Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Ευάγγελος Παπαστράτος: Το χαρμάνι της Ιστορίας

Δεκέμβριος 1884 ~ Μάρτιος 1973

Ένα τσιγάρο δρόμος ήταν η ζωή του, μόνο που μες στο φύλλο του το χαρμάνι ανέδιδε την Ελλάδα του 20ου αιώνα. Εκείνος πήρε αυτό το χαρμάνι από το Αγρίνιο και το ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Έτσι γέννησε τον μύθο και τον θρύλο του. Τον μύθο ενός ανθρώπου που κόπιασε πολύ. Και τον θρύλο ενός ανθρώπου που έκανε πραγματικότητα το όραμά του...

Χρόνια προτού το τσιγάρο αρχίσει να περιθωριοποιείται από την ίδια την αισθητική των καιρών, η καπνοβιομηχανία δεν όριζε απλώς τις κυρίαρχες τάσεις στην παγκόσμια οικονομία. Λειτουργούσε και ως στοιχείο διαμόρφωσης των κοινωνικών τάσεων μέσα από μια συνήθεια που έμελλε να καθορίσει ένα από τα πλέον σημαντικά έθιμα (ή κουσούρια, κατ’ άλλους) του 20ού αιώνα.

αυτό το έθιμο ταύτισε το επιχειρηματικό του ταξίδι ο Eυάγγελος Παπαστράτος, «το ελληνόπαιδο που πρόκοψε δουλεύοντας», όπως έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του. Και αν σήμερα λογίζεται ως «μεγάλος δάσκαλος» είναι επειδή άρχισε από το μηδέν και έφτασε στην κορυφή, δίχως να βάλει ποτέ το προσωπικό κέρδος πάνω απ’ όλα. Aυτό που τον συγκινούσε περισσότερο ήταν η λαχτάρα της δημιουργίας. Το να δουλεύει «για την εμπειρία και τη γνώση και όχι για τα λεφτά», όπως υποστήριζε από την εποχή ακόμα που ήταν απλός υπάλληλος στο Αγρίνιο

O ίδιος κάπνισε το πρώτο του τσιγάρο το καλοκαίρι του 1895, στην πλατεία του Αγρινίου Ήταν έντεκα χρονών, ο μικρότερος από τα αδέλφια Παπαστράτου, αλλά και ο τολμηρότερος. Ήθελε να τα δοκιμάζει όλα, να τα γεύεται όλα. Ήταν, λοιπόν, εκεί, στη μικρή πλατεία της πόλης, ένα ζεστό απομεσήμερο στη δύση του αιώνα, που τα αδέλφια αποφάσισαν να ενδώσουν λαθραία στη γοητεία του καπνίσματος, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο.

O Βαγγέλης το έστριψε και πρώτος το έβαλε στο στόμα του, αλλά μόλις έκανε να ρουφήξει τον καπνό, τα αμάθητα παιδικά πνευμόνια του δεν άντεξαν, ζαλίστηκε, έπεσε χάμω κι έτσι όλοι έμαθαν τα κατορθώματά του. Στο σπίτι τον περιέλαβε ο θείος του και η τιμωρία που έμελλε να υποστεί, τον έπεισε, κατά κάποιον τρόπο, να μην ξανακαπνίσει για τα επόμενα έντεκα χρόνια. Στο μεταξύ, η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Παπαστράτου είχε ήδη αρχίσει να ταυτίζεται με τον καπνό και το τσιγάρο, αφού από τον επόμενο χρόνο κιόλας, ο μικρός Βαγγέλης έγινε υπάλληλος στην καπνεμπορική εταιρεία «Pόζης και Βαρνάβας».

Από δώδεκα ετών στη βιοπάλη, ορφανός από πατέρα, να βλέπει τη μητέρα του να προσπαθεί να μεγαλώσει τα παιδιά της και εκείνος να μάχεται στον κόσμο των ενηλίκων, εγκαταλείποντας το σχολείο και γνωρίζοντας ότι τα μεγάλα όνειρα των σπουδών μακριά από την πόλη δεν επιτρέπονται σε παιδιά σαν κι αυτόν.

Παρ’ όλα αυτά, η ψυχή του είναι φτιαγμένη από σίδερο και σύντομα κάνει βήματα μπροστά: από «κράχτης» σε εκείνο το τοπικό κατάστημα, εξελίσσεται σε άνθρωπο της εμπιστοσύνης του εργοδότη του, πράγμα που τον καθιστά καλοπληρωμένο υπάλληλο. Και στα δεκαεφτά του, πετυχαίνει τον πρώτο άθλο: μια δυνατή μετεγγραφή για μία από τις σημαντικότερες εμπορικές και εισαγωγικές εταιρείες της περιοχής.

Όταν, πέντε χρόνια αργότερα, ανακοινώνει την απόφασή του να παραιτηθεί προκειμένου να ιδρύσει τη δική του επιχείρηση, δεν προκαλεί μοναχά τη λύπη των συνεργατών του αλλά και τον τρόμο των ανταγωνιστών του. Όλοι ξέρουν ότι είναι παθιασμένος με τη δουλειά και ότι γνωρίζει καλά τον καπνό. Συν τοις άλλοις, είναι και η εποχή: η γεωργική μονοκαλλιέργεια του καπνού αποτελεί πλέον ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, ανοίγοντας μακρινούς ορίζοντες.

το βλέμμα στραμμένο σε αυτούς τους ορίζοντες, ο εικοσιδιάχρονος Παπαστράτος γίνεται μέτοχος της εταιρείας «Aυγερινός-Παπαστράτος», τον Ιούλιο του 1906, με αρχικό κεφάλαιο 6.000 δραχμών (από τις οποίες οι 3.000 ήταν δανεικές) και βασικό μέλημά του από την πρώτη στιγμή γίνεται η συστηματοποίηση και η οργάνωση της αγοράς του καπνεμπορίου, που εκείνη την εποχή προσφέρει κατάλληλο πεδίο για κάμποσους κερδοσκόπους και τυχοδιώκτες.

Στα είκοσι δύο του, ο Παπαστράτος δεν γίνεται μοναχά ο νεότερος καπνέμπορος της Ελλάδας Αλλάζει και τη μοίρα των καπνών του Αγρινίου, αναδεικνύοντάς τα στις ξένες αγορές, κυρίως στη Γερμανία, την Ολλανδία και την Αίγυπτο Συν το ότι έχει αφήσει πίσω του και το φάντασμα της τιμωρίας του θείου του και φουμάρει κανονικά.

Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η εντυπωσιακή ιστορία εκείνης της προπολεμικής γενιάς του επιχειρηματικού κόσμου. τον Παπαστράτο να ξυπνάει κάθε μέρα στις πέντε το πρωί για να μαθαίνει αγγλικά (καλλιεργώντας όσο μπορεί την περιορισμένη του μόρφωση). τον Παπαστράτο να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις δυνατότητες των εξαγωγών και να μην αρκείται στην επιτυχία του εντός των συνόρων. Και με τον Παπαστράτο να καλεί τα αδέλφια του, που μέχρι τότε ακολουθούν ο καθένας τον δικό του δρόμο, να συμμετάσχουν στο προσωπικό του όραμα, ιδρύοντας την ομόρρυθμη εταιρεία «Αδελφοί Παπαστράτου» στα 1913, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σ. Aυγερινός και η επιχείρηση των δύο διαλύεται (έχοντας να επιδείξει, μέσα σε έξι χρόνια, κέρδη 150.000 δραχμών, ποσό λίαν ικανοποιητικό για την εποχή). Όλοι μαζί, λοιπόν. O Eυάγγελος, ο Σωτήρης, ο δικηγόρος Γιάννης και ο μαθηματικός Επαμεινώνδας ενώνουν τις δυνάμεις τους και σπρώχνουν το όνειρο ακόμα πιο μακριά. Και όλοι πλέον μιλούν για τα τέσσερα αδέλφια που δεν αφήνουν ποτέ τον ανταγωνισμό να φθείρει τις σχέσεις τους.

«Το πρώτο που έμαθα στη ζωή μου», έλεγε ο Eυάγγελος Παπαστράτος έως το τέλος του βίου του, «ήταν πόσο υπέροχη ευλογία είναι η οικογενειακή σύμπνοια και η αλληλεγγύη. H αγάπη ανάμεσα στα αδέλφια, όσο κι αν διαφέρουν οι χαρακτήρες τους, αποτελεί μια δύναμη ανεκτίμητη». Από το 1921 έως και το 1929 ο οίκος Παπαστράτου εξάγει κατά μέσο όρο ετησίως 3.382 τόνους καπνών, καλύπτει δηλαδή το 1/10 του συνόλου των εξαγωγών καπνού. Τους πρώτους μήνες του 1930, περιορίζονται οι συναλλαγές με τη γερμανική αγορά και λαμβάνεται μια ιστορική απόφαση: «να πραγματοποιήσουμε», όπως γράφει ο ίδιος ο Eυάγγελος Παπαστράτος στα απομνημονεύματά του, «το σχέδιο που χρόνια μελετούσαμε. ιδρύσουμε στην Ελλάδα ένα πρότυπο εργοστάσιο σιγαρέτων, που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας».

Πράγματι, τον Ιούλιο του 1930 δημιουργείται η Παπαστράτος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Σιγαρέτων και δέκα μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1931, πραγματοποιούνται τα εγκαίνια του εργοστασίου στον Πειραιά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο «Είναι ένα έργο αισιοδοξίας και πίστης», λέει ο Eυάγγελος Παπαστράτος με σπασμένη φωνή από τη συγκίνηση. Φυσικά, το όνειρο δεν σταματάει εκεί. Δύο χρόνια αργότερα, το 1933, τα αδέλφια δημιουργούν στο Βερολίνο το δεύτερο εργοστάσιό τους, το Hellas-Zigaretten Fabrik. Όμως ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία και το κλίμα είναι εχθρικό για όλους τους ξένους. Έτσι, στο εργοστάσιο του Bερολίνου μπαίνει λουκέτο με τη ζημιά να εκμηδενίζει τα κέρδη μιας δεκαετίας. Tον Σεπτέμβριο του 1940, παραμονές του πολέμου, η οικογένεια θα δεχτεί ένα ακόμα πλήγμα, αυτή τη φορά πολύ σοβαρό: πεθαίνει ο Σωτήρης Παπαστράτος. αδέλφια του τον θρηνούν νιώθοντας ότι έχουν χάσει έναν κρίκο. Tον κρίκο μιας αλυσίδας. Ωστόσο δεν το βάζουν κάτω κι ας είναι δύσκολοι οι καιροί.

