Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Ελία Καζάν: Ο δημιουργός που θα κρίνει η Ιστορία

7 Σεπτεμβρίου 1909 ~ 28 Σεπτεμβρίου 2003

Εάν η Έβδομη Τέχνη σφραγίστηκε από τον τυφώνα που προκάλεσαν ο Μάρλον Μπράντο και ο Τζέιμς Ντιν, αυτό οφείλεται στην οξυδερκή ματιά και το τεράστιο ταλέντο εκείνου του μικρόσωμου Ανατολίτη που βάλθηκε να κυνηγάει το Αμερικάνικο όνειρο ως σερβιτόρος και κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα ...

Ποιος ξέρει πώς θα σειόταν η αίθουσα του Kodak Theatre τον Μάρτιο του ’99 εάν 57 χρόνια νωρίτερα ο Ελία Καζάν δεν έσπευδε να προβεί στην ενέργεια που τελικά θα στιγμάτιζε την καλλιτεχνική του πορεία; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Η μνήμη είναι ύπουλο στοιχειό, σε πιάνει στ’ αγκίστρι της και σε κρατάει αιχμάλωτο μια ζωή. Ως σκηνοθέτης υπήρξε τεράστιος. Ως άνθρωπος στιγματίστηκε από τα ίδια του τα νύχια. Τι μετράει περισσότερο; Και τα δύο, απάντησαν οι συνάδελφοί του, μισό αιώνα αργότερα. Όταν η Ακαδημία του απένειμε το τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, το κοινό διχάστηκε. Κάποιοι, όπως ο Τομ Χανκς και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς χειροκρότησαν θερμά. Άλλοι, όπως ο Εντ Χάρις, ο Νικ Νόλτε και ο Σον Πεν έμειναν στις θέσεις τους και ανταποκρίθηκαν με ένα χλιαρό χειροκρότημα.

Εάν η συντηρητική πλευρά της κινηματογραφικής βιομηχανίας υποκλινόταν στα αριστουργήματά του, η προοδευτική τοποθετούσε δίπλα στον σκηνοθέτη και τον άνθρωπο: τον άνθρωπο που, μια κρύα μέρα της άνοιξης του ’52 -στις 10 Απριλίου συγκεκριμένα- στάθηκε απέναντι από μια «σκοτεινή» επιτροπή την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, και κατονόμασε συναδέλφους του για να τους στείλει στην Πυρά του Μακαρθισμού. Αυτό που, στην ουσία, θα επιβεβαίωνε μακροπρόθεσμα με την πράξη του ήταν η ίδια η ψευδαίσθηση του κινηματογράφου: το ότι στη ζωή, οι πραγματικοί ήρωες είναι πολύ διαφορετικοί από τους ήρωες της μεγάλης οθόνης.

Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: τι μετράει πιο πολύ; Το ότι ως σκηνοθέτης άνοιξε δρόμους πρωτοποριακούς και ανέδειξε ταλέντα που θα σφράγιζαν την κουλτούρα της εποχής μας; Ή το ότι, για να ανανεώσει τόσο καθοριστικά την Έβδομη Τέχνη, χρειάστηκε να καταθέσει στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών; Ας προσπεράσουμε το δίλημμα γιατί ίσως μια απάντηση δεν είναι αρκετή. Καμιά φορά, η εξήγηση μιας ενέργειας, όσο ομιχλώδης κι αν είναι, ριζώνει στη ψυχή. Αλλά πολύ βαθιά στην ψυχή, εκεί όπου το έρεβος των ενστίκτων συνορεύει με τα κατάλοιπα της παιδικής ηλικίας. Ο Καζάν δεν έδωσε ποτέ μια καθαρή εξήγηση για την πράξη του. Ωστόσο, όσοι τον γνώριζαν καλά έλεγαν ότι πίσω από τους προσωπικούς ανταγωνισμούς και το ψυχρό κλίμα της εποχής, παραμόνευε η αίσθηση της αποτυχίας που τον καταδίωκε μέσα από την τρομαχτική σκιά ενός τυραννικού πατέρα. Του Γιώργου Καλαντζόγλου, ενός σκληρού και κυνικού εμπόρου χαλιών.

Ο Καζάν είχε την ατυχία να υπάρξει γιος αυτού του ανθρώπου, και το ότι στράφηκε προς την Τέχνη το όφειλε στην τύχη να είναι γιος της Αθηνάς Σισμανόγλου, μιας ευαίσθητης γυναίκας που, ασφυκτιώντας κι αυτή κάτω από τη σκιά του συζύγου της, είχε βρει διέξοδο στο παιδί της, μεταφέροντας του όλα όσα έπρεπε να τον διαφοροποιήσουν από την σκληρότητα του πατέρα του. Ο ίδιος ο Καζάν δεν μίλησε ποτέ ευθέως για την αβάσταχτη πατρική φιγούρα. Μίλησε, όμως, μέσα από τις ταινίες του.

Στο «Ανατολικά της Εδέμ», καθώς βλέπουμε τον ήρωα που υποδύεται ο Τζέιμς Ντιν να εκλιπαρεί για λίγη αγάπη, καταλαβαίνουμε ότι, πίσω απ’ όλα τα θέματα που θίγει ο Τζον Στάινμπεκ στο ομώνυμο βιβλίο, αυτό που απασχολεί περισσότερο τον σκηνοθέτη είναι να αποδώσει με κάθε λεπτομέρεια την πατρική τυραννία που σκιάζει έναν κόσμο δίχως τρυφερότητα, που παλεύει για να είναι ανθρώπινος. Και στον «Συμβιβασμό», που μαζί με το «Αμέρικα, Αμέρικα» αποτελούν την κατάθεση της ίδιας του της ζωής.

Kαθώς βλέπουμε τον ήρωα που ενσαρκώνει ο Κερκ Ντάγκλας να εκλιπαρεί για λίγη ελπίδα, καταλαβαίνουμε ότι, πίσω απ’ όλες τις ματαιώσεις της μέσης ηλικίας, αυτό που απασχολεί περισσότερο τον Καζάν είναι να δείξει ότι τα πάντα ξεκινούν από τα ρημαγμένα ερείπια των παιδικών χρόνων, εκεί όπου ένας πατέρας-τύραννος εξωθεί τον γιο του στο κυνήγι της επιτυχίας μέσα από κάθε κόστος και κάθε τίμημα. Ομολογία ή εξιλέωση; O,τι κι αν προτιμάτε, ένα είναι σίγουρο: ο πανικός της απόρριψης και ο φόβος του περιθωρίου ρίζωσαν στο πετσί του Καζάν μέσα από τη σχέση του με τον πατέρα του και δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Γι’ αυτό και όταν ένας μακρινός θείος έγινε η αφορμή, στα 1913, να μεταναστεύσει όλη η οικογένεια από την Πόλη στη Νέα Υόρκη, ο μικρός Ηλίας βρήκε στη φιγούρα εκείνου του θείου τον πατέρα που θα ήθελε να έχει. Τον ίδιο θείο θα σκιαγραφούσε, πολύ αργότερα, και στη ταινία «Αμέρικα, Αμέρικα», αποδίδοντάς του το πρόσωπο του ήρωα. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπαθούσε πάντα να ξορκίσει ήταν το φάντασμα εκείνου του εμπόρου χαλιών που έλεγε διαρκώς στον γιο του ότι «ένας καλός έμπορος πρέπει να πουλάει πρώτα τον εαυτό του και ύστερα να προσπαθεί να πουλήσει το εμπόρευμά του». Τελικά, ο γιος θα πούλαγε και τα δύο.

Παρ’ ότι παιδί μεταναστών, ο Καζάν δεν γνώρισε την ανέχεια. Γνώρισε, όμως, το περιθώριο. Σπουδάζοντας στο Κολέγιο Γουίλιαμς, δούλευε και ως σερβιτόρος και εκεί, σε μια Νέα Υόρκη που άλλαζε δραματικά αντλώντας τα νέα ρεύματα της Τέχνης, προσπάθησε να δοκιμάσει την τύχη του ως ηθοποιός. Δεν τα κατάφερε. «Το τμήμα κομμώσεως προσπαθούσε να φτιάξει τα μαλλιά μου για να μην φαίνομαι τόσο πολύ Ανατολίτης, αλλά μάταια», θα έγραφε στην αυτοβιογραφία του. «Τίποτα δεν μπορούσε να βοηθήσει τη θλιβερή μου εμφάνιση». Τελικά, έμελλε να ξεχωρίσει ως σκηνοθέτης.

Αρχικά ίδρυσε το Group Theater, τον πρόδρομο του θρυλικού Actor’s Studio. Εκεί άρχισε να δουλεύει με τον Μάρλον Μπράντο, τον Μοντγκόμερι Κλιφτ, τον Τζακ Πάλανς και άλλους άγνωστους ηθοποιούς. Η αίσθηση που προκάλεσαν οι θεατρικές του παραστάσεις τον έστρεψαν στο σινεμά. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του, πέρα από το ταλέντο του, στάθηκε και το ξαφνικό ενδιαφέρον που του έδειξε η 20th Century Fox. Και όλοι οι δρόμοι άνοιξαν με μιας. Πρώτα το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν», από το μπεστ σέλερ της Μπέτυ Σμιθ. Έπειτα το «Θάλασσα από γρασίδι». Και κάπου εκεί, στα 1948, το πρώτο Όσκαρ σκηνοθεσίας για την «Συμφωνία Κυρίων». Η αυλαία είχε πλέον σηκωθεί και ο κόσμος ήταν έτοιμος να υποδεχθεί τον ηθοποιό που θα άλλαζε όλους τους κώδικες της υποκριτικής. Ο Καζάν πήρε τον Μάρλον Μπράντο από τις off-Broadway παραστάσεις τους και μαζί γκρέμισαν όλα τα κινηματογραφικά στερεότυπα του παρελθόντος. Είτε ως Κοβάλσκι στο «Λεωφορείον ο Πόθος» είτε ως Εμιλιάνο Ζαπάτα στο «Βίβα Ζαπάτα», το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: το κοινό έμοιαζε μαγεμένο. Μέσα από τη ματιά του Καζάν, ο Μπράντο δεν συστήθηκε απλώς στον κόσμο. Κέρδισε και το πρώτο του Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Το Λιμάνι της Αγωνίας».

Φυσικά, ο Μπράντο δεν ήταν ο μόνος που όφειλε την καριέρα του στον Καζάν. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η σκυτάλη του οργισμένου νέου κατέληξε στα χέρια ενός προβληματικού πιτσιρικά που φαινόταν ότι θα επισκίαζε τους πάντες. Ο Καζάν πήρε τον Τζέιμς Ντιν από τον εφηβικό πυρετό του «Επαναστάτη χωρίς αιτία» και του έδωσε τη στόφα του γνήσιου εκπροσώπου μιας ολάκερης γενιάς. Και ο κόσμος έστρεψε το βλέμμα του «Ανατολικά της Εδέμ» για να αποθεώσει τον πρώτο ηθοποιό που θα γινόταν μύθος για πάντα. Την ίδια προσοχή έμελλε να νιώσει, στη δεκαετία του ’60, και ένα μυθικό ζευγάρι νεαρών πρωταγωνιστών, ο Ουόρεν Μπίτι και η Νάταλι Γουντ, που μέσα από την κάμερα του Καζάν θα μετέτρεπαν το φιλμ «Πυρετός στο αίμα» σε μια σύγχρονη εκδοχή του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Αλλά η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια. Γιατί παρά την αδιαμφισβήτητη προσφορά του στην Τέχνη και το στίγμα που άφησαν οι «ανακαλύψεις» του στην σύγχρονη κουλτούρα, κάποιοι στο τέλος του αιώνα δεν θα χειροκροτούσαν όρθιοι τον μεγάλο σκηνοθέτη. Θα θυμούνταν το μοιραίο σφάλμα.

Για εκείνο το μοιραίο σφάλμα, ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ ξεκάθαρα. Στην αυτοβιογραφία του έγραψε κάτι διφορούμενο και εξίσου ομιχλώδες. «Όταν τα πράγματα έφτασαν στο κρίσιμο σημείο», έγραψε, «έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου "δεν μπορείς να δώσεις στην επιτροπή τα ονόματά τους". Γιατί θα έπρεπε να στέκομαι εγώ μόνος στο κρύο; Δεν άκουσα κανέναν άλλο στον πυρήνα μας να ανοίγει το στόμα του, αν και όλοι ήξεραν τι συνέβαινε. Ξαφνικά άρχισα να γίνομαι παρανοϊκός. Στριμωγμένος κι έξω φρενών, ήθελα να κατονομάσω τους πάντες και να βγάλω στη φόρα τα μυστικά τους, όχι μόνο εκείνων που ανήκαν στον πυρήνα μας, αλλά και όσων είχαν κάποια σχέση με αυτόν, οπουδήποτε και αν βρίσκονταν». Αυτό που τελικά κατάφερε ήταν να πέσει στην παγίδα εκείνου του πατέρα και να γίνει ό,τι ο ίδιος μισούσε: ο έμπορος που πουλάει πρώτα τον εαυτό του.

