Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Το ποδόσφαιρο έχει σενάριο και ηθοποιοί είναι οι παίκτες

Η Milan δεν είναι απλώς μια ομάδα, αλλά ο σύλλογος που άλλαξε όλο τον τρόπο με τον οποίο πρεσάρουν και αγωνίζονται οι ομάδες τα τελευταία 20 χρόνια.

Ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος πέρασε το κατώφλι του Milanello, κάνοντας ένα τεράστιο βήμα στην καριέρα του και επιβεβαιώνοντας πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί με ταλέντο να έχει το μυαλό στο κεφάλι και τα πόδια στη γη! Αν τα πάει καλά ή όχι είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αλλά είμαι βέβαιος πως θα τους πείσει στο Milano πως άξιζε τα χρήματα που έδωσαν για να τον πάρουν από την Genoa.

Το να ψωνίζει –και μάλιστα ακριβά- αμυντικό μέσα από το Campionato η Milan είναι άξιο αναφοράς! Δεν μιλάμε απλώς για μια ομάδα, αλλά για τον σύλλογο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο πρεσάρουν και αγωνίζονται οι ομάδες τα τελευταία 20 χρόνια κι αυτό γιατί στο δρόμο της βρέθηκε ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος τόλμησε να κάνει πράξη τα πιο τρελά όνειρά του.

Η ίδια ιστορία της Milan άλλαξε με μια συνέντευξη Τύπου το 1987, μια και περνούσε τη πόρτα του προπονητικού κέντρου της για να αναλάβει την ομάδα κάποιος που γινόταν δεκτός με αμηχανία από τους ρεπόρτερ. Ο Arrigo Sacchi παρουσιαζόταν επίσημα στον Τύπο, έχοντας ως προϋπηρεσία την καλή δουλειά του στην Parma (που έπαιζε, ωστόσο, στην Serie C), αλλά αυτό που ξεχώριζε στο βιογραφικό του ήταν η δουλειά του στο εργοστάσιο του πατέρα του ως πωλητής παπουτσιών!

Στην σημερινή εποχή της μιντιακής έκρηξης ανατριχιάζω στη σκέψη ακόμα και να φανταστώ τι θα επακολουθούσε μιας τέτοιας πρόσληψης. Φυσικά εκείνη τη μέρα έμεινε στην ιστορία η ατάκα του στην ερώτηση που του έγινε, αν θεωρεί κατάλληλο τον εαυτό του για τη θέση μιας και δεν είχε παίξει ποτέ ποδόσφαιρο. «Δεν γνώριζα πως για να γίνει κάποιος τζόκεϊ χρειάζεται να ήταν προηγουμένως άλογο».

Για να καταλάβει κάποιος πόσο σημαντική αποδείχτηκε για το μοντέρνο ποδόσφαιρο η (ακραία όντως) επιλογή του Silvio Berlusconi να αντικαταστήσει τον σεβάσμιο Σουηδό Nils Liedholm (τεράστιος και ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής και στη Milan και στη Roma) με έναν άγνωστο τεχνικό, χρειάζεται να εντρυφήσει λίγο στο πόσο δύσκολο ρόλο αναλάμβανε, όχι για το μέγεθος της Milan, διότι είχε πάρει ένα πρωτάθλημα από το 1968 έως το 1987 (εκείνο του 1979, στην τελευταία σεζόν του Gianni Rivera), αλλά επειδή πριν καταλήξει στα χέρια του Silvio Berlusconi είχε βιώσει μια περίοδο απαξίωσης.

Στα πρόθυρα χρεοκοπίας

Το καλοκαίρι του 1983, έχοντας περάσει την τραυματική εμπειρία δύο υποβιβασμών –τον πρώτο το 1980 λόγω της εμπλοκής του προέδρου της και κάποιων παικτών στο σκάνδαλο των στημένων παιχνιδιών και τον δεύτερο το 1982 έπειτα από μια τραγική σαιζόν, η οποία οδήγησε σε πτώση και έφερε τον σύλλογο στα πρόθυρα της χρεοκοπίας- είχε μόλις επιστρέψει στην Serie A και έψαχνε στην αγορά για ενισχύσεις. Κάνει πρόταση στον Άγγλο φορ Tony Woodcock, βασικό με την Nottingham Forest, όταν πήρε τα δύο Κύπελα Πρωταθλητριών στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο οποίος αγωνιζόταν στην γερμανική Κολωνία. Η απάντησή του, ένα ηχηρό χαστούκι: «Προτιμώ να πάω σε μια ομάδα με φιλοδοξίες κι όχι σε ένα μέτριο κλαμπ που ανεβοκατεβαίνει κατηγορίες».

