όσους η ανθρωπότητα είχε ζήσει μέχρι τότε. Έκρυβε οδυνηρές εκπλήξεις ακόμα και γι αυτούς που ήταν ατσαλωμένοι στη φρίκη του πολέμου.

Για παράδειγμα, πριν από τη μάχη του Σομ στη βορειοδυτική Γαλλία οι αξιωματικοί βεβαίωναν τους μαχητές των αγγλικών μονάδων πως θα ήταν εξαιρετικά εύκολη η επιχείρηση. Η προέλαση θα έμοιαζε με περίπατο σε πάρκο και δεν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους.

Η μάχη ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1916. Μόνο την πρώτη μέρα της σύγκρουσης οι Βρετανοί, που πολεμούσαν υπό τις διαταγές του στρατηγού σερ Ντάγκλας Χέιγκ, είχαν 60.000 νεκρούς. Αφορμή για την έκρηξη του πολέμου αποτέλεσε η δολοφονία στο Σεράγεβο της Βοσνίας (τότε επαρχία της Αυστροουγγαρίας) του αρχιδούκα διαδόχου της Αυστρίας Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας.

Κύριο και αποφασιστικό θέατρο των συγκρούσεων αποτέλεσε το δυτικό μέτωπο. Εκεί τέθηκαν αντιμέτωπες οι δυνάμεις της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας με αυτές της Γαλλίας, της Βρετανίας, του Βελγίου και, αργότερα, των ΗΠΑ.

Οι δύο πλευρές έλπιζαν αρχικά σε μια ταχεία προέλαση. Τελικά το δυτικό μέτωπο χαρακτηρίστηκε από τις μακρές σειρές των οχυρωμάτων και τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρών. Ο πόλεμος κινήσεων, που είχαν σχεδιάσει οι στρατηγοί κλεισμένοι στα ασφαλή γραφεία των επιτελείων τους, μετατράπηκε σε στατικό πόλεμο χαρακωμάτων.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΑΝΑΨΕ ΤΟ "ΦΙΤΙΛΙ". Βγήκαν από τα χαρακώματα, αντάλλαξαν ευχές και δώρα και έπαιξαν όλοι μαζί μπάλα

Το επεισόδιο των Χριστουγέννων του 1914 είναι γνωστό περισσότερο ως θρύλος. Όμως πρόκειται για μια πραγματική ιστορία.

Ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο οι στρατευμένοι της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, που παραμέρισαν τις εντολές των στρατηγών. Βγήκαν από τα χαρακώματα, ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα», τραγούδησαν την «Αγια Νύχτα», έπαιξαν ποδόσφαιρο και αντάλλαξαν τα υποτυπώδη δώρα που θα μπορούσαν να έχουν επάνω τους, τσιγάρα, λίγο κρυμμένο κονιάκ και κουμπιά από τις χλαίνες τους.

Ήταν η πιο αυθόρμητη ανακωχή της παγκόσμιας ιστορίας.

Όλα ξεκίνησαν πρόχειρα. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο ήταν το σημείο του μετώπου απ' όπου έγινε η αρχή. Γεγονός αποτελεί ότι επεκτάθηκε ταχύτατα, σχεδόν αστραπιαία.

Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός στρατιώτης, που εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε και αγγλικά. Πρόκειται για τον οπλίτη Μέκελ, όπως αφηγείται σε διασωθείσες επιστολές του ο συστρατιώτης του Κουρτ Τσέμις. Γράφει σχετικά: «Ο στρατιώτης Μέκελ από τον λόχο μου, που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στη Βρετανία, φώναξε μιλώντας αγγλικά απευθυνόμενος στο απέναντι εχθρικό χαράκωμα. Γρήγορα άρχισε μια έντονη συζήτηση».

Οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα. Έσφιξαν τα χέρια και αλληλοευχήθηκαν «Χαρούμενα Χριστούγεννα». Ο καθένας μιλούσε στη γλώσσα του. Όμως εκείνη η ιδιόρρυθμη Βαβέλ δεν χώριζε τους λαούς. Τους ένωνε.

Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Αυτοί οι πρώτοι, η μαγιά της μεγάλης πρωτοβουλίας, συμφώνησαν την επομένη, που ήταν η μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης, να μη χρησιμοποιήσει κανείς το όπλο του. Να μην υπάρξει πυροβολισμός την ώρα που στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αντηχεί το «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».