Στην απονομή του τιμητικού Όσκαρ εμφανίστηκε καταβεβλημένος από το φορτίο των ενενήντα χρόνων ζωής, στάθηκε μόνος πάνω στη σκηνή και ψέλλισε ένα τρεμάμενο ευχαριστώ. Και όταν κάποιοι από κάτω φώναξαν «Speak! Speak!» περιμένοντας επιτέλους μιαν ύστατη, έστω και έμμεση, συγνώμη, εκείνος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι και είπε: «Επιτρέψτε μου να ξεγλιστρήσω». Και αποχώρησε συνοδευόμενος από τον Μάρτιν Σκορσέζε και τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, για να καταλήξει εκεί όπου πάντα φοβόταν πιο πολύ απ’ όλα: στο περιθώριο. Όχι στο σκότος της απόρριψης ή την λησμονιά, αλλά στο περιθώριο που ορίζει η εικόνα ενός άντρα μόνου στο κρύο. Ενός άντρα που χάραξε ανεπανάληπτους ορίζοντες στην εποχή του, για να έρθει ο ίδιος του ο εαυτός να τους μελανώσει με σύννεφα.

Το αγαπημένο του «παιδί»

Ο Ελία Καζάν πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 2003, αλλά την τελευταία του ταινία την γύρισε πολλά χρόνια νωρίτερα, το 1976. Ήταν ο «Τελευταίος Μεγιστάνας» με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και απέτυχε στα ταμεία. Στην ουσία, η κινηματογραφική του «ταφόπλακα» στάθηκε το αγαπημένο του «παιδί», ο «Συμβιβασμός» του 1969.

Το φιλμ δεν ήταν παρά η μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Καζάν και επειδή ακριβώς ήταν η πιο προσωπική του δουλειά, ήθελε τον Μπράντο στον βασικό ρόλο. Ο Μπράντο αρνήθηκε και ο Καζάν ένιωσε προδομένος. Και δεν ξαναμίλησαν ποτέ από τότε. Στην εποχή της, η ταινία χτυπήθηκε λυσσαλέα από την κριτική. Σήμερα, θεωρείται ένα από τα παραγνωρισμένα αριστουργήματα του σκηνοθέτη.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 341, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 7 Σεπτεμβρίου 2008.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

«Μεγάλη Ιδέα» - Μεγάλη Υποκρισία - Μεγάλη Καταστροφή

Η ΕΛΛΑΔΑ ΥΠΗΡΞΕ Ο «ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΗΛΙΘΙΟΣ» ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Κατά μία «επικρατούσαν» άποψη, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ', δεν έπεσε μαχόμενος στη άλωση το 1453, αλλά ήλθεν Αγγελος Κυρίου ο οποίος τον άρπαξε και τον έκρυψε σε σπηλιά κάτω από τη Χρυσόπορτα, όπου αναμένει μαρμαρωμένος μέχρι νεωτέρας. Κάποτε όμως θα ξεμαρμαρωθεί, θα εκδιώξει την Τουρκιά ώς την «Κόκκινη Μηλιά» και σε έναν Αρμαγεδδώνα δεν θα μείνει κανείς Τούρκος ζωντανός.

Αυτά λένε οι ελληνοχριστιανικοί θρύλοι και παραδόσεις που κράτησαν ώς τη δεκαετία του 1950. Το 1964, ωστόσο, όταν πέθανε ο βασιλιάς Παύλος υπήρξε μια διχογνωμία που προκάλεσε ακράτητα γέλια διεθνώς: έπρεπε να ονομαστεί ο γιος του και διάδοχος του θρόνου «Κωνσταντίνος Β'» (από τον παππού του «στρατηλάτη») ή, πολιτικώς ορθότερα, «Κωνσταντίνος ΙΒ'» από τον μαρμαρωμένο Παλαιολόγο, του οποίου η απομαρμαροποίηση αργούσε; Ετσι συνοψίζονται όνειρα, πόθοι και ονειρώξεις των Ελλήνων που τελευταία -ευτυχώς- περιορίζονται σε αμελητέο πλέον αριθμό ακροδεξιών που δεν λησμονούν τη «Μεγάλη Ιδέα» που, παρεμπιπτόντως, δεν έχει ελληνικό κοπιράιτ, αφού υπάρχει το σερβικό μεταφραστικό ισοδύναμο «Nacertanije». Δηλαδή, όταν αρχίζει η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υφίστανται «ανατολικό ζήτημα» και «ασθενής της Ευρώπης», αυτομάτως οι βαλκανικές γλώσσες κοσμούνται από φράσεις με το επίθετο «μεγάλος» όπως, Μεγάλη Αλβανία, Μεγάλη Σερβία, Μεγάλη Βουλγαρία. Εχει επιστεί χρόνος να εκδηλωθεί ο βαλκανικός εθνικισμός.

Ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης δίνει έναν μεγαλοπρεπή ορισμό της Μεγάλης Ιδέας που: «...είχε την καθολικώτατην άμα δε και απλουστάτην έννοιαν : " ανόρθωσις του πεπτωκότος και πτώσις του καθεστηκότος" , ή την έννοιαν "της απελευθερώσεως σύμπαντος του Ελληνισμού, ανακτήσεως του Βυζαντίου και της Αγίας Σοφίας και αναστηλώσεως του θρόνου των Παλαιολόγων"»

Δύο «κέντρα»

Στα μέσα του 19ου αιώνα ο πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός, Ιωάννης Κωλέττης, στη Βουλή αναφέρεται στα «δύο κέντρα του Ελληνισμού»,την πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου Αθήνα και την «άλλη» τη μεγάλη πρωτεύουσα, την Πόλη, «όνειρο και ελπίδα όλων των Ελλήνων». Όμως η ταπεινωτική ήττα του 1897 και η προηγηθείσα πτώχευση το 1893, μαζί με την τεράστια αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει η Ελλάδα στους Τούρκους, απομακρύνει τη Μεγάλη Ιδέα, αλλά όχι για πολύ γιατί οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13) διπλασιάζουν την Ελλάδα σε έκταση και πληθυσμό και αναβιώνουν το «Ιωνικό όραμα». Δεν υπάρχει πλέον το κατά Καρλ Μαρξ «πολιτικό φάντασμα» (του βασιλιά Οθωνα). Ενας νέος πολιτικός από την Κρήτη προσκαλείται από τον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» και κερδίζει τις εκλογές. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, γοητευτικός, χαρισματικός και ευφυής, καθίσταται επάξια η εμβληματική φιγούρα της ανερχόμενης αστικής τάξης, αλλά και η ελπίδα ενός λαού που αναζητούσε «Μεσσία», ο οποίος θα καλυτέρευε την άθλια ζωή εργατών και αγροτών («Βενιζέλε μας, πατέρα της πατρίδας!»). Αλλά ο Βενιζέλος οραματίζεται την Ελλάδα των 2 ηπείρων και των 5 θαλασσών και πολλοί πιστεύουν ότι το όραμα θα γίνει γρήγορα πραγματικότητα.

Επειτα από 90 χρόνια είναι ηλίου φαεινότερο πως η Ελλάδα υπήρξε ο «χρήσιμος ηλίθιος» των Μεγάλων Δυνάμεων (και θύμα του δικού της αλυτρωτισμού και μεγαλοϊδεατισμού), και ότι, όταν αδυνατούσε να «συνδράμει» στο ιμπεριαλιστικό τους παιχνίδι, την εγκατέλειψαν στη μοίρα της, όπως συνέβη στη μικρασιατική εκστρατεία με την απόβαση των Ελλήνων στη Σμύρνη το Μάη του 1919, ύστερα από εντολή των Συμμάχων, όπου απέτυχαν παταγωδώς να αντιμετωπίσουν τον στρατό του Κεμάλ που τους ανάγκασε σε άτακτη υποχώρηση. Στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων στις 18/1/1919 το Ανώτατο Συμβούλιο Αντάντ: Γουίλσον (ΗΠΑ), Λόιντ Τζορτζ (Αγγλία), Κλεμανσό (Γαλλία), Ορλάντο (Ιταλία), (με εξαίρεση τον Ορλάντο) έδωσαν εντολή για απόβαση στη Σμύρνη διότι τους ανησυχούσε η επεκτατική δραστηριότητα των Ιταλών στην Ανατολία. Βρήκαν μάλιστα ευκαιρία λόγω αποχώρησης της ιταλικής αντιπροσωπείας που εξοργίστηκε από τη μη παραχώρηση στην Ιταλία των Φιούμε και Σμύρνης. Στο διάγγελμα προς τον λαό ο Βενιζέλος ψεύδεται αισιοδοξώντας ότι: «...εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος», αφού του έχει καταστεί σαφέστατο ότι επρόκειτο για προσωρινή (5ετή) κατοχή και κατόπιν οι Σμυρνιοί θα αποφάσιζαν με δημοψήφισμα αν ήθελαν Ενωση με την Ελλάδα ή την Τουρκία.

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (15/5/1919) προκαλεί δάκρυα χαράς στους Ελληνες και οδύνη στους Τούρκους. Ο εθνικιστής Χασάν Ταχσίν πυροβολεί και σκοτώνει τον σημαιοφόρο του ελληνικού στρατού και επακολουθεί χάος. Ελληνες και Σμυρνιοί χτυπούν τους Τούρκους στο ψαχνό. Αοπλοι πέφτουν από τα ελληνικά πυρά. Μέσα σε απίστευτη βαρβαρότητα ο Τούρκος συνταγματάρχης Φετχί Μπέη αρνείται να φωνάξει «Ζήτω ο Βενιζέλος!» και φονεύεται από ελληνική ξιφολόγχη. Το συσσωρευμένο μίσος αιώνων από τους ανελέητους τουρκικούς διωγμούς, τους φόνους, τα κολαστήρια Amele Taburu, τις γνωστές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Πολέμου, Ισμαήλ Ενβέρ στον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο πως έπρεπε να βρεθεί μία «τελική λύση» για τους Ελληνες της Ανατολίας, βρίσκει τρόπο να ξεσπάσει («Σφαγή Μενεμένης»,16-17/6/1919).Η Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή συντάσσει δυσμενή έκθεση για τον στρατό, θέτοντας θέμα περαιτέρω παραμονής του στη Σμύρνη. Ο Βενιζέλος προσπαθεί μάταια να τα μπαλώσει και σχολιάζει προφητικά: «Αρχίζω να σκέφτομαι μήπως είχον δίκαιον οι μυκτηρίζοντες την μικρασιατικήν πολιτικήν μου. Αν... οι στρατιωτικοί μας δεν συνέλθουν εκ της μέθης, ... θα καταντήσωμεν να εξωσθώμεν εκ Σμύρνης κακήν κακώς, εξηυτελισμένοι και ταπεινωμένοι».

Σε απόγνωση καλεί τον συμπατριώτη του Αριστείδη Στεργιάδη να αναλάβει την ύπατη αρμοστεία της Σμύρνης (21/5/1929). Ο Στεργιάδης προσπαθεί και επιβάλλει κάποια τάξη, αλλά γίνεται αντιπαθής λόγω του απότομου και βίαιου χαρακτήρα του, μολονότι είναι έντιμος και αδέκαστος άνθρωπος.

Το 1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και ο βασιλόφρονας Γούναρης που τις κερδίζει επαναφέρει τον Κωνσταντίνο, που ωσάν Δον Κιχώτης-Αρχιστράτηγος ύστερα τη μία νίκη των Ελλήνων στο Αφιόν Καραχισάρ, κραδαίνει τη σπάθη του έφιππος κραυγάζοντας : «Στην Αγκυρα!» Οι εμπειροπόλεμοι βενιζελικοί αξιωματικοί αντικαθίστανται από άπειρους και άπραγους φιλομοναρχικούς, ο ψυχολογικά προβληματικός στρατηγός Χατζηανέστης αντικαθιστά τον σώφρονα Παπούλα. Το χειρότερο, οι σύμμαχοι προσχηματικά και υποκριτικά αρνούνται κάθε βοήθεια στον ελληνικό στρατό, εφόσον κάθεται στον θρόνο γερμανόφιλος βασιλιάς. Οι Ελληνες μένουν εντελώς αβοήθητοι, ενώ οι Τούρκοι ενισχύονται από Γάλλους (κρυφά), Ιταλούς (φανερά) αλλά προπάντων τους Μπολσεβίκους που δεν ξεχνούν την «ευφυή» ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία στην Ουκρανία διαρκούντος του Ρωσικού Εμφύλιου. Τώρα συνάπτουν «Σύμφωνο φιλίας και αδελφοσύνης» με τους Νεότουρκους (1921) που έχουν διώξει τον Σουλτάνο και με ηγέτη τον Κεμάλ Πασά έχουν κηρύξει απελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στην Τριπλή Συμμαχία, γενικά και τους μισητούς Ελληνες ειδικότερα που από ραγιάδες θέλησαν να γίνουν αφεντάδες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη βλέπει τους Νεότουρκους ως υπερασπιστές της πατρίδας τους και τους Ελληνες, υπηρέτες στη δούλεψη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Η ήττα

Αβοήθητοι, αποκαμωμένοι, ύστερα από 10ετή πόλεμο, με πεσμένο ηθικό και χωρίς διοικητική μέριμνα για ανεφοδιασμό, οι Ελληνες θα ηττηθούν στο Ινονού, το Σαγγάριο και την τελική «Μάχη του Ντουμλουπινάρ» (26-30/8/1922) που συνεπιφέρει άτακτη υποχώρησή τους 400 χμ. ως τη Σμύρνη. Τα αποδέλοιπα τα ξέρουμε και πονάνε όταν κάποιος τα αφηγείται. Η θάλασσα βάφεται με το αίμα όσων επιχειρούν να γλιτώσουν και οι «σύμμαχοι» Αγγλοι είναι εκείνοι που απωθούν με τη μεγαλύτερη σκληρότητα τους απελπισμένους Ελληνες που πασχίζουν να ανεβούν στα καράβια τους για να σωθούν.