Όταν ανέλαβε ο Berlusconi τα ηνία, η Milan είχε να παίξει στην Ευρώπη από το 1979. Μέσα σε δυο δεκαετίες, έως το 2007, οι «rossoneri» είχαν μετατραπεί στην κορυφαία ομάδα του πλανήτη από πλευράς τίτλων και το ποδόσφαιρο που έπαιξαν μεταξύ του 1989 έως του 1994 παραμένει σημείο αναφοράς, αλλά η ανάκαμψη ξεκίνησε τη μέρα που ο ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης αποφάσισε να στηρίξει την εξεζητημένη επιλογή του να προσλάβει έναν άγνωστο νέο τεχνικό και να του δώσει πανάκριβους παίκτες για να διαχειριστεί! Ο Marco van Basten από τον Ajax και ο Ruud Gullit από την Eindhoven ήταν προσωπικές επιλογές του Sacchi, ο οποίος είχε μεγαλώσει λατρεύοντας τις ομάδες που έπαιζαν επιθετικά (Ουγγαρία, Honvend, Real) και είχε μαγευτεί από την τελειότητα του Ολλανδικού ποδοσφαίρου. Ο Frank Rijkaard θα γινόταν σύντομα ο τρίτος Ολλανδός της παρέας (ο οποίος έπαιξε δανεικός στην Saragosa, αν και αποκτήθηκε απ’ τον Ajax), αλλά επειδή είχε χάσει τις ημερομηνίες στις οποίες όφειλε να τον δηλώσει η Milan, ο Sacchi ήρθε για πρώτη φορά σε κόντρα με τον Berlusconi, ο οποίος προτιμούσε ως τρίτο ξένο τον Αργεντινό Borgi, που έπαιζε δανεικός στην Como.

Στις 21 Ιουλίου 1987, όταν η Milan παρουσίασε τα νέα αποκτήματά της, τα φώτα έπεσαν στον 28χρονο Carlo Ancelotti, μεταγραφή από την Roma, για τον οποίον ο Sacchi επέμεινε πολύ. Αν και είχε μείνει στάσιμη η καριέρα του στην «αιώνια πόλη», ο Arrigo διέβλεπε πως είχε τόση ποιότητα, που το κέντρο των «rossoneri» τον χρειαζόταν όπως η γη το νερό της βροχής σε περίοδο ξηρασίας! Γιατί ο Sacchi έκανε αμέσως γνωστό στους παίκτες του πως αυτό που ήθελε βελτίωση, και μάλιστα άμεση, ήταν η αγωνιστική φιλοσοφία, με την εφαρμογή ενός τρόπου pressing ανάλογου με εκείνο των Ολλανδών της δεκαετίας του ’70, αλλά προσαρμοσμένου στις ανάγκες της δεκαετίας που ακολουθούσε!

Κοντά οι γραμμές!

Ο Sacchi επέμενε πως ο χώρος ανάμεσα στην άμυνα και την επίθεση οφείλει να είναι σε σύμπτυξη. Η διαφορά με την σκέψη που διατύπωσε ο Rinus Michels σχεδόν δυο δεκαετίες νωρίτερα, γεννώντας την ιδέα του Total Football, είχε να κάνει με τον πιο επιθετικό τρόπο με τον οποίο εφάρμοζε το τεχνητό οφσάιντ η Milan. Αυτό έκανε σχεδόν αδύνατο τον τρόπο παιχνιδιού του αντιπάλου με μπαλιές στην πλάτη της άμυνας. Ο μεγάλος Ajax των 70s έδινε κάποια μέτρα χώρο ανάμεσα στους χαφ και την άμυνα, έχοντας μερικές φορές και μια υπέρμετρη αγωνιστική αλαζονεία, ενώ η Feyenord του Ernst Happel την ίδια περίοδο επέτρεπε ανάμεσα στους επιθετικούς της και τα χαφ να υπάρχει λίγο κενό, χαλαρώνοντας τη θηλιά στον λαιμό του αντιπάλου! Ο Arrigo Sacchi, που είχε περάσει ώρες μελετώντας σε βίντεο αυτές τις συμπεριφορές, κατέληξε σε ένα σύστημα που όλες οι γραμμές ήταν πάρα πολύ κοντά, σχεδόν μέσα σε 25 μέτρα. Όσοι προσπαθούσαν να τους παίξουν κατά μέτωπον, έπρεπε να διασπάσουν τρεις γραμμές με μεγάλη συνοχή! Αυτό έδινε την δυνατότητα στους παίκτες της Milan να μην κουράζονται άσκοπα, να μην ξοδεύουν ενέργεια και να έχουν άμεσες επιλογές μόλις κέρδιζαν ξανά την κατοχή της μπάλας. Ακούγεται απλό, αλλά στην πράξη και μέχρι να το συνηθίσουν δεν ήταν. «Γι’ αυτό η ομάδα θα έπρεπε να κινείται ολόκληρη με ενιαίο τρόπο πάνω και κάτω και από δεξιά στα αριστερά», είπε ο Sacchi μιλώντας στον Jonathan Wilson, συγγραφέα του βιβλίου «Αντιστρέφοντας την πυραμίδα» (Εκδόσεις Polaris) και, εξηγώντας πως το κατάφερε, είπε: «Όταν είχαμε την κατοχή, ήθελα πάντα να βρίσκονται πέντε παίκτες μπροστά από την μπάλα». Ο Sacchi έλεγε πάντα πως το σύστημα ήταν το πιο σπουδαίο πράγμα στο ποδόσφαιρο. «Το ποδόσφαιρο έχει σενάριο», είχε πει σε μια συνέντευξή του. «Οι ηθοποιοί, αν είναι μεγάλοι, μπορούν να ερμηνεύσουν το σενάριο και τα λόγια τους σύμφωνα με την δημιουργικότητά τους, αλλά θα πρέπει να ακολουθούν το σενάριο. Ήμουν ο μόνος που θα μπορούσα να τους καθοδηγήσω και να τους βοηθήσω να αναπτύξουν ένα παιχνίδι με συλλογικά χαρακτηριστικά, κάτι που θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες του συνόλου. Η φιλοσοφία μου ήταν να διδάξω τους ποδοσφαιριστές όσα περισσότερα μπορούσα, για να γνωρίζουν όσο το δυνατόν πιο πολλά. Αυτό θα τους έδινε την ικανότητα να πάρουν τη σωστή απόφαση –και να τη πάρουν γρήγορα-, γνωρίζοντας κάθε πιθανό σενάριο μέσα στον αγωνιστικό χώρο».