Ο Κουρτ Τσέμις συνεχίζει την αφήγησή του: «Στο χαράκωμά μας είχαμε τοποθετήσει ήδη γιορταστικά δεντράκια και κεριά. Μετά την πετυχημένη συνάντησή μας με τους Αγγλους, βάλαμε ακόμα περισσότερα στολίδια. Οι Άγγλοι έδειχναν τη χαρά τους για τα φωταγωγημένα χαρακώματά μας. Φώναζαν, σφύριζαν και χειροκροτούσαν. Εγώ, όπως και οι περισσότεροι, όλη τη νύχτα την πέρασα ξάγρυπνος. Μπορεί να έκανε κρύο, αλλά ήταν υπέροχα».

Ο Τσέμις επέζησε του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Εχασε τη ζωή του περί τα τέλη του Β! Παγκοσμίου Πολέμου, αιχμάλωτος των συμμάχων.

Ήταν μια μικρή ειρήνη, καθώς ο "Μεγάλος Πόλεμος" μαίνονταν. Ορισμένοι από εκείνους που έχουν ασχοληθεί με το περιστατικό, υποστηρίζουν ότι η επικοινωνία μεταξύ των εμπολέμων διευκολύνθηκε επειδή πολλοί Γερμανοί είχαν εργαστεί προπολεμικά στη Βρετανία, σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Μπράιτον, το Μπλάκπουλ. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι οικογένειές τους βρίσκονταν ακόμα στο νησί.

Ανήμερα τα Χριστούγεννα οι Γερμανοί βγήκαν πρώτοι από τα χαρακώματα κι άρχισαν να κατευθύνονται προς το μέρος των Άγγλων, που τους αντέγραψαν αυθόρμητα. Χαιρετήθηκαν και άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Μη φαντάζεστε τίποτε οργανωμένο. Μια αυτοσχέδια πάνινη μπάλα βρέθηκε και περίπου 50 άτομα άρχισαν να αλλάζουν πάσες ή μάλλον να κλωτσούν.

Το ποδόσφαιρο ήταν αναπόσπαστο τμήμα της χριστουγεννιάτικης γιορτής. Τη θέση της μπάλας είχαν πάρει αλλού ένα τενεκεδάκι, αλλού ένας κάλυκας, αλλού κάλτσες δεμένες στρογγυλά.

Γίνεται λόγος και για έναν Βρετανό στρατιώτη, που αξιοποίησε εμπορικά την κατάσταση, όντας επιχειρηματικό πνεύμα.

Ως πολίτης ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα. Ετσι, βλέποντας γύρω του τόσα ακούρευτα κεφάλια έστησε στην «ουδέτερη ζώνη» ένα μικρό κομμωτήριο εκ των ενόντων. Αδιαφορούσε για την εθνικότητα του πελάτη του. Απλώς χρέωνε δύο τσιγάρα το κάθε κούρεμα.

Παραφωνία σ' όλο αυτό το τρελό πανηγύρι αποτέλεσαν ένας Βρετανός ταγματάρχης και ένας Αυστριακός δεκανέας.

Ο Βρετανός ταγματάρχης παρατηρούσε τους στρατιώτες λέγοντας ότι «τον Γερμανό δεν πρέπει να τον κάνεις φίλο, αλλά να τον σκοτώνεις». Διέταζε μάταια τους πάντες να επιστρέψουν στις θέσεις μάχης. Το όνομά του δεν έγινε γνωστό.

Ο Αυστριακός δεκανέας τόνιζε πως «τέτοιες συνεννοήσεις θα έπρεπε να απαγορεύονται αυστηρά». Μερικά χρόνια αργότερα ο δεκανέας αυτός θα αποκτούσε τεράστια φήμη. Το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ.

Η ανακωχή των Χριστουγέννων του 1914 απλώθηκε σε όλο το μήκος των 800 χιλιομέτρων του δυτικού μετώπου. Υπολογίζεται ότι αγκάλιασε κάπου ένα εκατομμύριο φαντάρους.

"ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ" Η ταινία που ζωντάνεψε τη συμφιλίωση

Το περιστατικό των πολεμικών Χριστουγέννων του 1914 έγινε και κινηματογραφική ταινία, που προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες το 2005. Έχει τον τίτλο «Καλά Χριστούγεννα» και σκηνοθετήθηκε από τον Κριστιάν Καριόν.

