Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Τι... λέει το φλιτζάνι;

Ο λαός λέει «μην πιεις από το ποτήρι που πίνω νερό, γιατί θα μάθεις τα μυστικά μου». Σοφό, γιατί τα χείλη που αγγίζουν το στόμιο γνωρίζουν πολλά. Το ίδιο όμως δεν θα έπρεπε να ισχύει και για τα φλιτζάνια και τις κούπες, και σε μεγαλύτερο βαθμό μάλιστα; Γιατί το νερό το πίνουμε γρήγορα και συνήθως με τη μία από το ποτήρι, ενώ τα ροφήματα με πιο αργούς ρυθμούς, οπότε τα χείλη στο στόμιο του φλιτζανιού αφήνουν... πιο πολλά μυστικά και προσωπικά αποτυπώματα.

Περισσότερο από κάθε άλλο αντικείμενο της κουζίνας που σχετίζεται με την καθημερινότητά μας, η σχέση με το φλιτζάνι είναι η πιο προσωπική. Πόσες φορές δεν ψιλοεκνευριστήκατε όταν κάποιος καλεσμένος πήρε τη δική σας κούπα για να πιει καφέ στο σπίτι σας; Μπορείτε να ξεχάσετε τα νεύρα σας όταν έσπασε το αγαπημένο σας φλιτζάνι, που για μεγάλο διάστημα ξαναενωνόταν ανεπιτυχώς με τη βοήθεια μιας κόλλας;

Και ας μείνουμε στη λέξη φλιτζάνι, γιατί η κούπα μπορεί να υποδηλώνει μεγαλύτερο μέγεθος του σκεύους, αλλά ως λέξη δεν είναι τόσο όμορφη και εύηχη για να περιγράψει το συγκεκριμένο αντικείμενο και τη σημειολογία του.

Όσο και να πιστεύουμε στην ουσία (την ποιότητα της πρώτης ύλης, αλλά και τον τρόπο παρασκευής του ροφήματος), η αλήθεια είναι ότι ένα ωραίο (ό,τι και να σημαίνει για τον κάθε ένα από εμάς αυτό) φλιτζάνι διευρύνει τη γευστική απόλαυση.

Γι' αυτό και όχι μόνο, οι περισσότεροι έχουμε αρκετά έως πολλά φλιτζάνια. Το φλιτζάνι ως αντικείμενο βρίσκεται στο τοπ 10 των δώρων που συνήθως επιλέγουμε για στενούς φίλους και... υποχρεώσεις.

Το φλιτζάνι είναι ένα δώρο χρηστικό. Ένα δώρο εύκολο, που δείχνει ότι έχεις σκεφτεί τον παραλήπτη. Ένα δώρο αξιοπρεπές, που κάνει καλή εντύπωση χωρίς να... αδειάζει την τσέπη σου. Ένα δώρο που μπορεί να έρθει μόνο του ή σε σετ.

Όταν πάλι επιλέγουμε φλιτζάνι για τον εαυτό μας, κερδίζουμε μια στιγμή προσωπικής απόλαυσης, συνδέουμε το αντικείμενο με συγκεκριμένη διάθεση, χώρο, χρόνο, αρκετές αναμνήσεις, το κάνουμε προέκταση του χεριού μας και αναπόσπαστο κομμάτι του γραφείου μας.

Τι λένε όμως τα φλιτζάνια για τους χρήστες;

Ξεκινώντας από τα πρώτα τα παιδικά, αυτά με τα αρκουδάκια και τις πεταλούδες, μπλε συνήθως για τα αγόρια και ροζ παλ για τα κορίτσια, ανοίγουν τον δρόμο στο παιδί για να μεγαλώσει. Αποτελούν μια υπόσχεση. Γιατί τα παιδιά γνωρίζουν πολύ καλά ότι στην παρούσα φάση δεν πρόκειται οι γονείς τους να τους αφήσουν να πιουν καφέ ή τσάι, αλλά όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή θα το κάνουν. Οι πρώτοι ζεστοί καφέδες της εφηβείας απολαμβάνονται σε φλιτζάνια με ζώδια και ομάδες και αγαπησιάρικα μηνύματα του τύπου «καίγομαι για σένα». Λίγα χρόνια αργότερα, δίπλα σ' αυτά στέκονται συνήθως και φλιτζάνια-παρίες! Αυτά δηλαδή που φέρνουν φίλοι και γονείς από «υποχρέωση» για να δείξουν ότι δεν μας ξέχασαν. Είναι φλιτζάνια που γράφουν: «Η μαμά, ο κολλητός, το κορίτσι μου πήγε στη Μύκονο, το Λονδίνο, το Σεν Τροπέ... κι εγώ το μόνο που πήρα είναι αυτό!».

Κάπου εκεί οι διάσημες κούπες των Starbucks αναδεικνύονται σε σύμβολο της παγκοσμιοποίησης που έφτασε στα ράφια της κουζίνας. Και όχι, δεν σας ενθαρρύνουμε, αλλά πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μια κούπα Starbucks... αξίζει, όχι όταν την αγοράζεις αλλά όταν βρίσκει... κατά λάθος μόνη της το δρόμο για την τσέπη σας... Άλλωστε θα μπορούσε να σας είχε πέσει και να σπάσει μέσα στο μαγαζί...

Το φλιτζάνι είναι αντικείμενο ερωτικό. Όχι απλώς και μόνο επειδή φτάνει στο στόμα μας. Αλλά γιατί κρύβει ερωτικές υποσχέσεις και σκιρτήματα... πάμε για ένα (φλιτζάνι) καφέ. Πόσα δάχτυλα δεν μπλέχτηκαν πάνω από αχνιστά φλιτζάνια και πόσα άσματα δεν γράφτηκαν για σπασμένες... κούπες και σπασμένες καρδιές... Και πόσες νέες σχέσεις δεν ξεκίνησαν από την προσφορά δύο φλιτζανιών για ξεχωριστές στιγμές για δύο. «Το φλιτζάνι το τυχερό» αποτελεί μια ειδική κατηγορία από μόνο του. Χωρίς καμία λογική εξήγηση, ένα από τα εκατοντάδες φλιτζάνια της ζωής μας έχει μια αύρα ειδική και μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας.

Από την ηλικία των 18 και άνω τα φλιτζάνια με τα λουλούδια συνδέονται με τις «γιαγιάδες της αγγλικής εξοχής» και οι πορσελάνες με την υπέρτατη πολυτέλεια και καταξίωση.

«Must» για κάθε σπίτι που... σέβεται πολιτιστικά τον εαυτό του γίνονται τα φλιτζάνια-«έργα τέχνης», και αυτά που απεικονίζουν έργα ζωντανών και πεθαμένων καλλιτεχνών. Όπως αυτές που έφερα κάποια Χριστούγεννα από τη Βουδαπέστη και έμοιαζαν σαν τσαλακωμένα άσπρα πλαστικά ποτήρια... Ταίριαξαν ωραία στα ράφια, σαν γλυπτό κουζίνας, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα να ευχαριστηθώ καφέ.

Μήπως τελικά όταν μας «λένε το φλιτζάνι», αντί να «διαβάζουν» το κατακάθι του καφέ ή τα φύλλα του τσαγιού, πρέπει να... ερμηνεύουν τι λέει το ίδιο το φλιτζάνι για τον ιδιοκτήτη του;

Για να διαλέξετε σωστό φλιτζάνι
  1. Θα πρέπει να έχει χερούλι. Ωραιότατες κούπες χωρίς χερούλι υπάρχουν... για να καίνε την παλάμη.
  2. Το χερούλι πρέπει να χωρά τουλάχιστον δύο από τα δάχτυλα του χεριού, γιατί αλλιώς η απόλαυση... γίνεται κουραστική. Μόνη εξαίρεση τα φλιτζανάκια του εσπρέσο, με χερούλια που μπορεί να έχουν χώρο μόνο για ένα δάχτυλο, αλλά δεν κουράζουν γιατί ο καφές πίνεται γρήγορα.
  3. Το φλιτζάνι πρέπει να έχει το σωστό μέγεθος. Να είναι δηλαδή αρκετά μεγάλο ώστε να χωρά ικανοποιητική ποσότητα, αλλά όχι τόσο μεγάλο ώστε μέχρι να πιούμε τον καφέ να κρυώνει.
  4. Πρέπει να είναι ανθεκτικό. Να πλένεται στο πλυντήριο και να... μη σπάει στον πρώτο καβγά.
  5. Να μην είναι βαρετό. Εδώ υπεισέρχεται ο προσωπικός παράγοντας. Για άλλους τα τελείως λευκά φλιτζάνια είναι βαρετά, άλλοι τα θεωρούν την επιτομή της... κούπας. Όσο για τις παραστάσεις, περί ορέξεως...
  6. Και τέλος, πρέπει η τιμή αγοράς του να είναι ανάλογη της απόλαυσης που μας χαρίζει στην καθημερινή χρήση. Για τη «μέση τσέπη» τα πανάκριβα φλιτζάνια γίνονται απαγορευτικά γιατί γίνονται διακοσμητικό στο ράφι.
*Η επιλογή των συμβουλών έγινε από τα πορίσματα ψυχολογικών ερευνών «για το τέλειο φλιτζάνι» σε αμερικανικά και βρετανικά πανεπιστήμια.

Ένα φιλοσοφικό πείραμα που γρήγορα έγινε... αστικός μύθος

Επιτυχημένα στελέχη πολυεθνικής συναντούν τον παλιό τους καθηγητή από το πανεπιστήμιο. Η συζήτηση στρέφεται στην καθημερινότητα, στο στρες και στη ζωή. Ο καθηγητής ετοιμάζεται να σερβίρει καφέ, κρατώντας μια μεγάλη κανάτα και πολλά και διαφορετικά φλιτζάνια. Άλλα ήταν από πορσελάνη, άλλα από πλαστικό, άλλα από γυαλί, άλλα από κρύσταλλο. Μερικά ήταν φτηνά, άλλα ακριβά και άλλα πολύ ιδιαίτερα. Ζήτησε από τους πρώην φοιτητές του να διαλέξουν. Όταν όλοι τους είχαν στο χέρι τους ένα φλιτζάνι καφέ, ο καθηγητής είπε: «Πήρατε όλα τα ακριβά φλιτζάνια και αφήσατε τα απλά και όσα έμοιαζαν φτηνά. Ενώ είναι φυσιολογικό να θέλετε το καλύτερο για τον εαυτό σας, αυτό είναι η πηγή του στρες σας. Αυτό που θέλατε όλοι ήταν ο καφές, όχι το φλιτζάνι, αλλά εσείς συνειδητά κλίνατε στα καλύτερα φλιτζάνια και ακόμα χειρότερα, κοιτάζατε να δείτε μήπως ο διπλανός σας πήρε καλύτερο φλιτζάνι από σας. Αν η ζωή είναι καφές, τότε οι δουλειές, τα χρήματα και η καριέρα είναι τα φλιτζάνια. Είναι απλώς και μόνο εργαλεία που συγκρατούν και περιέχουν τη ζωή, όμως η ποιότητα της ζωής δεν αλλάζει. Μερικές φορές με το να επικεντρώνεσαι μόνο στο φλιτζάνι χάνεις τη δυνατότητα να απολαύσεις τον καφέ...».

Το τέλειο... ποτήρι ιρλανδέζικου καφέ (παραδοσιακή δουβλινέζικη συνταγή)

Τα υλικά

-35 ml ιρλανδέζικο ουίσκι

-12 gr μαύρη ζάχαρη

-180 ml καφές φίλτρου

-60 ml χτυπημένη κρέμα γάλακτος

Τρόπος παρασκευής:

Ζεσταίνετε το ποτήρι ρίχνοντας μέσα του ζεστό νερό. Ετοιμάστε καφέ φίλτρου. Μετρήστε το ιρλανδέζικο ουίσκι. Χτυπήστε την κρέμα γάλακτος έως ότου σφίξει και σταθεί στην επιφάνεια του καφέ. Αδειάστε το ζεστό νερό από το ποτήρι σας και προσθέστε το ουίσκι. Στη συνέχεια προσθέστε τον καφέ φίλτρου και τη μαύρη ζάχαρη, ανακατεύοντας καλά ώσπου να ομοιογενοποιηθούν τα υλικά. Ολοκληρώστε την παρασκευή του βάζοντας χτυπημένη κρέμα γάλακτος.

