διαβάστε ένα πολύ ωραίο αφιέρωμα για τον ...
Μετεωρολογικό φιλοτελισμό!
Το αφιέρωμα είναι του Παναγιώτη Γιαννόπουλου, φυσικού-μετεωρολόγου της Ε.Μ.Υ., και δημοσιεύτηκε την 15η Μαρτίου 2008 στο περιοδικό "Έψιλον" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας
Και τις δύο φορές δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό. Τι γύρευε όμως ο αμερικανός πρεσβευτής στο υπουργείο Οικονομικών; Οι Αμερικανοί φαίνεται ότι πιέζουν, εν μέσω οικονομικής κρίσης, την ελληνική κυβέρνηση να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη και να αποκαταστήσει οικονομικά μετά θάνατον τον... Αντονι Κουίν.
«Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 κυκλοφορούσαν φήμες για απαλλοτρίωση της περιουσίας του Αντονι Κουίν. Τον Απρίλιο του 1968 ο Κουίν έλαβε επιστολή από τον γενικό γραμματέα του ΕΟΤ που τον διαβεβαίωνε ότι οι φήμες δεν αληθεύουν και ότι περιμένουν συγκεκριμένες προτάσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του». Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει την εξιστόρηση της περιπέτειας του συζύγου της στην έκθεση που παρέδωσε στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών και συνεχίζει: «Ο Κουίν συνέχισε να ελπίζει... Το 1977 ο Κουίν προσέλαβε τον Αλ. Λυκουρέζο. Πληροφορείται ότι η αγορά της γης το 1960 δεν ήταν νόμιμη και ότι η κυβερνητική απόφαση (14185 της 29.4.1960) που αναφέρεται στο συμβόλαιο δεν επικυρώθηκε ποτέ από τη Βουλή, με αποτέλεσμα η πώληση να είναι άκυρη».
Ο πρωταγωνιστής του «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννηκαι των ταινιών «Λόρενς της Αραβίας», «La Strada», «Βίβα Ζαπάτα» (με συμπρωταγωνιστή τονΜάρλον Μπράντο), «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», «Ο Έλληνας μεγιστάνας» (που αναφερόταν στον Ωνάση, ο οποίος στην ταινία ονομαζόταν... «Τομάσης»), «Γαλαξίας» και άλλων περίπου 150 ταινιών και στο θέατρο του «Λεωφορείον ο Πόθος» γεννήθηκε στις 21 Απριλίου 1915 στην πόλη Τσιουάουα του Μεξικού. Πέθανε στη Βοστώνη το 2001. Στην αυτοβιογραφία του «Οne man tango» έγραφε:«Τι σημασία έχει το τι πέρασα; Σημασία έχει μόνο ποιος είμαι. Και εγώ είμαι γλύπτης, ζωγράφος, αλαζονικό κάθαρμα. Είμαι Μεξικανός, Ιρλανδός, Ινδιάνος, Αμερικανός, Ιταλός, Έλληνας, Ισπανός, Κινέζος, Εσκιμώος, μουσουλμάνος. Είμαι όλα αυτά και πολλά άλλα. Και πολύ λιγότερα. Πάνω απ΄ όλα όμως είμαι καλλιτέχνης. Αυτή ήταν η αρχή μου και αυτό θα είναι το τέλος μου...».Πιέζουν οι Αμερικανοί

Ποιος ξέρει πώς θα σειόταν η αίθουσα του Kodak Theatre τον Μάρτιο του ’99 εάν 57 χρόνια νωρίτερα ο Ελία Καζάν δεν έσπευδε να προβεί στην ενέργεια που τελικά θα στιγμάτιζε την καλλιτεχνική του πορεία; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Η μνήμη είναι ύπουλο στοιχειό, σε πιάνει στ’ αγκίστρι της και σε κρατάει αιχμάλωτο μια ζωή. Ως σκηνοθέτης υπήρξε τεράστιος. Ως άνθρωπος στιγματίστηκε από τα ίδια του τα νύχια. Τι μετράει περισσότερο; Και τα δύο, απάντησαν οι συνάδελφοί του, μισό αιώνα αργότερα. Όταν η Ακαδημία του απένειμε το τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, το κοινό διχάστηκε. Κάποιοι, όπως ο Τομ Χανκς και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς χειροκρότησαν θερμά. Άλλοι, όπως ο Εντ Χάρις, ο Νικ Νόλτε και ο Σον Πεν έμειναν στις θέσεις τους και ανταποκρίθηκαν με ένα χλιαρό χειροκρότημα.Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: τι μετράει πιο πολύ; Το ότι ως σκηνοθέτης άνοιξε δρόμους πρωτοποριακούς και ανέδειξε ταλέντα που θα σφράγιζαν την κουλτούρα της εποχής μας; Ή το ότι, για να ανανεώσει τόσο καθοριστικά την Έβδομη Τέχνη, χρειάστηκε να καταθέσει στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών; Ας προσπεράσουμε το δίλημμα γιατί ίσως μια απάντηση δεν είναι αρκετή. Καμιά φορά, η εξήγηση μιας ενέργειας, όσο ομιχλώδης κι αν είναι, ριζώνει στη ψυχή. Αλλά πολύ βαθιά στην ψυχή, εκεί όπου το έρεβος των ενστίκτων συνορεύει με τα κατάλοιπα της παιδικής ηλικίας. Ο Καζάν δεν έδωσε ποτέ μια καθαρή εξήγηση για την πράξη του. Ωστόσο, όσοι τον γνώριζαν καλά έλεγαν ότι πίσω από τους προσωπικούς ανταγωνισμούς και το ψυχρό κλίμα της εποχής, παραμόνευε η αίσθηση της αποτυχίας που τον καταδίωκε μέσα από την τρομαχτική σκιά ενός τυραννικού πατέρα. Του Γιώργου Καλαντζόγλου, ενός σκληρού και κυνικού εμπόρου χαλιών.