Τη μηδέποτε κυρωθείσα Συνθήκη των Σεβρών (10/8/1920) που έφερε τόσο κοντά το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αντικαθιστά η Συνθήκη της Λωζάννης (24/7/1923) ως ληξιαρχική πράξη θανάτου της, αλλά και ως επίσημο πιστοποιητικό γέννησης της κεμαλικής Τουρκικής Δημοκρατίας που όλοι σπεύδουν να αναγνωρίσουν. Οι Ελληνες είναι τώρα πιο μόνοι και πιο ταπεινωμένοι από ποτέ. Ο σερ Χένρι Γουίλσον θα πει στον Βενιζέλο: «Με την απόβασή σας καταστρέψατε την Ελλάδα και καταστραφήκατε ο ίδιος!». Είχε σηκώσει πάρα πολύ ψηλά το μεγαλοϊδεατικό πήχη, και η Ελλάδα επιχειρώντας άλμα θανάτου, γκρεμοτσακίστηκε, συνήλθε ως εκ θαύματος και μολονότι υπέφερε τρεις δικτατορίες, έδωσε αργότερα μαθήματα ηθικού θάρρους στην Ευρώπη με το Αλβανικό Επος.

Του Θάνου Κακουριώτη, Ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της Πέμπτης, 17 Σεπτεμβρίου 2009.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Νικόλαος Χριστόφιλος: Ο τρελο-Έλληνας του πειράματος “Argus”

Ποιος θυμάται τον Νικόλαο Χριστόφιλο; Στην Ελλάδα ελάχιστοι. Στην Αμερική όμως αρκετοί –και μάλιστα σαν τον “τρελλο-Έλληνα” (crazy Greek), που συνέδεσε το όνομά του με το Argus, πρώτο πείραμα στο Διάστημα.

Ο Νικόλαος Χριστόφιλος γεννήθηκε το 1916 στην Βοστόνη. Γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος και η Ελένη, Έλληνες μετανάστες, που δεν άντεξαν πολύ καιρό μακριά από την πατρίδα και επέστρεψαν στην Ελλάδα όταν ο Νίκος ήταν 7 ετών.

Ο Χριστόφιλος ενδιαφέρθηκε από παιδί για την ραδιοφωνία και κατασκεύαζε μάλιστα αυτοσχέδιους πομπούς και δέκτες. Το 1938 αποφοίτησε από την Σχολή Ηλεκτρολόγων και Μηχανολόγων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και άρχισε να δουλεύει για την εταιρεία Wisk Inc. που εγκαθιστούσε και συντηρούσε ανελκυστήρες. Κατά την διάρκεια του Β! Παγκοσμίου Πολέμου οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής υποχρέωσαν την εταιρεία Wisk να εγκαταλείψει τους ανελκυστήρες και να αναλάβει την συντήρηση φορτηγών. Αυτό, για τον πολυμήχανο Χριστόφιλο, ήταν πιο πολύ παιχνίδι παρά δουλειά και του άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο για να μελετά πυρηνική φυσική και μάλιστα από γερμανικά βιβλία, αφού μόνο αυτά ήταν εύκολο να βρεθούν στην κατοχική Αθήνα.

Μετά τον πόλεμο ο Χριστόφιλος άνοιξε δική του εταιρεία για ανελκυστήρες, αλλά ο έρωτάς του για την πυρηνική φυσική συνεχίστηκε και σύντομα άρχισε να στήνει δικές του θεωρίες. Το 1946 υπέβαλε αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για έναν επιταχυντή παρόμοιο στον σχεδιασμό του με το σύγχροτρον, τον κυκλικό επιταχυντή όπου συνδυάζονται ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία για να επιτύχουν φορτισμένα σωματίδια σε πολύ υψηλές ενέργειες. Ωστόσο, σύντομα ενημερώθηκε από τα περιοδικά φυσικής ότι ένας τέτοιος επιταχυντής είχε ήδη εφευρεθεί.

Απτόητος ο Χριστόφιλος, συνέχισε να σχεδιάζει επιταχυντές και το 1950 υπέβαλε αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για «την Αρχή της Ισχυρής Εστίασης» της δέσμης επιταχυντών. Το Γραφείο Ευρεσιτεχνιών των Η.Π.Α. του απένειμε το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1956, με τον αριθμό, 2,736,799

Ωστόσο το 1952 η Αρχή της Ισχυρής Εστίασης εφευρέθηκε ανεξάρτητα, από τρεις ερευνητές του Εθνικού Εργαστηρίου του Μπρουκχέϊβεν (Brookhaven) των Η.Π.Α. και άρχισε να εφαρμόζεται στους επιταχυντές του Μπρουκχέϊβεν, του Κορνέλ και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών CERN. Σε επίσκεψή του στις Η.Π.Α., περί τα τέλη του 1952, ο Χριστόφιλος διάβασε για την εφεύρεση των Αμερικανών ερευνητών και επισκέφτηκε το εργαστήριο του Μπρουκχέϊβεν, όπου κατόπιν συζητήσεων αναγνωρίστηκε η πρωτοπορία του στη σύλληψη της Αρχής του και του προσφέρθηκε αμέσως μια θέση εργασίας.

Με αυτό τον ανορθόδοξο και επεισοδιακό τρόπο, ο Χριστόφιλος από μηχανικός ανελκυστήρων έγινε ξαφνικά ερευνητής ενός από τα σημαντικότερα εθνικά ερευνητικά κέντρα των Η.Π.Α. Λόγω του απόρρητου χαρακτήρα των ερευνών στις οποίες συμμετείχε, ο Χριστόφιλος μετακινήθηκε το 1956 στο Εθνικό Εργαστήριο Λίβερμορ (Livermore), όπου και παρέμεινε μέχρι και το τέλος της σταδιοδρομίας του.

Αν και ο Χριστόφιλος αφοσιώθηκε κυρίως στην επίτευξη της πυρηνικής σύντηξης, συμμετείχε και σε πλήθος άλλων πρωτοποριακών πειραμάτων, πολλά από τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για τις μετέπειτα εξελίξεις σε διάφορους τομείς. Ένα από τα πιο γνωστά πειράματα που συνέλαβε ο Χριστόφιλος και πρότεινε στην κυβέρνηση των Η.Π.Α. ήταν και το Argus.

Το ανήσυχο πνεύμα του Χριστόφιλου δεν μπορούσε παρά να ερεθιστεί από την αυγή της διαστημικής εποχής, τον Οκτώβριο του 1957: αμέσως μετά την επιτυχή εκτόξευση του πρώτου τεχνητού δορυφόρου, του σοβιετικού «Σπούτνικ», ο Χριστόφιλος σκέφτηκε πως η προσπάθεια μαγνητικής παγίδευσης ηλεκτρονίων (ενός από τα κεντρικά στοιχεία της πυρηνικής σύντηξης) θα μπορούσε να δοκιμαστεί ως διαστημικό πείραμα σε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να γίνει σε οποιοδήποτε εργαστήριο στην επιφάνεια της Γης.

Πρότεινε λοιπόν την εκτόξευση ατομικής βόμβας, η οποία με την έκρηξή της θα παρήγαγε ένα πολύ μεγάλο πλήθος ηλεκτρονίων υψηλής ενέργειας, τα οποία ακολούθως θα παγιδεύονταν από το μαγνητικό πεδίο της Γης και θα σχημάτιζαν ζώνες ή φλοιούς ηλεκτρονίων γύρω από τη Γη. Αν πράγματι τα ηλεκτρόνια, αντί να διασκορπιστούν ατάκτως στα πέρατα του διαστήματος, συγκεντρώνονταν και κατευθύνονταν από το γεωμαγνητικό πεδίο, θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να βλάψουν δορυφόρους σε τροχιά γύρω από τη Γη.

Η πρότασή του συζητήθηκε αρχικά μέσα στο εργαστήριο Λίβερμορ και λίγο αργότερα με συναδέλφους του από άλλα εργαστήρια. Εν τω μεταξύ ανακαλύφθηκαν οι φυσικές ζώνες ηλεκτρονίων και πρωτονίων γύρω από τη Γη, από τον Τζέιμς βαν Άλεν, με μετρήσεις των δύο πρώτων αμερικανικών δορυφόρων. Η ανακάλυψη του βαν Άλεν λειτούργησε υποστηρικτικά στην πρόταση του Χριστόφιλου και στις 6 Μαρτίου του 1958, ο πρόεδρος Αιζενχάουερ συμφώνησε να ελεγχθεί η σκοπιμότητα του πειράματος. Ακολούθησαν πυρετώδεις διασκέψεις και σχεδιασμοί. Την Πρωτομαγιά του 1958 ο Αιζενχάουερ έδωσε το πράσινο φως για την διεξαγωγή του πειράματος.

Το πείραμα στήθηκε μέσα σε χρόνο ρεκόρ: σε λιγότερο από 4 μήνες όλα ήταν έτοιμα. Στις 26 Ιουλίου του 1958 εκτοξεύθηκε ο Explorer-4, ο τρίτος δορυφόρος στην ιστορία των Η.Π.Α., ο οποίος θα παρακολουθούσε την εξέλιξη του πειράματος στο Διάστημα. Την 1η Αυγούστου το Norton Sound του Πολεμικού Ναυτικού, με τους πυραύλους και τις βόμβες του πειράματος, απέπλευσε από το Σαν Φρανσίσκο με προορισμό τον Νότιο Ατλαντικό. Ταυτόχρονα απέπλευσαν άλλα δύο πλοία από λιμάνια της Ανατολικής Ακτής, για συμμετοχή στο πείραμα με παρατηρήσεις από την θάλασσα.

Η επιλογή της απομακρυσμένης περιοχής του πειράματος , περίπου 1800 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής, έγινε για διαφόρους λόγους, με κυριότερο την μυστικότητα και ασφάλεια, καθώς και την ιδιαιτερότητα της γεωμετρίας του γεωμαγνητικού πεδίου στο Νότιο Ατλαντικό, που έδινε περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στο πείραμα.

Στις 27 και 30 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου εκτοξεύθηκαν τρεις ατομικές βόμβες των 2 χιλιοτόνων οι οποίες εξερράγησαν στα 200, 240 και 540 χιλιόμετρα αντίστοιχα. Τόσο οι μετρήσεις του Explorer-4 όσο και οι παρατηρήσεις από το έδαφος επιβεβαίωσαν την θεωρία του Χριστόφιλου: δημιουργήθηκε μια τεχνητή ζώνη σωματιδιακής ακτινοβολίας ανάμεσα στις δύο ζώνες βαν Άλεν, που μάλιστα διατηρήθηκε για περισσότερο χρόνο απ’ ότι είχε προβλεφθεί, αφού αυτή αποδομήθηκε έπειτα από δύο εβδομάδες και όχι σε μερικές μέρες όπως αναμενόταν. Επιπλέον, τα ηλεκτρόνια του Argus δημιούργησαν Σέλας –ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που στους ουρανούς δημιουργήθηκε Σέλας από ανθρώπινη ενέργεια και όχι από φυσικά αίτια.

Η επιτυχία του Argus δικαίωσε τον «τρελο-Έλληνα» και οδήγησε αργότερα σε πειράματα μεγαλύτερης έντασης. Ο Νικόλαος Χριστόφιλος πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 24 Σεπτεμβρίου του 1972. Όπως πάντα, είχε και την προηγούμενη νύχτα εργαστεί έως αργά στο εργαστήριο του Λίβερμορ. Αναμφίβολα, υπήρξε μια ασυνήθιστη προσωπικότητα στον κόσμο της επιστημονικής έρευνας.

Διαβάστε και αυτό το εξαιρετικό αφιέρωμα στον Νικόλαο Χριστόφιλο .

Του Ιωάννη Δαγκλή, διευθυντή του Ινστιτούτου Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Από το περιοδικό “γεωτρόπιο”, τεύχος Νο 452 που συνόδευε την “Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία” της 13ης Δεκεμβρίου 2008.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Η «επιστροφή» του Κώστα Γεωργάκη

Ακόμη και η σορός του φοιτητή που θυσιάστηκε για τη δημοκρατία προκαλούσε πανικό στη δικτατορία ...

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ μας, η ιστορία του Κώστα Γεωργάκη, φοιτητή στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας της Ιταλία, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μύθος με κακούς δαίμονες, που δεν ήσαν άλλοι από τους πρωταίτιους της 21ης Απριλίου, και τον ίδιο στη θέση του ήρωα. Ο Γεωργάκης δεν έκαιγε και δεν κατέστρεφε για να διαμαρτυρηθεί για το ανελεύθερο καθεστώς στη χώρα του. Προτίμησε όμως να καεί ο ίδιος και μάλιστα στις 3.00 το πρωί, όταν η πολυσύχναστη πλατεία Μatteotti στη Γένοβα ήταν άδεια, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, κραυγάζοντας συνθήματα και σκορπώντας ταυτόχρονα προκηρύξεις που καταδίκαζαν το ανελεύθερο δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, περιλούζοντας τα ρούχα του με βενζίνη. Μερικές ώρες αργότερα, στις 11.00 το πρωί της ίδιας ημέρας, 19 Σεπτεμβρίου 1970, θα άφηνε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο San Μartino, όπου τον μετέφεραν οι ιταλοί καραμπινιέροι με εγκαύματα όλων των βαθμών. Ο Γεωργάκης έγραψε μία από τις ενδοξότερες σελίδες αντίστασης κατά της τυραννίας στη χώρα μας, χωρίς να χρειαστεί να γίνει ο ίδιος τυραννοκτόνος. Και όμως πολύ λίγοι τον θυμούνται ακόμη, ενώ οι νέοι αγνοούν πλήρως την ιστορία του.