Δέκα εναντίον πέντε!

Όσο κι αν ακούγεται υπερφίαλο, η αλήθεια είναι πως ο Arrigo Sacchi έφερε την μεγαλύτερη επανάσταση στο ποδόσφαιρο μετά τον Rinus Michels κι ουσιαστικά πάνω στη δουλειά που παρουσίασε με τη Milan στο γήπεδο δομήθηκε όλη η επόμενη δεκαετία στο άθλημα.

Όπως γράφει ο Jonathan Wilson, ο μεγαλύτερος θρίαμβος του Sacchi ήταν ότι μπόρεσε να πείσει τους μεγάλους ποδοσφαιριστές της Milan για την ορθότητα των απόψεών του. «Έπεισα τον Gullit και τον van Basten ότι πέντε οργανωμένοι ποδοσφαιριστές μπορούν να νικήσουν δέκα ανοργάνωτους». Και συνεχίζοντας το εξηγεί: «Πήρα πέντε ποδοσφαιριστές, τον Giovanni Galli στο τέρμα και τους Mauro Tassoti, Paolo Maldini, Alessandro Costacurta και Franco Baresi. Απέναντί τους υπήρχε μια δεκάδα από τους Ruud Gullit, Marco van Basten, Frank Rijkaard, Pietro-Paolo Virdis, Alberigo Evani, Carlo Ancelotti, Angelo Colombo, Roberto Donnadoni, Christian Lantignotti και Graziano Mannari. Είχαν ένα τέταρτο για να βάλουν γκολ ενάντια στους πέντε δικούς μου και ο μόνος κανόνας ήταν ότι αν κερδίζαμε την μπάλα ή την έχαναν, επειδή έβγαινε πλάγιο ας πούμε, έπρεπε να ξαναρχίσουν δέκα μέτρα πίσω από τη γραμμή που άρχιζε το δικό τους μισό του γηπέδου. Το κάναμε συνέχεια και δεν έβαλαν γκολ. Ποτέ»

Αυτό ήταν το νέο pressing, ένα κλειδί για τον καινούργιο ποδοσφαιρικό παράδεισο, αλλά όχι με τον τρόπο που το έκαναν κάποτε η Dynamo Κιέβου, η Εθνική Ολλανδίας, ο Ajax, ακόμα και η Bayern Μονάχου, που κυνηγούσαν τον παίκτη μόλις είχε κατοχή. Και αυτό επειδή ο Sacchi είχε την ευφυΐα να διαπιστώσει πως, παρά την λατρεία που έτρεφε στους Ολλανδούς, ήταν τελείως διαφορετικοί από τους Ιταλούς ως κορμιά και ως τρόπος σκέψης. «Αυτοί ήταν πιο αθλητικοί, ενώ εμείς βασιζόμασταν περισσότερο στην τακτική. Κάθε ποδοσφαιριστής έπρεπε να βρίσκεται στην σωστή θέση. Στο αμυντικό κομμάτι όλοι οι παίκτες μας είχαν τέσσερα σημεία αναφοράς: την μπάλα, τον χώρο, τον αντίπαλο και τους συμπαίκτες τους. Κάθε κίνηση έπρεπε να είναι μια λειτουργία αυτών των τεσσάρων σημείων αναφοράς. Κάθε ποδοσφαιριστής έπρεπε να αποφασίσει πιο από τα τέσσερα σημεία θα καθόριζε τις κινήσεις του.

Το pressing δεν είχε να κάνει με το τρέξιμο και την σκληρή δουλειά. Είχε να κάνει με τον έλεγχο του χώρου. Ήθελα οι ποδοσφαιριστές μου να νιώθουν δυνατοί και οι αντίπαλοι αδύναμοι. Αν αφήναμε τους αντιπάλους μας να παίξουν με τον τρόπο που είχαν συνηθίσει, η αυτοπεποίθησή τους θα μεγάλωνε. Αν, όμως, τους εμποδίζαμε, τότε η αυτοπεποίθησή τους θα δεχόταν πλήγμα. Εδώ βρισκόταν και το κλειδί. Το δικό μας pressing βασιζόταν στην ψυχολογία όσο και στη δύναμη και ήταν πάντα μια ομαδική υπόθεση. Ήθελα και οι 11 ποδοσφαιριστές μου να βρίσκονται σε μια «ενεργή» θέση, η οποία να επηρεάζει τον αντίπαλο όταν δεν είχαμε την κατοχή. Κάθε κίνηση θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα συνεργασίας και να εξυπηρετεί ένα συλλογικό σκοπό. Έπρεπε να υπάρχει μια ομοφωνία στις κινήσεις», λέει ο Sacchi και αυτό αποδείχτηκε το εφαλτήριο για τις μεγάλες επιτυχίες των επόμενων χρόνων.