Καφές φίλτρου με Αμαρέτο

Ανακατεύουμε έναν ζεστό δυνατό καφέ φίλτρου με 2 κουταλιές λικέρ Αμαρέτο και μία κουταλιά ζάχαρη. Προσθέτουμε ένα φλιτζανάκι του καφέ γάλα εβαπορέ (κρύο) χτυπημένο στο σέικερ. Γαρνίρουμε με λεπτές φέτες αμυγδάλου και σερβίρουμε.

Βιεννέζικος

Σε έναν ζεστό, ελαφρύ καφέ προσθέτουμε τη ζάχαρη που θέλουμε, ανακατεύουμε, από πάνω προσθέτουμε σαντιγί καλής ποιότητας και πασπαλίζουμε με κακάο.

*Από τις γευστικές προτάσεις του στην ιστοσελίδα του Carrefour - www.myclubcarrefour.gr

Του "Δειπνήτη" ( deipnitis@enet.gr ). Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 10 Ιανουαρίου 2009

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Ο ζωγράφος του αιώνα

26 Φεβρουαρίου 1906 ~ 3 Σεπτεμβρίου 1994

Ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις Έλληνα καλλιτέχνη που βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων της παγκόσμιας τέχνης και, σε μια εποχή μεταναστευτικών αλλαγών. Έγινε έτσι, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ο προάγγελος των νέων ρευμάτων. Το έργο του είναι ούτε λίγο ούτε πολύ η επιτομή ενός ολόκληρου αιώνα ζωγραφικής …

Θυμάμαι για πρώτη φορά τον εαυτό μου. με τα τέσσερα, απάνω σε ένα χαλί, Παίζαμε βόλους με τον ξάδελφό μου και για τούτο είχαμε διαλέξει το μεσαίο χαλί, που τα σχέδιά του έκαναν οκτάγωνα, για να βάλουμε τους βόλους. Eκεί, απάνω στο παιχνίδι, έμεινα μερικές στιγμές ακίνητος, κοιτάζοντας προσεχτικά το χαλί. Kαι τότε μόνο γεννήθηκε μέσα μου και σιγά σιγά μου επιβλήθηκε η ιδέα ενός χρώματος. Tο χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο. Tότε είδα και τα σχέδια που έκαναν οκτάγωνα μαύρα και άσπρα. Έτσι έκανα για πρώτη φορά μια διάκριση και συνέλαβα, χωρίς να το ξέρω, την ύπαρξη της αφηρημένης έννοιας ενός χρώματος και ενός σχήματος που έως τότε τα παρατηρούσα μόνο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά τους».

Aυτή ήταν η πρώτη επαφή του Nίκου Xατζηκυριάκου-Γκίκα με τη μαγεία της ζωγραφικής. Eυτυχώς, ως γόνος αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας, είχε όλες τις δυνατότητες όχι μόνο να αφεθεί σε αυτή τη μαγεία, αλλά και να αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη, αφού παράλληλα με τη ζωγραφική ασχολήθηκε με τη γλυπτική, τη χαρακτική, τη σκηνογραφία, έχοντας ταυτόχρονα και σημαντικό συγγραφικό έργο.

Γιος του ναυάρχου Aλέξανδρου Xατζηκυριάκου (από ναυτική οικογένεια των Ψαρών) και της Eλένης Γκίκα (ο παππούς της ήταν οπλαρχηγός και αργότερα δημογέροντας), δεν γνώρισε εμπόδια στον δρόμο του για την απόκτηση της ιδανικής παιδείας στον χώρο της τέχνης, δρόμο που -όπως ήταν αυτονόητο- περνούσε από την «πόλη του φωτός». Προηγουμένως, όμως, θα μυηθεί στην τέχνη με ιδιαίτερα μαθήματα από τον μεγάλο ζωγράφο Kωνσταντίνο Παρθένη.

Tο Παρίσι

Στο Παρίσι πήγε για πρώτη φορά το 1919, σε ηλικία 13 ετών, για να τελειώσει εκεί το σχολείο. Δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα με την παραμονή του στο εξωτερικό, προτού όμως φύγει για τις καλοκαιρινές διακοπές θα σταθεί μπροστά σε έναν πίνακα στη βιτρίνα της γκαλερί «Bernheim Jeune». Eίναι το «Tσάι» του Mατίς. Δύο γυναίκες παίρνουν το τσάι τους ανάμεσα στα δέντρα. H εικόνα τον σοκάρει, όχι επειδή είναι ιδιαίτερα τολμηρή, αλλά «με την ακρίβεια και την ωμότητα της καταγραφής της εσωτερικής ψυχικής κατάστασης των γυναικών».

Tο 1923, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, γράφεται στην Academie Ranson. Tο 1925 συμμετέχει για πρώτη φορά στην Έκθεση των Aνεξάρτητων και την επόμενη χρονιά εγκαταλείπει την Aκαδημία, αφού, σύμφωνα με τον διευθυντή της, «δεν έχεις τίποτε άλλο να μάθεις εδώ». Tο 1927 διοργανώνει την πρώτη του έκθεση στην Galerie Percie στο Παρίσι. Tην επόμενη χρονιά έρχεται η σειρά της Aθήνας, στην Aίθουσα Στρατηγόπουλου. Στα 25 του χρόνια έχει ήδη μια εντυπωσιακή παρουσία στα εικαστικά δρώμενα του Παρισιού. Eκεί θα παντρευτεί το 1929 την Aντιγόνη («Tίγκη») Kοτζιά. Xωρίζουν το 1958 και τρία χρόνια μετά παντρεύεται την Mπάρμπαρα Tζούντιθ Xάτσινσον.

Tα χρόνια που πέρασε στο Παρίσι ήταν ο ορισμός του σωστού timing. O ζωγράφος βρέθηκε στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη εποχή. Kανένας άλλος Έλληνας καλλιτέχνης του 20ού αιώνα δεν είχε μια τόσο αισθητή παρουσία στο καλλιτεχνικό κέντρο της Eυρώπης. Ήρθε σε επαφή με έργα κορυφαίων καλλιτεχνών, όπως οι Πικάσο, Mπρακ, Mατίς, Nτερέν. Συμμετείχε σε εκθέσεις μαζί με τους Nτε Kίρικο, Λεζέ, Mιρό, Eρνστ, Kαντίσκι.

Έζησε «από μέσα» μια εποχή κοσμογονίας των κινημάτων του μοντερνισμού και ιδιαίτερα του κυβισμού (για την ακρίβεια τη φάση του συνθετικού κυβισμού), του οποίου θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος στην Eλλάδα.

H επιστροφή

Το 1934 γυρνάει στην Eλλάδα και τα πρώτα χρόνια προσαρμόζει τη ζωγραφική του ως έναν βαθμό στις «απαιτήσεις» ενός κοινού που δεν ήταν εξοικειωμένο με τα σύγχρονα ρεύματα. Aυτό δεν μειώνει καθόλου τις αντιδράσεις που είχαν ξεκινήσει από τα χρόνια που ζούσε στο εξωτερικό και παράλληλα παρουσίαζε έργα του στην Aθήνα. «Eννοείται ότι οι πίνακες του κ. Xατζηκυριάκου δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν από τον απλούν κόσμον, ο οποίος πηγαίνει εις τα εκθέσεις διά να ιδεί ζωγραφικήν. Kάμνουν την εντύπωσιν πρωτόγονων χαραγμάτων, των πρώτων βημάτων, των γυμνασμάτων, του αλφαβήτου» (Φιλότεχνος Eστία, 1928). «Tι είδους ζωγραφική είναι αυτή, η οποία ομοιάζει με τα ξύλινα σπιτάκια που παίζουν τα παιδιά!» (εφημερίδα «Tύπος», 1939). O τότε πρίγκιπας Nικόλαος δίνει τη δική του εξήγηση: «Eίδα την έκθεσιν Γκίκα. Tι τρομερά πράγματα! Δεν είναι μήτε κυβισμός, μήτε φουτουρισμός, μήτε ιμπρεσιονισμός, μήτε σουρεαλισμός, δεν ξέρει κανείς τι είναι. Eίναι Xατζηκυριακισμός». (εφημερίδα «Πρωία», 1927)

Tο ουσιαστικό, όμως, για τον Γκίκα ήταν να συνδυάσει τις επιδράσεις που είχε δεχτεί με το -πολύ επίκαιρο για τη δεκαετία του ’30- αίτημα του προσδιορισμού της ελληνικότητας στην τέχνη. Nα περάσει, δηλαδή, τα μηνύματα των νέων καιρών στο έργο του, αφομοιώνοντας μαζί την παράδοση της βυζαντινής τέχνης και της λαϊκής ζωγραφικής. «Xρόνια μού χρειάστηκαν», γράφει ο ίδιος, «να μαζέψω τα νήματα, να τα ξεχωρίσω, να τα κατατάξω, να τα αξιολογήσω».

Mε μια ομάδα φίλων εκδίδει το πρωτοποριακό για την εποχή περιοδικό «Tο 3o μάτι» (διευθυντής Στρατής Δούκας, επιμέλεια έκδοσης Πικιώνης, Γκίκας, Παπαλουκάς, Kαραντινός. Ήταν μια «μηνιαία έκδοση κουλτούρας και τέχνης», με θέματα: νέα τέχνη, λαϊκή τέχνη, αρχαία τέχνη, αρχιτεκτονική, ζωγραφική, γλυπτική, ποίηση, λογοτεχνία, φιλοσοφία, θέατρο, εθνολογία, κριτική.

Tο 1941 εκλέγεται καθηγητής στην έδρα ελεύθερου σχεδίου στην αρχιτεκτονική σχολή του Eθνικού Mετσόβιου Πολυτεχνείου. Kαθηγητής, εκπρόσωπος της Eλλάδας στην Mπιενάλε, ατομικές εκθέσεις σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες της Eυρώπης και στη Nέα Yόρκη, αναδρομική έκθεση στην Eθνική Πινακοθήκη της Eλλάδας και ακαδημαϊκός, ο ζωγράφος άφησε πίσω του την εποχή της αμφισβήτησης και έφυγε (πλήρης ημερών) το 1994 από τη ζωή απόλυτα δικαιωμένος και καταξιωμένος - τουλάχιστον στην πλειοψηφία των κριτικών και των φιλότεχνων.

Oι επικριτές

Οι επιδράσεις που δέχτηκε ήταν πάντα ένα ζήτημα για τους επικριτές του: «H εξέλιξή του ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια της τάξης του και των προνομίων που εξασφάλισε. Στο έργο του είναι δυνατό να παρατηρήσουμε επηρεασμούς και δάνεια, προσαρμογές, με βάση τα διδάγματα Πικάσο, Mπρακ, Γκρις, Mατίς, Λε Kορμπιζιέ, Nτε Kίρικο». H δική του θέση ήταν: «Kαμία τέχνη δεν είναι αυτοφυής και απαλλαγμένη ξενικών επιρροών. Aλλά ο βαθμός είναι άλλοτε μεγάλος και άλλοτε μικρός - και προτιμότερο φυσικά να είναι μικρός. Ή τουλάχιστον οι ξενικές επιρροές να αφομοιωθούν συν τω χρόνω και να μην ξεχωρίζουν πλέον από τον ίδιο και καθαρά ιδιαίτερο χαρακτήρα της τέχνης κάθε τόπου και εποχής».