Τον Ιανουάριο του 2009 συμπληρώθηκαν 40 παρά ένα χρόνια από τη μεταφορά της σορού του γεναίου νεαρού στη γενέτειρά του Κέρκυρα, που άφησε τον Αύγουστο του 1967 για να σπουδάσει μηχανικός στη Γένοβα. Παιδί βιοπαλαιστή εμπορροράπτη που συντηρούσε πενταμελή οικογένεια, με πατέρα και παππού οι οποίοι πολέμησαν για περισσότερα από 12 χρόνια σε όλους τους πολέμους της χώρας μας, διακεκριμένος για τις επιδόσεις του στο Β΄ Λύκειο της Κέρκυρας, βρέθηκε να σπουδάζει, με τις 5.000 δραχμές που κατάφερνε μηνιαίως να στέλνει ο πατέρας με πολλές θυσίες, σε πανεπιστήμιο της γειτονικής μας χώρας. Από μαρτυρίες φίλων του της εποχής προκύπτει ότι ο ίδιος έτρεφε ενοχικά αισθήματα για το γεγονός ότι η οικογένειά του εστερείτο βασικά αγαθά για τη δική του σταδιοδρομία. Παρά το γεγονός ότι οι αρχές προσπάθησαν να αποδώσουν σε κρίση μελαγχολίας την ηρωική πράξη αυτοπυρπόλησής του χαρακτηρίζοντάς τον «φιλήσυχο φοιτητή, ουδόλως αναμεμιγμένον εις πολιτικάς δραστηριότητας» (ΑΠ 4968, πρέσβυς Πούμπουρας από Ρώμη, 19 Σεπτεμβρίου 1970), ο ίδιος ήταν ένας καθ΄ όλα υγιής νέος: αρραβωνιασμένος με συνομήλική του Ιταλίδα (ονόματι Ροζάνα) και ενώ βρισκόταν στο τρίτο έτος της σχολής του, έχοντας περάσει με επιτυχία τις εξετάσεις του τελευταίου εξαμήνου, τον Σεπτέμβριο του 1970 αποφασίζει να διαμαρτυρηθεί με τον συγκεκριμένο τρόπο για την πληροφορία που μόλις είχε φτάσει στον ίδιο: τη διακοπή του εμβάσματος σπουδών του και της αναβολής της στρατιωτικής του θητείας, ως συνέπεια της αντιδικτατορικής του δράσης μέσα από τις γραμμές τού ΠΑΚ Ιταλίας.

Από έγγραφα της εποχής προκύπτει ότι ο σάλος που προκλήθηκε διεθνώς, με πηχυαία άρθρα του ιταλικού Τύπου για το γεγονός, υποχρέωσε τις ελληνικές αρχές να διαψεύσουν ότι ο Γεωργάκης είχε μπει στο στόχαστρο και ότι μεθοδευόταν η ανάκλησή του προκειμένου να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, επιχειρώντας να σπιλώσουν τη μνήμη του νεκρού και να ελαχιστοποιήσουν το κόστος της θυσίας του διεθνώς, προσπάθησαν να βρουν δήθεν μάρτυρες που θα πιστοποιούσαν ότι ο υγιής αυτός νέος έπασχε από κρίσεις μελαγχολίας και ότι η μνηστή του, χωρίζοντας το τελευταίο βράδυ πριν από τον θάνατό του, του είχε χορηγήσει υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Γελοίοι και ανυπόστατοι ισχυρισμοί για την ψυχή ενός ελπιδοφόρου αγωνιστή της δημοκρατίας που είχε το κουράγιο να προετοιμάσει, όσο ουδείς ίσως, έναν τόσο ηρωικό θάνατο, επιλέγοντας μάλιστα τη στιγμή και την ώρα που δεν θα μπορούσε παρά να βλάψει μόνο τον εαυτό του, 3.00 το πρωί. Οπως ανέφερε σε απόρρητο έγγραφό του ο τότε έλληνας πρόξενος Κ. Π. Φωτήλας, «Ιταλοί νυκτοφύλακες οίτινες προσέτρεξαν προς διάσωσίν του κατώρθωσαν να κατασβέσουν το πυρ και εν συνεχεία ούτος, τη επεμβάσει της αστυνομίας, μετεφέρθη εις το νοσοκομείον San Μartino.Ως ανέφερον εκ των υστέρων αυτόπται μάρτυρες,ούτος καθ΄ ην στιγμήν εκαίετο,εκραύγαζε συνθήματα κατά της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως ως: ζήτω η Ελλάς, κάτω οι τύραννοι, κάτω οι Συνταγματάρχαι φασίστες κλπ.Επίσης έρριπτε γύρω του προκηρύξεις,το περιεχόμενο των οποίων δυστυχώς δεν επληροφορήθην εισέτι...». Στο ίδιο έγγραφο αφηνόταν ως υπονοούμενο ότι ο φοιτητής, καίτοι μειωμένων εισοδημάτων, προσήλθε στον χώρο αυτοθυσίας του οδηγώντας ο ίδιος ιδιωτικό αυτοκίνητο, ότι η διακοπή της αναβολής της στρατιωτικής του θητείας οφειλόταν σε διαδικαστικό λάθος του Στρατολογικού Γραφείου και ότι υπήρχε φόβος, όπως ήδη επιχειρούσε ο ιταλικός Τύπος, να ερμηνευθεί η περίπτωση Γεωργάκη «κατά το πρότυπο του Τσεχοσλοβάκου Jan Ρalach», λόγος για τον οποίο επιβαλλόταν η άμεση διακομιδή του νεκρού στην Ελλάδα με δαπάνες εκ των προξενικών εισπράξεων (ΑΠ 67, εξ. επείγον, 20 Σεπτεμβρίου 1970) «ίνα μη προσφερθή ο τάφος του φοιτητού εις την αντεθνικήν προπαγάνδαν,ήτις θα τον μετέβαλλεν εις χώρον αντεθνικού προσκυνήματος και πολιτικής εκμεταλλεύσεως», όπως ο ίδιος σημείωνε σε μεταγενέστερο έγγραφό του (ΑΠ 5361, 20 Νοεμβρίου 1970). Οι σχετικές εργασίες πράγματι θα ανατεθούν στο γραφείο κηδειών Ρastorino e Lodi και ο προϋπολογισμός θα είναι 247.006 λιρέτες Ιταλίας, που θα εγκρίνει τελικά ο ΥΠΕΞ επί χούντας υπουργός Εξωτερικών Ξανθόπουλος-Παλαμάς, μόλις δύο μήνες αργότερα, συνιστώντας «ευαρεστηθήτε μεριμνήσητε όπως κατά μεταφοράν και φόρτωσιν σορού επί πλοίου αποφευχθή πας θόρυβος και δημοσιότης» (ΑΠ ΓΤΛ 400-183, απόρρητον κρυπτοτύπημα, 26 Νοεμβρίου 1970). Ηταν προφανές ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών δεν επιθυμούσε μία ακόμη ανάλογη της κηδείας Γεωργάκη δημοσιότητα στις 22 Σεπτεμβρίου, για την οποία μετέδιδε σχετικά από την πρεσβεία Ρώμης ο πρέσβης Α. Πούμπουρας:
«εκατοντάς φοιτητών και εργατών συνώδευσαν νεκρόν από νοσοκομείου μέχρι νεκρικού θαλάμου νεκροταφείου ένθα εναπετέθη. Συμμετέσχε και αριστερός Υποδήμαρχος Γενούης Geroflini.Απόγευμα αυτής ημέρας έλαβε χώραν προαγγελθείσα και οργανωθείσα υπό αριστερών κομμάτων διαδήλωσις.Συμμετέσχον περίπου χίλιοι με συνθήματα κατ΄ αρχήν ανθελληνικά και εν συνεχεία αντικομμουνιστικά αντιαμερικανικά. Εις συνέντευξιν Τύπου ην επρόκειτο δώση Μερκούρη,παρέστησαν αντ΄ αυτής οι Ιωάννης Λελούδας εκ Παρισίων και Χρίστος Στρεμμένος, όστις και εκόμισε μήνυμα του Α. Παπανδρέου. Κατόπιν ημετέρων ενεργειών,αστυνομία είχε λάβει ικανά μέτρα προστασίας εισόδου Προξενείου» (ΑΠ 432, 23 Σεπτεμβρίου 1970).
Σε άλλο τηλεγράφημα γινόταν μνεία του γεγονότος ότι δεν παρέστη τελικώς ο αδελφός τού Αλέκου Παναγούλη Στάθης, που είχε αρχικώς αναγγελθεί ότι επρόκειτο να εκφωνήσει τον επικήδειο. Ωστόσο η σορός του άτυχου νέου θα παραμείνει επί τετράμηνο στον νεκροθάλαμο του νεκροταφείου της Γένοβας και ύστερα από χρονοβόρα διαδικασία θα φορτωθεί εν μέσω περιπετειών στις 13 Ιανουαρίου 1971 στο υπό ελληνική σημαία πλοίο «Αστυπάλαια», πλοιοκτησίας Βερνίκου-Ευγενίδη, το οποίο, σύμφωνα με τον πρόξενο Κ. Φωτήλα, υπολογιζόταν να καταπλεύσει στον Πειραιά το μεσημέρι της 17ης Ιανουαρίου (ΑΠ 2, 14 Ιανουαρίου 1971).

Ο Γεωργάκης όμως θα απασχολήσει ακόμη και νεκρός τους Απριλιανούς, δύο χρόνια ακριβώς μετά τον θάνατό του, όταν, σύμφωνα με πληροφορίες της προξενικής ελληνικής αρχής στη Βενετία, ετοιμαζόταν να προβληθεί στο φεστιβάλ Ρrimo Ιtaliano (Τορίνο), στο φεστιβάλ του Ρesaro και στο αντιφεστιβάλ Βενετίας ταινία με τίτλο «Γαλανή χώρα» («Ρaese azzurro») του σκηνοθέτη Τζιάνι Σέρα, συμπαραγωγή της RΑΙ ΤV και της εταιρείας CΤC, συνολικής δαπάνης 80 εκατομμυρίων λιρετών Ιταλίας, με σενάριο βασισμένο στη ζωή και το τέλος του Γεωργάκη και πολύ μικρές παραλλαγές. «Κατά τον πληροφοριοδότην μου» σημείωνε ο προξενικός υπάλληλος «το έργον προβαλλόμενον είναι δυνατόν να βλάψη τα μέγιστα το όνομα της Ελλάδος και τον ελληνικόν τουρισμόν,την στιγμήν καθ΄ ην το τουριστικόν ρεύμα είναι τόσον ευνοϊκόν δι΄ ημάς. Επί πλέον φαίνεται πως η ταινία είναι πολύ καλογυρισμένη,από πολύ καλόν και γνωστόν σκηνοθέτην,τον Gianni Serra, δέον δε να θεωρηθή καλυτέρα και πλέον επικίνδυνη της ταινίας “Ζ”. Σημειωτέον επίσης ότι η ταινία αύτη εγένετο διά να προβληθή ιδία από της τηλεοράσεως, όπερ σημαίνει ότι θα δυνηθούν να την παρακολουθήσουν εκατομμύρια θεατών». Ο ίδιος προσέθετε ότι ήδη είχαν ενδιαφερθεί να την αγοράσουν τηλεοπτικά κανάλια της Γερμανίας, των Σκανδιναβικών χωρών, κάποιος αμερικανικός σταθμός, το όνομα του οποίου δεν αναφερόταν, και το ΒΒC. Περαίνων το έγγραφό του εισηγείτο δύο τινά στην κυβέρνηση των συνταγματαρχών: να προβούν σε διάβημα «προς ανώτατα εν Ρώμη κυβερνητικά και άλλα κλιμάκια και διά τας λοιπάς τηλεοράσεις και κράτη, αγοράζοντας τα δικαιώματα της ταινίας δι΄ όλον τον κόσμον μέσω αλλοδαπού τινός επιχειρηματίου ταινιών, όστις θα ενεργήση σιωπηρώς δι΄ ημέτερον λογαριασμόν» (ΑΠ 167/ΑΣ 1727, 25 Αυγούστου 1972).

Της Φωτεινής Τομαή, προϊσταμένης της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών. Από το ΒΗΜΑ της Κυριακής, 11 Ιανουαρίου 2009.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Μάνος Λοΐζος: «Όλα σε θυμίζουν…»

Με τη μουσική του σφράγισε μια ολόκληρη εποχή, μέσα από τραγούδια ερωτικά, τρυφερά, μελαγχολικά, πολιτικά, επαναστατικά και εν τέλει διαχρονικά, τα οποία αγαπιούνται ακόμη. Όλα δημιουργίες ενός δημοφιλή καλλιτέχνη που αδυνατεί να ξεχαστεί, αφού κατάφερε κάτι πραγματικά σημαντικό: να ενώσει το έντεχνο τραγούδι με το λαϊκό…

Ήταν χαμογελαστός και τρυφερός, παθιασμένος και καρτερικός, ευγενής και ονειροπόλος, σκορποχέρης και γενναιόδωρος, νωχελικός και τελειομανής, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων ο οποίος μέσα του έβραζε, με μία αθωότητα παιδική, αλλά και με την υπερηφάνεια ενός χαρισματικού καλλιτέχνη που αισθανόταν την πληρότητα.