Αν παρακολουθήσει κανείς βίντεο από αγώνες της εποχής, θα μείνει με την εντύπωση πως οι ποδοσφαιριστές της Milan σε όλα τα ματς είναι πιο γυμνασμένοι και δυνατοί από τους αντιπάλους τους. Αυτά, όμως, που τους έδιναν αβαντάζ ήταν η κίνηση και η σωστή θέση που είχαν στον χώρο και τους έκαναν να φαίνονται μεγαλόσωμοι!

Ο Arrigo Sacchi έφερε την επανάσταση με τους διαφορετικούς τύπους pressing που εφάρμοζε η Milan και τους άλλαζε ανάλογα με το παιχνίδι. «Υπήρχε το μερικό pressing, το οποίο χρησιμοποιούσαμε περισσότερο για να κατευθύνουμε το παιχνίδι. Υπήρχε το ολοκληρωτικό pressing, που είχε να κάνει με την ανάκτηση της κατοχής, και υπήρχε και το ψευδο-pressing όταν προφασιζόμασταν ότι πρεσάραμε, αλλά στην ουσία χρησιμοποιούσαμε τον χρόνο για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας», εξήγησε ο Arrigo Sacchi στον Jonathan Wilson και αυτό το πρωτοποριακό pressing βασιζόταν στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο, αλλά στην ευθεία. «Κάθε παίκτης ήταν απαραίτητος τόσο αμυντικά όσο και επιθετικά. Υπήρξαμε μια ομάδα που οι παίκτες ήταν το κλειδί και όχι οι θέσεις», εξήγησε σε συνέντευξή του ο Paolo Maldini, απονέμοντας τα εύσημα στον άνθρωπο που άλλαξε την εικόνα του ποδοσφαίρου και που έδωσε απάντηση στο αιώνιο ερώτημα αν μπορείς να κερδίζεις παίζοντας και ωραία! Για κάποιον που έγινε τελικά εξαιρετικός τζόκεϊ, αν και δεν είχε υπάρξει ποτέ άλογο, όπως είχε πει ο ίδιος τόσο εύστοχα, η συνεισφορά του στο μοντέρνο ποδόσφαιρο υπήρξε συγκλονιστικά εντυπωσιακή!

Του Χρήστου Σωτηρακόπουλου. Από την εφημερίδα «SportDay» της Τετάρτης, 21ης Ιουλίου 2010

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

«Ζούμε μια πλανητική κρίση παιδείας»

Αντί για ολοκληρωμένους πολίτες, τα πανεπιστήμια θα παράγουν πια γενιές χρήσιμων μηχανών, υποστηρίζει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νοσμπάουμ.

Τον περασμένο Απρίλιο το Πανεπιστήμιο του Middlesex της Βρετανίας ανήγγειλε το κλείσιμο του Τμήματος της Φιλοσοφικής. Ευτυχώς η διεθνής κινητοποίηση εμπόδισε αυτό το σχέδιο καθώς αποφασίστηκε τελικά η μεταφορά του Τμήματος αυτού σ' ένα άλλο ανώτατο ίδρυμα. Η προώθηση στα πανεπιστήμια αλλά και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γνωστικών αντικειμένων που εξασφαλίζουν σε μαθητές και φοιτητές άμεση θέση στην αγορά εργασίας γίνεται σε βάρος κάποιων άλλων μαθημάτων και προς όφελος, βεβαίως, των αγορών. Η αρχή έγινε με την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών σε πολλά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και ακολούθησε ο περιορισμός και άλλων μαθημάτων, όπως της λογοτεχνίας, της ιστορίας, των τεχνών που προσέφεραν, πολλά χρόνια τώρα, γενικές γνώσεις απαραίτητες για τη διαμόρφωση του πνεύματος των νέων ανθρώπων, της καλλιέργειάς τους, της έκφρασης όλων των ικανοτήτων τους, αλλά και του μέλλοντος της δημοκρατίας γενικότερα.

Έτσι λοιπόν, εκτός από την οικονομική κρίση, αντιμετωπίζουμε σήμερα και την κρίση στα εκπαιδευτικά συστήματα σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών χωρών, αφού η τάση αυτή για περιορισμό των γενικών γνώσεων έχει συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τη Συμφωνία της Μπολόνιας το 1999 και από τις μετέπειτα αναθεωρήσεις της.

Την προσοχή μας σε αυτό το θέμα εφιστά η Αμερικανίδα φιλόσοφος Martha Nussbaum στο νέο της βιβλίο «Not for profit: Why Democracy Needs the Humanities».

«Σήμερα βιώνουμε μια κρίση ευρέος φάσματος και διεθνούς κλίμακας», λέει σε κείμενό της σε αμερικανική εφημερίδα, το οποίο αναδημοσιεύει το περιοδικό «Κουριέ Ιντερνασιονάλ» σ' ένα μεγάλο αφιέρωμά του: «Δεν μιλώ για την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008. Μιλώ για μια κρίση που περνά απαρατήρητη, η οποία όμως μακροπρόθεσμα μπορεί να αποβεί πολύ πιο επικίνδυνη για το μέλλον της δημοκρατίας: μια πλανητική κρίση παιδείας.