τον Eυάγγελο Παπαστράτο να παραμένει πάντα η κινητήρια δύναμη της ομάδας των αδελφών, η εταιρεία ψάχνει παντού για ανοίγματα και συνεργασίες, ώσπου το σκοτάδι μιας ολόκληρης χώρας τυλίγει και τα καπνά στο σκοτάδι. H γερμανική κατοχή βυθίζει στο έρεβος κάθε όνειρο. « Nαζήδες δέσμευσαν αμέσως όλα τα αποθέματα καπνών», γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. «Όταν ο πόλεμος τελειώνει, τα αδέλφια στρώνονται και πάλι στη δουλειά, μα ούτε τώρα είναι εύκολα τα πράγματα. Μπορεί η κατανάλωση τσιγάρων να φτάνει στο εσωτερικό της χώρας σε ικανοποιητικά επίπεδα, στον παγκόσμιο χάρτη όμως έρχονται να επικρατήσουν τα american blends, που συστήνουν στο κοινό νέες μάρκες τσιγάρων κάνοντας το «ASSOS», το παλαιότερο και πιο δυναμικό σήμα της εταιρείας, να φαίνεται ξεπερασμένο.

Στη δεκαετία του πενήντα ο Οίκος καλείται να συμπλεύσει με τη μόδα των καιρών και έτσι, στα 1957, κυκλοφορεί το πρώτο του τσιγάρο με φίλτρο. Οκτώ χρόνια αργότερα, θα ξαναρίξει στην αγορά το θρυλικό «Old Navy». Tο 1966 θα αρχίσει να παράγει και το «Astor» για λογαριασμό της γερμανικής Reemtsma. Στη δεκαετία του ’70, θα επιτευχθεί μία ακόμα ιστορική συνεργασία: η Παπαστράτος θα συμπλεύσει με τη Philip Morris και αυτό που θα γεννηθεί είναι η κυκλοφορία του Marlboro στην Ελλάδα Χιλιάδες νέοι θα ανταποκριθούν και το κόκκινο πακέτο θα γίνει το σήμα-κατατεθέν της Ελλάδας των μεταπολιτευτικών χρόνων.

O Eυάγγελος Παπαστράτος πέθαινε σε ηλικία 89 ετών, το 1973, αλλά το όραμά του δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται, παρά τις διαφοροποιήσεις των καιρών. Απομένουν τα λόγια της ψυχής του να μας θυμίζουν μια ζωή γεμάτη αγώνες και σκληρή δουλειά. Λόγια όπως αυτά: «Ας αρχίζουμε, ακόμη και αν ξέρουμε ότι δεν θα προλάβουμε να αποτελειώσουμε το έργο μας. Αν το έργο αξίζει, το να είναι αρχινισμένο θα βοηθήσει να το ολοκληρώσει κάποιος άλλος, που έρχεται κατόπιν. Χάρη σε αυτές τις προσπάθειες έφτασε ο άνθρωπος σιγά-σιγά, από τα βάθη της ζούγκλας του, ως εδώ που βρίσκεται σήμερα».

Χάρη σε αυτές τις προσπάθειες, θα συμπληρώναμε εμείς, έφτασε εκείνο το εντεκάχρονο αγόρι, στην πλατεία του Αγρινίου, να μνημονεύεται σήμερα, εκατόν δεκατρία ολόκληρα χρόνια έπειτα από το καλοκαιρινό απομεσήμερο που δοκίμασε να καπνίσει πρώτη φορά.

Μια μεγάλη οικογένεια

O Επαμεινώνδας Παπαστράτος έφυγε από τη ζωή στα 1953, σε ηλικία 73 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα πέθανε και ο έτερος αδελφός Ιωάννης, σε ηλικία 79 ετών. O Σωτήρης είχε σβήσει το 1940, λίγο πριν από την εισβολή των Γερμανών. Έτσι, από το 1958 και έπειτα, ο Eυάγγελος έμεινε μόνος του στα ηνία της εταιρείας, μέχρι το 1973 όπου πέθανε. H μεγάλη οικογένεια των Παπαστράτων ευτύχησε να αποκτήσει πολλά παιδιά αλλά λίγους γιους και για αρκετά χρόνια, κατά το παρελθόν, επιτελική θέση είχε αναλάβει ο Θάνος Kαψάλης, γιος της αδελφής των Παπαστράτων, Aλεξάνδρας.

Αρχές και αξίες

H οικογενειακή αύρα που διαπότιζε πάντα την επιχείρηση έφτασε κάποια στιγμή να ασπαστεί και ως ιδεολογία από τον Eυάγγελο Παπαστράτο. Tέτοια ήταν η αμετακίνητη θέση του ως προς την αξία της οικογένειας. Mάλιστα, λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε πει: «Kαθώς ήμασταν μια καθαυτό οικογενειακή επιχείρηση που οφείλει την προκοπή της στη στενή αλληλεγγύη των τεσσάρων αδελφών μελών της, θελήσαμε να συγκεντρώσουμε γύρω μας και να προωθήσουμε τους διάφορους συγγενείς μας τόσο από την πατρική όσο και από την πλευρά της μητέρας μας, ακόμα κι όταν αυτό δεν μας ήταν τόσο πολύ οικείο».

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 327, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 1 Ιουνίου 2008.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 56 – Αθλητές στην πολιτική

Όλο και περισσότεροι Έλληνες που προέρχονται από τον χώρο του αθλητισμού και κυρίως του πρωταθλητισμού, διαβαίνουν τα τελευταία χρόνια το κατώφλι της εξουσίας. Με προίκα τους τις επιδόσεις, και την αναγνωρισιμότητα, εκλέγονται συνήθως σχετικά εύκολα. Άλλο ένα φαινόμενο λάμψης και προβολής από τα Μέσα ή μια ευκαιρία για να μεταφερθούν υγιή κύτταρα στον στίβο της πολιτικής ...

Το κυνήγι της δόξας και η επαγγελματική εξασφάλιση δεν φαίνεται να είναι τα μοναδικά ζητούμενα για τους αθλητές που όταν ολοκληρώνουν την καριέρα τους αποφασίζουν να ασχοληθούν με την πολιτική.

Ο αθλητικός στίβος μοιάζει σε πολλά με την πολιτική αρένα, κάτι που σε συνάρτηση με την αναγνωρισιμότητα που έχουν κερδίσει όσοι ασχολούνται με τον αθλητισμό, τους οδηγεί αρκετές φορές στο κατώφλι της εξουσίας. Αν η πολιτική είναι υλοποίηση στόχων και χάραξη στρατηγικής τότε μοιάζει με τον αθλητισμό, που προϋποθέτει σκληρή δουλειά για την κατάκτηση της επιτυχίας και αποφέρει αποτελέσματα μετρήσιμα και συγκρίσιμα. Ίσως γι’ αυτό όλο και περισσότεροι αθλητές κατεβαίνουν στις εκλογές πιστεύοντας ότι έχουν τον τρόπο (και) να τα καταφέρουν. Το φαινόμενο ενασχόλησης αθλητών με την πολιτική είναι έντονο και διεθνές.

Ο

Βλαντιμίρ Πούτιν είναι παλαιός πρωταθλητής του τζούντο, ο Σεμπάστιαν Κόε εξαργύρωσε τις καταπληκτικές του επιδόσεις στα 1.500 μέτρα με την είσοδο στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ο Πελέ χρημάτισε υπουργός Αθλητισμού της Βραζιλίας, ο Σεργκέι Μπούμπκα πέρασε από το Ουκρανικό Κοινοβούλιο, ενώ οι Βαλερί Μπορζόφ και Αλεξάντερ Βολκόφ έγιναν υπουργοί Αθλητισμού στην ίδια χώρα.

Όλοι αυτοί, ανάμεσα σε άλλους πολλούς, καθώς υπάρχουν εκατοντάδες αθλητές μικρότερου και μεγαλύτερου βεληνεκούς, ατομικών και ομαδικών αθλημάτων, που πέρασαν στην πολιτική.

Στη χώρα μας, τα παραδείγματα είναι επίσης πολλά, μόνο όμως μετά τη δεκαετία του ’80 η λάμψη του (πρωτ)αθλητισμού είναι τέτοια που εξασφαλίζει, αρχικά, μια άνετη εκλογή στους υποψηφίους και γενικά αποτελεί εφαλτήριο για ανέλιξη σε άλλους κοινωνικούς χώρους. Έτσι, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας είχε υπάρξει μέλος της Εθνικής Ομάδας Βόλεϊ. Όλοι όμως γνωρίζουν την μπασκετική καριέρα του Παναγιώτη Φασούλα και το μετάλλιο της Σοφίας Σακοράφα.

Οι ελληνικές επιτυχίες -σε ομαδικό αλλά και ατομικό επίπεδο- χάρισαν άφθονη προβολή στους αθλητές και διευκόλυναν την είσοδό τους όχι τόσο στο Κοινοβούλιο, αλλά κυρίως στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έτσι, ενώ οι βουλευτές που προέρχονται από τον χώρο του αθλητισμού μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, με ποσοστό συμμετοχής κάτω του 1%, εκείνοι που έχουν αναλάβει κάποια θέση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση -συνήθως στους αθλητικούς οργανισμούς των δήμων- είναι εκατοντάδες.

To Reportage αναζήτησε και βρήκε τέσσερις επιφανείς εκπροσώπους του είδους, μίλησε μαζί τους και προσπάθησε να διερευνήσει τι σκέφτονται και τι κομίζουν στη σύγχρονη πολιτική σκηνή.

Οι ανοικτές πόρτες

Ξεκίνημα με την ακοντίστρια Άννα Βερούλη. Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Αθήνας το 1982 και το χάλκινο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Ελσίνκι ένα χρόνο μετά. Περίπου 10 χρόνια αργότερα βρέθηκε στην πολιτική. «Η πολιτική με ενδιέφερε από τα νεανικά και τα φοιτητικά χρόνια. Ανήκω σε μια γενιά που είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, όπως τα πυρηνικά, το διαχρονικό αίτημα για καλύτερη Παιδεία, και που γενικά ενδιαφερόταν για το τι γίνεται γύρω της. Έτσι, μετά το τέλος της καριέρας μου, η ενασχόληση με την πολιτική ήρθε αρκετά φυσικά.

Το 1990 εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Νέου Ηρακλείου, όπου εξελέγη συνολικά τρεις φορές προσφέροντας από τη θέση του Αντιδημάρχου. «Βγαίνοντας πάντα πρώτη σε σταυρούς», λέει η ίδια περήφανα. Το 2003 εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος στην Υπερνομαρχία Αθηνών - Πειραιώς όπως συνέβη και το 2007: Σήμερα είναι αντινομάρχης για θέματα αθλητισμού.