Άλλωστε, διέθετε μία μοναδική ικανότητα: να συνθέτει συνεχώς εξαιρετικές μελωδίες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Αλλά πάνω απ’ όλα, ζούσε το παρόν σαν να ήταν αθάνατος: Πίστευε ότι εδώ τελειώνουν όλα, δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο από το τώρα, δεν κοίταζε το αύριο. Και γι’ αυτό έκανε τα πάντα σε περίσσεια: κάπνιζε πολύ, ερωτευόταν πολύ, αγαπούσε πολύ, ενθουσιαζόταν, ξενυχτούσε, έπινε -είχε μία διαδρομή μικρή, αλλά γεμάτη. Σαν να ήξερε -κατά βάθος- ότι θα ήταν σύντομο το πέρασμά του.

Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 στην Αλεξάνδρεια και ήταν το μοναδικό παιδί ενός παντοπώλη -που είχε μεταναστεύσει εκεί από ένα χωριό της Κύπρου- και της κόρης ενός γεωπόνου από τη Ρόδο. Η παιδική του ηλικία, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, ήταν ευτυχισμένη με το επάγγελμα του πατέρα του να εξασφαλίζει στην οικογένεια μία αρκετά άνετη ζωή. Είναι η εποχή που η ελληνική παροικία της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας εξακολουθεί να ευημερεί. Όσο για το ενδιαφέρον του μικρού αγοριού για τη μουσική θα εκδηλωνόταν από νωρίς.

«Στην Αλεξάνδρεια, περνούσε κάθε μέρα από το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Μια μέρα, ο πατέρας μου μου αγόρασε ένα από αυτά τα βιολάκια που πουλούσε ο γέρος. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που το έφτιαχνε!» θα θυμηθεί, γελώντας, χρόνια μετά. Δεν άργησε, πάντως, να αποκτήσει ένα αληθινό βιολί και να αρχίσει κανονικά μαθήματα. Έπειτα απέκτησε μια κιθάρα και μετά ένα πιάνο.

«Κόντευα πια να γίνω σπουδαίος μουσικός» θα πει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, για να προσθέσει: «Κάπως έτσι βρέθηκα μερικά χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική». Κατά κάποιον τρόπο -θα έλεγε κανείς- ότι τη μουσική την είχε από πάντα μέσα του. Χρειαζόταν μόνο ένα ερέθισμα, μια αφορμή, για να προκύψουν μερικές από τις καλύτερες -όπως αποδείχτηκε- μουσικές συνθέσεις στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

Στο μεταξύ, ο δεκαοχτάχρονος -πλέον- νεαρός μεταβαίνει, το 1955, για σπουδές στην Αθήνα. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή για να την εγκαταλείψει λίγο μετά και να εισαχθεί στην Ανωτάτη Εμπορική.

Όμως, με την πάροδο του χρόνου, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά επιμελής με τις σπουδές του: το μυαλό του ήταν αλλού. Αρχίζει να ανακαλύπτει τη μαρξιστική ιδεολογία, αλλά και τις νέες μουσικές τάσεις που διαμορφώνεται με την καταιγιστική επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι και την αναγνώριση του ρεμπέτικου. Παράλληλα, εμπλουτίζει τα ακούσματά του μες στις φοιτητικές παρέες, εμβαθύνει τις γνώσεις του στο πιάνο και την κιθάρα, αλητεύει, παθιάζεται, ερωτεύεται, κάνει φιλίες.

Και ακόμη, παρατάει την Εμπορική, φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο συστηματικά, ενώ βρίσκεται πάντα σε επαφή με τις παρέες της αριστεράς. Ήδη είχε επιλέξει μία δύσκολη πορεία, με την οικονομική του κατάσταση να είναι απλώς κακή. Έχει πάψει να δικαιούται φοιτητικό συνάλλαγμα και για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι μέχρι γραφίστας και διακοσμητής. Παρ’ όλα αυτά, τον διέκρινε μία ηρεμία απέναντι στις κακοτοπιές, όπως εξηγεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, αδερφικός φίλος του και στιχουργός των σημαντικότερων τραγουδιών του.

Ο Μάνος αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με καρτερικότητα, αλλά και τις χαρές χωρίς καμιά βιασύνη. Ρούφαγε τα πράγματα αργά-αργά με επίσημες γουλιές».

Με την πάροδο του χρόνου το πάθος του για τη μουσική γίνεται εντονότερο. Το 1960, φοιτητής ακόμα, ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, «Το τραγούδι του Δρόμου»- ένα ποίημα του Λόρκα σε απόδοση Νίκου Γκάτσου. Αυτό ήταν το έναυσμα για να έρθει σε επαφή με άλλους καλλιτέχνες της εποχής του.

Η δημιουργία του Σύλλογου Φίλων Ελληνικής Μουσικής, το 1962, ήταν η απόρροια αυτών των γνωριμιών, αλλά και ένα σημαντικό βήμα για συνθέτες, τραγουδιστές, μουσικούς και ποιητές. Οι επαφές του μέσα από το σύλλογο με τον - Μίκη Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο, τη Μαρία Φαραντούρη, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Φώντα Λάδη και άλλους, θα αποδεικνύονταν καθοριστικές- τόσο για τις μουσικές όσο και για τις πολιτικές του κατευθύνσεις.

Επίσης, την ίδια χρονιά, συμμετέχει στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» στο θέατρο Παρκ. Στα παρασκήνια του θεάτρου γνωρίζει την Μάρω Λήμνου: θα παντρευτούν τρία χρόνια μετά και θα αποκτήσουν την κόρη τους- τη Μυρσίνη.

Όλα δείχνουν πλέον ότι η προσωπική του ζωή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία απρόσκοπτη ενασχόληση με τη μουσική. Και πράγματι, εκείνον τον καιρό αρχίζει η συνεργασία του -και μία βαθιά φιλία- με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε στίχους του οποίου θα προκύψουν μερικά αριστουργήματα. Αλλά το πραξικόπημα του 1967 αλλάζει τα δεδομένα.

Αρχίζουν οι συλλήψεις -πρώτα ο Σαββόπουλος και στη συνέχεια ο Θεοδωράκης- και για να αποφύγει τα κρατητήρια,?φεύγει στην Αγγλία με τη γυναίκα του. Έπειτα από έξι μήνες επιστρέφει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με τον οποίο φτιάχνουν πολλά τραγούδια που έμελλε να γίνουν σημαντικές επιτυχίες: «Δελφίνι Δελφινάκι», «Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Σεβάχ ο Θαλασσινός».

Το 1968 κυκλοφορεί ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Μάνου Λοΐζου, ο «Σταθμός» -σε στίχους του Παπαδόπουλου- με επιρροές από τα ελαφρολαϊκά τραγούδια της εποχής, αλλά και ένα εντυπωσιακά προσωπικό ύφος στο οποίο συνυπάρχουν επιδέξια η νοσταλγική διάθεση με την γνήσια ευαισθησία -όπως στο «Παλιό Ρολόι»- καθώς και κάποιες συναρπαστικές οργανικές μελωδίες.

Δύο χρόνια μετά βγαίνουν οι «Θαλασσογραφίες» σε στίχους, πάλι, του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Εδώ η θάλασσα γίνεται η αφορμή για τον δημιουργό να μιλήσει για πράγματα περισσότερο καθημερινά με έναν τρόπο απλό, αλλά καθόλου αυτονόητο: κυριαρχούν η ανάμνηση και η ρεμβώδης διάθεση, το παραμύθι του θαλασσινού, ο έρωτας, η τρυφερότητα, η πικρία. Με το σπουδαίο αυτό έργο ο συνθέτης προσδιορίζει τη σχέση του με τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού σε αντιστοιχία με τις δικές του καταβολές. Στις αρχές του 1972 γράφει και τη μουσική για την ταινία «Ευδοκία»: μια σειρά από λαϊκά μοτίβα με πιο γνωστό, βέβαια, το κλασικό «Ζεϊμπέκικο».

Εάν, πάντως, κάτι χαρακτηρίζει το έργο του Μάνου Λοΐζου είναι το γεγονός ότι δημιούργησε καταπληκτικά τραγούδια χρησιμοποιώντας εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής. Έχει συνθέσει εξαιρετικά ροκ κομμάτια -«Το εμβατήριο» «Αν είμαι ροκ μη με φοβάσαι», «Γ’ Παγκόσμιος» με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, μερικά από τα ομορφότερα λαϊκά όπως το «Δε θα ξαναγαπήσω» που πρωτοερμήνευσε ο Στέλιος ο Καζαντζίδης, το «Όλα σε θυμίζουν» και «Ο φαντάρος» με τις διαχρονικές ερμηνείες της Χαρούλας Αλεξίου, «Πάγωσε η τσιμινιέρα», «Έχω έναν καφενέ» και άλλα αγαπημένα τραγούδια που καθιέρωσαν τον Γιώργο Νταλάρα. Ακόμη, μερικές από τις καλύτερες μπαλάντες της ελληνικής μουσικής, «Σ’ ακολουθώ», «Πρώτη Μαΐου», «Τσε», «Μια καλημέρα είναι αυτή», «ο Αρχηγός», τα «νέγρικα» σε ρυθμό τζαζ, όπως «ο γέρο-Νέγρο Τζιμ».

Και ακόμη τα αξέχαστα τραγούδια των αγώνων όπως «Το Ακορντεόν», τον «Δρόμο» και το «Καλημέρα ήλιε» σε στίχους του ίδιου του συνθέτη: «το κόκκινο για τη ροδιά/ το πράσινο για τα παιδιά/ για της Μυρσίνης την ποδιά/ μια Παναγιά». Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής, ενώ θα κυκλοφορήσει όλα εκείνα τα τραγούδια του που είχαν απαγορευτεί από τη λογοκρισία της επταετίας.

Δυστυχώς τα πρώτα προβλήματα με την υγεία του κάνουν ξαφνικά την εμφάνιση τους. Τον Ιούνιο του 1981 ξεκινάει με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο, ωστόσο, θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και στο τέλος του χρόνου ταξιδεύει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος συνοψίζει: «Η ζωή του είναι η ζωή ενός δεκαοχτάχρονου. Ξενυχτάει, πίνει, καπνίζει, ενώ έχει λανσάρει ειδικό ωράριο για τη χρήση του αλκοόλ. Κάπου-κάπου θυμάται τις προειδοποιήσεις των γιατρών για την υγεία του. Αυτά όμως για λίγο. Μετά ξανακατρακυλά».

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε ξαναπαντρευτεί -την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη- και συνέχιζε να ζει όπως πριν. Λίγο μετά πηγαίνει και πάλι στη Μόσχα. Ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1982 και ενώ νοσηλεύεται στη ρωσική πρωτεύουσα παθαίνει εγκεφαλικό. Οι γιατροί θα τον κρατήσουν στη ζωή για δέκα μέρες. Προηγουμένως ηχογράφησε τρεις μελωδίες σε στίχους δικούς του ?«Πρώτη Μαΐου», «Σ’ ακολουθώ»- και «Χαράματα Ομόνοια» σε λόγια του Μανώλη Ρασούλη. Ήταν τα τελευταία του τραγούδια που κυκλοφόρησαν σε δίσκο, πέντε μήνες προτού σωπάσει πρόωρα και για παντοτινά- παίρνοντας μαζί του ό,τι άλλο σημαντικό είχε, ακόμα, να μας δώσει...

Ευγενική φύση

  • «Δεν γούσταρε τα «high class», αν και ήταν φύση αριστοκρατική. Πριγκιπόπουλο τον είχαν μεγαλώσει οι γονείς του. Είχε μια ευγένεια, που τη χρησιμοποιούσε πολλές φορές ως «πανοπλία προστασίας». Γιατί, παρά τη σοφία του και τους εξωτερικούς «ραχάτ μπαχτσέ» ρυθμούς του - μπορούσε να αφήσει στο ψυγείο ένα λεμόνι 4 χρόνια αν δεν πήγαινε κάποιος να το πετάξει- μέσα του ο Μάνος ήταν εξαιρετικά αγχώδης. Είχε άγχος να διαμορφώσει το δικό του στυλ στο τραγούδι, πράγμα που τελικά το κατόρθωσε. Ένωσε τους έντεχνους και τους λαϊκούς...».

Ο Ρασούλης για τον Λοϊζο.

Επιτυχία λόγω χρεών

  • Έρχεται ο Μάνος ένα πρωί και μου λέει: «Δεν έχω φράγκο, ο νοικοκύρης θα με πετάξει έξω αν δεν του δώσω 3.000 δραχμές». Δεν ήθελε να του δώσω εγώ. Κάθεται λοιπόν στο πιάνο, εκεί στο σπίτι μου, βγάζουμε το «Παραμυθάκι μου» και το δίνουμε στον παραγωγό μιας ταινίας, παίρνει τα τρία χιλιάρικα, πληρώνει το νοίκι και γλιτώνει την έξωση. Έχει όμως και συνέχεια η ιστορία. Το τραγούδι μπήκε στον «Εξορκιστή», την ταινία που έκανε παγκόσμιο σουξέ και πήραμε πολλά λεφτά μετά! Μία από τις ηθοποιούς του φιλμ σε μια σκηνή βάζει το ραδιόφωνο να πιάσει Ελλάδα και ακούγεται το... «Παραμυθάκι μου» και έφτασε έτσι σε όλον τον κόσμο».