Βαθιές ανατροπές συντελούνται σε όσα οι δημοκρατικές κοινωνίες διδάσκουν στους νέους και δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί το μέγεθός τους. Άπληστες για οικονομική επιτυχία, οι χώρες και τα εκπαιδευτικά συστήματά τους εγκαταλείπουν με απερισκεψία κάποιες ειδικές γνώσεις απαραίτητες για την επιβίωση των δημοκρατιών. Αν υπερισχύσει αυτή η τάση, πολλές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο σύντομα θα παράγουν γενιές χρήσιμων μηχανών, υπάκουων και τεχνικά εξειδικευμένων, αντί για ολοκληρωμένους πολίτες, ικανούς να συλλογίζονται μόνοι τους, να αμφισβητούν τις παραδόσεις και να αντιλαμβάνονται την έννοια του κόπου και των επιτευγμάτων των άλλων.

Σε ποιες ανατροπές αναφέρομαι; Οι γενικές σπουδές και οι τέχνες συνεχώς χάνουν έδαφος, τόσο στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση όσο και στο πανεπιστήμιο, σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Θεωρούμενες από τους πολιτικούς άχρηστα ενδιαφέροντα σε μια στιγμή που οι χώρες πρέπει να αποτινάξουν ό,τι περιττό, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά, αυτά τα γνωστικά αντικείμενα εξαφανίζονται με μεγάλη ταχύτητα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα αλλά και από το μυαλό και την καρδιά γονιών και μαθητών. Επίσης υποχωρούν και όλες οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές επιστήμες, καθώς οι χώρες αναζητούν το βραχυπρόθεσμο κέρδος καλλιεργώντας χρήσιμες και εφαρμόσιμες ικανότητες προσαρμοσμένες σε αυτόν τον στόχο.

Αναζητούμε αγαθά που μας προστατεύουν, μας ικανοποιούν και μας ανακουφίζουν -αυτό που ο Ινδός συγγραφέας και φιλόσοφος Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ αποκαλούσε «το υλικό μας κάλυμμα»-, ωστόσο, φαίνεται πως λησμονούμε τις ικανότητες της σκέψης και της φαντασίας που μας κάνουν ανθρώπους, των συναισθηματικών μας σχέσεων και όχι μόνο των ωφελιμιστικών.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, εξαρτιόμαστε όλοι από πρόσωπα που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ. Τα προβλήματα που έχουμε να επιλύσουμε -είτε είναι οικονομικά, είτε οικολογικά, είτε θρησκευτικά ή πολιτικά- είναι πλανητικής κλίμακας. Κανείς μας δεν ξεφεύγει από αυτή την παγκόσμια αλληλεξάρτηση Επομένως, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια όλου του κόσμου έχουν ένα τεράστιο και επείγον έργο: να καλλιεργήσουν στους φοιτητές την ικανότητα να θεωρούν τον εαυτό τους μέλος ενός ετερογενούς κράτους (όλα τα σύγχρονα κράτη είναι ετερόκλητα) και ενός ακόμη πιο ετερογενούς κόσμου και να έχουν μια κάποια αντίληψη της Ιστορίας και του χαρακτήρα των διαφορετικών ομάδων που τον κατοικούν.

Αν η γνώση δεν αποτελεί εγγύηση καλής συμπεριφοράς, η άγνοια είναι σχεδόν σίγουρα εγγύηση κακής συμπεριφοράς Οι πολίτες του κόσμου χρειάζονται πραγματικά μια γενική μόρφωση; Ασφαλώς χρειάζονται πολλές πρακτικές γνώσεις που οι φοιτητές μπορούν να αποκτήσουν χωρίς να εκπαιδευτούν στις ανθρωπιστικές επιστήμες, παραδείγματος χάριν απομνημονεύοντας γεγονότα από τα σχολικά βιβλία (και ας υποθέσουμε πως αυτά δεν περιλαμβάνουν λάθη). Ωστόσο, για να γίνεις υπεύθυνος πολίτης, χρειάζεσαι κάτι άλλο: την ικανότητα να αξιολογείς τις ιστορικές αποδείξεις, τον χειρισμό των οικονομικών αρχών και την εξάσκηση του κριτικού σου πνεύματος. Να μπορείς να συγκρίνεις διαφορετικές απόψεις της κοινωνικής δικαιοσύνης, να μιλάς τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα, να μπορείς να αξιολογείς την πολυπλοκότητα των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Το να κατέχεις μια σειρά γεγονότων χωρίς να μπορείς να τα κρίνεις είναι ελάχιστα προτιμότερο από την άγνοια. Το να έχεις όμως μια δομημένη σκέψη πάνω σε ένα ευρύ φάσμα πολιτισμών, ομάδων κι εθνών και στην ιστορία των αλληλεπιδράσεών τους επιτρέπει στις δημοκρατίες να προσεγγίσουν με υπεύθυνο τρόπο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα.