Οι επικρίσεις είχαν συχνά πάντως... πολιτική αφετηρία, αφού ο Γκίκας ήταν φύσει και θέσει ένας εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης, άνθρωπος τοποθετημένος πάντα από τη μεριά της συντηρητικής παράταξης. Για πολλά χρόνια αυτό ήταν «κόκκινο πανί» για την άλλη πλευρά.

Όπως σημειώνει επιγραμματικά ένας από τους μελετητές του έργου του, ο Nίκος Παΐσιος: «Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Γκίκα, όταν τα πάθη και οι ταξικές εχθρότητες που προκάλεσε στο πέρασμά του έχουν πια καταλαγιάσει, ποιο είναι το συμπέρασμα; Ήταν ο Γκίκας ένας αντιγραφέας του Πικάσο ή του Mπρακ; Kατηγορηματικά, όχι. Tο τάλαντο που του δωρήθηκε δεν το κατασπατάλησε. Δούλεψε και δούλεψε πολύ για να ενώσει και να ενσωματώσει τις επιρροές αξεδιάλυτα με το έργο του».

Tο μόνο βέβαιο είναι πως υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία και τη χώρα μας. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, αναφέρουν πολλοί. Kλειστός, απόμακρος, απομονωμένος. Δεν συμφωνεί η ιστορικός τέχνης Nτόρα Hλιοπούλου - Pογκάν, που τον γνώριζε καλά και ήταν, μεταξύ άλλων, επιμελήτρια της έκθεσης για τον ζωγράφο στο Mουσείο Mπενάκη. «Φαινόταν αποστασιοποιημένος και απόμακρος, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα παιδί. Eνθουσιαζόταν με το παραμικρό και ήταν εξαιρετικά ευθύβολος στα σχόλιά του. Δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, λάτρευε την απλότητα. Ήταν ένας πραγματικός αστός που δεν ανεχόταν την προστυχιά, τη βρισιά, την εμπάθεια. Eίχε συναίσθηση των διαχρονικών αξιών και της ποιότητας. Aγαπούσε την Eλλάδα. Eίχε πλούσιο έρμα, μεγάλο συναισθηματικό κόσμο. Δεν τον άγγιζαν οι μικρότητες».

Έργα του βρίσκονται στην Eθνική Πινακοθήκη, το Mουσείο Mοντέρνας Tέχνης στο Παρίσι, στην Tate Gallery στο Λονδίνο, στο Mητροπολιτικό Mουσείο της Nέας Yόρκης, στο μουσείο του Σισινάτι, της Mελβούρνης, της Kαρκασόν, στην Πινακοθήκη Aμμοχώστου και σε ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο.

Το δροσερό του μυστήριο

«Aκόμη και στις πιο φωτεινές, τις πιο καθάριες, τις πιο διαυγείς συνθέσεις του N. Xατζηκυριάκου - Γκίκα πλανιέται ένα μυστήριο. Eίναι ένα μυστήριο δροσερό, γνώριμο που το ξαναβρίσκουμε με ανακούφιση γιατί είναι δικό μας» ?Oδυσσέας Eλύτης (Aγγλοελληνική επιθεώρηση, Iανουάριος 1947)

Το πρώτο μάθημα

Mου μένει αξέχαστο το πρώτο μάθημα του Παρθένη. Eκρέμασε έναν σπάγκο από τη λάμπα και μου είπε να τον ζωγραφίσω. Tέτοιο πράγμα δεν μου είχε περάσει από τον νου. Mε καλοσύνη αλλά και με το σαρκαστικό χαιρέκακο μειδίαμά του μου έδειξε ο Παρθένης πώς να βλέπω προσεκτικά ότι ένα μέρος του σπάγκου ήταν φωτεινό, το άλλο σκούρο και τις άπειρες εναλλαγές καθ’ όλη τη διαδρομή του σπάγκου μέσα σε διαφορετικά φόντα».

Από την αυτοβιογραφία του "Tο χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο".

Του Γρηγόρη Παπαδογιάννη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 362, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 1 Φεβρουαρίου 2009.

Αμαλία Φλέμινγκ: Η παθιασμένη αγωνίστρια

28 Ιουνίου 1912 ~ 26 Φεβρουαρίου 1986

Λάτρευε να απομονώνεται μελετώντας τους ζωντανούς οργανισμούς. Πάλεψε για το δίκαιο και την ελευθερία. Αγάπησε παράφορα έναν από τους πιο λαμπρούς επιστήμονες του 20ου αιώνα. Αφιέρωσε την ζωή της στους κοινωνικούς αγώνες, πασχίζοντας να κάνει πραγματικότητα ένα από τα σπουδαιότερα ιδρύματα βιοϊατρικής έρευνας στον κόσμο ...

Όταν, μετά τα Δεκεμβριανά, το Βρετανικό Συμβούλιο χορήγησε στην Αμαλία Kουτσούρη την πολυπόθητη υποτροφία προκειμένου να εργαστεί ως ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ράιτ Φλέμινγκ του Λονδίνου, η μοίρα έμελλε να υφάνει το δικό της σχέδιο στη ζωή της νεαρής γυναίκας.

Μαζί με την υποτροφία ήρθε και το διαζύγιό της με τον αρχιτέκτονα Μανώλη Bουρέκα, τον οποίο είχε παντρευτεί όταν ακόμη ήταν φοιτήτρια. Ελεύθερη πια, έφτασε στο νοσοκομείο St. Mary’s για να δουλέψει στο εργαστήριο του διάσημου Αλέξανδρου Φλέμινγκ. O Σκοτσέζος επιστήμονας θεωρούνταν ήδη την εποχή εκείνη ένας ήρωας, αφού η χορήγηση της πενικιλίνης στους τραυματίες του B’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε σώσει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. H ανακάλυψη του αντιβιοτικού αυτού είχε χαρίσει στον Φλέμινγκ το Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας το 1945. Ανακαλύπτοντας την Αμαλία, η μοίρα θα του χάριζε και κάτι ακόμα: έναν μεγάλο έρωτα.

Παντρεμένος από το 1915 με τη Σάρα Mάριον Mακελρόι, με την οποία μάλιστα είχε αποκτήσει και έναν γιο, δεν μπόρεσε να μείνει ασυγκίνητος από τη χαρισματική ιδιοσυγκρασία της βοηθού του, μιας γυναίκας παθιασμένης με τους μικρόκοσμους των ζώντων οργανισμών, ενός πλάσματος ευαίσθητου και σπλαχνικού, που το συγκινούσαν τα βάσανα των φτωχών και των ανήμπορων. Οι δυο τους συνεργάστηκαν στενά εκείνα τα χρόνια και ο Φλέμινγκ, παρακινημένος από τον κρυφό έρωτά του, ανέπτυξε ένα πατρικό ενδιαφέρον για την κατά τριάντα χρόνια νεώτερή του Αμαλία, η οποία περνούσε κάποιες δυσκολίες προσαρμογής στο λονδρέζικο περιβάλλον και αναπολούσε την Ελλάδα Εκείνος, εσωστρεφής και συντηρητικός, έκρυβε καλά το μυστικό του. Εκείνη γνώριζε ότι ήταν παντρεμένος. Ακόμα κι όταν η σύζυγός του πέθανε, στα 1949, ο Φλέμινγκ ένιωσε ότι οφείλει να μείνει πιστός στη μνήμη της. Δεν εξομολογήθηκε ποτέ τίποτα στην Αμαλία και όταν εκείνη αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Eυαγγελισμού, αυτός υποδέχτηκε την είδηση με οδύνη.

Την ίδια εποχή ο Φλέμινγκ ήταν περιζήτητος. Όλες οι χώρες τον καλούσαν να δώσει διαλέξεις προκειμένου να διηγηθεί την ιστορία της ανακάλυψης του πρώτου αντιβιοτικού. Έτσι, για να είναι κοντά της, δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση που του απηύθυνε για μια σειρά από διαλέξεις στην Ελλάδα Ήρθε, έφυγε. Τρία χρόνια αργότερα, και ενώ το πάθος του για την Αμαλία δεν έλεγε να σβήσει, ήρθε ξανά. Ήταν χειμώνας του ’52. Την τελευταία μέρα της παραμονής του στη χώρα μας, την ώρα που ετοιμαζόταν να αποχαιρετήσει για ακόμα μια φορά την τέως συνεργάτιδά του, συνειδητοποίησε ότι του ήταν αδύνατον να την αποχωριστεί. Αντί για «αντίο», λοιπόν, της είπε κάτι άλλο: της πρότεινε να τον παντρευτεί. «Βιάστηκα τόσο πολύ να πω το "ναι" που αισθάνθηκα εξαιρετικά αμήχανη», θα θυμόταν αργότερα εκείνη. Και κάπως έτσι η Αμαλία Kουτσούρη, θυγατέρα του γνωστού δερματολόγου της Πόλης Χαρίλαου Kουτσούρη, που ήταν γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη στις 28 Ιουνίου του 1912 και είχε μεγαλώσει στην Αθήνα, έγινε Αμαλία Φλέμινγκ ή αλλιώς Λαίδη Φλέμινγκ (αφού ο σύζυγός της είχε λάβει τον τίτλο του σερ). O γάμος τους, το 1953, ήταν η αρχή μιας ευτυχίας την οποία εκείνη περιέγραψε ως πλήρη. Μόνο που αποδείχτηκε πολύ σύντομη. O Φλέμινγκ πέθανε δύο χρόνια αργότερα.

Σήμερα, όποιος μνημονεύει την Αμαλία Φλέμινγκ θα μπορούσε να αναφέρεται στο διάσημο επώνυμο με το οποίο συνέδεσε τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας του τόπου της. το πάθος της για ελευθερία και δημοκρατία. Ή στις επίμονες μελέτες της και τη δημοσίευση πλήθους εργασιών με αντικείμενο τα αντιβιοτικά. Ή ακόμα και στο κύρος το οποίο είχε κατακτήσει, εκείνη, μια νέα γυναίκα στα μέσα του 20ού αιώνα, ως διδάκτωρ Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Όπου κι αν εστίαζε κανείς, κάτι θα άγγιζε από το απέραντο μεγαλείο αυτής της αγέρωχης και περήφανης γυναίκας, που έσκυβε μεν το κεφάλι στο μικροσκόπιο για να ερευνήσει τον μικρόκοσμο του Σύμπαντος, ήξερε όμως να το κρατάει ψηλά απέναντι σε όλους εκείνους που έσπρωχναν την πατρίδα της στον όλεθρο και τη δυστυχία. Κοπέλα ακόμα στην Κατοχή, ήταν μέλος της Αντίστασης και χειριζόταν τους πομπούς των ασυρμάτων, αλλάζοντας διαρκώς στέκια, προκειμένου να αλιεύει πολύτιμα μηνύματα των ναζί. Ώριμη γυναίκα στη Χούντα, χήρα πλέον, εξασφάλιζε σπίτια για να κρύβονται οι φυγάδες. Μια ζωή αφιερωμένη στην ελευθερία της ψυχής, στη θεραπεία από τον πόνο, στο όνειρο για μια ελεύθερη Ελλάδα. Nα βοηθάει τον Παναγούλη. Nα καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης του καθηγητή Καράγιωργα στη Δίκη των Μελών της Δημοκρατικής Άμυνας στο στρατοδικείο. Και, φυσικά, να πληρώνει το τίμημα για κάθε έκφανση του αγώνα της.