Όλα αυτά τα χρόνια στο μετερίζι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υπήρξαν πολλές καλές στιγμές, αλλά και στιγμές που απογοητεύτηκε. «Αισθάνθηκα την ήττα, κυρίως από νοοτροπίες ανθρώπων που ασχολούνται με την πολιτική. Μπήκα στην πολιτική για να προσφέρω και παρά την εμπειρία μου δεν δέχομαι τον τίτλο του επαγγελματία πολιτικού. Κάποιοι άλλοι κατεβαίνουν στην πολιτική για άλλους λόγους». Όπως η ίδια λέει, αυτό που «μετάγγισε» από τις ρίψεις στην πολιτική ήταν το αθλητικό πνεύμα.

«Ξεκινώ από ένα όνειρο και προσπαθώ να το υλοποιήσω, πάντα με σκληρή δουλειά και προσπάθεια. Θα έλεγα ότι γενικά οι αθλητές που μεταπηδούν στην πολιτική έχουν καλή αίσθηση της αξιοκρατίας. Γνωρίζουμε και από μεζούρα και από χρονόμετρο και δεν κουραζόμαστε ποτέ να δίνουμε εξετάσεις. Προσωπικά, δεν το βάζω ποτέ κάτω, γιατί κυριαρχεί η νοοτροπία της αθλήτριας και όχι της πολιτικού. Είναι ιδιαίτερα έντονο, επίσης, και το ομαδικό πνεύμα, και ας προέρχομαι από ατομικό άθλημα. Η πολιτική είναι ομαδικό παιχνίδι και για να υπάρχει αποτέλεσμα χρειάζεται συλλογική δουλειά».

Η ίδια αναγνωρίζει ότι ο αθλητισμός της προσέφερε αναγνωρισιμότητα και της άνοιξαν τον δρόμο, όμως αν οι πολίτες δεν διέκριναν τις αρετές στην πολιτική, δεν θα ψηφιζόταν συνέχεια εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια. Καταλήγοντας, η Άννα Βερούλη εκφράζει την ενόχλησή της για τα πολιτικά κόμματα που χρησιμοποιούν λαμπερά ονόματα από τον χώρο του αθλητισμού, με σκοπό την ψηφοθηρία.

Ο Βασίλης Κικίλιας ήταν παλαιότερα καλαθοσφαιριστής του Πανιώνιου, της ΑΕΚ και του Απόλλωνα Πατρών. Σήμερα είναι ορθοπεδικός και αποτελεί νέο αίμα στην πολιτική -και αυτός στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Βρίσκεται εδώ και περίπου τρία χρόνια στη θέση του προέδρου του Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Αθηναίων, ενώ έχει εκλεγεί και στην Κεντρική Επιτροπή της Ν. Δ. «Πριν ασχοληθώ με την πολιτική και τα κοινά δεν ήμουν ο καλύτερος και ο πιο ταλαντούχος παίκτης του μπάσκετ. Ήμουν όμως ο καλύτερος συμπαίκτης. Η πίστη μου στον συνάνθρωπο, το ομαδικό παιχνίδι» για το καλό του συνόλου, και η ανάγκη για προσφορά, έγιναν πράξη όταν συνεργάστηκα ως σύμβουλος του Ν. Κακλαμάνη στο Υπουργείο Υγείας. Εκεί έμαθα πολλά για την πολιτική και ίσως εκείνο το χρονικό διάστημα κόλλησα το μικρόβιο. Μια εμπειρία καταλυτική. Τόσο, που όταν μου πρότεινε στη συνέχεια να είμαι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων δέχτηκα αμέσως».

Στην ερώτηση «ποια είναι εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία που μπορεί να προσφέρει στα κοινά;» ένας πρώην αθλητής, ο Β. Κικίλιας, απαντάει: «Ένας άνθρωπος που έχει μάθει στη ζωή του να είναι αθλητής και να κάνει πρωταθλητισμό είναι πάνω απ’ όλα πειθαρχημένος. Ξέρει να προσχεδιάζει τις κινήσεις του προκειμένου να φτάσει στον στόχο. Να βλέπει γήπεδο, όπως λέμε. Να έχει εικόνα για το τι συμβαίνει γύρω του, να μπορεί να συνεργαστεί, να δεχθεί την ήττα, να αναγεννάται και να ξαναπροσπαθεί μέχρι να έρθει η τελική νίκη. Όταν, δε, πέσει κάτω, να ξανασηκώνεται και να συνεχίζει, να ξέρει να παίζει καθαρά, γιατί μέσα στο γήπεδο τίποτε δεν μπορεί να κρυφτεί. Εκεί φυσικά που όλοι οι άλλοι απογοητεύονται, αυτός έχει πίστη και τραβάει μπροστά».

Ο ίδιος παραδέχεται ότι η αναγνωρισιμότητα ανοίγει πόρτες, αυτό όμως δεν αρκεί: «Οι πόρτες μπορεί να ανοίγουν εύκολα αλλά κλείνουν και εύκολα. Μετά όμως δεν ξανανοίγουν, κλειδώνουν οριστικά. Το κλειδί για να παραμείνουν ανοιχτές είναι να μένεις σταθερός στις αξίες σου. Σε αυτό είμαι αδιαπραγμάτευτος. Όπως επίσης και στην αγάπη μου για την πόλη μου, την Αθήνα και κυρίως τους νέους ανθρώπους. Οι νέοι είναι το μέλλον μας, είναι το αύριο, είναι η ελπίδα μας. Δεν πρέπει να τους απογοητεύουμε άλλο. Πρέπει να τους στηρίζουμε και να τους δίνουμε καθημερινά τη δυνατότητα να αγγίζουν τα όνειρα τους και να είναι χαρούμενοι. Προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις, έτσι ώστε το αύριο των παιδιών να είναι καλύτερο απ’ ό,τι τους παρουσιάζεται τη σημερινή εποχή και θα παλέψω γι’ αυτό».

Η άλλη όψη

Για το τέλος και για τα «δύσκολα», αφήσαμε την ακοντίστρια Σοφία Σακοράφα

Στη συλλογική μνήμη θα μείνει η βολή της στα 74,20 μέτρα το 1982 στα Χανιά, ένα συγκλονιστικό παγκόσμιο ρεκόρ, καθώς και το χάλκινο μετάλλιο στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου της Αθήνας. Οι νεώτερες γενιές τη γνωρίζουν όμως ως πολιτικό πρόσωπο καθώς από το 1993, όταν και εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο -κυρίως για θέματα αθλητικής πολιτικής.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η Παλαιστίνη είναι δύο θέματα με τα οποία ασχολήθηκε συστηματικά τα τελευταία χρόνια: εκλέχθηκε δημοτική σύμβουλος Αθήνας στις δημοτικές εκλογές του 1994 και δημοτική σύμβουλος στο Μαρούσι στις εκλογές του 1998 και του 2004. Είχε μεσολαβήσει η εκλογή της το 2000 ως βουλευτού στη Β’ Περιφέρεια της Αθήνας. Σήμερα είναι γραμματέας στον Τομέα Αθλητισμού του ΠΑΣΟΚ. Όσο για το Παλαιστινιακό, η Σ. Σακοράφα είναι από τις λίγες προσωπικότητες που μάχονται σταθερά για τα δίκαια του λαού της Παλαιστίνης, τιμώντας και σήμερα τη ζεστή φιλία και τον θαυμασμό του Γιασέρ Αραφάτ προς το πρόσωπό της.

Η μαχητική πολιτικός αιφνιδιάστηκε αρνητικά από την ερώτησή μας σχετικά με την επίπτωση που ενδέχεται να έχουν τα εκτεταμένα κρούσματα ντόπινγκ, πάνω στους αθλητές που θέλουν να πολιτευτούν. «Είχα την ευκαιρία να δω πρόσφατα την κινηματογραφική ταινία Το Κύμα και έχω την εντύπωση η ερώτησή σας αναπαράγει το σκεπτικό της ταινίας: μετασχηματίζεται το άτομο σε σύνολο και το σύνολο σε μάζα. Δηλαδή, κάποιοι αθλητές βρέθηκαν ντοπέ, που σημαίνει, κατά το σκεπτικό σας, ότι όλοι οι αθλητές οφείλουν να απολογηθούν. Κάποιοι πολιτικοί δεν χαίρουν της εκτίμησης του κοινού, που σημαίνει, κατά το σκεπτικό σας, ότι όλοι οι πολιτικοί φέρουν μια αρνητική ταυτότητα. Αυτή η λειτουργία είναι λιγάκι επικίνδυνη ακριβώς γιατί παραγνωρίζει την προσωπική ιστορία του καθένα, ισοπεδώνει διαχωριστικές γραμμές και καταλήγει σε μια γενίκευση που είναι αφοριστική». Πώς αντιμετωπίζει το γεγονός ότι, τη στιγμή που οι περισσότερες έρευνες αξιολογούν χαμηλά τους πολιτικούς, οι αθλητές - πολιτικοί έχουν να αντιμετωπίσουν και επιπλέον «βαρίδια»; Η Σ. Σακοράφα αποκρούει ασφαλώς την έννοια της συλλογικής ευθύνης. «Με τη δική σας λογική θα έπρεπε να αισθάνονται άβολα: οι γιατροί για τα φακελάκια, οι δικαστές για το παραδικαστικό, οι δημοσιογράφοι για τη διαπλοκή.

Όμως γιατρός είναι και αυτός που αφήνει την πατρίδα του και με κίνδυνο της ζωής του βρίσκεται στα νοσοκομεία της Γάζας, δημοσιογράφος είναι και αυτός που παίζει τη ζωή του κορώνα-γράμματα για την ενημέρωση του κόσμου, δικαστικός ήταν και ο Ντεγιάννης». Και συνεχίζοντας στο ίδιο ύφος «η λογική της συλλογικής ευθύνης, άρα και της συλλογικής απολογίας στις δημοκρατίες δεν υπάρχει. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, ποτέ δεν ένιωσα ότι για το πέρασμά μου στην πολιτική, το γεγονός του παγκοσμίου ρεκόρ μου έδωσε φτερά στα πόδια». Τι δίνει, λοιπόν, το κουράγιο για την ενασχόληση με την πολιτική; «Φτερά στα πόδια μου έδωσαν οι πολιτικές θέσεις που είχα από την εποχή που ήμουν αθλήτρια, φτερά μου έδωσε η δυναμική που ανέπτυξα μέσα από το χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για το τί σημαίνει ανάπτυξη της πόλης, ‘’φτερά’’ μου έδωσε η θέση μου ότι στην πολιτική δεν φτάνει απλώς να διαμαρτύρεσαι, αλλά πρέπει να αντιστέκεσαι. Με αυτή την έννοια το μόνο βαρίδι που νιώθω είναι η ευθύνη απέναντι σε όσους εμπιστεύθηκαν αυτά τα χαρακτηριστικά», τονίζει.