Η ταινία δείχνει πώς οι άνθρωποι μπορούν να συμφιλιωθούν ακόμα και όταν πολεμούν σε αντίπαλους στρατούς. Η πλοκή της υπόθεσης γίνεται ακόμα πιο συγκινητική επειδή στηρίζεται σε αληθινή ιστορία.

Ξαναζωντανεύει σκηνές από τα γαλλοελβετικά σύνορα, καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα του 1914. Τα στρατεύματα των αντιμαχομένων βρίσκονται καθηλωμένα στα χαρακώματά τους. Οι στρατιώτες είναι εγκλωβισμένοι στις λάσπες και νιώθουν απελπισία που οι οικογένειές τους είναι μακριά. Την παραμονή της γιορτής, με αφορμή τη μουσική που ακούγεται μέσα από κάποια χαρακώματα, οι εχθρικοί στρατοί έρχονται σε επαφή και αποφασίζουν την ανακωχή. Την επόμενη μέρα αρνούνται να πολεμήσουν προκαλώντας την οργή των διοικητών τους.

Πρωταγωνιστές: Ο Γκιγιόν Κανέ, η Ντιάν Κρούγκερ ο Ντάνιελ Μπρουλ και ο Γκάρι Λιούις.

"ΗΤΑΝ ΤΑ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ"

Ένας στρατιώτης από το Λίβερπουλ, ο Φράνσις Τόλιβερ, επιζήσας κι αυτός του πολέμου, μίλησε αργότερα για τα ομορφότερα Χριστούγεννα της ζωής του.

Η μαρτυρία του ήρθε να προστεθεί στις άλλες φίλων και εχθρών.

Καθώς ήταν ξαπλωμένος στη βραχώδη και παγωμένη γη άκουσε από την αντικριστή γραμμή κάποια φωνή να τραγουδά.

Όλοι οι στρατιώτες τέντωσαν αυτί για να ακούσουν. Για λίγο έπεσε σιωπή. Την παύση διέκοψε η φωνή ενός στρατευμένου από το Κεντ της Αγγλίας: «Ο Θεός να σας έχει καλά, κύριοι», ευχήθηκε στους απέναντι.

Το επόμενο τραγούδι, που ζέστανε την παγωμένη ατμόσφαιρα, ήταν αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν Stille Nacht, οι Εγγλέζοι Silent Night και οι Έλληνες Αγια Νύχτα.

Τα πολεμικά τείχη είχαν πέσει για λίγες ώρες. Οι μάχες θα συνεχίζονταν σε λίγο το ίδιο αδυσώπητες και πολυαίμακτες.

Πολλοί από εκείνους που τραγούδησαν, δεν έμελλε να γυρίσουν στα σπίτια τους. Τη γέννηση του Θείου Βρέφους δεν έμελλε να γιορτάσουν επιστρέφοντας στην ειρηνική δημιουργική ζωή. Ο καταστροφικός πόλεμος τους αφάνισε.

Του Θοδωρή Ρουμπάνη. Από το ΕΘΝΟΣ της Τρίτης, 23 Δεκεμβρίου 2008.

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 43- Οι Έλληνες και το θέατρο

Πλούσιος αλλά και δύσκολος προμηνύεται ο φετινός χειμώνας. Δεν είναι μόνο ότι η οικονομική κρίση αναγκάζει πολλούς να περικόψουν δαπάνες από «πολυτέλειες», όπως το θέατρο. Είναι ότι και οι αληθινοί θεατρόφιλοι στην Ελλάδα είναι λίγοι, κάτι οξύμωρο για την χώρα που γέννησε το θέατρο...

Συγκίνηση, λύτρωση, ψυχική ανάταση, εκτόνωση, ικανοποίηση, τροφή για σκέψη, ψυχαγωγία. Η εκδοχή των βιβλίων για ό,τι συμβαίνει στο κοινό όταν η θεατρική παράσταση αρχίζει. Είναι η στιγμή που παραδίδεται στους ηθοποιούς και η ζωντανή επικοινωνία ξεκινά. Είναι η ίδια αξία που παραμένει άφθαρτη μέσα στον χρόνο, από τη γένεση ακόμα του θεατρικού δρώμενου στην αρχαία Ελλάδα, με την τραγωδία και το σατυρικό δράμα να μπολιάζουν έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό και να μεταγγίζουν αισθητική συγκίνηση, συναισθήματα και απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα. Αιώνες τώρα. Για τον ελληνισμό, η αρχαία τραγωδία παρέμεινε στο επίκεντρο μέχρι και τον Πέμπτο αιώνα μ.Χ.