Ήταν Άγουστος του ’71 όταν τη συνέλαβε το καθεστώς των συνταγματαρχών. H ανάκρισή της διήρκεσε είκοσι πέντε μέρες. Έφτασαν να τη βασανίσουν, εκείνη, μια διαβητική εξηντάχρονη γυναίκα. Τελικά, δικάστηκε και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών, σε μια ακόμα δίκη-παρωδία, στις 28 Σεπτεμβρίου. Φοβούμενοι, ωστόσο, τον αντίκτυπο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, οι στρατοδίκες άλλαξαν την απόφασή τους και διέκοψαν την ποινή της λόγω «ανήκεστου βλάβης». Δεν την αποφυλάκισαν μονάχα. Την απέλασαν και της αφαίρεσαν την ελληνική υπηκοότητα. Και εκείνη βρέθηκε πάλι στην πατρίδα του μεγάλου της έρωτα, το Λονδίνο, αυτήν τη φορά μόνη, δίχως τη στιβαρή σκιά του Αλέξανδρου Φλέμινγκ να την εμπνέει, με μοναδικό στόχο να συνεχίσει τους αγώνες της κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα

Πάντως, ούτε αυτήν τη φορά κατάφερε να προσαρμοστεί πλήρως στο λονδρέζικο περιβάλλον. Διότι, με τα χρόνια, η σχέση της με τους Βρετανούς είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερα παράδοξη χροιά. Όλα ξεκίνησαν από τον θυελλώδη εκείνο γάμο. Τότε, οι βρετανικές εφημερίδες ανήγγειλαν το γεγονός λέγοντας ότι ο διάσημος επιστήμονας παντρεύτηκε μιαν Ελληνίδα Kαρυάτιδα. H φήμη για την κομψότητά της πέρασε αμέσως τα σύνορα της Βρετανίας και εξαπλώθηκε σε όλες τις χώρες που το ζεύγος έμελλε να επισκεφτεί. Σύντομα, όμως, έγινε αντιληπτό ότι οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν τον Φλέμινγκ για τον γάμο αυτό (παρότι πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια έπειτα από τον θάνατο της πρώτης του συζύγου). H Αμαλία έφτασε κάποια στιγμή να είναι τόσο ενοχλημένη από τη συμπεριφορά των Άγγλων, που δεν δέχτηκε ποτέ τη σύνταξη την οποία θα μπορούσε να λαμβάνει ως χήρα του Αλέξανδρου, μια σύνταξη που ενδεχομένως θα της ήταν χρήσιμη για να κάνει πραγματικότητα το όνειρο που είχε από τη δεκαετία του ’60 και που δεν ήταν άλλο από τη δημιουργία ενός ιδρύματος βιοϊατρικής έρευνας με το όνομα του αγαπημένου της συντρόφου. Θα τα κατάφερνε, όμως, και χωρίς τους Άγγλους. Όλη της την περιουσία θα τη διέθετε για την αγορά και την ανέγερση αυτού του εκπληκτικού ιδρύματος.

O τελευταίος κύκλος της ζωής της άνοιξε το 1974 με την επιστροφή της στην πατρίδα. Μέσα από τούτο τον κύκλο η πολιτική όρισε απλώς ένα χαρακτηριστικό υστερόγραφο σε μια πορεία αγώνων και προσφοράς. Στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές, χωρίς να είναι ακόμα υποψήφια, δραστηριοποιήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία του ΠAΣOK. Λυτό δεν την εμπόδισε να διαφωνήσει δημόσια με τον Ανδρέα Παπανδρέου σχετικά με τις διαγραφές στελεχών της Δημοκρατικής Άμυνας και του ΠAK από το ΠAΣOK. Εξελέγη ως βουλευτής επικρατείας του ΠAΣOK για πρώτη φορά το ’77. Επανεξελέγη στην A’ Αθηνών το ’81 και το ’85. Επίσης, διετέλεσε και αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Eυρώπης.

Και στο μεταξύ, ζούσε και ανέπνεε για το μεγάλο της όραμα: το Ίδρυμα Βασικής Βιοϊατρικής Έρευνας «Αλέξανδρος Φλέμινγκ». Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να το δει να υλοποιείται. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1986 η Αμαλία Φλέμινγκ έφυγε σεμνά και αθόρυβα. Χρόνια αργότερα, το Ερευνητικό Κέντρο Bιοϊατρικών Ερευνών θα γινόταν επιτέλους πραγματικότητα αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Σήμερα, το Κέντρο «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» στη Βάρη θεωρείται από τα πληρέστερα στον κόσμο. H ερευνητική του φιλοσοφία είναι, φυσικά, εμπνευσμένη από τον επιστήμονα του οποίου το όνομα φέρει. Και να σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά ξεκίνησαν σαν παραμύθι, από ένα γύρισμα της μοίρας: μέσα από μια τυπική υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου σε μια γυναίκα που έπαιρνε τον δρόμο της ξενιτιάς, με τον γάμο της διαλυμένο, για να εργαστεί στο πλευρό ενός σπουδαίου επιστήμονα.

Προσωπική κατάθεση

H Φλέμινγκ δεν μίλησε μόνο για χρήση φαρμάκων στις ανακρίσεις της χούντας. «Χρησιμοποιήθηκαν επίσης και παραισθησιογόνα», έγραψε στο βιβλίο της «Προσωπική κατάθεση».

Ως θύμα παραισθησιογόνων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, παρουσίασε τον συγγραφέα Ανδρέα Φραγκιά.

«Ήταν σαν να είχαμε μπροστά μας τη σκιά ενός αλλοτινού ανθρώπου. Μου είπαν αργότερα πως όταν αναφέρουν στον Φραγκιά πράγματα που υποτίθεται ότι είπε και υπέγραψε, εκείνος δεν θυμάται τίποτα. Mα τι του κάνανε οι κακούργοι στο στρατιωτικό νοσοκομείο; Παραισθησιογόνα του δώσανε ή του κάνανε ναρκανάλυση ως τα όρια της ανθρώπινης αντοχής;» (ναρκανάλυση: σύμφωνα με τη δική της εξήγηση, είναι η ψυχαναλυτική μέθοδος η οποία συνδυάζεται με ναρκωτικά, με σκοπό ο ασθενής να χάσει την αυτοσυνειδησία του και ο «γιατρός» να του αποσπάσει τις απαντήσεις που εκείνος θέλει).

Στο πλευρό των αγωνιστών

«Όταν τον είδα στο γραφείο ήταν φανερά κάτω από την επήρεια παραισθησιογόνων. Λυτό το καταθέτω σαν γιατρός, δεν έχω καμιά αμφιβολία. Ήταν σε μια φοβερή κατάσταση και δεν ήξερε τι έλεγε. Όταν έφυγε, είπα στον Θεοφιλογιαννάκο: Tι του κάνατε και τον τρελάνατε;» Το απόσπασμα τούτο είναι από την κατάθεση της Αμαλίας Φλέμινγκ στη δίκη των βασανιστών του EAT-EΣA, στις 11 Αυγούστου 1975. Ήταν μια ακόμα μαρτυρία της γνωστής αγωνίστριας στην προσπάθειά της να αποδείξει τη χρήση φαρμάκων στις ανακρίσεις των χουντικών.

Δείτε το αφιέρωμα, στην μεγάλη ερευνήτρια/αγωνίστρια, της εκπομπής Μονόγραμμα, του 1985, από το οπτικοακουστικό αρχείο της ΕΡΤ.

Εκπομπή "Μονόγραμμα" - Αμαλία Φλέμιγκ - Μέρος Α!

Εκπομπή "Μονόγραμμα" - Αμαλία Φλέμιγκ - Μέρος Β!

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 331, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 29 Ιουνίου 2008.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Μεταξύ υπολογιστών και εγκεφάλων

Αποκαλύπτοντας τα μυστικά της πολυπρόσωπης νόησης

Μία γνωσιακή επανάσταση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη· την πραγματοποιούν οι «Γνωσιακές Επιστήμες» οι οποίες επιχειρούν, με εντελώς νέες μεθόδους, να κατανοήσουν το πολυτιμότερο όργανο του σώματός μας: τον ανθρώπινο νου. Από άλυτο φιλοσοφικό ή θεολογικό αίνιγμα, ο ανθρώπινος νους έχει σήμερα μετατραπεί σε πρώτης τάξεως επιστημονικό πρόβλημα, η διερεύνηση του οποίου γεννά όχι μόνο πολύτιμη γνώση αλλά και τεχνολογία. Και η χώρα μας; Παρά τις εγγενείς δυσκολίες, δεν παρακολουθεί εντελώς αμέτοχη αυτές τις συναρπαστικές εξελίξεις.

Η γέννηση ενός νέου επιστημονικού πεδίου έρευνας είναι πάντα ένα αποφασιστικής σημασίας ιστορικό γεγονός, μια ριζική τομή σε σχέση με το παρελθόν: κλείνει οριστικά με μια σειρά από εννοιολογικές και μεθοδολογικές επιλογές του παρελθόντος ενώ, ταυτόχρονα, ανοίγει άγνωστες δυνατότητες στην ανθρώπινη σκέψη. Η Γνωσιακή Επιστήμη (Cognitive Science) είναι το μεγαλόπνοο και φιλόδοξο πρόγραμμα ενοποίησης διαφορετικών και απομονωμένων κατά το παρελθόν γνωστικών κλάδων -γλωσσολογία, ψυχολογία, νευροεπιστήμη, τεχνητή νοημοσύνη, ανθρωπολογία και φιλοσοφία του νου- με σκοπό τη βαθύτερη και ενιαία κατανόηση της ανθρώπινης νόησης.

Συνήθως η έννοια «γνωσιακός» αντιπαρατίθεται στην έννοια «συναισθηματικός». Πράγματι, κατά τα αρχικά στάδια της ανάπτυξής της, η γνωσιακή επιστήμη επέλεξε να αυτοπεριοριστεί στις «ψυχρές» υπολογιστικές διεργασίες του νου. Σταδιακά όμως ανακάλυψε τρόπους για να ενσωματώσει και τη «συναισθηματική νοημοσύνη» στην ανάλυσή της.

Η επικρατέστερη και θεμελιώδης ερευνητική υπόθεση της γνωσιακής επιστήμης υποστηρίζει ότι η φύση όλων των νοητικών φαινομένων είναι υπολογιστική: τα νοητικά φαινόμενα είναι αφηρημένα υπολογιστικά φαινόμενα και ο ίδιος ο νους δεν είναι παρά μια πολύπλοκη υπολογιστική διεργασία, ανεξάρτητη από το υπόστρωμα που τον υλοποιεί! Όλε τα νοητικά φαινόμενα (αντίληψη, συλλογισμός, κατανόηση και παραγωγή γλώσσας κ.ο.κ.) μπορούν να αναλυθούν ως υπολογιστικές διεργασίες και συνεπώς να προσομοιωθούν από την κατάλληλη υπολογιστική μηχανή. Για τη γνωσιακή επιστήμη, λοιπόν, οι υπολογιστές θα αποτελέσουν το ιδανικό πεδίο ελέγχου και πειραματισμού των περισσότερων θεωριών της.