Παίξε μπάλα

  • Ο Γιώργος Λιάνης, ο Τάσος Μητρόπουλος και ο Θανάσης Γκόκας αντιπροσωπεύουν τις τρεις γενιές Ελλήνων ποδοσφαιριστών που ασχολούνται με την πολιτική. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1942 και έπαιξε ποδόσφαιρο στον Ηρακλή. Αργότερα έγινε βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ και υφυπουργός. Ο δεύτερος γεννήθηκε το 1957 και έκανε μεγάλη καριέρα στον Ολυμπιακό. Σήμερα είναι δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά. Ο τελευταίος γεννήθηκε το 1980. Σήμερα παίζει στον Ιωνικό, έχοντας περάσει από Κέρκυρα και Σέρρες, όπου και ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος.

Πολιτική «αράχνη»

  • Ο Παναγιώτης Φασούλας, δήμαρχος Πειραιά, εκφράζει την άποψή του για το θέμα: «Για μένα, ο αθλητισμός δεν ήταν μια επιταγή που εξαργύρωσα άμα τη εμφανίσει. Ηταν και είναι ζωή. Μου πρόσφερε πολλά και πολύτιμα εφόδια που συλλειτούργησαν στην πολιτική. Δεν έχω λοιπόν ούτε βαρίδια, ούτε φτερά. Απλώς υπάρχει το αίσθημα ευθύνης που λειτούργησε και λειτουργεί τόσο όταν ήμουν αθλητής όσο και πολιτικός. Γιατί και στους δυο τομείς τελικά αυτός που μας κρίνει και μάλιστα αυστηρά είναι ο πολίτής. [...] Κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα με το ποιος είναι, μπορεί να είναι αναλώσιμος για οποιονδήποτε λόγο. Να γνωρίζετε ότι οι αθλητές, και ιδιαίτερα αυτοί που έχουν κάνει πρωταθλητισμό, επειδή έχουν περάσει διά πυρός και σιδήρου στη ζωή τους, για να πετύχουν τους στόχους τους, δεν είναι σίγουρα εύκολα αναλώσιμοι, ούτε είναι μιας χρήσης. Αυτό ας το έχουν υπόψη τους άπαντες. [...] Σίγουρα τα φαινόμενα ντόπινγκ τον τελευταίο καιρό στον χώρο του αθλητισμού, δεν είναι ευχάριστα. Πάντως πιστεύω, ότι όλο αυτό μπορεί να λειτουργήσει και θετικά, γιατί αν ένας αθλητής σκοπεύει να ασχοληθεί με τα κοινά θα σκεφθεί διπλά να αποκτήσει αρνητική δημοσιότητα, σε συνάρτηση με το ντόπινγκ. Ισως όλο αυτό τελικά να λειτουργήσει προστατευτικά και για τις δυο του ιδιότητες».

Πρώτος στο νήμα

  • Ο Γιώργος Κατσιμπάρδης είναι μάλλον ο πιο επιτυχημένος πολιτικός που προέρχεται από τον αθλητισμό, αν αναλογιστούμε τις οκτώ συνεχείς φορές που εκλέχτηκε βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ, την περίοδο 1977 - 2000. Υπήρξε βαλκανιονίκης στους δρόμους ταχύτητας (1960), ενώ αργότερα, εκλέχτηκε δύο φορές (1984 και 1987) πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ, υπηρετώντας από τη θέση εκείνη το χώρο του αθλητισμού.

Τρίποντο και μέσα

  • Ο Γιάννης Ιωαννίδης και ο Κώστας Παταβούκας (μαζί με τους Φασούλα και Κικίλια που μιλούν στο Reportage) αποτελούν τους επιφανέστερους πολιτικούς που προέρχονται από το βασίλειο της πορτοκαλί μπάλας. Ο πρώτος εκλέχτηκε βουλευτής με τη Ν.Δ. στις αναμετρήσεις του 2004 και του 2007 και σήμερα είναι υφυπουργός Πολιτισμού για θέματα Αθλητισμού. Ο δεύτερος είναι δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα.

Φτερωτός γιατρός

  • Ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες δρομείς ταχύτητας όλων των εποχών στη χώρα μας (στα 100 μέτρα) -εξού και το προσωνύμιο. Την περίοδο 1971 - 1976 κατέκτησε τρία ευρωπαϊκά μετάλλια. Την πολιτική του σταδιοδρομία την ξεκίνησε το 1981 όταν εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το κόμμα της Ν.Δ. Επανεξελέγη σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι και το 1996. Από το 1998 είναι δήμαρχος Θεσσαλονίκης.
Το μέρος Νο 56 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 367, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 8 Μαρτίου 2009.

Μανόλης Ανδρόνικος: Μια μορφή μέσα στον χρόνο

19 Οκτωβρίου 1919 ~ 30 Μαρτίου 1992

Ανάμεσα στο θολό φως του σύγχρονου πολιτισμού και τον Κάτω Κόσμο των Μακεδόνων Βασιλέων, δεν μεσολαβούν παρά μερικές χιλιάδες χρόνια, που κατάφεραν να χωρέσουν στη ζωή ενός και μόνο ανθρώπου: του Έλληνα αρχαιολόγου που έμεινε στη Ιστορία ανασύροντας από τη λήθη της τέφρας έναν τάφο και το πεπρωμένο ενός έθνους ...

Ήταν μεσημέρι, στις 8 Νοεμβρίου του 1977, όταν ο Μανόλης Ανδρόνικος και οι συνεργάτες του άνοιξαν την πόρτα του ασύλητου τάφου στη Βεργίνα, που είχε σφραγιστεί πριν από 2.300 χρόνια.

Εκείνη τη στιγμή, καθώς έσπρωχναν τη βαριά φθαρμένη πύλη κάτω από τον μουντό, φθινοπωριάτικο ουρανό, δεν γνώριζαν σε ποιον ανήκει ο τάφος. Το μόνο για το οποίο ήταν βέβαιοι είναι αυτό στο οποίο είχε καταλήξει ο ίδιος ο Ανδρόνικος το 1963, όταν ανακάλυψε τις πρώτες επιτύμβιες στήλες: ότι σε εκείνη την περιοχή ήταν εγκατεστημένη, μεταξύ 1000 και 700 π.Χ., μια ακμαία ανθρώπινη κοινωνία που συνήθιζε να συνοδεύει τους νεκρούς της με πλούσια χάλκινα κοσμήματα και σιδερένια όπλα και να σκεπάζει τους τάφους τους με χαμηλούς τύμβους, σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο που εμφανίζεται στον ελλαδικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια.

Αυτούς τους χαρακτηριστικούς τύμβους έσπευσε να ερευνήσει πρώτη φορά ο Μανόλης Ανδρόνικος το 1951, επισκεπτόμενος, ως επιμελητής αρχαιοτήτων ακόμα, το εκτεταμένο νεκροταφείο που απλωνόταν στη βόρεια και ανατολική πλευρά του χωριού. Ωστόσο, έπρεπε να περάσουν είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια μέχρι εκείνο το συννεφιασμένο απομεσήμερο του ’77 που σήμανε την επίτευξη μίας εκ των σπουδαιότερων ανακαλύψεων σε παγκόσμιο επίπεδο: τη διαπίστωση ότι πίσω από εκείνη τη βαριά, φθαρμένη πύλη βρίσκεται ο τάφος του Φιλίππου του Β’, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τα ευρήματα, η χρυσή λάρνακα με τα οστά και το αστέρι των Μακεδόνων βασιλέων, οι λαμπρές τοιχογραφίες, οι σιδερένιοι θώρακες, τα ψηφιδωτά, τα ανάγλυφα μέλη, οι κλίνες από ελεφαντοστό, όλα έδωσαν ένα τέλος στις αγωνίες και τις αμφιβολίες του Ανδρόνικου και τον έκαναν να σφραγίσει θριαμβευτικά ένα ταξίδι γεμάτο κόπους και απογοητεύσεις. Ένα ταξίδι που ξεκίνησε όταν πρωτοπήγε στη Βεργίνα ως μαθητής του Κωνσταντίνου Ρωμαίου, τον Μάρτη του ’38. Δεν ήταν καν είκοσι χρονών, κι όμως το πάθος του για την Αρχαιολογία έκανε πολλούς να τον προσέξουν όταν έπρεπε να συντονίζει τους εργάτες και να τα έχει όλα έτοιμα εν αναμονή της άφιξης του δασκάλου του. Αυτό το πάθος ήταν που θα τον άφηνε και για πάντα χαραγμένο στην ιστορία: το πάθος του οραματιστή που ανοίγει δρόμους στην ομίχλη του παρελθόντος. Το πάθος του ταξιδευτή που αναζητεί την Ιθάκη του στο εύρημα. Στο εύρημα που φωτίζει ζωές και κόσμους από το κάποτε.

Το δικό του «κάποτε» άρχισε να υφίσταται στην Προύσα τον Οκτώβριο του 1919 κι έμελλε να χαράξει από νωρίς ανησυχίες συναφείς με την αναζήτηση. Από παιδί στη Θεσσαλονίκη, βρήκε καταφύγιο στην ποίηση κι έτσι πλούτισε τη χαρακτηριστική του εσωστρέφεια με τους θησαυρούς που μπορεί να κρύβει μια σελίδα τυπωμένη από λέξεις. Στην αρχή ο Παλαμάς, αργότερα ο Ελύτης και ο Σεφέρης. Αυτοί ήταν οι αγαπημένοι του ποιητές. Και μέσα από την ποίηση της ίδιας της ζωής, που αποπνέει το ταξίδι προς την αλήθεια, βάλθηκε να σκάβει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο χώμα και στην ψυχή. Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αριστεύει. Το 1952 γίνεται καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο. Το 1954 και το 1955 συμπληρώνει τις σπουδές του στην Οξφόρδη υπό τις ευλογίες του σερ Τζον Μπίζλι. Υπηρετεί στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το 1957 εκλέγεται υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα γίνεται έκτακτος καθηγητής της Β’ έδρας Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα. Και παράλληλα διαβάζει. Διαβάζει πολύ. Η αφοσίωσή του στα γράμματα τον ωθεί στο να ιδρύσει, μαζί με φίλους, τον σύλλογο «Η Τέχνη». Αν και δεν του πολυαρέσουν τα ταξίδια, πηγαίνει παντού, ακόμα και στη Μέση Ανατολή. Παντρεύεται την Ολυμπία Κακουλίδου.