Στα χρόνια της βυζαντινής περιόδου κυριάρχησαν τα θρησκευτικά δράματα που συνεχίστηκαν στην τουρκοκρατία, καθώς ο ελληνισμός συσπειρώνεται γύρω από την Εκκλησία και η Τέχνη παίρνει θρησκευτικές αποχρώσεις. Πολύ αργότερα, τα Επτάνησα, απαλλαγμένα από τον τουρκικό ζυγό (19ος αιώνας), παίρνουν τη σκυτάλη της θεατρικής ανάπτυξης από την Κρήτη που τον αιώνα της μεγάλης ακμής της (1590-1670) έδωσε κορυφαία έργα όπως ο «Ερωτόκριτος».

Επιστρέφοντας στην τουρκοκρατούμενη ηπειρωτική Ελλάδα, το αυθεντικότερο δρώμενο που αναπτύχθηκε ήταν ο Καραγκιόζης καθώς εξέφρασε την αντίθεση ανάμεσα στον σκλαβωμένο ελληνισμό και τον Τούρκο δυνάστη. Την ίδια αυτή περίοδο αρχίζει το λόγιο νεοελληνικό θέατρο των νεότερων χρόνων (Μολδοβλαχία, Ρωσία).

Η πνευματική όμως έκφραση των σπουδαγμένων στην Ευρώπη λόγιων Ελλήνων, με επικεφαλής τον Κοραή, δεν κατορθώνει να περάσει στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Μετά την επανάσταση του ’21 η θεατρική κίνηση αρχίζει να παρουσιάζει συνεχή εξέλιξη, χωρίς, να σχηματίζεται ακόμη η νεοελληνική θεατρική παραγωγή, που θα συνδέσει την παλιά με τη νέα παράδοση. Η ουσιαστική ανάπτυξη της μετεπαναστατικής θεατρικής προσπάθειας, αρχίζει όταν η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα (1834). Ένα χρόνο αργότερα (1835), ανοίγει το πρώτο υπαίθριο θέατρο.

Η αριστοκρατία της Αθήνας δεν το καταδεχόταν, αλλά ο λαός έτρεχε να εξασφαλίσει εισιτήρια. Αυτό συνεχίστηκε ως το 1836, οπότε ο Ιταλός Γκαετάνο Μέλι ανοίγει ένα δεύτερο ξύλινο θέατρο ανεβάζοντας ιταλικό μελόδραμα. Οι Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν. Ακόμη και οι ακατάδεκτοι αριστοκράτες, οι αυλικοί και η βασιλική οικογένεια, παρακολουθούσαν τις παραστάσεις. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν στους ίδιους τόνους έως τις αρχές του 20ού αιώνα οπότε και το θέατρο πήρε πιο οργανωμένη μορφή.

Από τις αρχές ακόμη του προηγούμενου αιώνα μπαίνουν οι βάσεις για το σύγχρονο θέατρο. Χαρακτηριστικό των δύο πρώτων δεκαετιών (1900-1920) είναι η επικράτηση της επιθεώρησης. Είναι η εποχή όπου καθιερώνεται η επαγγελματική σημασία του όρου σκηνοθέτης, εμφανίζεται ο όρος του θεατρικού επιχειρηματία, ιδρύονται η Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου και το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Από το 1920 έως το 1930 αυξάνονται τα συνοικιακά θέατρα στις λεγόμενες «μάντρες» και ανθίζει η οπερέτα.

Στην αυγή της δεκαετίας του ’30 ιδρύεται το Εθνικό Θέατρο. Στην κατοχή ιδρύεται το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, ενώ τη δεκαετία του ’50 γράφονται οι πρώτες ελληνικές κωμωδίες με ηθογραφικά και φαρσικά στοιχεία (Ψαθάς, Σακελλάριος, Τσιφόρος κ.λπ.). Είναι η εποχή που ανθίζει η επιθεώρηση και εμφανίζονται σημαντικοί θίασοι πρόζας όπως ο Θίασος Λαμπέτη - Χορν κ.λπ. Στη δεκαετία του ’60 εμφανίζονται νέοι αξιόλογοι συγγραφείς και δημιουργούνται καινούριοι πειραματικοί θίασοι όπως το Θέατρο Πορεία του Αλέξη Δαμιανού. Τη δεκαετία αυτή αυξάνεται ο κόσμος που πηγαίνει στο θέατρο. Είναι η εποχή που το Εθνικό παίζει τραγωδίες και ο Κουν ανεβάζει έργα απαράμιλλης ποιότητας.