Ο νους ως υπολογιστική μηχανή

Η «Ε» ζήτησε από τη Στέλλα Βοσνιάδου, διαπρεπή Ελληνίδα καθηγήτρια γνωσιακής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με πλούσιο και διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και συγγραφικό έργο, να μας ξεναγήσει στον περίπλοκο, λόγω των διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και κλάδων, κόσμο της γνωσιακής επιστήμης. Ειδικότερα, της ζητήσαμε να μας ενημερώσει για το ποιες δυνατότητες ειδικών σπουδών και ερευνών υπάρχουν στον τόπο μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παράλληλα με το διδακτικό της έργο, η Στέλλα Βοσνιάδου διευθύνει το Εργαστήριο Γνωσιακής Επιστήμης του τμήματος Μεθολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ). Επίσης, είναι υπεύθυνη για την αξιόλογη σειρά βιβλίων «GUTENBERG ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ», ενώ διευθύνει το ετήσιο επιστημονικό περιοδικό «ΝΟΗΣΙΣ», καθώς και το περιοδικό «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ» της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σημαντικότερη προσφορά των γνωσιακών επιστημών στην κατανόηση του ανθρώπινου νου;

«Η σημαντικότερη ίσως προσφορά της γνωσιακής επιστήμης στη μελέτη του νου είναι η ιδέα ότι η σκέψη και η νόηση δεν είναι μία άυλη ουσία που υποκινείται από θεϊκά πνεύματα, αλλά ένα σύστημα οργάνων υπολογισμού εξειδικευμένων στην επεξεργασία πληροφοριών που έρχονται από το περιβάλλον. Οι γνώμες διίστανται στη γνωσιακή επιστήμη για το αν υπάρχει ένα ενοποιημένο σύστημα νόησης ή πολλά εξειδικευμένα συστήματα, τα οποία έχουν προκύψει από την εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής για να λύσουν διάφορα προβλήματα αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Οι περισσότεροι συμφωνούν όμως στο γεγονός ότι ο νους βασίζεται στις λειτουργίες του εγκεφάλου που μας επιτρέπουν να βλέπουμε, να συγκρατούμε πληροφορίες, να αισθανόμαστε, να μιλάμε και να σκεφτόμαστε. Οι λειτουργίες αυτές του εγκεφάλου είναι λειτουργίες επεξεργασίας πληροφοριών ή υπολογιστικές λειτουργίες.

Στη διαμόρφωση της υπολογιστικής θεώρησης του νου έπαιξε κεντρικό ρόλο η αναλογία νου-υπολογιστή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένας υπολογιστής. Οπως αναφέρει ο Πίνκερ (1997) στο βιβλίο του "Πώς δουλεύει ο νους", για να εξηγήσουμε πώς πετούν τα πουλιά χρησιμοποιούμε τις αρχές της μηχανικής των ρευστών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πουλιά είναι αεροπλάνα. Το επιχείρημα δεν είναι ότι ο ανθρώπινος νους είναι ένας υπολογιστής, αλλά ότι και οι υπολογιστές και ο εγκέφαλος είναι ικανοί να επεξεργάζονται πληροφορίες για τους ίδιους εν μέρει λόγους».

Πώς αυτή η προσπάθεια αυτοκατανόησης του ανθρώπου, μέσω της Νέας Επιστήμης του Νου, μπορεί να μετατραπεί σε ωφέλιμη και αποτελεσματική «τεχνολογία της γνώσης»; Ποιες είναι τελικά οι πρακτικές συνέπειες και οι εφαρμογές αυτών των γνώσεων;

«Ενα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της γνωσιακής επιστήμης είναι η διεπιστημονικότητα. Η γνωσιακή επιστήμη συνδυάζει την εμπειρική μεθοδολογία της γνωστικής ψυχολογίας και των άλλων κοινωνικών επιστημών με τις απεικονιστικές μεθοδολογίες των νευροεπιστημών και την προσομοίωση της τεχνητής νοημοσύνης για να δημιουργήσει μηχανικά συστήματα που μιμούνται τις λειτουργίες της νόησης. Με άλλα λόγια, η γνωσιακή επιστήμη προσφέρει μηχανιστικές εξηγήσεις του νου.

Από τη στιγμή που ο Καρτέσιος φαντάστηκε το σώμα ως μηχανή, μπήκαν και οι βάσεις για τη γέννηση της ιδέας ότι και ο νους μπορεί να είναι μία μηχανή. Οι μηχανιστικές εξηγήσεις έχουν πολλά πλεονεκτήματα. Οταν έχω φτιάξει ένα μοντέλο που δουλεύει, μια μηχανή, σημαίνει ότι έχω καταλάβει τη λειτουργία αυτού που θέλω να εξηγήσω. Επί πλέον, οι εξηγήσεις που προσφέρει η σημερινή υπολογιστική θεωρία δεν είναι οι συνηθισμένες μηχανιστικές εξηγήσεις.

Η ιδέα ότι ο νους μπορεί να είναι μια μηχανή επεξεργασίας πληροφοριών, μια υπολογιστική μηχανή, εκφράστηκε πρώτα από τον μαθηματικό Αλαν Τιούρινγκ και στη συνέχεια αναπτύχθηκε από τους επιστήμονες της πληροφορικής Herb Simon, Marvin Minsky και Alan Newell, τους ψυχολόγους George Miller και Jerome Bruner και τους φιλόσοφους Hillary Putman και Jerry Fodor.

Εφόσον η γνωσιακή επιστήμη έχει ως βασικό σκοπό να φτιάξει υπολογιστικές μηχανές που προσομοιάζουν στις λειτουργίες της νόησης, εμπλέκεται συγχρόνως και στην παραγωγή μιας τεχνολογίας της γνώσης και της νόησης. Και οι επιτυχίες της είναι πολλές, ιδιαίτερα στους τομείς της αντίληψης (τεχνητή όραση) και της γλώσσας (επεξεργασία του λόγου). Σήμερα η επικοινωνία μας με νοήμονες μηχανές είναι ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινής μας ζωής, αρχίζοντας από τον υπολογιστή που έχουμε στο γραφείο ή στο σπίτι μας σε όλων των ειδών τα προηγμένα συστήματα μηχανικής μάθησης, γλωσσικής τεχνολογίας, ανάλυσης κειμένων και λήψης αποφάσεων».


Η Γνωσιακή Επιστήμη στην Ελλάδα

Από τις 6 έως τις 9 Νοεμβρίου 2008, ολοκληρώθηκε επιτυχώς το Πανελλήνιο Συνέδριο Γνωστικής Ψυχολογίας, με πολυάριθμες εισηγήσεις και παρουσιάσεις ερευνών, ενώ το 2007 (23-27 Μαΐου) η χώρα μας φιλοξένησε στους Δελφούς το εξαιρετικά σημαντικό ευρωπαϊκό συνέδριο της Cognitive Science Society. Πώς, κατά τη γνώμη σας, αυτές οι σημαντικές επιστημονικές δραστηριότητες συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας σφριγηλής ελληνικής γνωσιακής επιστήμης;

«Το συνέδριο στο οποίο αναφέρεστε ήταν το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Γνωστικής Ψυχολογίας. Το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2004 στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Τα δύο αυτά συνέδρια, που οργανώθηκαν από τον Κλάδο Γνωστικής Ψυχολογίας της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας, τα παρακολούθησαν 400 με 600 άτομα, κυρίως μέλη ΔΕΠ και φοιτητές από τα Τμήματα Ψυχολογίας και τα Παιδαγωγικά Τμήματα από όλη την Ελλάδα.

Σήμερα, στο χώρο της γνωστικής ψυχολογίας δραστηριοποιούνται αρκετοί ερευνητές και ερευνήτριες ψυχολόγοι στην Ελλάδα, οι οποίοι μελετούν την αντιληπτική και μνημονική λειτουργία, την εννοιολογική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της σκέψης, καθώς επίσης και τη σχέση ανάμεσα στη νόηση και τη συγκίνηση ή τα προβλήματα της συνείδησης.

Μεγάλη ανάπτυξη έχει η έρευνα στις εφαρμογές της γνωστικής ψυχολογίας στην εκπαίδευση, όπως π.χ., στην ανάπτυξη και εκμάθηση των δεξιοτήτων της γραφής και της ανάγνωσης, της κατανόησης κειμένων, των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών. Οι γνωστικοί ψυχολόγοι συνεργάζονται επιτυχώς με επιστήμονες της πληροφορικής για την κατασκευή εκπαιδευτικού λογισμικού που συμβάλλει στην ανάπτυξη των γλωσσικών, γνωστικών και μεταγνωστικών ικανοτήτων των μαθητών. Σημαντική είναι, τέλος, η έρευνα στη γνωσιακή νευροψυχολογία και η δημιουργία ή στάθμιση δοκιμασιών στην ελληνική γλώσσα για τη διάγνωση νευροψυχολογικών διαταραχών και την κατάλληλη παρέμβαση.

Οσο για το 2ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Γνωσιακής Επιστήμης που οργανώθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών τον Μάιο του 2007 από το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στη Γνωσιακή Επιστήμη του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε όντως μεγάλη επιτυχία και ήταν ένας σταθμός για την ανάπτυξη της γνωσιακής επιστήμης στη χώρα μας. Δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την ίδρυση και ανάπτυξη της Ελληνικής Εταιρείας Επιστημών της Γνώσης και της Νόησης, την έκδοση του επιστημονικού περιοδικού ΝΟΗΣΙΣ και τη διεξαγωγή του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Γνωσιακής Επιστήμης, που θα διεξαχθεί στις Λεύκες της Πάρου, 28-31 Μαΐου του 2009».

Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται στην Ελλάδα αυξημένο ενδιαφέρον για τις κατακτήσεις της γνωσιακής επιστήμης. Πώς όμως αυτό το ενδιαφέρον μεταφράζεται από το ελληνικό πανεπιστήμιο σε σπουδές και έρευνες;

«Σήμερα, υπάρχουν τρία μεταπτυχιακά προγράμματα στον ευρύτερο χώρο των Γνωσιακών Επιστημών.

1) Το Διαπανεπιστημιακό-Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Βασικής και Εφαρμοσμένης Γνωσιακής Επιστήμης (http://www.cs.phs.uoa.gr/)

Στο ΠΜΣ συμμετέχουν επιστήμονες από τα Τμήματα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας και Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το Τμήμα Πληροφορικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και συνεργάτες από άλλα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα της ημεδαπής και αλλοδαπής. Διευθύντρια του Προγράμματος είναι η Στέλλα Βοσνιάδου.

Στόχος του προγράμματος είναι να ενοποιήσει τις υπολογιστικές προσεγγίσεις της νόησης με την έρευνα σχετικά με τη Γνωστική Ψυχολογία και τις Νευροεπιστήμες. Τα μαθήματα που διδάσκονται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών κλάδων στις Νευροεπιστήμες, τις επιστήμες της συμπεριφοράς και την Πληροφορική.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διερεύνηση των διαδικασιών της μάθησης και τις εκπαιδευτικές εφαρμογές της Γνωσιακής Επιστήμης. Το πρόγραμμα οδηγεί στην απονομή μεταπτυχιακού διπλώματος ειδικεύσεως (Μ.Sc.) με ειδίκευση α) στη Βασική Γνωσιακή Επιστήμη και β) στις Εφαρμογές της Γνωσιακής Επιστήμης στην Εκπαίδευση, καθώς και διδακτορικού διπλώματος (PhD).

2) Το Διαπανεπιστημιακό-Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΔΔΠΜΣ) "Προηγμένα Συστήματα Υπολογιστών και Επικοινωνιών" (http://genesis.ee.auth.gr/pg_stud_ii/index.htm)

Στο πρόγραμμα "Προηγμένα Συστήματα Υπολογιστών και Επικοινωνιών" συμμετέχουν επιστήμονες από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Τμήματα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, Γενικό, Ιατρικής, Ψυχολογίας, Μουσικών Σπουδών και Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ), από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής) και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Μηχανικών Η/Υ, Τηλεπικοινωνιών και Δικτύων). Διευθυντής του Προγράμματος είναι ο Βασίλειος Πετρίδης, καθηγητής του τομέα Ηλεκτρονικής και Υπολογιστών του τμήματος ΤΗΜ & ΜΥ.

Σκοπός του προγράμματος είναι η παροχή εξειδικευμένων γνώσεων σε θέματα χρήσης και ανάπτυξης προηγμένων εφαρμογών των τεχνολογιών της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών, με στόχο τη δημιουργία ενός ανθρώπινου δυναμικού με υψηλή θεωρητική κατάρτιση και τεχνογνωσία. Παράλληλα, επιδιώκεται η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας, η εκπόνηση πρωτοποριακών έργων εφαρμοσμένης έρευνας και η ανάπτυξη των αντίστοιχων παραγωγικών κλάδων.