Ο Καζάν είχε την ατυχία να υπάρξει γιος αυτού του ανθρώπου, και το ότι στράφηκε προς την Τέχνη το όφειλε στην τύχη να είναι γιος της Αθηνάς Σισμανόγλου, μιας ευαίσθητης γυναίκας που, ασφυκτιώντας κι αυτή κάτω από τη σκιά του συζύγου της, είχε βρει διέξοδο στο παιδί της, μεταφέροντας του όλα όσα έπρεπε να τον διαφοροποιήσουν από την σκληρότητα του πατέρα του. Ο ίδιος ο Καζάν δεν μίλησε ποτέ ευθέως για την αβάσταχτη πατρική φιγούρα. Μίλησε, όμως, μέσα από τις ταινίες του.
Στο «Ανατολικά της Εδέμ», καθώς βλέπουμε τον ήρωα που υποδύεται ο Τζέιμς Ντιν να εκλιπαρεί για λίγη αγάπη, καταλαβαίνουμε ότι, πίσω απ’ όλα τα θέματα που θίγει ο Τζον Στάινμπεκ στο ομώνυμο βιβλίο, αυτό που απασχολεί περισσότερο τον σκηνοθέτη είναι να αποδώσει με κάθε λεπτομέρεια την πατρική τυραννία που σκιάζει έναν κόσμο δίχως τρυφερότητα, που παλεύει για να είναι ανθρώπινος. Και στον «Συμβιβασμό», που μαζί με το «Αμέρικα, Αμέρικα» αποτελούν την κατάθεση της ίδιας του της ζωής.
Kαθώς βλέπουμε τον ήρωα που ενσαρκώνει ο Κερκ Ντάγκλας να εκλιπαρεί για λίγη ελπίδα, καταλαβαίνουμε ότι, πίσω απ’ όλες τις ματαιώσεις της μέσης ηλικίας, αυτό που απασχολεί περισσότερο τον Καζάν είναι να δείξει ότι τα πάντα ξεκινούν από τα ρημαγμένα ερείπια των παιδικών χρόνων, εκεί όπου ένας πατέρας-τύραννος εξωθεί τον γιο του στο κυνήγι της επιτυχίας μέσα από κάθε κόστος και κάθε τίμημα. Ομολογία ή εξιλέωση; O,τι κι αν προτιμάτε, ένα είναι σίγουρο: ο πανικός της απόρριψης και ο φόβος του περιθωρίου ρίζωσαν στο πετσί του Καζάν μέσα από τη σχέση του με τον πατέρα του και δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Γι’ αυτό και όταν ένας μακρινός θείος έγινε η αφορμή, στα 1913, να μεταναστεύσει όλη η οικογένεια από την Πόλη στη Νέα Υόρκη, ο μικρός Ηλίας βρήκε στη φιγούρα εκείνου του θείου τον πατέρα που θα ήθελε να έχει. Τον ίδιο θείο θα σκιαγραφούσε, πολύ αργότερα, και στη ταινία «Αμέρικα, Αμέρικα», αποδίδοντάς του το πρόσωπο του ήρωα. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπαθούσε πάντα να ξορκίσει ήταν το φάντασμα εκείνου του εμπόρου χαλιών που έλεγε διαρκώς στον γιο του ότι «ένας καλός έμπορος πρέπει να πουλάει πρώτα τον εαυτό του και ύστερα να προσπαθεί να πουλήσει το εμπόρευμά του». Τελικά, ο γιος θα πούλαγε και τα δύο.