Το ’70 ανθούν οι κωμωδίες του Τσιφόρου και του Ψαθά. Την ίδια περίοδο οι Έλληνες θεατράνθρωποι παρουσιάζουν και έργα πέραν της κωμωδίας. Τότε ανθεί το ελληνικό ταυτόχρονα με το ξένο ρεπερτόριο. Τη δεκαετία του ’80 ιδρύονται τα ΔΗΠΕΘΕ όπως και πολλοί νέοι θίασοι. Είναι η δεκαετία που οι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου φέρνουν τα πλήθη στο θέατρο, σε συνδυασμό με την καθιέρωση εκείνη την περίοδο των εισιτηρίων της Εργατικής Εστίας. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά αυξάνονται οι θίασοι και έντονο είναι το φαινόμενο των μικρών θεατρικών σκηνών που στεγάζουν τα οράματα γνωστών, αλλά κυρίως λιγότερο γνωστών ηθοποιών. Εξόχως ενδεικτική είναι η φετινή χρονιά, όπου μόνο στην Αθήνα ανεβαίνουν περισσότερα από 150 έργα στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές.

Στα αδειανά καθίσματα

Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Νεοέλληνες έλκονται από το θέατρο. Μόλις 3 στους 10 Έλληνες πηγαίνουν, σύμφωνα με τη Eurostat, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης. Σε περσινή ερώτηση του Ευρωβαρόμετρου «γιατί δεν πηγαίνετε;», οι απαντήσεις είναι απογοητευτικές. Σχεδόν 8 στους 10 δηλώνουν ότι δεν πηγαίνουν είτε γιατί δεν έχουν χρόνο (43%) είτε γιατί το θέατρο είναι μια δραστηριότητα που δεν τους ενδιαφέρει (36%). Ακόμη, το 33% υποστηρίζει ότι είναι ακριβό θέαμα. Η εικόνα αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από τα ευρήματα της Metron Analysis το 2005 για λογαριασμό του πολιτισμικού περιοδικού Highlights.

Η κατάσταση είναι λίγο πολύ η ίδια, αν δεν έχει χειροτερέψει. Συγκεκριμένα, 6 στους 10 Έλληνες δήλωσαν ότι δύσκολα μπορούν να εκφραστούν μέσω του θεάτρου. Χαρακτηριστική μάλιστα της αδιαφορίας που δείχνουν για το θέατρο είναι η απάντηση που έδωσαν στην ερώτηση «Μπορείτε να μου αναφέρετε έναν Έλληνα και έναν ξένο σύγχρονο σκηνοθέτη θεάτρου;».

Το 77% είπε ότι δεν γνωρίζει κανέναν Έλληνα και το 96% κανέναν ξένο. Απαντήσεις που μας φέρνουν πίσω στο αρχικό ερώτημα: Ποιοι τελικά πηγαίνουν στο θέατρο; Τα υψηλών βαλαντίων εισοδήματα σε ποσοστό 14%, οι απόφοιτοι ΑΕΙ /ΤΕΙ και οι οικογένειες με μηνιαίο εισόδημα πάνω από 1800 ευρώ σε ποσοστό 10% η κάθε μία, αποφάνθηκε η ίδια έρευνα. Με αφορμή αυτά, ζητήσαμε από την Ντίνα Πετροπούλου, διευθύντρια σύνταξης του περιοδικού Highlights, να μας μιλήσει για το κοινό που παρακολουθεί θέατρο. Παραδέχεται ότι το αμιγώς θεατρόφιλο κοινό είναι περιορισμένο, ενώ συχνά χάνεται και αποπροσανατολίζεται μέσα στην πληθώρα των παραστάσεων. «Παρακολουθεί ωστόσο με συνέπεια θεατρικές παραστάσεις και ουσιαστικά αποτελεί τον πυρήνα που στηρίζει όσες φιλότιμες προσπάθειες ξεχωρίζουν στον θεατρικό χώρο», αναφέρει και παρατηρεί ότι «στον αντίποδα στέκεται μια αρκετά διευρυμένη, και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, μερίδα θεατών που στηρίζει ένα τηλεοπτικοποιημένο θέατρο».