Διαμένει επί της οδού Παπάφη στη Θεσσαλονίκη και το «Μανώλης» θέλει να το γράφει με όμικρον. Διατελεί Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής της Θεσσαλονίκης. Σε ό,τι αφορά την Ιστορία, η αντίστροφη μέτρηση σήμανε το καλοκαίρι του 1976, όταν άρχισαν οι συστηματικές ανασκαφές της Μεγάλης Τούμπας. Το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν ο τεράστιος όγκος των χαλαρών χωμάτων, μέσα στον οποίο κανείς δεν γνώριζε τη θέση του τάφου ή των τάφων, καθώς και τα περιορισμένα κονδύλια του Πανεπιστημίου τα οποία είχε στη διάθεσή του ο Ανδρόνικος. Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν δύσκολοι, αγωνιώδεις, σκληροί. Ο Ανδρόνικος έδινε μάχη με τη γη, με τον χρόνο, ακόμα και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Ώσπου φτάνουμε στο Νοέμβριο του 1977. Με το πολιτικό θερμόμετρο να ανεβαίνει στα ύψη, καθώς πλησιάζουν εκλογές. Πολύ μακριά απ’ όλα αυτά, εκεί όπου η τέφρα του χρόνου υπόσχεται τις δικές της αλλαγές, ο Ανδρόνικος περνά τη φθαρμένη πύλη. Και αποκαλύπτει το μυστικό της Μεγάλης Τούμπας. Κάτω από την επίχωση της νοτιοδυτικής πλευράς του Τύμβου, έρχονται στο φως τα θεμέλια ενός υπέργειου οικοδομήματος, του Ηρώου, ένας συλημένος κιβωτιόσχημος τάφος, που ονομάζεται Τάφος της Περσεφόνης από το θέμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό του, και ο ασύλητος Μακεδονικός τάφος που θα σημάνει μία από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις στα χρονικά.

«Αυτό το μυστικό το ονειρευόμουν από τότε που έκανα την πρώτη δοκιμή το 1952», θα έγραφε αργότερα. Και θα συμπλήρωνε: «Ο στόχος της αρχαιολογικής έρευνας έμενε πάντα καθαρός, σταθερός και καίριος. Ωστόσο, το ανθρώπινο πάθος μιας ολόκληρης ζωής λειτουργούσε το ίδιο έντονα και επίμονα». Το ανθρώπινο πάθος. Του οραματιστή. Του ταξιδευτή. Όταν, μερικές μέρες αργότερα, είναι έτοιμος να αναγγείλει και επισήμως την ανακάλυψή του, η αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας πλημμυρίζει από κόσμο. Άνθρωποι στέκονται μέχρι και στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου προκαλώντας αναστάτωση στην κυκλοφορία. Ο Ανδρόνικος μπορεί να αισθάνεται τη λύτρωση που θα ένιωθε κάθε Οδυσσέας, αλλά όχι απόλυτα. Είναι ρεαλιστής. Ξέρει πολύ καλά πως ανάμεσα στους συναδέλφους του υπάρχουν αντιρρήσεις. Όχι φυσικά επειδή σπεύδει να χαρακτηρίσει τους τάφους βασιλικούς, αλλά επειδή ταυτίζει τον νεκρό της χρυσής λάρνακας με τον Φίλιππο τον Β’ και τη Βεργίνα με τις Αιγές.

Το δεύτερο θα ενδυναμωνόταν κάποια στιγμή χάρη και στο βιβλίο του Νίκολας Χάμοντ που δεν αφήνει αμφιβολίες για την ακριβή θέση της παλαιάς πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος όμως; Εκεί τα πράγματα είναι δύσκολα από την πρώτη κιόλας στιγμή, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ενώ η οθόνη προβάλλει το ελεφάντινο κεφαλάκι του Φιλίππου, ο Ανδρόνικος κλείνει την ομιλία του λέγοντας, «Αυτός πρέπει να είναι ο νεκρός του τάφου: ο Φίλιππος ο Β’, ο πατέρας του Αλεξάνδρου». Και ακόμα και τότε το νιώθει ότι θα υπάρχουν αμφισβητήσεις.

Κάμποσα χρόνια αργότερα, θα έγραφε στο «Χρονικό της Βεργίνας»: «Δεν φαντάζομαι να έχει γίνει δεκτή ποτέ άλλοτε μια αρχαιολογική ανακοίνωση με τόσο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήταν φανερό πως τα ευρήματα λειτουργούσαν κιόλας πολύ πέρα από την αυστηρά επιστημονική περιοχή. Για μιαν ακόμη φορά, ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου είχε αγγίξει τις καρδιές των Μακεδόνων. Και όχι μόνο αυτών. Οι ξένοι ανταποκριτές φαίνονταν βαθιά συγκινημένοι, οπωσδήποτε δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους. Ίσως οι πιο συγκρατημένοι από όλους να ήταν οι συνάδελφοι αρχαιολόγοι. Μάντευα πως άρχιζε κιόλας η ετοιμασία κάποιας αντίδρασης, τουλάχιστον κάποιος σκεπτικισμός».

H επιτυχία του Ανδρόνικου οφείλεται στα ευρήματά του. Οφείλεται στην επιμονή της αναζήτησης του ευρήματος μέσα στο χώμα και της αλήθειας του στις αρχαίες μαρτυρίες, που και αυτές αναζητούνταν με πείσμα. Από τη μία η τέφρα του χρόνου και από την άλλη η απόσταση του σημερινού κόσμου από τούτη την τέφρα. Και στο ενδιάμεσο, η αγωνία. Το σαράκι και της παραμικρής αμφιβολίας. Προκειμένου να καταπνίξει τη δική του αμφιβολία σχετικά με τις τοιχογραφίες, ο Ανδρόνικος θέλησε να ακούσει τι θα πει ο Γιάννης Τσαρούχης. Για το περιεχόμενο της λάρνακας θέλησε να συμβουλευτεί τους καθηγητές Δημήτριο Παντερμαλή και Γεώργιο Δεσπίνη. Για τα ελεφάντινα κεφαλάκια περίμενε τις αντιδράσεις των συνεργατών του.

Η αφήγηση του «Χρονικού της Βεργίνας» αγκαλιάζει και την επόμενη χρονιά, το 1978, τότε που ο Ανδρόνικος ανακάλυψε τον Τάφο του Πρίγκιπα. Ήταν το τρίτο μυστικό που έκρυβε η Μεγάλη Τούμπα. Ένας ακόμα ασύλητος Μακεδονικός τάφος. Λίγο πριν ξεπροβάλει μέσα από την τέφρα του χρόνου, είχαν ρωτήσει τον Ανδρόνικο τι θα έκανε εάν βρισκόταν και τρίτος τάφος που θα αποδείκνυε δίχως καμιά αμφιβολία ότι ανήκει στον Φίλιππο. «Με χαρά θα αναγνωρίσω το σφάλμα μου», είχε απαντήσει. Και είχε προσθέσει: «Εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω καλύτερα το εύρημα, στηριγμένος πια σε όλα τα στοιχεία της ανασκαφής».

Δεν χρειάστηκε τελικά να το κάνει, γιατί στον Τάφο του Πρίγκιπα δεν βρέθηκαν αποδείξεις για τον Φίλιππο. Στη δεκαετία του ’90, κυρίως μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου το 1992, διατυπώθηκαν απόψεις για χρονολογήσεις άλλων ευρημάτων της Μακεδονίας που μοιραία συμπαρασύρουν και τη χρονολόγηση του περιεχομένου του δεύτερου βασιλικού τάφου. Όμως η ταύτιση του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας με τις Αιγές υπήρξε σημείο αναφοράς για τα ευρήματα από τον ευρύτερο βορειοελλαδικό χώρο.

Και όσο για τον άνθρωπο που τα έφερε όλα στο φως; Κείτεται κι αυτός τώρα στην τέφρα του χρόνου, διόλου ξεπερασμένος και σε καμιά περίπτωση λησμονημένος. Και δεν χρειάζεται να σκάψει κανείς στα βάθη της γης για να τον ανασύρει στο τώρα, διότι το δικό του ανάκτορο είναι βαθιά χαραγμένο εκεί, στη Μεγάλη Τούμπα, στα χώματα που κάποτε μελάνιασαν από το αίμα για να γιγαντωθεί αυτό που εμείς σήμερα λογίζουμε ως Μακεδονία και κανείς δεν μπορεί να μας το κλέψει: ο αρχαίος θαυμαστός κόσμος των Ελλήνων.

Ανθρώπινες αδυναμίες

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Ανδρόνικος δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια στον Φίλιππο τον Β’, όσο μεγάλο βασιλιά κι αν τον θεωρούσε. Το αποκαλύπτει η ίδια η σύζυγός του στον επίλογο του «Χρονικού της Βεργίνας». «Στο σχολείο όπου δίδασκε», γράφει, «είχε δηλώσει κάποτε πως δεν αγαπούσε ούτε τον Φίλιππο». Άλλα πράγματα που δεν αγαπούσε; Τα ταξίδια. Τις φωτογραφίες. Ακόμα και τις συναντήσεις του με άλλους αρχαιολόγους. «Γυρνούσε πάντοτε ικανοποιημένος από τις επαφές του με τους αρχαιολόγους», σημειώνει η Όλυ Ανδρονίκου, «αλλά ήταν κουρασμένος και άκεφος».

Στη γη της Περσεφόνης

Σε ό,τι αφορά τα ευρήματα που έφερε στο φως ο Μανόλης Ανδρόνικος, η χρονική διαφορά ανάμεσα στους τάφους και τη Μεγάλη Τούμπα δηλώνει πως ο εντυπωσιακός τύμβος κατασκευάστηκε για να καλύψει τα παλαιότερα μνημεία που είτε είχαν συληθεί (όπως το Ηρώο και ο Τάφος της Περσεφόνης) είτε είχαν παραμείνει άθικτα (προκειμένου να προστατευτούν), όπως ο τάφος του Φιλίππου και ο τάφος του Πρίγκιπα, έπειτα από μια μεγάλη καταστροφή στο νεκροταφείο των Αιγών. Η καταστροφή αυτή οφείλεται σε Γαλάτες μισθοφόρους που είχε εγκαταστήσει ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, στις Αίγες, μετά τη νίκη του επί του Αντίγονου Γονατά στα 274 π.Χ. Οι Γαλάτες προκάλεσαν την εκτεταμένη καταστροφή και του νεκροταφείου των Αιγών που μαρτυρείται από τις θραυσμένες επιτάφιες στήλες, οι οποίες αργότερα χρησιμοποιήθηκαν ως δομικό υλικό στην κατασκευή της επίχωσης.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 322, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ του Μεγάλου Σαββάτου, 26 Απριλίου 2008.