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Του Γιώργου Βαϊλάκη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 370, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 29 Μαρτίου 2009.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο75 – Το χιπ-χοπ στην Ελλάδα

Ένα μουσικό είδος και μια φιλοσοφία ζωής. Μολονότι όχι τόσο διαδεδομένο στη χώρα μας –ενδεχομένως να μην ταιριάζει στην κουλτούρα μας- εντούτοις ιδιαίτερα ενδιαφέρον και με εξαιρετικά δείγματα (εγχώριου) ταλέντου και δείγματα γραφής από έναν κόσμο που επιμένει να σκέφτεται, να αντιστέκεται και να οραματίζεται ένα καλύτερο αύριο …

Eίθισται στα Reportage να φιλοξενούνται μόνο Έλληνες, εντούτοις, είναι λίγο δύσκολο να μιλήσεις για ένα τέτοιο μουσικό φαινόμενο χωρίς να έρθεις σε επαφή με τη διεθνή εμπειρία. Αρχής γενομένης με τον Μάλκολμ Μακ Λάρεν, τον θρυλικό μάνατζερ των Sex Pistols, που συναντήσαμε πριν από μερικές εβδομάδες στην Αθήνα. Αν και θιασώτης του πανκ, είχε πολλά να μας πει (και) για το χιπ χοπ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 βρέθηκε στο Μανχάταν με τον Αφροαμερικανό μουσικό Αφρικα Μαμπάτα, που θεωρείται από τους πρόδρομους του είδους. Ο Μ. Μακ Λάρεν θα βρεθεί το ίδιο βράδυ, καλεσμένος του Μαμπάτα σε ένα πάρτι στο Μπρονξ και εκεί θα διαπιστώσει για πρώτη φορά ότι, πέρα από το πανκ, υπάρχει και το εξίσου ακραίο χιπ χοπ, αν και τότε δεν ονομαζόταν έτσι. «Μου φάνηκε ως το πανκ - ροκ των μαύρων. Ήταν ένα απίστευτο μπλέξιμο ήχων, μουσικών και φωνών.

Δεν είχα ξαναδεί να παίζουν μουσική και να περνάνε καλά χρησιμοποιώντας μουσικές άλλων. Το θεωρώ το πιο οικολογικό είδος μουσικής δημιουργίας, διότι βασίζεται στην ιδέα της ανακύκλωσης: χρησιμοποιεί ηχογραφημένες μουσικές, ανασύρει δίσκους από τις δισκοθήκες και έτσι φτιάχνει μια νέα μουσική», θα πει τρεις και βάλε δεκαετίες μετά. «Όπως συνέβη με το πανκ στην Αγγλία, το χιπ χοπ ήρθε να επιβεβαιώσει ότι μουσική μπορεί να κάνει ο καθένας. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις μουσική, να παίζεις κάποιο όργανο ή να ξέρεις να τραγουδάς, φτάνει να αναμειγνύεις -με ταλέντο και φαντασία- ήδη δοκιμασμένα υλικά», συμπληρώνει. Έτσι, το χιπ χοπ ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 να δώσει ώθηση στη μαύρη μουσική των αμερικανικών μεγαλουπόλεων (Ντιτρόιτ, Σικάγο, Νέα Υόρκη), να εκφράσει ένα κίνημα πολιτικής και καλλιτεχνικής αμφισβήτησης και να αποδομήσει τις καθεστηκυίες φόρμες της μαύρης μουσικής (τζαζ, σόουλ, μπλουζ), συμβάλλοντας στην πολιτικοποίηση των νέων. Όπως γράφει και ο Μιχάλης Παπαμακάριος, δημοσιογράφος και διοργανωτής συναυλιών, στο βιβλίο του «Φυσάει Κόντρα» (ΚΨΜ, 2006), «μετά το 1989 το hip hop θα διεθνοποιηθεί και θα αποτελέσει εκείνο το μουσικό ρεύμα που πρώτο θα ανοίξει την πόρτα της νέας πολιτικοποίησης, τη δεκαετία του 1990».

Ο ερχομός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το χιπ χοπ φτάνει στα μέσα του ’80, αφού πρώτα περνάει από τα πολυπολιτισμικά κέντρα του Λονδίνου και του Παρισιού. Για το ρίζωμά του θα βοηθήσουν ορισμένες πετυχημένες κινηματογραφικές ταινίες (Breackdance, Wild Style κ.ά.), ο σταθμός της αμερικανικής βάσης, το MTV, και ορισμένες εκπομπές στους πρώτους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Το αποκορύφωμα ήταν η συναυλία των Αμερικανών Public Enemy, στο Κατράκειο Θέατρο, τον Ιούνιο του ‘92. Εκείνο το βράδυ, χιλιάδες εκστασιασμένοι πιτσιρικάδες, είδαν μπροστά τους το κορυφαίο συγκρότημα όλων των εποχών του είδους και ορισμένοι αποφάσισαν να δημιουργήσουν το δικό τους. Ένας από εκείνους ήταν ο Μιχάλης Μυτακίδης, ο οποίος λίγες ημέρες αργότερα θα δημιουργήσει το σημαντικότερο γκρουπ της εγχώριας χιπ χοπ σκηνής, τους Active Member. Οι πρώτοι σπόροι του νέου ήχου θα πέσουν στις δυτικές συνοικίες της πρωτεύουσας και στον Πειραιά, και από εκεί θα ξεκινήσει ένα πολύμορφο ηχητικό γαϊτανάκι που πλέον έχει χιλιάδες φίλους. Σήμερα κυκλοφορούν πολλοί δίσκοι κάθε χρόνο, διοργανώνονται δεκάδες συναυλίες και έχουν θεσπιστεί βραβεία σε επίσημους μουσικούς διαγωνισμούς, ενώ ορισμένα μέλη της χιπ χοπ κοινότητας σταδιοδρομούν ως μουσικοί παραγωγοί, ιδιοκτήτες μικρών δισκογραφικών, ντι τζέις σε κλαμπ κ.λπ. δύο δίσκοι με τις μεγαλύτερες πωλήσεις ανήκουν στο σχήμα των GoinThrough. Το La Sagrada Familia του 2004 και το Vendetta του 2006 έχουν πουλήσει από 20.000 αντίτυπα έκαστο.

Ο B.D Foxmoor, κατά κόσμον Μιχάλης Μυτακίδης, είναι ίσως η σημαντικότερη μορφή του ελληνικού χιπ χοπ. Βρίσκεται για πάνω από 15 χρόνια στο επίκεντρο και το γκρουπ του (Active Member) έχει κυκλοφορήσει έντεκα άλμπουμ, με συνολικές πωλήσεις κοντά στις 200.000. Ο Μ. Μυτακίδης θεωρείται δύσκολος άνθρωπος. Αιτία οι αυστηρές επιλογές που κάνει εδώ και χρόνια και τηρεί με ασκητική ευλάβεια -όπως το να τάσσεται σταθερά με όσους αμφισβητούν το υπάρχουν κοινωνικοπολιτικό καθεστώς ή το να μη δέχεται σπόνσορες στις συναυλίες του. Τον συναντήσαμε στην Αθήνα και όσα μας είπε ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα, αν και λακωνικά.

«Το χιπ χοπ τα τελευταία χρόνια είναι μια συμβατική μουσική φόρμα, δεν θα περίμενα -τουλάχιστον από μία μερίδα του- κάτι διαφορετικό», λέει με μια διαφαινόμενη ειρωνεία. Θεωρεί πως έχει εμπορευματοποιηθεί -όποιος βλέπει τηλεόραση μπορεί να καταλάβει τι εννοεί- έχει εμπιστοσύνη όμως στις υγιείς δυνάμεις, των νέων, κυρίως, παιδιών. «Τα κριτήρια του κόσμου, τον οποίο συχνά κοροϊδεύουμε, λειτουργούν ορθά.

Ο κόσμος προσκυνά όποτε γουστάρει και όποιον γουστάρει και όχι συνέχεια». Του ζητάμε να φέρει στο νου του τη νεανική εξέγερση, τον περασμένο Δεκέμβριο, μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Τα τραγούδια και η μουσική των Active Member (ειδικά το «Φυσάει κόντρα») είχαν γίνει το σάουντρακ της περιόδου. Ο ίδιος, απέχοντας ηλικιακά από τα «παιδιά του Δεκέμβρη» νιώθει περίεργα. «Ήμουν αμήχανος τον Δεκέμβρη. Γιατί με θυμηθήκατε τώρα βρε; είπα μέσα μου. Αφού τραγουδάω για σας συνέχεια. Ως γεγονός με τιμά ότι παιζόμουνα παντού στις καταλήψεις, αλλά υπάρχει μια εσωτερική διαδικασία που μου προκαλούσε μεγάλη αμηχανία. Αυτά τα παιδιά θα έπρεπε να έχουν συνεχή και συνεπή σχέση με το χιπ χοπ εδώ και χρόνια. Εγώ ο ίδιος το επιδίωξα και σας πληροφορώ ότι ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν. Επειδή είμαι αυστηρός πρώτα από όλα με τον εαυτό μου, δεν βγήκα δημόσια για να ευχαριστήσω αυτή τη γενιά που με τίμησε παίζοντας τα τραγούδια μου», καταλήγει.

Για το ίδιο θέμα ζητήσαμε τη γνώμη του Αδάμαντα. Θεσσαλονικιός μουσικός και στιχουργός, αποτελεί το ένα δεύτερο του συγκροτήματος Professional Sinnerz που θεωρείται από τις ανερχόμενες δυνάμεις. «Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν τραγούδια για να ντυθεί μια άσχημη κατάσταση, δεν νομίζω να βοηθήσει από τη μια μέρα στην άλλη στο να μπει το χιπ χοπ στη mainstream συνείδηση του ελληνικού κοινού. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα. Έτυχε ο σκηνοθέτης να ακούει χιπ χοπ και να βρει το κατάλληλο τραγούδι. Τίποτε παραπάνω. Το χιπ χοπ πρέπει να μπει στη ζωή του Έλληνα, όπως έχει μπει στου Αμερικανού ή του Ευρωπαίου, η εικόνα του ίσως να θεωρείται άνομη ή παιδική αλλά σιγά - σιγά θα ανακαλύψει ο κόσμος ότι έχει να προσφέρει όσα και η ροκ και η τζαζ και οποιοδήποτε mainstream μουσικό είδος».

Δύσκολη προσαρμογή

Τι αντιπροσωπεύει όμως το hip hop στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας; Απαντήσεις έδωσε ο λέκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου Γεώργιος - Μιχαήλ Κλήμης -διδάσκει μάρκετινγκ- που εδώ και χρόνια μελετάει συστηματικά τη δισκογραφία. «Το χιπ χοπ ξεκίνησε από τους Last Poets το 1969, μια ομάδα διανοούμενων Αφροαμερικανών μουσικών και ποιητών. Στη συνέχεια έφτασε στα γκέτο των μεγαλουπόλεων. Η κουλτούρα του γκράφιτι, ο χορός breakdance και ο συγκεκριμένος ενδυματολογικός κώδικας συμπλήρωναν την εικόνα. Οι δισκογραφικές κατάλαβαν αμέσως ότι στο χιπ χοπ υπάρχει ακροατήριο, υπάρχει δηλαδή ένα βιώσιμο τμήμα αγοράς στο οποίο μπορεί κάποιος να πουλήσει δίσκους αλλά και προϊόντα. Από εκεί και μετά όλα εξελίχθηκαν αρκετά ομαλά», αναφέρει. Ο λέκτορας του Παντείου δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του αν το χιπ χοπ ταιριάζει στην Ελλάδα. «Εδώ όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήρθε ως εισαγόμενο μουσικό είδος, δεν υπήρχε η κουλτούρα μας, όπως επίσης δεν υπήρχαν γκέτο με την βορειοαμερικανική έννοιά τους. Στο εξωτερικό το χιπ χοπ αφομοιώθηκε σε παραδοσιακές ή τοπικές κουλτούρες. Εδώ στην Ελλάδα, αυτή η αφομοίωση δεν έχει επέλθει ακόμα. Δεν ξέρω αν η κουλτούρα του ταιριάζει στην Ελλάδα. Δεν έχουμε αντίστοιχα ακούσματα, ούτε το ιδιαίτερο life style των αμερικανικών μεγαλουπόλεων», υποστηρίζει ο ίδιος. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι υπάρχει και εδώ ακροατήριο και επομένως εμπορικό ενδιαφέρον. Κατά την άποψή του, εκτός από την ομάδα των Active Member και το κίνημα του low bap με έδρα το Πέραμα, το υπόλοιπο ελληνικό χιπ χοπ δεν έχει παρά λίγα από τα χαρακτηριστικά του αμερικανικού.

Η μουσικολογική ανάλυση συνεχίζεται με τον Αδάμαντα των Professional Sinnerz, ο οποίος δεν θεωρεί το χιπ χοπ ασύμβατο με τα ελληνικά κοινωνικά και μουσικά δεδομένα, διότι το ελληνικό χιπ χοπ έχει τη δική του ταυτότητα πλέον. «Ακούς έντονες επιρροές από την ελληνική κουλτούρα σε κάθε καλλιτέχνη του είδους, είτε στο στίχο είτε στη μουσική. Απλώς τα τελευταία χρόνια προσπαθούμε να φτάσουμε τα πρότυπα του εξωτερικού, άλλοι τα καταφέρνουν, πολλοί όχι».