Ας πάμε τώρα σε έναν άνθρωπο του θεάτρου. Στο άκουσμα του ονόματος της Μέλπως Ζαροκώστα έρχεται στη μνήμη η Εύα της «Βίλας των Οργίων» (1964). Μπορεί οι περισσότεροι να τη γνωρίζουν ως ηθοποιό, η προσφορά της ως συγγραφέως και μεταφράστριας θεατρικών έργων είναι μεγάλη. Έχει μεταφράσει πάνω από 200 θεατρικά έργα, ενώ το πρώτο πρωτότυπο θεατρικό της ήταν το «Φροντιστήριο Γυναικών» όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Νόρα Βαλσάμη και τον Νίκο Απέργη.

Σήμερα, παραμένει στις επάλξεις με έργα για το θέατρο και σενάρια για την τηλεόραση, ενώ αγωνίζεται για την προώθηση των θεατρικών έργων Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό. Ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τη Μ. Ζαροκώστα, πηγαίνοντας 18 χρόνια πίσω, στις αρχές του ’90, εποχή που τα θέατρα έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στο ξένο ρεπερτόριο. «Είναι η περίοδος που ο Έλληνας άρχισε να σνομπάρει έντονα τα έργα εγχώριας παραγωγής, αν και οι εγχώριοι ποιοτικοί μας συγγραφείς παρήγαγαν συνέχεια». «Τι τους έλειπε τότε;» είναι η επόμενή μας ερώτηση. «Η αυτοπεποίθηση» απαντά και υπερθεματίζει. «Γιατί οι Ελληνες έχουμε το θέατρο μέσα στο αίμα μας και διαθέτουμε εκφραστικά μέσα. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με το κοινό. Δεν είναι σίγουρο για τις επιλογές του. Ο,τι κυκλοφορεί και προβάλλεται από τα ΜΜΕ, είναι αυτό που πηγαίνουν να δουν οι περισσότεροι», τονίζει. Από την άλλη βέβαια δεν συμβαίνει το ίδιο και με την επιθεώρηση, που συγκεντρώνει παραδοσιακά μεγάλη μερίδα του κοινού.

Πώς το εξηγεί η Μ. Ζαρόκωστα; «Με αυτά τα έργα ο λαϊκός κόσμος γελάει. Συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει και σε όλον τον κόσμο», επισημαίνει. «Είμαστε δυστυχώς ένας λαός που δεν έχει αποβάλει τη νοοτροπία του χωριού και δεν έχει ακόμη αστικοποιηθεί». Και εννοεί προφανώς ότι ο αστικός κόσμος παραδοσιακά θεωρείται περισσότερο μυημένος στον πολιτισμό και συνεπώς στο θέατρο υψηλής ποιότητας, την πρόζα. «Γενικά, δεν φταίει μόνον το κοινό που δεν πηγαίνει στο θέατρο. Οι ηθοποιοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Το ταλέντο τους είναι κυρίως σήμερα ατομοκεντρικό και αυτό συμβαίνει για το 80% των περιπτώσεων.

Αυτός ο "τελειοποιημένος" και λουστραρισμένος από την τηλεόραση ηθοποιός μεταφέρει τη λάμψη του στο θέατρο, μην έχοντας πολλές φορές κύριο στόχο να συγκινήσει το κοινό. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό νόημα του θεάτρου. Το ίδιο συμβαίνει και με αρκετούς δημιουργούς. Είναι δήθεν. Εάν απομακρυνθούμε από την πραγματικότητα της λάμψης και του lifestyle, θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτουμε υπέροχα ταλέντα, ηθοποιούς και συγγραφείς. Μπορούμε να έχουμε ένα πραγματικά υπέροχο κοινό που θα αυξάνεται στις αίθουσες εάν πιάσουμε τον παλμό του και τις ανησυχίες του μέσα από ποιοτική θεατρική τροφή, έργων και ερμηνείας», καταλήγει.