Σπύρος Λούης: Ο επίμονος μαραθωνοδρόμος

12 Ιανουαρίου 1873 – 28 Μαρτίου 1940

Έγινε ο πρώτος ήρωας που αναδείχθηκε από τον ελληνικό αθλητισμό και έμεινε παντοτινά χαραγμένος στη μνήμη του λαού, ίσως γιατί ήλθε από του πουθενά και μετά πάλι έφυγε για το πουθενά. Ο ίδιος έτρεξε για την αγάπη μιας γυναίκας. Και μπορεί να έτρεξε μόνο μια φορά, αλλά αυτή αποδείχθηκε αρκετή για να γραφτεί στην Ιστορία ...

Πίσω από κάθε μύθο κρύβεται κι ένας σφοδρός έρωτας. Αυτά είναι τα λόγια του ποιητή. Ο Σπύρος Λούης, βέβαια, δεν υπήρξε ποτέ του ποιητής. Ένας απλός άνθρωπος ήταν, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση. Κι όμως: ο ασήμαντος αυτός νερουλάς, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1872 στο Μαρούσι και φορούσε πάντα την εθνική ενδυμασία, κατάφερε να γίνει κάτι παραπάνω από δάσκαλος του ελληνικού ονείρου. Έγινε μύθος και πίσω από τον άθλο του κρυβόταν πράγματι ένας σφοδρός έρωτας, επιβεβαιώνοντας έτσι τα λόγια του ποιητή. Αλλά ας πιάσουμε την ιστορία μας από πιο παλιά.

Στις 13 Αυγούστου του 490 π. Χ. οι Αθηναίοι, υπό τον στρατηγό Μιλτιάδη, κατανίκησαν τους Πέρσες στον κάμπο του Μαραθώνα. Ένας οπλίτης ονόματι Φειδιππίδης ανέλαβε να φέρει το μήνυμα της νίκης στην Αθήνα. Φορτώθηκε τα όπλα του και έκανε τη διαδρομή τρέχοντας. Η μεταγενέστερη εκδοχή τον θέλει να περνά από ένα σημείο, όπου οι χωρικοί του φώναζαν «Σταμάτα! Σταμάτα!» Η περιοχή αυτή ονομάστηκε Σταμάτα. Αρκετά χιλιόμετρα παρακάτω κοντοστάθηκε να ανασάνει, προφανώς επειδή του είχε βγει η ψυχή. Η περιοχή εκείνη ονομάστηκε Ψυχικό.

Το πώς ακριβώς συνδέθηκαν στο μυαλό του Μισέλ Μπρελ τα παρελκόμενα της νίκης τους Μαραθώνα με τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα, δεν έχει ξεκαθαριστεί. Και δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει ότι ο Γάλλος λόγιος πρότεινε στον Κουμπερτέν ένα πρότυπο αγώνισμα: δρόμο αντοχής από τον Μαραθώνα ως το Καλλιμάρμαρο. Υποσχέθηκε, μάλιστα, ότι ο ίδιος θα αθλοθετούσε ένα βαρύτιμο ασημένιο τρόπαιο για το νικητή.

Η ιδέα έγινε, φυσικά, δεκτή. Οι Έλληνες, ως λάτρεις της μυθολογίας, άρχισαν αμέσως να διασπείρουν φήμες για τον αγώνα και σύντομα κυκλοφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος νικητής θα επιβραβευθεί με υψηλή κρατική θέση, ή ότι θα γίνει γαμπρός του Γεωργίου Αβέρωφ με προίκα ενός εκατομμυρίου δραχμών. Έξαφνα, η πρωτιά στο συγκεκριμένο αγώνισμα έγινε «εθνική υπόθεση» όλων.

Μέσα σε αυτήν την τεταμένη ατμόσφαιρα, και με την πολυπληθή ελληνική ομάδα να προπονείται εντατικά κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση του συνταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλου, ο οποίος είχε οριστεί αφέτης, ένας 24χρονος Μαρουσιώτης που έβγαζε το ψωμί του πουλώντας νερό με τη σούστα του, εμφανίστηκε ζητώντας να του επιτραπεί η συμμετοχή στον αγώνα.

Δεν είχε καιρό για αθλητισμό μήτε είχε ξαναδοκιμάσει να τρέξει αντιμέτωπος με άλλους. Ήταν όμως απελπισμένος. Οι γονείς της αγαπημένης του δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους. Ένα πρωί η Ελένη άκουσε για τον μαραθώνιο και επηρεασμένη από τον χαμό που γινόταν, είπε στον Σπύρο: «Αν τρέξεις και νικήσεις, δεν θα μπορούν να πουν όχι».

Αυτό ήταν: η ιδέα σφήνωσε στο μυαλό του και τρεις μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά στον αθλίατρο αξιώνοντας το δικαίωμα της συμμετοχής. Δεν ανήκε σε σύλλογο, δεν είχε προπονητή, δεν ήξερε καν τη διαδρομή. Στάθηκε, ωστόσο, τόσο επίμονος που τελικώς δέχτηκαν να τον δοκιμάσουν.

Ο Λούης έτρεξε χίλια μέτρα και τερμάτισε δεύτερος. Η συμμετοχή του απορρίφθηκε. Τον έπιασε μαύρη απελπισία. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να εντυπωσιάσει τους γονείς της αγαπημένης του. Η μοίρα, όμως, λειτούργησε προς όφελός του. Διότι τότε, σε εκείνη τη δοκιμαστική κούρσα, τον πρόσεξε ο Παπαδιαμαντόπουλος, ο οποίος κατά σύμπτωση είχε διατελέσει διοικητής του Λούη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. «Τι θες εσύ εδώ;» τον ρώτησε ο αφέτης μόλις τον αναγνώρισε.

Να τρέξω, θέλω, κύριε συνταγματάρχα, αλλά δεν με αφήνουν», του απάντησε ο Λούης. Ο Παπαδιαμαντόπουλος γύρισε τότε στον αθλίατρο και του είπε ότι ο νεαρός είχε τρομερή αντοχή: «Από τους Αμπελόκηπους τον έστελνα στο Σύνταγμα για τσιγάρα και γυρνούσε σε είκοσι λεπτά». Κι έτσι, με την άνωθεν παρέμβαση, η συμμετοχή του Σπύρου Λούη εγκρίθηκε.

Ο πρώτος προκαταρκτικός αγώνας, που ήταν συγχρόνως και ο πρώτος Μαραθώνιος της σύγχρονης εποχής, πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου. Νικητής αναδείχτηκε ο Χαρίλαος Βασιλάκος με χρόνο τρεις ώρες και δέκα οκτώ λεπτά. Ο Λούης συμμετείχε στον δεύτερο προκαταρκτικό, δύο εβδομάδες αργότερα. Διέσχισε την τελική γραμμή στην πέμπτη θέση, λίγα μέτρα πίσω από το νικητή Δημήτριο Δεληγιάννη. Ώσπου έφτασε η μεγάλη μέρα. Στις 10 Απριλίου του 1896 (ή στις 29 Μαρτίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ήταν τότε σε χρήση στην Ελλάδα), τέσσερις ξένοι αθλητές, δώδεκα Έλληνες και ο νερουλάς από το Μαρούσι έλαβαν τις θέσεις τους στην εκκίνηση, κάτω από το λιοπύρι του καταμεσήμερου.

Όλοι θα έτρεχαν για το βαρύτιμο τρόπαιο ή για την κρατική θέση ή για τα χρήματα της προίκας του Αβέρωφ. Εκείνος θα έτρεχε για την Ελένη. Ο Παπαδιαμαντόπουλος σήμανε την εκκίνηση και η ιστορία άρχισε να γράφει αντίστροφα.

Ο Γάλλος Αλμπέν Λερμιζιό, που είχε πάρει και χάλκινο στα 1500 μέτρα, τέθηκε από νωρίς επικεφαλής της κούρσας. Αυτό, όμως, δεν προβλημάτισε τον Λούη. Στο Πικέρμι σταμάτησε σε ένα καφενείο και ζήτησε να πιει ένα ποτήρι κρασί. «Μα, θα μείνεις πίσω», του φώναξαν οι θαμώνες. «Μπα», έκανε εκείνος, «θα τους φτάσω και θα τους προσπεράσω πριν από το τέλος».

Μετά το τριακοστό δεύτερο χιλιόμετρο ο Λερμιζιό κατέρρευσε από την εξάντληση και το προβάδισμα πήρε ο Αυστραλός Τέντι Φλακ, ένας λογιστής που κατοικούσε στο Λονδίνο. Είχε κι αυτός να επιδείξει ένα μετάλλιο, τόσο στα 800 όσο και στα 1500 μέτρα.

Ο Λούης άρχισε να μειώνει την απόσταση, ώσπου και ο Αυστραλός, που δεν ήταν συνηθισμένος σε τόσο μεγάλες αποστάσεις, κατέρρευσε μερικά χιλιόμετρα αργότερα, αφήνοντας το τελικό προβάδισμα στον Έλληνα Στο μεταξύ, τα νέα είχαν ήδη μαθευτεί στις εξέδρες του Σταδίου και ο κόσμος παραληρούσε: εξήντα χιλιάδες θεατές κραύγαζαν ρυθμικά «Έλλην, Έλλην».

Ο Σπύρος Λούης μπήκε στο Καλλιμάρμαρο νικητής και ακμαίος, με χρόνο δύο ώρες, πενήντα οκτώ λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα, συντρίβοντας το προηγούμενο ρεκόρ κατά δεκαπέντε λεπτά. Εντούτοις, κανένας δεν έμοιαζε πρόθυμος να ασχοληθεί με τον χρόνο. Όλοι πανηγύριζαν ξέφρενα. Χαμένος στις αγκαλιές των παραληρούντων Ελλήνων, ο ανώνυμος νεαρός από το Μαρούσι ζούσε τον θρίαμβο του.