Ο Σωκράτης, που θεωρούσε πως αν δεν ερευνάς τη ζωή σου δεν αξίζει να τη ζεις, ζούσε σε μια κοινωνία που αγαπούσε τις έντονες συζητήσεις, εξέταζε κάθε επιχειρηματολογία και πλήρωσε με τη ζωή του την εμμονή του στο ιδανικό της κριτικής σκέψης. Σήμερα το παράδειγμά του βρίσκεται στο κέντρο της θεωρίας και της πρακτικής της εκπαίδευσης του πολιτισμού στη δυτική παράδοση. Αν θελήσουμε να απαλλάξουμε όλους τους φοιτητές από μια σειρά γενικών μαθημάτων που έχουν σχέση με τις επιστήμες του ανθρώπου είναι γιατί θεωρούμε πως αυτά τα μαθήματα θα τους δώσουν τα εργαλεία να σκέπτονται και να επιχειρηματολογούν οι ίδιοι, αντί να αποδέχονται απλώς την παράδοση και την εξουσία και γιατί θεωρούμε πως αυτή η ικανότητα ορθολογισμού είναι σημαντική σε κάθε δημοκρατική κοινωνία.

Η ιδέα πως ο καθένας μπορεί να σκεφτεί μόνος του και να συνδιαλέγεται με τους άλλους σε ένα πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού είναι ουσιαστική για την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, τόσο στους κόλπους του κράτους όσο και σε έναν κόσμο όλο και πιο διαιρεμένο από εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις.

Το κατά τον Σωκράτη ιδανικό δοκιμάζεται σκληρά γιατί θέλουμε πάση θυσία να μεγιστοποιήσουμε την οικονομική ανάπτυξη. Η ικανότητα να σκεπτόμαστε και να επιχειρηματολογούμε ως ανεξάρτητα άτομα δεν θεωρείται απαραίτητη σε αυτούς που έχουν ως στόχο ποσοτικά αποτελέσματα».

Τα εργαστήρια, πιο ελκυστικά από τις βιβλιοθήκες


«Όταν οι καιροί δυσκολεύουν, οι σκληροί κάνουν σπουδές λογιστικής. Όταν καταρρέει η αγορά εργασίας, πολλοί φοιτητές φαντάζονται πως δεν έχουν το περιθώριο να επιλέξουν ως μαθήματα πρώτης επιλογής Γλώσσα ή Ιστορία. Πρέπει να σπουδάσουν κάτι που θα τους εξασφαλίσει αμέσως μια θέση εργασίας»,
υποστηρίζει ο αρθρογράφος των NYTimes, David Brooks, και συνεχίζει:

«Έτσι, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε στο μέλλον τη συνεχή υποχώρηση των σχετικών σπουδών, που έχει ξεκινήσει ήδη από καιρό. Ο αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών στις "liberals arts" (κατευθύνσεις γενικών σπουδών όπου διδάσκονται οι τέχνες, η λογοτεχνία και επιστήμες στα αμερικανικά πανεπιστήμια) έπεσε κατά 50% στο χρονικό διάστημα μιας γενιάς και η τάση δείχνει πως το ποσοστό θα αυξηθεί στο άμεσο μέλλον.

Άλλοτε, περιζήτητες στα πανεπιστήμια, οι σπουδές σε αυτούς τους τομείς έχουν κατρακυλήσει σε δεύτερη θέση στις προτιμήσεις των φοιτητών. Τα εργαστήρια είναι σαφώς πιο ελκυστικά από τις βιβλιοθήκες. Ωστόσο, θα ήθελα να υπερασπιστώ τα μαθήματα ιστορίας, αγγλικής γλώσσας και τέχνης, παρά τη σημερινή δύσκολη οικονομική κατάσταση.

Οι σπουδές στις Επιστήμες του Ανθρώπου βελτιώνουν τις ικανότητες στην κατανόηση κειμένων και στο γράψιμο. Όποια δραστηριότητα κι αν ασκούμε, οι σπουδές αυτές παρέχουν ένα επί πλέον, πολύ σημαντικό πλεονέκτημα, αυτό του να μπορούμε να διαβάζουμε μια παράγραφο και να καταλαβαίνουμε το νόημά της (πρόκειται για ένα σπάνιο ταλέντο, πολύ πιο σπάνιο από όσο νομίζουμε). Αυτό το πλεονέκτημα μας δίνει στη δουλειά μας μια τεράστια δύναμη να μπορούμε να είμαστε εμείς, στο γραφείο μας, το πρόσωπο που έχει την ικανότητα να συντάξει μια αναφορά σαφή και συγκροτημένη. Οι σπουδές αυτές μας εξοικειώνουν με τη γλώσσα των συναισθημάτων. Στην οικονομία των πληροφοριών στην οποία ζούμε σήμερα, πολλοί είναι ικανοί να δημιουργήσουν ένα τεχνολογικό επίτευγμα, ένα νέο ΜΡ3, για παράδειγμα, πολλοί λίγοι όμως μπορούν να δημιουργήσουν μια μεγάλη μάρκα όπως το iPod. Για να δημιουργήσουμε μια μάρκα, πρέπει να έχουμε γνώση των συναισθηματικών μας μηχανισμών και την ικανότητα να τους διαχειριστούμε, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί αν δεν γνωρίζουμε καλά τη γλώσσα των αισθημάτων.

Μας προσφέρουν επίσης αυτές οι σπουδές ένα πλούσιο ρεπερτόριο αναλογιών. Όλοι σκεπτόμαστε κάνοντας συγκρίσεις: το Ιράκ είναι ένα νέο Βιετνάμ ή μια νέα Βοσνία, το αφεντικό σας είναι ένας Νάρκισσος ή ένας Σόλων. Όσοι διαθέτουν ευρεία γκάμα αναλογιών σκέπτονται με μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι οι άλλοι. Οι σπουδές αυτές που δεν οδηγούν αμέσως σ' ένα επάγγελμα και έχουν τόσο υποβαθμιστεί στις μέρες μας μας βοηθούν επίσης και σε κάτι άλλο: να εξοικειωθούμε με το σκοτεινό Τέρας, που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο, φτιαγμένο από τους φόβους και τα πάθη του.

Στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οι άνθρωποι κατασκεύασαν κάθε είδους συστήματα που τους βοηθούν να καταλάβουν την ανθρώπινη συμπεριφορά: οικονομία, πολιτικές επιστήμες, θεωρία παιχνιδιών, εξελικτική ψυχολογία. Αυτά τα συστήματα αποδεικνύονται χρήσιμα σε πολλές περιπτώσεις, αλλά κανένα δεν κατορθώνει να εξηγήσει εντελώς τις συμπεριφορές, γιατί κατά βάθος οι άνθρωποι διακατέχονται από πάθη και ορμές που δεν μπορούν να περιοριστούν σε ένα συστημικό μοντέλο. Έχουν ιδανικά και φόβους που κατοικούν σε αυτό το Τέρας που όλοι μας έχουμε μέσα μας. Ωστόσο πάντα υπάρχουν, σε όλες τις εποχές, ορισμένες σπάνιες υπάρξεις οι οποίες έχουν το χάρισμα να αδράξουν τις θύελλες του νου που προέρχονται από αυτό το Τέρας και να τις παρουσιάσουν με τη μορφή διηγημάτων, μουσικής, ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και λόγου. Αυτοί οι άντρες και οι γυναίκες καλλιέργησαν γλώσσες που μας βοηθούν να καταλάβουμε όλα αυτά αλλά και να τα χρησιμοποιούμε. Αυτοί οι άνθρωποι μας άφησαν μια πλούσια πηγή συναισθηματικής γνώσης και αυτή η πηγή αναβλύζει από τις γνώσεις της ευρύτερης παιδείας».

Εκπαίδευση «φαστ φουντ»


Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Γυφταριό στις συμπεριφορές

Με προπονητή πηγαίνεις στο τουρνουά, και πάλι βλέπουμε πόσο δύσκολο είναι. Lipi, Agire, Hitschfeld, Kapello, Bielsa, Antic, Olsen, άντε και Rehagel. Πολύ περισσότερο, να πηγαίνεις δίχως προπονητή. Κάποτε, μπορεί να μη χρειαζόταν. Ο Helmut Shoen π.χ. δεν ήταν προπονητής.

Και τον κατήργησαν το ‘74, de facto, ο Beckenbauer με τους αυλικούς του στη Manschaft. Τώρα, καλώς ή κακώς, δεν αρκούν οι top παίκτες. Με όλη τη σχετικότητα, φυσικά. Γιατί κι η Ουρουγουάη έχει προπονητή, αλλά μόνο Κύριος οίδε πώς (ο Tabarez) το φαντάστηκε ότι μπορεί να κερδίσει προημιτελικό Μουντιάλ με σέντερ φορ στην «τελική ευθεία» του ματς τον Ambreu, σαν να βλέπεις Εθνική Ελλάδας με Σταύρο Λαμπριάκο στην αιχμή της επίθεσης ένα πράγμα. Και με τον hot Suarez εξόριστο στο δεξιό άκρο της μεσαίας γραμμής. Δεν τον κέρδισε εντέλει, τον προημιτελικό. Μονάχα, του(ς) έκατσε! Όπως του(ς) έκατσε, γενικότερα, το βατό μονοπάτι. Να περάσουν από Νότια Κορέα και Γκάνα, κι αυτό να ‘ναι αρκετό για να φτάσουν στους«4». Τέτοια σύνθεση αντιπάλων, εύκολα αντιστοιχεί σε, απλώς, έναν απ’ τους οκτώ ομίλους της αρχικής φάσης. Όχι σε προέλαση, έως εδώ. Έως την άκρη του πιο άγριου ονείρου.

Εκείνοι που, μπροστά απ’ οποιουσδήποτε άλλους, πήγαν στο τουρνουά «δίχως προπονητή» είναι, εννοείται, τα δύο big boys. Βραζιλία, Αργεντινή. Πήγαν με δύο αρχηγούς που μια φορά κι έναν καιρό «το είχαν σηκώσει», Dunga στην Pasadenaτο '94, Maradona στο Mexico City το '86. Πήγαν με δύο δεκάρια που, δεν μπορεί, τι διάολο, όλο και κάτι θα σκαρφιστούν να κάνουν για να συγκαλύψουν την ανυπαρξία του ολοκληρωμένου επιθετικού πλάνου. Kaka, Messi, το ψωμοτύρι στη γλώσσα του καλού Otto.

Πήγαν με κυνηγούς που είτε είναι μάγκες είτε θα τους έκαναν μάγκες τα δεκάρια πίσω τους. Οπως πήγαν, με τα μυαλά που πήγαν, έτσι επέστρεψαν. Το 2014, ας δώσουν τις δουλειές στον Romario και στον Batistuta!