Πίσω από τις κουίντες

Τον γνωρiσαμε το 1978 με το δίσκο «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» του Νίκου Παπάζογλου. Σήμερα τον ξέρουμε περισσότερο ως συνθέτη μελωδικών μουσικών ακουσμάτων που κουβαλούν μέσα τους την εγγύς Ανατολή. Όμως η συνεισφορά του Νίκου Ξυδάκη στη θεατρική μουσική είναι ιδιαίτερα σημαντική, από το 1988 έως σήμερα. Ήρθαμε σε επαφή μαζί του στην προσπάθεια να ανιχνεύσουμε μία άλλη διάσταση του θεάτρου: τη μουσική. Να τι λέει πρώτα για τη δική του βιωματική θεατρική εμπειρία. «Τα χρόνια που ανακάλυπτα το θέατρο ήταν εκείνα της δικτατορίας. Και κυρίως το υπόγειο του Κουν. Δεν ξέρω αν ήταν το κλίμα της εποχής που όλα αποκτούσαν κάτι συνωμοτικό ή η ανησυχία της ηλικίας.

Πάντως, πολλές από αυτές τις παραστάσεις φαινόντουσαν σε μένα πειστικές. Και όχι απλώς ένας χορός μεταμφιεσμένων. Περισσότερο τα σύγχρονα έργα με ενδιέφεραν, τότε τουλάχιστον. Ακόμα έχω μπροστά μου πολύ ζωντανά την παράσταση από τον ‘’Γάμο’’, το έργο του Γκομπρόβιτς. Aλλά και έργα του Κεχαΐδη, του Μπέκετ, του Μρόζεκ, και πολλών ακόμα. Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν και το ρεπερτόριο του θεάτρου του Κουν εξάλλου. Ανακάλυπτες μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, το λίγο φοβιστικό, που παιζόντουσαν αυτές οι παραστάσεις έναν κόσμο εσωτερικό. Σε ό,τι φαινόταν φυσιολογικό, στο καθημερινό έμπαινε πλέον ένα ερωτηματικό». Σήμερα ο Ν. Ξυδάκης άλλοτε πηγαίνει αρκετά και άλλοτε λιγότερο στο θέατρο. Το θέατρο έχει αλλάξει αρκετά, ομολογεί και εξηγεί ότι στη σημερινή του μορφή, χρησιμοποιεί πολλά και σύνθετα μέσα και τρόπους. Αλλιώς τον ήχο, τη μουσική, την εικόνα. Βέβαια αυτό που έχει σημασία, παραδέχεται, είναι να σε συγκινεί με τα ίδια του τα μέσα. Τα θεατρικά μέσα, τα δραματικά δηλαδή.

«Μπορεί φερ' ειπείν να διαβάσεις ένα έργο και να σε συγκινήσει στο χαρτί. Αλλά εκείνο πού περιμένεις να σου δώσει μία παράσταση, το θέατρο, είναι κυρίως αυτό που καμία άλλη τέχνη δεν μπορεί να πετύχει», διευκρινίζοντας ότι το θέατρο είναι πηγή για μία διαφοροποιημένη οπτική σε όλα τα πράγματα. Έτσι, συμβαίνει και με τον ίδιο κάθε φορά που γράφει μουσική για το θέατρο: «Μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω πράγματα που αν δεν ήταν το θέατρο δεν θα τα επιχειρούσα καν. Πήρα ελευθερίες που οι περιορισμοί του τραγουδιού δεν σου επιτρέπουν. Δεν διαχωρίζω τη μουσική που έχω γράψει για το θέατρο από οτιδήποτε άλλο έχω κάνει. Και ούτε είχα ποτέ την αίσθηση πώς ήμουν ένας ειδικός της μουσικής του θεάτρου. Αντιθέτως είχα την τύχη να συνεργαστώ με σκηνοθέτες πού ένοιωθαν συγγένεια κατά κάποιο τρόπο με μένα ή με θεωρούσαν κατάλληλο για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Το δύσκολο και ιδιαίτερο για τον μουσικό στο θέατρο και το ενδιαφέρον όμως είναι η συνεργασία. Είναι μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σκηνοθέτη, στις ανάγκες του έργου και στο να παραμείνεις ο εαυτός σου. Δύσκολο στοίχημα. Αν μάλιστα η μουσική ενός συνθέτη έχει έντονο προσωπικό ύφος, κινδυνεύει να τιναχτεί το έργο στον αέρα. Από την άλλη μπορεί ο μουσικός να γίνει απλώς ένας καλός διεκπεραιωτής. Η μουσική στο θέατρο μου φαινότανε πάντα σαν να προστίθεται μία ακόμη φωνή ανάμεσα στις άλλες που ακούγονται. Μία φωνή λίγο αόρατη. Δύσκολο να τη βρεις και να την ακούσεις».