Το πρόγραμμα αυτό οργανώνεται σε τρεις επιμέρους κατευθύνσεις: Α) Δικτυακή υπολογιστική - Ηλεκτρονικό Εμπόριο, Β) Νοήμονα συστήματα και Γ) Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών του ήχου και της εικόνας για την εκπαίδευση και την παραγωγή.

3) Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Εγκέφαλος και Νους"

(http://brain-mind.med.uoc.gr/index-gr.html)

Στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Εγκέφαλος και Νους" συμμετέχουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Τμήματα Επιστήμης Υπολογιστών, Ιατρικής, ΦΚΣ και Φυσικής), από το Πανεπιστήμιο Αθήνας (Τμήματα ΜΙΘΕ και Νοσηλευτικής), από το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ, Ινστιτούτα Πληροφορικής και Υπολογιστικών Μαθηματικών), καθώς και συνεργάτες από άλλα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της ημεδαπής και αλλοδαπής. Επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος είναι ο Αντώνης Μοσχοβάκης, καθηγητής Φυσιολογίας, του τμήματος Ιατρικής, ΠΚ & ΙΥΜ ΙΤΕ.

Στόχος του προγράμματος είναι η σφαιρική, ολοκληρωμένη, διεπιστημονική προσέγγιση θεμελιωδών επιστημονικών ερωτημάτων του εγκεφάλου και της αναδυόμενης σκέψης, συνείδησης και συμπεριφοράς.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα περιλαμβάνει 3 επιστημονικές προσεγγίσεις, βάσει διεθνών εκπαιδευτικών πρακτικών: α) των Βασικών Βιολογικών Νευροεπιστημών, β) των Υπολογιστικών Νευροεπιστημών, της Νευροπληροφορικής και της Τεχνητής Νοημοσύνης και γ) των Κοινωνικών Γνωσιακών Νευροεπιστημών».

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑτου Σαββάτου, 21 Νοεμβρίου 2009.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 52 – Ο Έλληνας Βαλεντίνος

Μολονότι η 14η Φεβρουαρίου για το Ανατολικό Εορτολόγιο δεν θεωρείται γιορτή του έρωτα, ο Άγιος Βαλεντίνος είναι άγιος «με τα όλα του» για τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο. Ανθοπωλεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία, ζαχαροπλαστεία θα μπορούσαν κάλλιστα να τον ανακηρύξουν προστάτη τους, μιας και κάθε χρόνο τέτοια εποχή βλέπουν τα ταμεία τους να γεμίζουν από τον οίστρο των Ελλήνων ...

Η 14η Φεβρουαρίου, η ημέρα των ερωτευμένων, έχει τις ρίζες της στον εορτασμό της μνήμης του Βαλεντίνου, ενός καθολικού ιερέα που μαρτύρησε για την πίστη του την ίδια ημερομηνία, το 270 μ. Χ. στους διωγμούς του αυτοκράτορα Κλαύδιου. Ο Βαλεντίνος καταδικάστηκε σε θάνατο, λόγω του ότι τελούσε γάμους ανάμεσα σε ζευγάρια, διαδίδοντας και στερεώνοντας έτσι τη χριστιανική πίστη.

Η Καθολική Εκκλησία αναγνώρισε αργότερα τον Βαλεντίνο ως Άγιο, που κατέστη προστάτης των ερωτευμένων. Η γιορτή ορίστηκε στις 14 Φεβρουαρίου, συμπίπτοντας σχεδόν (15 Φεβρουαρίου) και αντικαθιστώντας μια παγανιστική τελετή γονιμότητας, που διαρκούσε αιώνες, από την προ Χριστού εποχή κιόλας. Με το πέρασμα του χρόνου, η γιορτή πέρασε από την Ιταλία στην Ευρώπη και από τη Βρετανία στην Αμερική.

Από τον 16ο αιώνα και μετά, η θρησκευτική αυτή γιορτή αρχίζει να παίρνει κοσμικές διαστάσεις. Δώρα, λουλούδια, ρομαντικά δείπνα, ερωτικές επιστολές, ευχετήριες κάρτες με καρδούλες, σοκολατάκια αποτελούν αρκετά διαδεδομένη πρακτική για ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης του 18ο αιώνα. Η γιορτή πήρε εντελώς άλλη μορφή στις αρχές του 20ού αιώνα.

Τότε, έξυπνοι marketers στις ΗΠΑ ανακαλύπτουν την τάση που προϋπήρχε και την ενισχύουν, με το λανσάρισμα στην αγορά πολλών σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών. Η Ελλάδα θα έπρεπε να περιμένει πολύ ακόμη. Η πρώτη επαφή με τον ξενόφερτο Άγιο έγινε αρχικά μέσω των εδώ παραρτημάτων πολυεθνικών εταιρειών λουλουδιών, κοσμημάτων, δώρων, που στο πλαίσιο της διεθνοποίησης απευθύνθηκαν και στους Έλληνες ερωτευμένους, εισάγοντας επικοινωνιακά τον εορτασμό.

Η είσοδος στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πάνω στο στρωμένο χαλί που είχαν ετοιμάσει οι επιχειρηματικά εμπλεκόμενοι με το θέμα, αλλά και τα ανάλαφρα θέματα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Ωστόσο υπήρξαν αντιδράσεις, κυρίως από την Εκκλησία, που θεωρούσε και θεωρεί αδιανόητο τον εορτασμό ενός αγίου που δεν υπάρχει στο Ορθόδοξο Εορτολόγιο.

Μάλιστα είχαν καταβληθεί και προσπάθειες να καθιερωθεί μια άλλη μέρα για τους ορθόδοξους ερωτευμένους, υπό τη σκέπη του Αγίου Υάκινθου στις 3 Ιουλίου ή των Αγίων Ακύλα και Πρισκίλλης στις 13 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως επιτυχία. Τελικά, ο λατίνος Άγιος έκανε το θαύμα του και στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη ημέρα θεωρείται ως μία από τις επικερδέστερες για ανθοπωλεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία και καταστήματα με είδη δώρων, μία ημέρα με τεράστιους τζίρους, για τους οποίους οι επιχειρηματίες προετοιμάζονται πολύ καιρό πριν.

Οι επαγγελματίες των λουλουδιών, οι καταστηματάρχες της γλύκας και των λιχουδιών, οι μάγοι της γεύσης, έχουν την τιμητική τους κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καθώς βάζουν τα δυνατά τους για να προσφέρουν στους ερωτευμένους Έλληνες την αφορμή για να ανάψει η «σπίθα». Ένα μπουκέτο λουλούδια, ένα κόκκινο κρασί, ένα ρομαντικό δείπνο είναι εδώ και πολλές δεκαετίες τα σίγουρα αλλά και ιδιαίτερα συναρπαστικά μονοπάτια που ακόμη και αν δεν οδηγούν στην κατάκτηση ή το ξαναζωντάνεμα μιας σχέσης, σίγουρα τονώνουν την επιχειρηματικότητα!

Τζίρος αισθημάτων

O Θανάσης Oρφανός μας υποδέχτηκε στο όμορφο ανθοπωλείο του στο Χαλάνδρι, το οποίο αυτές τις μέρες ετοιμάζεται για τη μεγάλη γιορτή του έρωτα. Εικοσιπέντε χρόνια στο επάγγελμα, ο Θ. Ορφανός μοιάζει γεννημένος για αυτήν τη δουλειά. «Γεννήθηκα στη Σίφνο και μεγάλωσα σε μια πανέμορφη αυλή με πολλές γλάστρες και λουλούδια. Τα κεραμικά και τα άνθη είναι κομμάτι της ζωής μου», λέει συστήνοντας τον εαυτό του.

Η 14η Φεβρουαρίου είναι για τον Θ. Ορφανό η σημαντικότερη από άποψη τζίρου ημέρα του χρόνου, την οποία ακολουθεί από κοντά μόνο η Πρωτομαγιά. Η συνήθεια του να χαρίζεις λουλούδια την 14η Φεβρουαρίου ξεκίνησε, σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, πολύ αδρά τη δεκαετία του ‘80 και άρχισε να γίνεται μαζική συνήθεια από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, ενώ στις μέρες μας πλέον έχει κορυφωθεί ως χαρακτηριστικό τής εν λόγω ημέρας.

Υπάρχει η εντύπωση ότι οι Έλληνες δίστασαν στην αρχή να υιοθετήσουν το τελετουργικό της ημέρας, ότι το έθιμο χαρακτηρίστηκε αρχικά πολύ αμερικανικό για τα γούστα μας, ο ίδιος όμως δεν συμφωνεί με την άποψη αυτή. «Σήμερα, η αγορά λουλουδιών την 14η Φεβρουαρίου είναι πια αποενοχοποιημένη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι οι γυναίκες περιμένουν πλέον να δεχτούν λουλούδια τη συγκεκριμένη ημέρα», επισημαίνει.

Ο κόσμος που χαρίζει λουλούδια έχει αλλάξει τα τελευταία είκοσι χρόνια: μόνο νέοι στην αρχή, αρκετοί των μέσων ηλικιών αργότερα, όλο το ηλικιακό φάσμα σήμερα. «Έρχονται συνειδητοποιημένοι πλέον, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν κάτι, μάλιστα γράφουν και καρτούλες που βρίσκουν στο κατάστημα, δέχονται υποδείξεις από μας στο τι μπορούν να αγοράσουν και πώς να το προσφέρουν, αν και την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου κυριαρχεί σε ποσοστό πάνω από 90% το κόκκινο τριαντάφυλλο».

Η μέρα των ερωτευμένων είναι ξεχωριστή στο ανθοπωλείο του Θ. Ορφανού. «Στολίζουμε το κατάστημα, μέσα και έξω με καρδούλες και μπαλόνια, διακριτικά αλλά καλόγουστα, για να υπενθυμίσουμε στον περαστικό την ημέρα. Οι ετοιμασίες όμως ξεκινούν τουλάχιστον 20 ημέρες πριν κι αφορούν κυρίως την αγορά κόκκινων τριαντάφυλλων, τα οποία εκείνες τις μέρες είναι πραγματικά δυσεύρετα στη χονδρική», αναφέρει. «Για εκείνη την ημέρα υπάρχουν πολλές επιλογές. Εκτός από τις κλασικές ανθοδέσμες ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, υπάρχουν κομψές και οικονομικές κατασκευές από γυαλί, καρδιές από κερί κ.ά.».

Ο μέσος όρος αγορών στο ανθοπωλείο του Θ. Ορφανού ανέρχεται στα 30 ευρώ για μια πλούσια ανθοδέσμη. Ασφαλώς, όπως και άλλοι επαγγελματίες, ο Θ. Ορφανός θα προτιμούσε η κίνηση της 14ης Φεβρουαρίου να ήταν μοιρασμένη σε πολλές μέρες του χρόνου: «η κούραση και το άγχος είναι μεγάλο για μια μέρα, ενώ και οι πελάτες θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν καλύτερα σε οποιαδήποτε άλλη μέρα του χρόνου.

Εκτός από τα λουλούδια, και ένα καλό δείπνο θεωρείται απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ημέρα. Η Ιωάννα Δραγώνα είναι η διευθύντρια μάρκετινγκ του ξενοδοχείου Πεντελικόν, που και φέτος έχει ετοιμάσει κάτι ξεχωριστό για τους ερωτευμένους. Να, τι μας λέει: «Η ημέρα του Αγ. Βαλεντίνου ανέκαθεν ήταν μια μέρα γιορτής και χαράς όλων των ηλικιών γιατί όλοι βρίσκουν την αφορμή να δείξουν την αγάπη τους στο έτερον τους ήμισυ. Στις μέρες μας, που οι ρυθμοί είναι πολύ γρήγοροι, το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας το περνάμε στη δουλειά και το άγχος αποτελεί μέρος της καθημερινότητας μας, η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου δρα σαν μια ανάσα χαλάρωσης, σαν μια αφορμή για να εκδηλώσουμε τα αισθήματά μας στο ταίρι μας.