Ο κατοπινός διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος και ο πρίγκιπας Γεώργιος έσπευσαν να τον κεράσουν κρασί, γάλα, μπύρα, αυγά πασχαλινά, πορτοκαλάδα και άλλα δώρα. Άλλοι του έταζαν κοσμήματα. Κάποιος του υποσχέθηκε τζάμπα ξύρισμα στο κουρείο του για όλη του τη ζωή. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι από όλα αυτά γεύτηκε τελικά. Το ίδιο βράδυ, ο πανευτυχής βασιλιάς Γεώργιος Α’ ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, και εκείνος του απάντησε: «Ένα γαϊδουράκι να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό». Το γαϊδουράκι, πάντως, το πήρε. Όπως πήρε και τη Ελένη.

Γιατί ποιοι γονείς θα μπορούσαν να αρνηθούν την θυγατέρα τους σε έναν εθνικό ήρωα; Αυτό ήθελε να πετύχει κι αυτό πέτυχε.

Έπειτα από την απονομή των μεταλλίων και το αναπόφευκτο γεύμα στο Παλάτι, ο Ολυμπιονίκης επέστρεψε στο σπίτι του και άφησε τους δημοσιογράφους να αναρωτιούνται από πού βαστούσε η σκούφια του.

Στις εφημερίδες των επόμενων ημερών, οι Έλληνες διάβαζαν ότι ήταν ταπεινός βοσκός, πλούσιος γαιοκτήμονας, στρατιώτης, ταχυδρομικός υπάλληλος. Ότι έτρεξε στον μαραθώνιο για να πείσει τον βασιλιά να δώσει χάρη στον φυλακισμένο αδελφό του (που δεν είχε καν).

Ότι έμποροι της πόλης τον γέμισαν με δώρα, από όπλα μέχρι ραπτομηχανές. Μια τρέλα! «Οι Αθηναίοι», θα έγραφε σατιρικά ο Εμμανουήλ Ροΐδης σε χρονογράφημα του επί των ημερών, «εξυπασθέντες από την λαμπρότητα της πανηγύρεως εκατάντησαν όλοι αθλομανείς». Όχι ο ίδιος, πάντως. Ο ίδιος δεν ξανάτρεξε ποτέ. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες γύρισε στο χωριό του (γιατί χωριό ήταν τότε το Μαρούσι) και έζησε ήρεμα, εργαζόμενος ως αγρότης και αργότερα ως αστυνομικός.

Εξασφάλισε και μια καινούργια σούστα και για κάποιο διάστημα μπορούσε να διανείμει το νερό πιο άνετα. Μοναδική μελανή περιπέτεια της ζωής του στάθηκε μια περίεργη υπόθεση στην οποία βρέθηκε αναμεμειγμένος το 1926, όταν κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση στρατιωτικών εγγράφων. Έμεινε στη φυλακή κάτι παραπάνω από έναν χρόνο και η υπόθεσή του προκάλεσε σάλο στον Τύπο, ώσπου αθωώθηκε και επέστρεψε στην αφανή καθημερινότητά του.

Την τελευταία του δημόσια εμφάνιση την έκανε το 1936, όταν προσκλήθηκε ως επίτιμος φιλοξενούμενος από τους διοργανωτές των θερινών Ολυμπιακών Αγώνων, που διοργανώθηκαν στο Βερολίνο. Δύο χρόνια αργότερα, ακριβώς 42 έτη έπειτα από τον ανέλπιστο θρίαμβό του, τιμήθηκε με ισόβια σύνταξη από την κοινότητα Αμαρουσίου Αττικής. Δεν έμελλε να τη χαρεί για πολύ. Πέθανε στις 28 Μαρτίου του 1940.

Συνέβη στην Αθήνα

Πολλές αθλητικές λέσχες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, φέρουν το όνομά του, όπως φυσικά και το κύριο στάδιο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου της Αθήνας (καθώς επίσης και η λεωφόρος που περνά από μπροστά). Στο Μόναχο, το όνομά του φέρει η λεωφόρος Spiridon-Louis-Ring από την οποία είναι προσβάσιμο το εκεί Ολυμπιακό Πάρκο. Και όσο για το Χόλιγουντ; Αυτό τίμησε τον Λούη με μια μέτρια μάλλον ταινία: το «It happened in Athens» με πρωταγωνίστρια την Τζέιν Μάνσφιλντ.

Επίτιμος καλεσμένος

Στο περίφημο ντοκιμαντέρ «Ολυμπία, Η γιορτή των Εθνών», που γυρίστηκε στη διάρκεια των θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, ο Σπύρος Λούης εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο την ώρα που μπαίνει στην εναρκτήρια εορταστική τελετή, ως τιμώμενο πρόσωπο της ελληνικής αποστολής. Μπροστά του πηγαίνουν ένα κοριτσάκι που κρατάει την ταμπέλα με το όνομα της χώρας μας (Griechenland στα Γερμανικά) και ο σημαιοφόρος με την ελληνική σημαία, και ακολουθεί εκείνος, με άσπρη φουστανέλα και σκούρο γιλέκο, κρατώντας ένα φουντωτό κλαδί ελιάς στο δεξί του χέρι.

Μας έφαγαν οι ξένοι...

Η «Εστία» της εποχής περιέγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο το πώς ο Σπύρος Λούης παρότρυνε τους Ελληνες συναθλητές του στη διάρκεια του μεγάλου αγώνα: «Εμπρός μωρέ παιδιά, τους έλεγε, εμπρός και μας έφαγαν οι ξένοι. Και έτρεχεν, έτρεχεν ακατάβλητος». Κάποια στιγμή, όμως, κουράστηκε και έμοιαζε έτοιμος ακόμα και να τα παρατήσει. Μέχρι που τον πλησίασε ένας έφιππος αξιωματικός και εκεί, πάνω στο άλογό του, έσπευσε να του δώσει κουράγιο. «Τι κάθεσαι, Λούη;» του φώναξε. «Τρέχα και μας πήρανε την νίκην οι ξένοι» - «Εστία» της 31ης Μαρτίου 1896.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 336, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 3 Αυγούστου 2008.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Το ρίζωμα του φόβου

Τα φοβικά συναισθήματα είναι άκρως τοξικά. Μολύνουν όχι μόνο τις ζωές των μεμονομένων ατόμων αλλά και της κοινωνίας συνολικά. Δολοφονίες, κλοπές, τρομοκρατικές ενέργειες προκαλούν ένα γενικευμένο, αν και μάλλον αόριστο, αίσθημα ανασφάλειας και τρόμου. Άνδρες των ΜΑΤ σε όλες τις κεντρικές πλατείες, τηλεκάμερες παντού μας επιτηρούν καθημερινά για να μας προστατέψουν από έναν εχθρό που ίσως δεν υπάρχει. Μια προστασία αναποτελεσματική, εκ των πραγμάτων, αφού ποτέ δεν καταφέρνει να αποτρέψει τα εγκλήματα.
Επομένως, ένα εξαιρετικά επίκαιρο και αποφασιστικό σήμερα ερώτημα είναι:
Που βασίζεται - και τι τελικά εξυπηρετεί- αυτή η συστηματική καλλιέργεια του φόβου;


Φανταστείτε ότι επιστρέφετε σπίτι μετά την εργασία σας και πέφτετε πάνω σε μια σκηνή ανείπωτης βίας: κάποιες διμοιρίες ΜΑΤ συγκρούονται με ομάδα νεαρών διαδηλωτών. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, καμιά δεκαριά άνδρες των σωμάτων ασφαλείας έχουν πέσει πάνω σε δύο νεαρούς μαθητές και τους χτυπούν αλύπητα. Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σας, ενώ παρακολουθείτε αυτή τη σκηνή παράλογης βίας;

Ενα αίσθημα απώθησης και μεγάλης ταραχής σάς συνταράσσει. Η καδιά σας χτυπά σαν τρελή, η αναπνοή σας επιταχύνεται, ιδρώνετε έντονα μολονότι δεν κάνει ζέστη, τα άκρα σας αρχίζουν να τρέμουν: όλος ο οργανισμός σας έχει καταληφθεί από ένα έντονο αίσθημα φόβου και αγωνίας. Το πώς ακριβώς θα αντιδράσετε σε αυτή τη σκηνή αποτρόπαιης βίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όμως το αίσθημα του φόβου θα είναι η πρώτη άμεση αντίδρασή σας.

Ο φόβος και η αγωνία αποτελούν δύο από τις πιο στοιχειώδεις αντιδράσεις των ανθρώπων, αλλά και των περισσότερων ζώων, σε απρόβλεπτες και απειλητικές καταστάσεις. Η λειτουργία τους είναι να αποτελούν ένα σήμα κινδύνου που κινητοποιεί τους μηχανισμούς άμυνας ή και φυγής του οργανισμού όταν βρίσκεται απέναντι σε μια πραγματική ή και κατά φαντασία απειλητική κατάσταση: γιατί βέβαια η σκέψη και μόνο μιας απειλής μπορεί να προκαλέσει φόβο ή πανικό στους ανθρώπους.

Ενώ, όμως, ο φόβος αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για την αυτοσυντήρηση πολλών οργανισμών, στα θηλαστικά, και ειδικότερα στα πρωτεύοντα, εκδηλώνεται με εξαιρετικά σύνθετα πρότυπα συμπεριφοράς. Οσο για τους ανθρώπους, αυτοί εκδηλώνουν φοβικές αντιδράσεις παντελώς άγνωστες ακόμη και για τους ανθρωπόμορφους πιθήκους.

Λόγω της αναπτυγμένης νοημοσύνης και της αυτοσυνειδησίας του, ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί το πλέον φοβισμένο πλάσμα μέσα στο ζωικό βασίλειο. Και, επομένως, η διαχείριση του αισθήματος του φόβου έπαιξε και παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο στις ατομικές όσο και στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Η βιολογία του φόβου

Αν η έννοια «φόβος» περιγράφει το εσωτερικό αίσθημα που προκύπτει ως απάντηση σε κάποια εξωτερικά ερεθίσματα, που γίνονται αντιληπτά ως πραγματικές ή δυνητικές απειλές, τότε ποιοι νευροβιολογικοί μηχανισμοί επιτελούν αυτή τη ζωτική λειτουργία;

Μια από τις πρώτες προσπάθειες επιστημονικής κατανόησης της λειτουργίας του φόβου πραγματοποιήθηκε από τον Κάρολο Δαρβίνο. Το 1872, ο πατέρας της εξελικτικής θεωρίας, με το βιβλίο του «Η έκφραση των αισθημάτων στον άνθρωπο και τα ζώα», επιχειρεί την πρώτη συστηματική αντιπαραβολή της ανθρώπινης με τη ζωική συμπεριφορά.