Κλείνουμε με την υπέρ της εμπορευματοποίησης στροφή που έχει πάρει στις μέρες μας το εν λόγω μουσικό είδος. Ο Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος, διοργανωτής συναυλιών και παραγωγός Χρήστος Τερζίδης, γράφει στο βιβλίο του «Το hip hop δεν σταματά» (Οξύ 2002): «Παιδιά κατώτερων θεών, οι ράπερ δεν κλείνουν τα μάτια στον περίγυρό τους. Μέσα στα αδιέξοδα της κοινωνίας, η μουσική τους καταγράφει όλο το αντιφατικό κοκτέιλ, τόσο το δικό τους όσο και των άλλων. Δεν είναι τυχαία ακόμη και η παροιμιώδης απληστία τους, οι χρυσές αλυσίδες, τα ακριβά αυτοκίνητα, οι καλλονές και τα ξέφρενα πάρτι. Είναι η δική τους εκδοχή του αμερικανικού ονείρου».

Στο ίδιο πνεύμα, ο Γ. Μ. Κλήμης μνημονεύει ένα περιστατικό, όπου ένας επιφανής εκπρόσωπος του χιπ χοπ στην Ελλάδα, έφτασε να παίζει μουσική σε πανάκριβο εστιατόριο - σύμβολο της αστικής τάξης. Ο Αδάμαντας αναλαμβάνει να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στις κατηγορίες. «Είναι εύκολο να εστιάζουμε την προσοχή μας σε αρνητικές καταστάσεις και να μη βλέπουμε ότι όταν έρχεται κάτι νέο, μπορεί να μας διδάξει πολλά. Πολλά πράγματα είναι αυτά που δεν μου αρέσουν στο χιπ χοπ, όπως οι φθηνοί τσαμπουκάδες, το άγουστο ντύσιμο, οι ρίμες του δεκαλέπτου, αλλά γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω τα θετικά, τα οποία υπερτερούν. Οπως στίχοι που συγκινούν κόσμο, μελωδίες που ξεσηκώνουν, εκατοντάδες παιδιά που χαμογελάνε και χορεύουν κάθε φορά που εμφανίζεσαι κάπου και ζουν κάτι μαζί σου το οποίο αφήνει το στίγμα της δουλειάς σου πάνω τους».

Φτιάξ’ το μόνος σου

  • Μουσικά το χιπ χοπ απαρτίζεται από ένα σύντομο μουσικό θέμα, που επαναλαμβάνεται με τρόπο σχεδόν ρομποτικό και δημιουργεί μια πρωτότυπη μουσική βάση, ένα μουσικό χαλί. Πάνω του τοποθετούνται δείγματα από μελωδία (samples), μερικών δευτερολέπτων αυτά, παρμένα από δίσκους άλλων καλλιτεχνών και ασφαλώς γνώριμα στον ακροατή. Υπάρχουν επίσης και πρόσθετα στοιχεία, όπως riffs (μοτίβο ή μουσική φράση) κιθάρας ή πνευστών, τύμπανα, ντραμς ή κρουστά και, φυσικά, το ραπάρισμα (λόγος μέχρι φλυαρίας).

Γκρουπς - σταθμοί

  • Goin’ Through: Είναι το πρώτο ελληνικό συγκρότημα hip hop που υπέγραψε το 1994 συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Απαρτίζεται από τους Νίκο Βουρλιώτη και Μιχάλη Παπαθανασίου και έως σήμερα έχει κυκλοφορήσει 11 άλμπουμς και 3 singles.
  • Active Member: Το πρώτο συγκρότημα hip hop με δισκογραφική δουλειά (1993). Εγιναν γνωστοί για την πολιτικού περιεχομένου στιχουργική τους. Υπέγραψαν το πρώτο τους συμβόλαιο με δισκογραφική το 1995 (Warner) και έχουν κυκλοφορήσει 13 άλμπουμς. Το συγκρότημα αποτελείται σήμερα από τους B.D. Foxmoor (Μιχάλης Μυτακίδης) και Sadahzinia (Γιολάντα Τσιαμπόκαλου).
  • Ημισκούμπρια: Ο χιουμοριστικός και σαρκαστικός τους στίχος είναι αυτός που τους βοήθησε να είναι το πλέον ευρέως γνωστό συγκρότημα του είδους στη χώρα μας. Αποτελούνται από τους Δημήτρη Μεντζέλο, Μιθριδάτη Χατζηχατζόγλου και Πρύτανη (Kώστας Κωστάκος) και έως σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 8 άλμπουμ.
  • Professional Sinnerz: Συγκρότημα «νέας κοπής», δημιουργήθηκαν το 2002 και αποτελείται από τους Αδάμαντα και Tyler. Έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί μέσω του Ιντερνετ καθώς τα πρώτα τους τραγούδια μπορούσαν να κατεβάσουν χωρίς κόστος οι φίλοι του είδους σε mp3.

Πολιτιστικό όπλο

  • «Με έχει εκπλήξει η αποδοχή του χιπ χοπ στην Ευρώπη, αλλά και στον Καναδά και στην Αφρική. Την εξηγώ όμως. Είναι κάτι περισσότερο από ένα μουσικό είδος. Είναι ένα πολιτιστικό όπλο στα χέρια μας. Από την άλλη, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δεν υπάρχουν media ή όσα υπάρχουν έχουν αποκλείσει τις θέσεις των μαύρων, το χιπ χοπ λειτουργεί ως ένα μέσο, ως μια ηχητική ενημέρωση για όσα πραγματικά συμβαίνουν στους δρόμους. Είδες απόψε τον κόσμο: είναι περισσότερο η ανάγκη της επικοινωνίας που σπρώχνει αυτό το κοινό στο να εκφράζεται μέσα από το χιπ χοπ». Ο ράπερ M1 του αμερικανικού συγκροτήματος ραπ Dead Prez μιλάει στον απεσταλμένο του Reportage, μετά τη συναυλία που έδωσε η φημισμένη μπάντα από το Μπρούκλιν στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, το Σάββατο 27 Ιουνίου και στο πλαίσιο του Resistance Festival. Πρόκειται για ένα από τα πιο πολιτικοποιημένα χιπ-χοπ συγκροτήματα που έχει να επιδείξει η σκηνή των ΗΠΑ, με έντονη απήχηση και στη χώρα μας.

Η μουσική του δρόμου

  • Στις ΗΠΑ υπάρχουν γκέτο και το χιπ χοπ είναι η κουλτούρα του δρόμου. Πέρα από μουσικό ιδίωμα είναι διέξοδος για τα μέλη του γκέτο -ακόμα και επαγγελματική. Για κάποια παιδιά, το μέλλον των οποίων είναι να γίνουν είτε έμποροι ναρκωτικών είτε προαγωγοί, το χιπ χοπ δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο για ένα ικανοποιητικό εισόδημα, αλλά ακόμα και την ευκαιρία να γίνουν σταρ.

Οργισμένοι στίχοι

«Φυσάει κόντρα σε ολάκερη γη,
τ’ άγρια πετούμενα δεν βρίσκουν πηγή,
δεν αντέχω της βολής τη σιγή.
Κι εδώ, απ’ τον τόπο που έζησα τη φυγή,
ρίχνω αλάτι στη βαθιά τους πληγή,
τάζομαι πρόσφυγας και σε καλό να μου βγει». [...]

Το τραγούδι των Active Member «Φυσάει κόντρα», -από το cd «Πέρασμα στ’ ακρόνειρο» (2002)- για πρόσφυγες και κατατρεγμένους που έγινε ύμνος στα χείλη των διαδηλωτών του περασμένου Δεκέμβρη.

Το μέρος Νο 75 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 391, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 23 Αυγούστου 2009.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Το αίνιγμα της ανάδυσης του ανθρώπινου νου

Μπορεί η επιστήμη να εξηγήσει τη γένεση των διανοητικών μας ικανοτήτων ή μήπως απαιτείται κάποια «υπερφυσική» παρέμβαση;

Πριν από 100 χιλιάδες χρόνια, η ανάπτυξη του νου των μακρινών μας προγόνων είχε καταφέρει να παραγάγει μόνο κάποια ασύμμετρα και κακότεχνα λίθινα εργαλεία. Ξαφνικά, πριν από 50 χιλιάδες χρόνια, σε μια έκρηξη δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας, ο πλανήτης μας γέμισε με απολιθώματα από νέα συμμετρικά εργαλεία, από περίτεχνες βραχογραφίες και από τάφους. Αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες της μεγάλης νοητικής επανάστασης που είχε συντελεστεί στο εσωτερικό των κρανίων των πρωτανθρώπων.

Στις μέρες μας, οι παλαιοανθρωπολόγοι, οι αρχαιολόγοι και οι νευροψυχολόγοι ενώνουν τις δυνάμεις τους και συνεργάζονται στενά για να διερευνήσουν το πώς, το πότε και το πού εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι μοναδικές ανθρώπινες διανοητικές ικανότητες. Από το πόσο ικανοποιητικές θα κριθούν οι απαντήσεις τους θα εξαρτηθεί, όχι απλώς η βαθύτερη γνώση του μακρινού μας παρελθόντος, αλλά πλέον και η αναγκαιότητα για υπερφυσικές «εξηγήσεις» περί της επεμβάσεως ενός πάνσοφου Δημιουργού ή κάποιων υποθετικών «εξωγήινων σχεδιαστών».

Υπάρχουν, άραγε, κάποιες ασφαλείς αρχαιολογικές ενδείξεις, οι οποίες να πιστοποιούν με βεβαιότητα την ύπαρξη ή όχι τυπικά ανθρώπινων νοητικών ικανοτήτων κατά το μακρινό προϊστορικό μας παρελθόν; Διαφορετικοί ερευνητές έχουν υιοθετήσει κατά καιρούς τα πιο διαφορετικά κριτήρια: από το οργανωμένο κυνήγι με όπλα μέχρι τον εποικισμό άγνωστων περιοχών, και από τη χρήση νέων υλικών και εργαλείων μέχρι την ταφή νεκρών με ή χωρίς νεκρικές προσφορές.

Τέτοιες ομαδικές δραστηριότητες και συλλογικές συμπεριφορές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή προϋποθέτουν όχι απλώς την ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινωνικής ζωής, κάτι πολύ συνηθισμένο και σε απλούστερα είδη ζώων, αλλά μια κοινωνική ζωή που να βασίζεται στην αυτοσυνείδηση και τον έναρθρο λόγο, σε δύο δηλαδή τυπικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Ενώ όμως όλοι οι ειδικοί συμφωνούν για τις ιδιαίτερες γνωστικές και νοητικές ικανότητες που μας διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα ζώα, δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία για το πότε και το πώς αυτές εμφανίστηκαν κατά την πρόσφατη εξελικτική ιστορία των πρωτευόντων.

Ενώ πριν από εκατό πενήντα χρόνια ο Κάρολος Δαρβίνος πρότεινε την πρώτη ολοκληρωμένη εξελικτική θεωρία για το πώς η φυσική επιλογή διαμορφώνει τα σωματικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά κάθε ζωντανού οργανισμού, μόνο πρόσφατα η επιστήμη άρχισε να διερευνά πώς η εξέλιξη διαμορφώνει και τα νοητικά χαρακτηριστικά των οργανισμών (εξελικτική και γνωστική ψυχολογία).

Μάλιστα, αυτή η προκλητική ιδέα, ότι δηλαδή η εξέλιξη δεν αφορά μόνο τα υλικά σώματα αλλά και στις «άυλες» νοητικές ικανότητες που αυτά τα βιολογικά σώματα έχουν, θα αποτελέσει την προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός νέου διεπιστημονικού κλάδου, της «γνωσιακής αρχαιολογίας».

Ένας «γνωσιακός αρχαιολόγος» δεν αρκείται στη χρονολόγηση και την ταξινόμηση ενός προϊστορικού τεκμηρίου, π.χ. ενός λίθινου εργαλείου, αλλά μελετά αυτά τα απολιθωμένα χειροτεχνήματα για να κατανοήσει τις νοητικές προϋποθέσεις και τις νευροβιολογικές ικανότητες του χειροτεχνουργού!

Για παράδειγμα, αναλύοντας τον τρόπο λάξευσης ενός λίθινου εργαλείου ή μελετώντας τη συμβολική περιπλοκότητα μιας βραχογραφίας, μπορεί να συναγάγει πολύτιμα συμπεράσματα για τις αφαιρετικές ή συνειδησιακές ικανότητες του πρωτόγονου τεχνίτη.

Η προϊστορία της σύγχρονης νόησης

Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα δεδομένα -παλαιοντολογικά, βιολογικά και βιοχημικά- ο σύγχρονος άνθρωπος, που αυτοαποκαλείται αυτάρεσκα Homo Sapiens (Άνθρωπος ο Σοφός), έχει μια σαφή ζωική προέλευση. Αποτελεί το τελικό προϊόν μιας μακράς και πολυδαίδαλης εξελικτικής ιστορίας, που ξεκίνησε στην Αφρική πριν από περίπου 6 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι πιο μακρινοί πρόγονοί μας αποσπάστηκαν από το μέχρι τότε κοινό γενεαλογικό δέντρο που τους συνέδεε με τους προγόνους των ανθρωποειδών πιθήκων (που κατέληξε στους γορίλες και τους χιμπαντζήδες).