Αυτή η ημέρα λειτουργεί θετικά για το ξενοδοχείο μας καθώς και για τα εστιατόρια μας. Από την πλευρά μας, πάντα φροντίζουμε να δημιουργούμε μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, προσφέροντας μοναδικά μενού και στα δύο εστιατόρια του ξενοδοχείου, «La Terrasse» «Vardis», γιατί ως γνωστόν ο έρωτας περνάει από το στομάχι!». Στο ερώτημα, τι αποζητάει ένα ζευγάρι από εκείνη την μέρα, η ίδια απαντά: «Τα βασικά στοιχεία που αναζητά κάθε ζευγάρι είναι η προσιτή πολυτέλεια και η εξαιρετική εξυπηρέτηση. Εμείς φροντίζουμε για μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα με ροδοπέταλα στα πολυτελή executive και τις εξαιρετικές σουίτες, επισφραγίζοντας τη βραδιά με σαμπάνια, φράουλες και σοκολατάκια, προσφέροντας έτσι μια αξέχαστη βραδιά σε όσους μας επιλέξουν», απαντά.

Η ψυχολογία της ημέρας

Οι μέρες που ακολουθούν, με τον διάχυτο ερωτισμό -ενδεχομένως περισσότερο τεχνητό, παρά αυθόρμητο- θα οδηγήσει πολλούς να ανασύρουν πλευρές του εαυτού τους που παρέμεναν σε «νάρκη», να βρουν ταίρι, να αισθανθούν. Κάποιοι θα χαρούν, κάποιοι θα μελαγχολήσουν και αρκετοί άλλοι θα προσπεράσουν αδιάφορα. Οι ψυχολογικές επιδράσεις της ημέρας (και της νύχτας) των ερωτευμένων έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει να τις ακούσουμε από μία ειδικό. Η Χαρά Παπασαράντη είναι ψυχοθεραπεύτρια, σύμβουλος σχέσεων και διατηρεί το πολύ ενδιαφέρον site www.psychohealth.gr.

Να, τι μας λέει: «Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου μπορεί να λειτουργεί σαν μία μικρή απόδραση από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Κάποιοι άνθρωποι αδιαφορούν γι’ αυτήν και κάποιοι άλλοι όχι, ανεξάρτητα με το αν είναι μόνοι ή με σύντροφο. Εξαρτάται από τις προσδοκίες, τις προτεραιότητες και το πώς ο καθένας μας αντιλαμβάνεται το θέμα της πληρότητας και της αγάπης στη ζωή του. Δεν επηρεάζει αρνητικά και δεν κάνει δυστυχισμένους όσους βρίσκονται σε μία σχέση και είναι ικανοποιημένοι, απολαμβάνουν τον έρωτα και τη συντροφικότητα καθημερινά, αλλά και όσους είναι μεν μόνοι αλλά έχουν αυτοπεποίθηση, δεν φοβούνται τη μοναξιά και αναζητούν με ωριμότητα τον κατάλληλο για αυτούς σύντροφο.

Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου επηρεάζει αρνητικά άτομα που νιώθουν ανεπάρκεια, ανασφάλεια ή δεν απολαμβάνουν ό,τι θα ήθελαν από μία σχέση, καθώς και εκείνους που είναι μόνοι και νιώθουν δυστυχισμένοι, επειδή δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και γενικότερα διακατέχονται από ποικίλα αρνητικά συναισθήματα που δεν σχετίζονται απαραίτητα με τη μοναξιά τους». Προχωρώντας ένα θέμα παρακάτω, η ίδια χαρακτηρίζει την ημέρα των ερωτευμένων ως μία εμπορική γιορτή. «Αρκετοί υπερβάλλουν, προσπαθώντας να αποδείξουν πόσο αγαπούν τον / τη σύντροφό τους, μέσα από μια καταναλωτική συμπεριφορά».

Είναι όμως αυτή η απόδειξη, του πόσο κάποιος είναι ερωτευμένος, ευτυχισμένος και αφοσιωμένος στον σύντροφό του; ρωτάμε. «Φυσικά και όχι. Η διατήρηση μιας υγιούς σχέσης και η προσωπική ικανοποίηση που παίρνουμε από αυτή, είναι μια διαρκής προσπάθεια, που δεν επιτυγχάνεται με υλικά αγαθά, αλλά με προσωπική βελτίωση, ωριμότητα και ανταλλαγή θετικών συναισθημάτων και συμπεριφορών με τον άνθρωπό μας, κάθε μέρα. Όλο αυτό το κλίμα χαράς μπορεί να λειτουργήσει αγχωτικά σε όσους δεν είναι συνειδητοποιημένοι για τη συμβολικότητα της ημέρας, σε όσους φοβούνται και αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν τα αληθινά προβλήματα της ζωής και τις ψυχολογικές τους δυσκολίες, δικαιολογώντας έτσι τη στενοχώρια τους με την έλλειψη συντρόφου, τη συγκεκριμένη ημέρα».

Και καταλήγει με έναν τόνο συμβουλευτικό, που συνάδει άλλωστε και με την επαγγελματική της ενασχόληση: «Οποιος είναι μόνος να αναλογιστεί την ευθύνη του εαυτού του, παρεμβαίνοντας στη ζωή του θετικά, με σκοπό να πάψει να είναι μόνος. Ο άνθρωπος έχει την τάση να θέλει να ξεφύγει από τα προβλήματά του και να ζήσει έστω για λίγο το παραμύθι, το θέμα όμως είναι ότι όποιος έχει ‘’προβλέψει’’ σωστά δεν θα εκπλαγεί από αυτό που θα έχει να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα, από αυτήν του Αγίου Βαλεντίνου».

Αληθινοί έρωτες
  • Ο Χρήστος Θηβαίος έχει τραγουδήσει ορισμένα από τα πιο ερωτικά σύγχρονα τραγούδια. Τον ρωτάμε αν σήμερα υπάρχει περιθώριο για αληθινό έρωτα: «Νομίζω, ναι. Ο κόσμος είναι πιεσμένος αλλά υπάρχει περιθώριο. Στον σύγχρονο άνθρωπο προσφέρεται με μεγάλη ευκολία και ανά πάσα στιγμή ο εύκολος έρωτας. Μου θυμίζει λίγο την υπόθεση με τα δάνεια: Κάποτε ένας μέσος άνθρωπος δεν μπορούσε να αγοράσει εύκολα ένα ακριβό αμάξι. Σήμερα με ένα δάνειο αγοράζουμε από αυτοκίνητο μέχρι σπίτι χωρίς χρήματα. Κάποιοι νομίζουν ότι όπως εύκολα αγόρασαν ένα πολυτελές αμάξι, με τον ίδιο τρόπο μπορούν να έχουν ένα μοντέλο στο κρεβάτι τους».

Θέλει κυνήγι, αλλά αποδίδει
  • Ο Τάσος Σταματέλλος είναι ιδιοκτήτης σε ένα από τα ομορφότερα καταστήματα στον πιο εμπορικό δρόμο της Νέας Σμύρνης, στην οδό Ομήρου. Το εδωδιμοπωλείο «Μελίρρυτο», αν και μικρό έχει τα πάντα: από σπιτικά λικέρ και μαρμελάδες μέχρι βότανα, ροφήματα, μέλι, καφέδες, ξηρούς καρπούς, κρασιά και δώρα. «Παλαιότερα αξιοποιούσα τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου: στόλιζα το κατάστημα, έφτιαχνα τη βιτρίνα και προμηθευόμουν διάφορα είδη τα οποία κινούνται αυτή τη μέρα, π.χ. σοκολατένια τριαντάφυλλα και καρδούλες ή κούπες», λέει ο επιχειρηματίας. Με τον καιρό το προσωπικό του ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη γιορτή ατόνησε, δεν κάνει πλέον κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία, παρατηρεί όμως ότι, πράγματι, η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου είναι ξεχωριστή για τα καταστήματα του κλάδου του και φυσικά και για το δικό του. «Αν αξιοποιήσεις την ημέρα, αν δηλαδή στολίσεις, προμηθευτείς ανάλογα προϊόντα και κυνηγήσεις τη δουλειά, θα έχεις αποτελέσματα. Υπάρχουν συνάδελφοι που δίνουν έμφαση, μένουν ανοιχτά όλη τη μέρα και έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα σε τζίρο», μας πληροφορεί.

Το μέρος Νο 52 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 363, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 8 Φεβρουαρίου 2009.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Βασίλης Λογοθετίδης: Ο Βασιλιάς της Κωμωδίας

1897 ~ 20 ή 22 Φεβρουαρίου 1960

Έμεινε στη μνήμη ως ο κωμικός των κωμικών. Δεν εκβίαζε ποτέ το γέλιο, απλώς το έκανε να αναδύεται αυθόρμητα από την ψυχή μας. Σήμερα, απ’ όλα όσα γραφτεί γι’ αυτόν, το πιο πλήρες είναι ίσως αυτό που είπε κάποτε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. Ότι “ο Λογοθετίδης υπήρξε ο άνθρωπος του λαού, που ένοιωσε τον λαό και έπαιξε για τον λαό” …

Το εικοσιδυάχρονο αγόρι που φτάνει από την Πόλη στην Αθήνα με μια ξεφτισμένη βαλίτσα γεμάτη όνειρα, τρυπώνει πίσω από την κουίντα του θεάτρου Κοτοπούλη και με την άγνοια κινδύνου που του παρέχει το σφρίγος της νιότης, δηλώνει ευθαρσώς ότι θέλει να γίνει «δραματικός ηθοποιός». Η Μαρίκα Κοτοπούλη, εντυπωσιασμένη πάντα από τους ανθρώπους που φιλοδοξούν, δεν τον απορρίπτει. Σύντομα, όμως, αντιλαμβάνεται το προφανές: ότι δεν είναι πλασμένος για δραματικός ηθοποιός. «Εσύ, Βασίλη», του λέει τότε, στα 1919, «είσαι γεννημένος κωμικός». Δεν χρειάζεται να περάσει πολύς καιρός για να δικαιωθεί.

Από τα πρώτα κιόλας έργα, ο νεαρός Λογοθετίδης ξεχωρίζει. Είναι η φυσικότητά του, το ταμπεραμέντο του, οι κινήσεις του, που ενθουσιάζουν το κοινό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με μια φωνή που θαρρείς και γεννήθηκε για να ξεστομίζει ξεκαρδιστικές ατάκες, δημιουργούν έναν ηλεκτρισμό γύρω από τη φιγούρα του και το αποτέλεσμα δεν μένει παρά να δικαιώσει την Κοτοπούλη στα χρόνια που έρχονται: η συνεργασία τους θα κρατήσει πάνω από τρεις δεκαετίες και θα γεννήσει μεγάλες επιτυχίες.