Είμαι ένας άλλος

  • «Αν χτες ήταν Οιδίπους και σήμερα Ιούλιος Καίσαρ, αν το πρωί γίνεται στην τηλεόραση Μήδεια και το βράδυ στο θέατρο Εκάβη, τούτο το κατορθώνει όχι επειδή μέσα του δεν υπάρχει κανείς και γι’ αυτό χωρούν όλοι, αλλά αντίθετα επειδή κλείνει μέσα στην ψυχή του πολλές ιδιότητες και διαθέσεις, εμπειρίες και πάθη, ολόκληρη γκάμα ψυχικών κραδασμών, υλικό άφθονο και πολύτιμο, που το χρησιμοποιεί για να εμφανίσει πολλούς χαρακτήρες. Πολλούς ναι, αλλά όχι τον οποιοδήποτε -πρέπει να υπάρχει εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στον ηθοποιό και το ρόλο του, για να τον αποδώσει σωστά. Απόδειξη και τούτο, ότι στην υπόκρισή του ο ηθοποιός όχι «πρέπει να είναι εκείνος που δεν είναι», αλλά ίσα-ίσα «πρέπει να είναι εκείνος που είναι».

- Ο Ευάγγελος Παπανούτσος και το μανιφέστο της διανομής ρόλων που αποπνέει τη φιλοσοφία της αντισυμβατικότητας. Ηθοποιός δεν μπορεί να γίνει ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Μπορεί; «Η Κρίση του πολιτισμού μας». Εκδόσεις Φιλιππότη, 1979.

Ο Ηθοποιός

«Ηθοποιός σημαίνει φως.
Είναι καημός πολύ πικρός
και στεναγμός πολύ μικρός.
Μίλησε, κλαις;
Όχι δε λες.
Μήπως πεινάς;
Και τι να φάς!
Όλο γυρνάς, πες μου πού πας;
Σ’ αναζητώ στο χώρο αυτό, γιατί είμ’ εγώ
πολύ μικρός
και θλιβερός ηθοποιός.
Θα παίξεις μια,
θα παίξω δυο.
Θα κλάψεις μια,
θα κλάψω δυο [...]».

- Το κλασικό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι (στίχοι - μουσική) περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Οδός Ονείρων» και γράφτηκε για την ομώνυμη παράσταση που ανέβηκε το 1962 στο θέατρο Μετροπόλιταν. Το ερμήνευσε το ιερό τέρας του ελληνικού θεάτρου, Δημήτρης Χορν.

Αριθμοί

  • 150 Το φουαγιέ

Τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν περί τα 150 έργα, στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές της πρωτεύουσας. Τα περισσότερα όμως είναι σχεδόν άδεια...

  • 33% Το ταμείο

Το 33% χαρακτηρίζει το θέατρο ακριβό θέαμα. Σίγουρα δεν είναι φτηνό. Είκοσι ευρώ -κατά μέσο όρο- το εισιτήριο συν πέντε ευρώ για την αγορά του προγράμματος, αξίζουν τον κόπο όταν αξίζει και το έργο.

  • 60% Το έργο

Μόλις το 30% των Ελλήνων πηγαίνει θέατρο έστω και ευκαιριακά. Από εκείνους που δεν πηγαίνουν, το 60% υποστηρίζει ότι δεν βρίσκει τίποτα το ενδιαφέρον σε αυτό ή δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω αυτού.

Ουδείς προφήτης στη σκηνή του

  • Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΙΣΤΙΑΣ (ψευδώνυμο του Κ. Κυριακού), είναι ιστορικά ο πρώτος Eλληνας ηθοποιός, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Νέος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και πολέμησε ηρωικά στο Δραγατσάνι της Ρουμανίας, όπου και επέστρεψε στα 1840 ύστερα από διαφωνίες με θιασάρχη της εποχής. Τελικά οργάνωσε το θέατρο της Ρουμανίας και το πορτρέτο του βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό θέατρο Βουκουρεστίου.
Το μέρος Νο 43 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 353, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 30 Νοεμβρίου 2008.