Το επόμενο αποφασιστικό βήμα έγινε στην ανατολική Αφρική πριν από 3 εκατομμύρια χρόνια. Τότε η γενεαλογική μας γραμμή χωρίστηκε εκ νέου, παράγοντας τον Ρωμαλέο Πίθηκο του Νότου (Australopithecus robustus) και τον Αφρικανικό Πίθηκο του Νότου (Australopithecus africanus).

Από αυτό τον δεύτερο πρωτοάνθρωπο θα προκύψει αργότερα ο Homo habilis (Άνθρωπος ο Επιδέξιος) και από αυτόν θα εξελιχθεί, πριν από 1,7 εκατομμύρια χρόνια, ο Homo Erectus (Άνθρωπος που Περπατά Όρθιος). Παρά το παραπλανητικό όνομά του, ο Homo Erectus δεν ήταν ο πρώτος από τους ανθρωπίδες που ήταν ικανός να περπατά όρθιος, ήταν όμως ο πρώτος που χρησιμοποίησε συστηματικά λίθινα εργαλεία, υπέταξε τη φωτιά και αργότερα μετανάστευσε αρχικά στην Εγγύς Ανατολή και από εκεί στην Ευρώπη και την Άπω Ανατολή.

Πριν από 130.000 με 50.000 χρόνια, το εξελικτικό σκηνικό σε ό,τι αφορά την εξάπλωση των προγόνων μας είχε ως εξής: στην Ευρώπη και στη δυτική Ασία κυριαρχούν οι Νεάντερταλ (Homo Neanderthalensis), «πρωτόγονοι» ανατομικά και τεχνολογικά (βλ. Πλαίσιο) -στην Αφρική ζούσαν και εξελίσσονταν οι πρώτοι άνθρωποι που δεν διέφεραν και πολύ από εμάς- ενώ στην ανατολική Ασία υπήρχε ένα ανθρώπινο είδος που μάλλον διέφερε τόσο από τον σύγχρονο άνθρωπο όσο και από τους Νεάντερταλ.

Όμως αυτό το σκηνικό θα αλλάξει δραστικά μετά την είσοδο στην Ευρώπη των ευφυέστερων και τεχνολογικά ανώτερων ανθρώπων που εισέβαλαν από την Αφρική πριν από 40 - 35 χιλιάδες χρόνια. Εκείνη την περίοδο συνέβη το «μεγάλο εξελικτικό άλμα» που έλαβε χώρα στη γηραιά ήπειρο και θα οδηγήσει σταδιακά στην απόλυτη κυριαρχία του είδους μας, το οποίο χάρη στις ανώτερες νοητικές ικανότητές του θα δημιουργήσει τον πολιτισμό και την τέχνη. Ίσως γι' αυτό οι ειδικοί περιγράφουν αυτό το εξηγητικό σχήμα ως το «πολιτισμικό Big Bang».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η προοδευτική ανάπτυξη του φυλογενετικού δένδρου που θα οδηγήσει στον σύγχρονο άνθρωπο συνοδεύεται πάντα από μια προοδευτική αύξηση της κρανιακής κοιλότητας και συνεπώς της πολυπλοκότητας του εγκεφάλου, η οποία, με τη σειρά της, οδήγησε στην προοδευτική πολυπλοκοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Αυτή η πολιτισμική εξέλιξη, μολονότι βασίζεται σε σαφείς και ήδη γνωστές βιολογικές προϋποθέσεις, δεν εξαρτάται άμεσα από κάποιες αλλαγές του ανθρώπινου γονιδιώματος· αντίθετα συνδέεται με επιγενετικές αλλαγές που σχετίζονται με την εξέλιξη του νου, όπως η εντυπωσιακή ανάπτυξη του έναρθρου λόγου, της μνήμης και της μάθησης.

Εντελώς διαφορετικά μοντέλα για τον ίδιο νου

Μέχρι πρόσφατα, το ευρύτερα αποδεκτό μοντέλο εξήγησης της ανάδυσης του σύγχρονου ανθρώπινου νου ήταν αυτό του απότομου, σχεδόν «μαγικού» άλματος προς τα εμπρός, δηλαδή της μεγάλης πολιτισμικής έκρηξης πριν από περίπου 40 χιλιάδες χρόνια.

Αυτή η μεγάλη πολιτισμική επανάσταση έλαβε χώρα στην κεντρική Ευρώπη και σχετίζεται με την ομαδική μετανάστευση ανθρώπων με τα δικά μας ανατομικά χαρακτηριστικά (άνθρωποι Κρο Μανιόν) από την Εγγύς Ανατολή. Έτσι επιχειρούν να εξηγήσουν την ξαφνική εμφάνιση των εκπληκτικών βραχογραφιών και των συμμετρικών εργαλείων από πέτρα και κόκαλα, αλλά και την ανακάλυψη τάφων με κτερίσματα. Ευρήματα που προϋποθέτουν την ανάπτυξη μιας ανώτερης τεχνολογίας, η οποία βασίζεται σε μια πιο σύνθετη αφαιρετική σκέψη.

Όπως όμως συμβαίνει συχνά με τα επιστημονικά μοντέλα που στηρίζονται σε εμπειρικά δεδομένα, στην προκειμένη περίπτωση σε παλαιοντολογικά ευρήματα, υπάρχουν πάντα και εναλλακτικές ερμηνείες.

Ένα τέτοιο εναλλακτικό μοντέλο εξήγησης της εμφάνισης του «σύγχρονου» νου υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε καμία απότομη αλλαγή, αλλά αντίθετα μια σταδιακή βιολογική εξέλιξη που συνέβη στην Αφρική πριν από περίπου 200 χιλιάδες χρόνια. Εκεί αναπτύχθηκε και από εκεί διαδόθηκε βαθμηδόν σε όλο σχεδόν τον πλανήτη (Out of Africa).

Το δεύτερο εναλλακτικό μοντέλο στην ευρωπαϊκή Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang) υποστηρίζει ότι όλες οι νοητικές προϋποθέσεις της σύγχρονης συμπεριφοράς (προφορικός λόγος, συμβολική σκέψη, τεχνογνωσία) ήταν κοινά χαρακτηριστικά όλων των ανθρώπινων πληθυσμών που υπήρχαν ήδη πριν από 150 χιλιάδες χρόνια (!) και ότι η εμφάνιση και επανεμφάνιση αυτών των ανώτερων νοητικών συμπεριφορών εξαρτάται από τοπικές κλιματολογικές ή γεωγραφικές συνθήκες, αλλά και από πολιτισμικές ή ενδεχομένως και γενετικές ανταλλαγές μεταξύ των διαφορετικών ανθρώπινων πληθυσμών.

Πέρα όμως από τις διάφορες εναλλακτικές ερμηνείες των απολιθωμένων ευρημάτων, παραμένει το μεγάλο ερώτημα σχετικά με την εξέλιξη στον χρόνο του ανθρώπινου νου. Η μεγάλη δυσκολία αυτού του ερωτήματος σχετίζεται με το γεγονός ότι τα νοητικά φαινόμενα είναι «άυλα» και δεν αφήνουν αποτυπώματα της εξέλιξής τους στον χρόνο.

Ο πρώτος σύγχρονος ερευνητής αυτής της εξέλιξης είναι ο Καναδός νευροψυχολόγος Merlin Donald, ο οποίος στο περίφημο βιβλίο του «Origins of the Modern Mind» υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της ανθρώπινης συμπεριφοράς αφορά τους τρόπους που ο νους μας αναπαριστά τις ίδιες του τις εμπειρίες.

Σύμφωνα με τον Donald, οι απαρχές ενός προανθρώπινου νου μπορούν να αναγνωριστούν ήδη πριν από 4 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι πρώτοι Αφρικανοί ανθρωπίδες ανέπτυξαν μια «επεισοδιακή συνείδηση», συγκρίσιμη με αυτή των σημερινών χιμπαντζήδων. Μια υποτυπώδη συνείδηση, ικανή να συλλαμβάνει την άμεση σημασία των συμβάντων, αλλά ανίκανη να σκεφτεί τις συνέπειές τους στο απώτερο μέλλον ή το αφαιρετικό νόημά τους.

Το αμέσως επόμενο βήμα ήταν η ανάπτυξη της «μιμητικής συνείδησης», πριν από περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια, που σηματοδοτεί την εμφάνιση ενός πρωτανθρώπινου νου. Από αυτή τη μιμητική συνείδηση θα προκύψει, πριν από 150 χιλιάδες χρόνια, η λεξιλογική-συμβολική σκέψη. Αν η μίμηση απελευθέρωσε τον νου από τα δεσμά τής πρόσκαιρης επεισοδιακής σκέψης, η έλευση της λεξιλογικής-συμβολικής συνείδησης τον απελευθέρωσε από τους πραγματολογικούς περιορισμούς της απλής μίμησης.

Το τελευταίο μεγάλο βήμα είναι η εξέλιξη του θεωρητικού-αφαιρετικού νου, που προϋποθέτει τη διαπλοκή του λόγου με την αφηρημένη σκέψη. Από τις περίτεχνες βραχογραφίες των σπηλαίων, που αναπαριστούν τις νοητικές εμπειρίες των πρώτων σύγχρονων ανθρώπων, μέχρι την ανακάλυψη της γραφής, πριν από 6 χιλιάδες χρόνια, δεν υπάρχει πια αγεφύρωτο χάσμα.

Μολονότι στο πρόβλημα της ανάδυσης του ανθρώπινου νου δεν διαθέτουμε ακόμη οριστικές απαντήσεις, δεν μπορεί σήμερα να θεωρείται άλυτο. Οπως η βιολογική θεωρία της εξέλιξης μας βοήθησε να εξηγήσουμε ορθολογικά την προέλευση και την ανάπτυξη της ζωής, η ανολοκλήρωτη σήμερα θεωρία της νοητικής εξέλιξης μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε τον ανθρώπινο νου μάλλον ως προϊόν της φυσικής επιλογής και όχι βέβαια μιας υπερφυσικής επιφοίτησης, που τίποτα δεν εξηγεί, αφού θεωρεί ότι «γνωρίζει» τα πάντα.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 16 Μαΐου 2009.

Οι Νεάντερταλ: νοήμονες, αλλά όχι... «σοφοί»


Από τους πιο διάσημους και εντυπωσιακούς συγγενείς του σύγχρονου ανθρώπου είναι ο Ανθρωπος του Νεάντερταλ (Homo Neanderthalensis).

Οι Νεαντερτάλιοι εμφανίστηκαν πριν από 140 χιλιάδες χρόνια περίπου και εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς πριν από 35 χιλιάδες χρόνια. Στη «σύντομη» ζωή τους εξαπλώθηκαν σε όλοι την ευρωπαϊκή ήπειρο - από τη δυτική Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Ασία. Συνήθως τους θεωρούμε «κτηνώδεις» και «απολίτιστους», εξαιτίας των πρωτόγονων ανατομικών χαρακτηριστικών τους, διέθεταν όμως έναν αρκετά μεγάλο εγκέφαλο -ίσως 10% μεγαλύτερο από αυτόν των Homo Sapiens- ήταν κοινωνικά πλάσματα που κυνηγούσαν ομαδικά, έθαβαν τους νεκρούς τους και κατασκεύαζαν πέτρινα και ξύλινα εργαλεία. Είναι σαφές ότι διέθεταν κάποια πρωτόγονη νοημοσύνη και επικοινωνούσαν μέσω κάποιας υποτυπώδους μορφής λόγου. Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών τους θεωρήθηκαν εσφαλμένα οι πιο άμεσοι πρόγονοι του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύουν οι πολυετείς έρευνες του μεγάλου παλαιογενετιστή Svante Paabo, διευθυντή του Εργαστηρίου Εξελικτικής Ανθρωπολογίας στο Ινστιτούτο Max Plank στη Λειψία. Πριν από ένα μήνα, μάλιστα, ο ίδιος ερευνητής ανακοίνωσε την πλήρη αποκρυπτογράφηση του πλήρους γονιδιώματος που εξήγαγε από τα απολιθωμένα οστά ενός Νεάντερταλ που έζησε πριν από 38 χιλιάδες χρόνια! Από αυτές τις πρώτες μοριακές αναλύσεις των γονιδίων αυτού του εκλιπόντος είδους προκύπτουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Πρώτα απ' όλα επιβεβαιώνεται ότι οι Νεάντερταλ ανήκουν σε διαφορετικό, αν και πολύ συγγενές, είδος με εμάς. Δεύτερον, η διαφοροποίηση των δύο ειδών του ανθρώπου συνέβη πριν από 800 χιλιάδες χρόνια και άρα τα δύο συγγενή είδη ανθρώπου εξελίχθηκαν παράλληλα, χωρίς γενετικές επιμιξίες.

Ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο είναι η ύπαρξη στο γονιδίωμα των Νεάντερταλ του γονιδίου «FOXP2», που σχετίζεται άμεσα με την ανάπτυξη της γλώσσας, άρα είναι πολύ πιθανό να διέθεταν εξίσου αναπτυγμένες γλωσσικές ικανότητες.

Την εποχή της απόλυτης ευρωπαϊκής κυριαρχίας των Νεάντερταλ, πριν από 40 χιλιάδες χρόνια, εισέβαλαν από την Εγγύς Ανατολή οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι (Κρο Μανιόν), που μέσα σε λίγα χρόνια κατάφεραν να «εξαλείψουν» κάθε ίχνος από αυτό το πολύ ενδιαφέρον εξελικτικό παρακλάδι του ανθρώπινου γένους.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 16 Μαΐου 2009.