Χάρηκα τον αποκλεισμό της Βραζιλίας, περίμενα τον αποκλεισμό της Αργεντινής. Χάρηκα για τη Βραζιλία, όχι λόγω... Ολλανδίας, το ίδιο όσο και το 2006 που τους είχε στείλει σπίτι ένα γκολ του Henry στον προημιτελικό. Χάρηκα επειδή βγάζουν, ιδίως έβγαζαν στη Γερμανία τότε, μια «γλώσσα σώματος» που μας έλεγε μες στα μούτρα ότι, στο περίπου, και μόνο που εμφανίζονται να παίξουν, κάνουν χάρη στην ανθρωπότητα του ποδοσφαίρου. Ότι και πολύ μας είναι, που καταδέχονται να τους βλέπουμε. Αυτή τη φορά, χάρηκα γιατί παραήταν γυφταριό στις συμπεριφορές τους.

Κάθε που σφύριζε ο διαιτητής εις βάρος τους, πήγαιναν και, δεν του μιλούσαν απλώς, ολόκληρη συνέντευξη Τύπου του έδιναν, με τον δείκτη του χεριού προτεταμένο, διδασκαλικά, σαν να τα ‘λεγαν σ’ εκείνον που αντιλαμβάνονταν για υποτακτικό τους. Υπέρ τους σφύριζε ο διαιτητής, πάλι... πρες κόνφερανς. Δεν σφύριζε ο διαιτητής, εκεί ήταν η κορύφωση. Βούτηξε μια φορά δίπλα στην πλάγια γραμμή ο Maicon, με την άμοιρη Χιλή νομίζω, ουδείς τον ακούμπησε, δεν ακούστηκε σφύριγμα. Ποιος τον είδε μετά, τον Maicon, και δεν ζάρωσε από τρόμο. Ο Θεός ο ίδιος είχε κατεβεί στη Γη, εξοργισμένος, κι έστελνε κεραυνούς!

Υστερα, πώς χτυπούσαν. Ανέμελα, άγαρμπα, αδιακρίτως, ατιμώρητα. Ποιος... Felipe Melo; Ο Lucio, ό,τι περνούσε «σε ακτίνα», του ‘δινε (μ’ αυτό το αμπλαούμπλικο στυλ) και καταλάβαινε, σίγουρος ότι δεν θα υποστεί συνέπεια. Θέριζε. Τι στον κόρακα, κάπτεν της Celesao! Ο Luis Fabiano, παίζοντας πιο πολύ με τα χέρια παρά με τα πόδια, μελάνιασε στο ξύλο όποιον σέντερ μπακ πλησίαζε. Ο Dani Alves «κριστιάνιζε» κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν, κι ο Michel Bastos φαινόταν δυστυχισμένος ότι δεν τον έπαιρνε να κριστιανίσει, ενώ θα το ‘θελε, πιο αξιοθρήνητα κι απ’ τον βεριτάμπλ Christiano Ronaldo. Είναι ο λόγος που δεν μου γέννησε τόση χαιρεκακία, ο αποκλεισμός της Αργεντινής. Αυτοί, τουλάχιστον, δεν σημάδευαν ψαχνό... κι όποιον δύστυχο πάρει ο χάρος. Αυτοί είχαν άλλο θέμα. Από τύχη, δεν το πλήρωσαν με το Μέξικο. Με τη Γερμανία, δεν έφτανε όλη η τύχη του σύμπαντος. Το συνειδητοποίησα, το θέμα τους, όταν πήγα στην αίθουσα Τύπου μετά τον αγώνα με την Ελλάδα στο Polokuane.

Δεν μπορούν να φανταστούν, ακόμη και να ξαναδούν τον εαυτό τους στο βίντεο δεν μπορούν να το συλλάβουν, πόσο χαμηλά έπεσαν και ο Maradona και ο Messi με το μυξιάρικο faux κλάμα ότι... τους παίξαμε βρόμικα κι ότι ο Ουζμπέκος ρέφερι «ήταν με την Ελλάδα».

Σαν να ‘χουν παίξει Παναθηναϊκός-Καλλιθέα, κι ο Νιόπλιας με τον Καραγκούνη να ‘ναι μες στη μίρλα ότι ο διαιτητής ήταν με την Καλλιθέα! Ο οποίος Ουζμπέκος, μια χαρά πρόοδο κάνει το παλικάρι κι άλλη τόση να κάνει στο μέλλον, αλλά εκείνο το βράδυ σφύριζε σαν να ‘ταν, όχι στο Polokuane, μόνο μες στην «Bombonera». Το θέμα της Αργεντινής είναι ότι εννοούσαν, για να δοξαστεί το θεαματικό ποδόσφαιρο τάχα, να μην τους μαρκάρουν οι αντίπαλοι. Δεν το ήθελαν, να τους κλείνουν. Δεν ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν, ν’ ανταγωνιστούν, να ματώσουν για ν’ ανοίξουν οι χώροι. Ηθελαν, μονάχα, τους χώρους «εξ ορισμού» δικούς τους. Την πλήρη ελευθερία, για να ξεδιπλώσουν το show. Διάλεξαν, μάλλον, λάθος μέρος. Αντί να πάνε στο τσίρκο, όπου όλα αυτά θα μπορούσαν να τα έχουν βάλει «στο συμβόλαιο» της εμφάνισής τους, αυτοί ταξίδεψαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο...

Του Αλέξη Σπυρόπουλου. Από το web site της εφημερίδας ΕΞΕΔΡΑ ΤΩΝ ΣΠΟΡ