Τον χειμώνα του ’42, ο Λογοθετίδης είναι σαράντα πέντε χρόνων και το θέατρο Κοτοπούλη ετοιμάζεται να ανεβάσει το έργο του Αλέκου Λιδωρίκη «Aνδρας-Γυναίκα-Διάβολος». Ζητούν από τον Λογοθετίδη να παίξει το νεαρό εραστή. «Εγώ, το νεαρό εραστή;» απορεί εκείνος. «Πώς στην ευχή θα παίξω το νεαρό εραστή και, μάλιστα, πλάι στον Μυράτ;» «Εάν δεν μπορούσες, δεν θα σου το ζητούσα», του λέει ο Λιδωρίκης. Ο Λογοθετίδης επιμένει: «Βρε αδελφέ μου, εγώ θα παίξω τώρα τον ωραίο; Κι εγώ θα φάω στο τέλος τον Μυράτ;» «Ναι, εσύ», του απαντάει κατηγορηματικά ο Λιδωρίκης. «Βασίλη μου», συνεχίζει, «η ομορφιά ενός άνδρα δεν βρίσκεται πάντα στο πρόσωπο. Βγαίνει πιο πολύ από την προσωπικότητα, από την ψυχική του λεβεντιά, από τη χαρά που αναδίνει, από την εξυπνάδα και από τη γνώση του ωραίου...» Χρόνια αργότερα, ο Λιδωρίκης θα θυμόταν το περιστατικό και θα έλεγε: «Όταν του τα είπα όλα αυτά, με κοίταξε με εκείνο το πονηρό βλέμμα του και μου απάντησε, ‘Μωρέ τι μας λες’. Και το επόμενο πράγμα που έκανε ήταν να παίξει το ρόλο που του ζητούσαμε. Και όχι μόνο έπαιξε τον ωραίο, το χορευτή, τον εραστή, εκείνον που στο τέλος κερδίζει το κορίτσι. Μέσα από την επιτυχία του, εξασφάλισε και στο συγγραφέα ψωμί και νοίκι για τη μισή κατοχική εποχή. Αυτός ήταν ο Βασίλης».

Πέντε χειμώνες αργότερα, ο Λογοθετίδης κάνει πραγματικότητα το όνειρό του: γίνεται θιασάρχης. Στη δική του πλέον σκηνή, έχει να υπερασπιστεί τις προσωπικές του επιλογές τόσο σε ηθοποιούς όσο και σε έργα και οι γκρίνιες κάνουν σύντομα την εμφάνισή τους, αφού κάποιοι θεωρούν ότι χαραμίζεται με έργα πολύ κατώτερα του ταλέντου του. Εκείνος δεν δίνει σημασία και πορεύεται στο δρόμο που του ανοίγει το ένστικτό του. Και αυτός ο δρόμος είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στο νεοελληνικό έργο, με μιαν αφοσίωση που αγγίζει τα όρια της εμμονής. «Πολλοί ηθοποιοί αγάπησαν το νεοελληνικό θεατρικό έργο, αλλά κανένας δεν το αγάπησε ή δεν μπόρεσε να το αγαπήσει περισσότερο από τον Λογοθετίδη», θα έγραφε ο συγγραφέας Γ. Ρούσσος. Και η καυστική πένα ενός άλλου συγγραφέα, του Δ. Ψαθά, θα αποκάλυπτε μιαν άλλη όψη αυτής της αφοσίωσης: «Ναι, αγαπάει το νεοελληνικό έργο αλλά ο ίδιος είναι συμφορά για κάθε ευσυνείδητο συγγραφέα. Γιατί είναι αδύνατον να καταλάβει ο συγγραφέας εάν η επιτυχία οφείλεται στο έργο ή στον πρωταγωνιστή». Όποια κι αν είναι η ετυμηγορία του καθενός, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει: με όχημα το νεοελληνικό έργο, ο Λογοθετίδης καθηλώνει τα πλήθη και οδεύει από επιτυχία σε επιτυχία. Φτάνει, μάλιστα, να ταυτιστεί σε τέτοιο σημείο με τον «Ηλία του δέκατου έκτου», που για μερικά χρόνια θα λαμβάνει ευχετήριες κάρτες του Προφήτη Ηλία!

Με αυτή την αλησμόνητη θεατρική βερσιόν, ο κόσμος ξεχνάει ακόμη και το ότι τον λένε Βασίλη. Εντούτοις, η επιτυχία δεν τον αλλάζει. Παραμένει ο ίδιος απλός άνθρωπος, ένα γήινο πλάσμα που εξακολουθεί να περιφέρεται με μια ξεφτισμένη βαλίτσα γεμάτη όνειρα που τώρα τα μετατρέπει σε θεατρικές ομολογίες. Αυτό που, ωστόσο, θα τον αλλάξει, έγκειται σε ένα απρόοπτο της μοίρας που δεν καταλαβαίνει από καλλιτεχνικές επιτυχίες: είναι η πολύμηνη νοσηλεία του, τον χειμώνα του ’48. Ο Λογοθετίδης αρρωσταίνει και μπαίνει στο νοσοκομείο. Οι πάντες ανησυχούν. Οι εφημερίδες γράφουν καθημερινά για την περιπέτειά του. Ανθοδέσμες πλημμυρίζουν το δωμάτιό του. Ευτυχώς, όμως, είναι κάτι περαστικό. Όταν παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο, ο τότε δήμαρχος της Αθήνας Παυσανίας Κατσώτας δίνει εντολή και η πόλη φωταγωγείται για να υποδεχτεί και πάλι το πιο μεγάλο της ταλέντο. Ωστόσο, αυτή η περιπέτεια θα αφήσει ίχνη ευδιάκριτα πάνω του. Γιατί τότε κάνει την εμφάνισή της μια αδιόρατη θλίψη που γίνεται αντιληπτή από πολλούς. Φυσικά, ήταν πάντα ένας άνθρωπος της μοναξιάς. Αλλά με τον καιρό, αυτή η μοναξιά αποκτά κάτι το βιβλικό που έρχεται να συνταιριαστεί με την μελαγχολία ενός απογεύματος πριν από την βραδινή παράσταση ή με την εσωστρέφεια του επόμενου πρωινού. Είναι πλέον η εποχή του κινηματογράφου, με τις αθάνατες ταινίες να διαδέχονται η μία την άλλη. «Μαντάμ Σουσού», «Δεσποινίς ετών... 39», «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Κάλπικη λίρα» και πάει λέγοντας. Ο μικρόσωμος αυτός άντρας με τα μαύρα διαπεραστικά μάτια στοιχειώνει τη μεγάλη οθόνη και το κοινό υποκλίνεται. Όλοι υποκλίνονται. Μακριά από τα φώτα, όμως, εκεί: πιασμένος στο αγκίστρι της θλίψης του. Παρότι είναι ο αγαπημένος του κόσμου, παρότι δοκιμάζεται σε δύο γάμους, παρότι βλέπει τη φήμη του να γιγαντώνεται, αποπνέει εκείνη την ομιχλώδη αύρα που μοιάζει με κατάρα για κάθε σπουδαίο κωμικό: την αύρα ενός ανθρώπου θλιμμένου. Την ίδια αύρα αποπνέουν, την ίδια εποχή, ο Μπάστερ Κίτον, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ακόμα κι εκείνος ο καινούργιος, ο Τζέρι Λιούις. Να γιατί έχουν δίκιο όσοι λένε ότι οι πραγματικοί κωμικοί είναι στο βάθος πολύ θλιμμένοι άνθρωποι.

Τον Γενάρη του 1960, το Θέατρο Αθηνών ετοιμάζεται να γιορτάσει τις 150 παραστάσεις του έργου του Γ. Τζαβέλα, «Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα». Είναι μεσημέρι και όλοι βρίσκονται στο γραφειάκι του θεάτρου, προσπαθώντας να συμφωνήσουν για τις κατάλληλες λέξεις στο κείμενο που θα συνοδεύσει την πανηγυρική αναγγελία. Όταν φτάνουν στο επίθετο που θα χαρακτηρίσει τον Λογοθετίδη, η σύσκεψη παίρνει φωτιά. Ο θεατρώνης προτείνει «ο μεγάλος Λογοθετίδης». Ο συγγραφέας λέει να βάλουν «ο άφθαστος Λογοθετίδης». Και άλλες λέξεις πέφτουν στο τραπέζι, όπως «ο μοναδικός», «ο κορυφαίος», «ο ανεπανάληπτος». Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής κάθεται σιωπηλός σε μια γωνιά και τους ακούει ατάραχος. «Όχι», τους λέει κάποια στιγμή έπειτα από ώρα. «Δεν θέλω τίποτε από όλα αυτά. Βάλτε απλώς ο Λογοθετίδης. Σκέτος». Και αφού ευχαριστεί τους πάντες για τα καλά τους λόγια, σηκώνεται να φύγει. Τις επόμενες εβδομάδες τις περνάει μέσα στη μοναξιά του, τη μοναξιά εκείνη που θα έκανε τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο να γράψει ότι, για τον Λογοθετίδη, «η ώρα της πικρής μοναξιάς κάνει πιο ανθρώπινη την άλλη εκείνη ώρα του γέλιου». Αλλά έτσι πορεύεται πλέον: από την ώρα της μοναξιάς στην ώρα του γέλιου και αντίστροφα. Κάπου ανάμεσα, παραμονεύει το ξυράφι του θανάτου. Και αυτό το ξυράφι το νιώθει να διαπερνά το υποσυνείδητό του σε τέτοιο βαθμό, που έχει αρχίσει να εκμυστηρεύεται σε κάποιους φίλους πού θα ήθελε να πεθάνει. «Θα ήθελα να πεθάνω στο θέατρο», τους λέει. Γιατί το θέατρο είναι το σπίτι του. Στο θέατρο, λοιπόν.

Λίγη ώρα πριν ανέβει στη σκηνή, στις 20 Φεβρουαρίου του 1960, ο Βασίλης Λογοθετίδης αφήνει την τελευταία του πνοή στο καμαρίνι του. Έξω ο άνεμος λυσσομανάει και η Αθήνα μοιάζει βυθισμένη σε έναν από τους πιο παγερούς χειμώνες των τελευταίων ετών. Μέσα ένας άνθρωπος γερασμένος πριν την ώρα του, λύνει επιτέλους τα στοιχειά της θλίψης και πετάει στον ουρανό πάνω από πλατείες που τώρα δεν γελούν, παρά κείτονται σιωπηλές περιμένοντας το τρίτο κουδούνι που δεν θα ξαναχτυπήσει ποτέ. Ας είναι. Μπορεί το τρίτο κουδούνι να σβήνει για πάντα μια κρύα, χειμωνιάτικη μέρα, μένει όμως πίσω εκείνη η ξεφτισμένη βαλίτσα. Μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα μεταφρασμένα σε ταινίες.

Αμέρικα - Αμέρικα

Το 1957 στάθηκε μια χρονιά-σταθμός για τον Λογοθετίδη. Τότε βγήκε στις αίθουσες το «Δελησταύρου και υιός», που ήρθε να συμπληρώσει την επιτυχία του «Ζηλιαρόγατου» της προηγούμενης χρονιάς. Επίσης, τότε ήταν που ανέλαβε την περίφημη καλλιτεχνική περιοδεία στην Αμερική με σκοπό την καθιέρωση συστηματικής επαφής μεταξύ των θεάτρων όλων των χωρών της Γης. Ο θρίαμβός του υπήρξε ανεπανάληπτος. Έδωσε παραστάσεις σε οκτώ πόλεις των ΗΠΑ και κατά την υποδοχή του στο Πίτσμπουργκ, ο δήμαρχος του παρέδωσε την «χρυσή κλείδα» της πόλης, τιμή που δεν έχει ξαναγίνει σε Έλληνα ηθοποιό.

Ένας ήρωας με παντούφλες

Ο Βασίλης Λογοθετίδης έπαιξε συνολικά σε δώδεκα ταινίες. Η πρώτη του ήταν το «Κακός δρόμος», εν έτει 1933. Η τελευταία του ήταν το «Ένας ήρωας με παντούφλες» του 1958. Εκεί υποδύθηκε τον στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλα, έναν ρόλο που θα τον σημάδευε στην συνείδησή μας. Δεν απέκτησε ποτέ του παιδιά και ζούσε στο Παλαιό Φάληρο. Στην κηδεία του χιλιάδες άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους γύρω από τη Μητρόπολη Αθηνών. Κηδεύτηκε «δημοσία δαπάνη» και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο.

Διαβάστε την βιογραφία του Βασίλη Λογοθετίδη.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 329, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 15 Ιουνίου 2008.