Αυτές οι πρώτες συγκριτικές μελέτες, μολονότι έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη της ειδικής επιστήμης που μελετά τη συμπεριφορά των ζώων (Ηθολογία), εντούτοις δεν είναι άμοιρες ανθρωπομορφισμών και συχνά αυθαίρετων αναλογιών μεταξύ ανθρώπινης και ζωικής συμπεριφοράς. Μόνο σχετικά πρόσφατα, κατά τα τέλη του 20ού αιώνα, έγινε εφικτή η επιστημονική διερεύνηση του βιολογικού υποστρώματος του φόβου, δηλαδή των βιοχημικών και εγκεφαλικών μηχανισμών που κινητοποιούνται όποτε υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή μας ή τη ζωή των συνανθρώπων μας.

Αραγε, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό σας όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακραίες εκδηλώσεις βίας, όπως π.χ. αυτές που έζησαν κατά τις τελευταίες ημέρες αρκετοί συμπολίτες μας; Απέναντι στη θέα μιας διμοιρίας ΜΑΤ που τρέχει απειλητικά προς το μέρος σας ή που τη βλέπετε δίπλα σας να χτυπά μέχρι θανάτου έναν ανυπεράσπιστο μαθητή, ο οργανισμός σας αντιδρά με μια θύελλα χημικών σημάτων.

Αυτά τα χημικά σήματα θέτουν τον εγκέφαλό σας σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» και σε επιφυλακή για το ποια είναι η καταλληλότερη αντίδραση: να τραπούμε σε άτακτη φυγή ή να υπερασπιστούμε, αν μπορούμε, τον άτυχο νεαρό.

Στη θέα μιας σοβαρής απειλής, το σώμα σας απελευθερώνει αμέσως αγγειοσυσταλτικές ορμόνες -αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη και κορτιζόλη. Αυτές αυξάνουν τον καρδιακό ρυθμό. Η αυξημένη ροή αίματος συνοδεύεται από την έντονη δραστηριότητα των νεύρων. Το δέρμα σας ψύχεται, ενώ τα μάτια διαστέλλονται για να βλέπουν καλύτερα. Παράλληλα, οι περιοχές του εγκεφάλου που ευθύνονται για την άμεση λήψη αποφάσεων δέχονται επειγόντως σήματα για άμεση «δράση».

Οι νευρολογικές και βιοχημικές λεπτομέρειες του μηχανισμού του φόβου, που κινητοποιείται σε περίπτωση κινδύνου, έχουν ήδη αρχίσει να αποκαλύπτονται εδώ και μερικά χρόνια. Ετσι, έγινε γνωστό ότι στο επίκεντρο αυτού του πολύπλοκου μηχανισμού βρίσκεται μια μικρή, αλλά αποφασιστικής σημασίας δομή του εγκεφάλου: η αμυγδαλή. Πρόκειται για μια δομή που προκύπτει από την οργάνωση διαφορετικών πυρήνων που βρίσκονται στο βάθος του εγκεφάλου και η οποία συντονίζει τις αποκρίσεις του εγκεφάλου σε όλα τα συγκινησιακά φορτισμένα ερεθίσματα.

Η αμυγδαλή, όπως έδειξαν οι πρωτοποριακές έρευνες του Joseph Ε. Le Doux, πρωταγωνιστεί τόσο στη ρύθμιση όσο και στην εκδήλωση όλων των βασικών αισθημάτων (φόβος, αγάπη, μίσος, οργή). Αυτό οφείλεται στο ότι συνδέεται στενά με διάφορα εγκεφαλικά κέντρα, με τα οποία και επικοινωνεί ανταλλάσσοντας αμοιβαία πληροφορίες υπό τη μορφή χημικών σημάτων (βλ. εικόνα).

Για παράδειγμα, η άμεση σύνδεση της αμυγδαλής με τον θάλαμο -την εγκεφαλική δομή που δέχεται το μεγαλύτερο μέρος των ερεθισμάτων- αλλά και τον νεοφλοιό, της επιτρέπει να ενημερώνεται διαρκώς για το τι συμβαίνει μέσα και έξω από τον οργανισμό. Ενώ η επαφή της με τον ιππόκαμπο της παρέχει τη δυνατότητα ταχύτατης πρόσβασης σε όλες τις απαραίτητες μνημονικές πληροφορίες.

Ο Le Doux απέδειξε ότι για την επεξεργασία των πληροφοριών η αμυγδαλή ακολουθεί δύο βασικές οδούς: την ταχύτατη «κατώτερη οδό», που της επιτρέπει να λαμβάνει σήματα από τον θάλαμο μέσα σε 12 χιλιοστά του δευτερολέπτου· και την «ανώτερη οδό», όπου η σύνδεσή της με τον νεοφλοιό τής επιτρέπει να επεξεργάζεται μέσα σε 30-40 χιλιοστά του δευτερολέπτου ό,τι συμβαίνει στο παρόν.

Πολλοί ανεξήγητοι φόβοι και παράλογα άγχη μας ίσως να προκύπτουν από αυτήν την ταχύτατη, αλλά μη συνειδητή «κατώτερη οδό» επεξεργασίας. Πάντως, από τις μέχρι σήμερα έρευνες για τους νευροεγκεφαλικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς του φόβου δεν έχει προκύψει η ύπαρξη ενός μοναδικού «κέντρου» του φόβου. Ολα δείχνουν, αντίθετα, ότι ευρύτερες περιοχές του εγκεφάλου συνεργάζονται στενά για την παραγωγή και την αντίληψη των φοβικών αισθημάτων.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008

Καλλιεργώντας τον φόβο

Ο φόβος και η αγωνία αποτελούν ανθρώπινα αισθήματα που έχουν βαθύτατες ρίζες τόσο στη βιολογική όσο και στην προσωπική μας ιστορία. Και ίσως γι' αυτό ελέγχονται τόσο ανεπαρκώς από τον ίδιο τον εγκέφαλο που τα δημιουργεί. Οσο για τα ίδια τα φοβικά αισθήματα, είναι από καιρό γνωστή η τοξικότητά τους. Διαδίδονται και μολύνουν τον ανθρώπινο νου με εκπληκτική ταχύτητα. Για τη διάδοσή τους εκμεταλλεύονται την αρχή της κοινωνικής επιβεβαίωσης: αφού οι άλλοι φοβούνται, πρέπει να φοβάμαι κι εγώ. Κατ' αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα είδος κοινωνικού ντόμινο, που όχι μόνο επιταχύνει αλλά και πολλαπλασιάζει το αίσθημα του φόβου.

Παραδόξως, το να μοιραζόμαστε με τους άλλους τους ίδιους φόβους και τις ίδιες αγωνίες συνιστά έναν μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας, αφού μας επιτρέπει να μη θεωρούμε τον εαυτό μας παρανοϊκό ή φοβικό, ή τουλάχιστον να τον θεωρούμε εξίσου παρανοϊκό ή φοβικό με την πλειονότητα των συνανθρώπων μας. Ομως, η ισχυρότερη εμμονή είναι αυτή που αφορά τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων. Ο φόβος δηλαδή ότι θα πέσουμε θύματα μιας εγκληματικής ενέργειας και ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην έγκαιρη βοήθεια κάποιου. Ο φόβος αυτός διατρέχει το κοινωνικό σώμα στο σύνολό του, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία, την πολιτική τοποθέτηση ή τον τρόπο ζωής. Και αυτός ο διάχυτος φόβος μεγαλώνει επικίνδυνα και μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες κοινωνικές εκδηλώσεις, όταν ο «εχθρός» δεν είναι σαφώς αναγνωρίσιμος ή όταν ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς που υποτίθεται ότι εγγυώνται την ασφάλεια των πολιτών.

Για να παρακάμψουμε, ή και να κατανικήσουμε, τέτοια μαζικά φοβικά φαινόμενα δεν αρκεί βέβαια να τα κατανοήσουμε ορθολογικά· πρέπει ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε ένα συναισθηματικό-ιδεολογικό αντίβαρο ικανό να τα υποκαταστήσει. Μολονότι η στήλη αυτή αποφεύγει τον άμεσο σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας, ας μας συγχωρεθεί, κατ' εξαίρεση, ένα σύντομο πολιτικό σχόλιο.

Η πρόσφατη εν ψυχρώ δολοφονία ενός δεκαεξάχρονου μαθητή από τα «όργανα της τάξης» αποτελεί αναμφίβολα δείγμα βαθύτατης κοινωνικής σήψης. Και δεν αποτελεί ασφαλώς «μεμονωμένη» ή «αψυχολόγητη» ενέργεια. Χρεώνεται, αντίθετα, ως πολιτική επιλογή μιας κυβέρνησης που επέλεξε να κυβερνήσει στηριζόμενη αποκλειστικά στον φόβο που γεννά η ανεξέλεγκτη άσκηση βίας. Οπως όμως απέδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα, η κρατική βία απονομιμοποιείται και απομυθοποιείται όταν ασκείται ανεξέλεγκτα και καταχρηστικά, ενώ ταυτόχρονα γεννά απρόβλεπτες εστίες αντίστασης.

Κάθε σοβαρή κρατική εξουσία θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η κοινωνική διαχείριση του ανθρώπινου φόβου είναι μια εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η απειλή και η αντίδραση του εγκεφάλου

Οι φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου που γεννούν τις αντιδράσεις του φόβου, είναι ήδη γνωστές. Ετσι, όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή, τα οπτικά ερεθίσματα διέρχονται από τον θάλαμο, όπου και υφίστανται μια πρώτη επεξεργασία. Από τον θάλαμο οι πρώτες, σχεδόν ακατέργαστες πληροφορίες μεταδίδονται αμέσως στην αμυγδαλή (σε κόκκινο).

Αυτή η ταχύτατη μετάδοση της πληροφορίας επιτρέπει στον εγκέφαλο να απαντά άμεσα σε κάποιον δυνητικό ή πραγματικό κίνδυνο (πράσινο βέλος). Σχεδόν ταυτόχρονα όμως ο οπτικός φλοιός δέχεται πληροφορίες από τον θάλαμο. Από τον οπτικό φλοιό, η καλά επεξεργασμένη πληροφορία αναμεταδίδεται στην αμυγδαλή προκαλώντας έτσι τις γνωστές φοβικές αντιδράσεις (ταχυκαρδία, αύξηση της πίεσης, μυϊκή σύσπαση). Χάρη σε αυτή τη δεύτερη οδό, οι πληροφορίες σχετικά με την απειλή υποβάλλονται σε λεπτότερη επεξεργασία και εφόσον επιβεβαιωθεί η απειλή, πυροδοτείται η κατάλληλη φοβική αντίδραση (φυγή ή επίθεση).

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008