Παρ’ ότι παιδί μεταναστών, ο Καζάν δεν γνώρισε την ανέχεια. Γνώρισε, όμως, το περιθώριο. Σπουδάζοντας στο Κολέγιο Γουίλιαμς, δούλευε και ως σερβιτόρος και εκεί, σε μια Νέα Υόρκη που άλλαζε δραματικά αντλώντας τα νέα ρεύματα της Τέχνης, προσπάθησε να δοκιμάσει την τύχη του ως ηθοποιός. Δεν τα κατάφερε. «Το τμήμα κομμώσεως προσπαθούσε να φτιάξει τα μαλλιά μου για να μην φαίνομαι τόσο πολύ Ανατολίτης, αλλά μάταια», θα έγραφε στην αυτοβιογραφία του. «Τίποτα δεν μπορούσε να βοηθήσει τη θλιβερή μου εμφάνιση». Τελικά, έμελλε να ξεχωρίσει ως σκηνοθέτης.
Αρχικά ίδρυσε το Group Theater, τον πρόδρομο του θρυλικού Actor’s Studio. Εκεί άρχισε να δουλεύει με τον Μάρλον Μπράντο, τον Μοντγκόμερι Κλιφτ, τον Τζακ Πάλανς και άλλους άγνωστους ηθοποιούς. Η αίσθηση που προκάλεσαν οι θεατρικές του παραστάσεις τον έστρεψαν στο σινεμά. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του, πέρα από το ταλέντο του, στάθηκε και το ξαφνικό ενδιαφέρον που του έδειξε η 20th Century Fox. Και όλοι οι δρόμοι άνοιξαν με μιας. Πρώτα το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν», από το μπεστ σέλερ της Μπέτυ Σμιθ. Έπειτα το «Θάλασσα από γρασίδι». Και κάπου εκεί, στα 1948, το πρώτο Όσκαρ σκηνοθεσίας για την «Συμφωνία Κυρίων». Η αυλαία είχε πλέον σηκωθεί και ο κόσμος ήταν έτοιμος να υποδεχθεί τον ηθοποιό που θα άλλαζε όλους τους κώδικες της υποκριτικής. Ο Καζάν πήρε τον Μάρλον Μπράντο από τις off-Broadway παραστάσεις τους και μαζί γκρέμισαν όλα τα κινηματογραφικά στερεότυπα του παρελθόντος. Είτε ως Κοβάλσκι στο «Λεωφορείον ο Πόθος» είτε ως Εμιλιάνο Ζαπάτα στο «Βίβα Ζαπάτα», το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: το κοινό έμοιαζε μαγεμένο. Μέσα από τη ματιά του Καζάν, ο Μπράντο δεν συστήθηκε απλώς στον κόσμο. Κέρδισε και το πρώτο του Όσκαρ για την ερμηνεία του στην ταινία «Το Λιμάνι της Αγωνίας».
Φυσικά, ο Μπράντο δεν ήταν ο μόνος που όφειλε την καριέρα του στον Καζάν. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η σκυτάλη του οργισμένου νέου κατέληξε στα χέρια ενός προβληματικού πιτσιρικά που φαινόταν ότι θα επισκίαζε τους πάντες. Ο Καζάν πήρε τον Τζέιμς Ντιν από τον εφηβικό πυρετό του «Επαναστάτη χωρίς αιτία» και του έδωσε τη στόφα του γνήσιου εκπροσώπου μιας ολάκερης γενιάς. Και ο κόσμος έστρεψε το βλέμμα του «Ανατολικά της Εδέμ» για να αποθεώσει τον πρώτο ηθοποιό που θα γινόταν μύθος για πάντα. Την ίδια προσοχή έμελλε να νιώσει, στη δεκαετία του ’60, και ένα μυθικό ζευγάρι νεαρών πρωταγωνιστών, ο Ουόρεν Μπίτι και η Νάταλι Γουντ, που μέσα από την κάμερα του Καζάν θα μετέτρεπαν το φιλμ «Πυρετός στο αίμα» σε μια σύγχρονη εκδοχή του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».
Αλλά η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια. Γιατί παρά την αδιαμφισβήτητη προσφορά του στην Τέχνη και το στίγμα που άφησαν οι «ανακαλύψεις» του στην σύγχρονη κουλτούρα, κάποιοι στο τέλος του αιώνα δεν θα χειροκροτούσαν όρθιοι τον μεγάλο σκηνοθέτη. Θα θυμούνταν το μοιραίο σφάλμα.
Για εκείνο το μοιραίο σφάλμα, ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ ξεκάθαρα. Στην αυτοβιογραφία του έγραψε κάτι διφορούμενο και εξίσου ομιχλώδες. «Όταν τα πράγματα έφτασαν στο κρίσιμο σημείο», έγραψε, «έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου "δεν μπορείς να δώσεις στην επιτροπή τα ονόματά τους". Γιατί θα έπρεπε να στέκομαι εγώ μόνος στο κρύο; Δεν άκουσα κανέναν άλλο στον πυρήνα μας να ανοίγει το στόμα του, αν και όλοι ήξεραν τι συνέβαινε. Ξαφνικά άρχισα να γίνομαι παρανοϊκός. Στριμωγμένος κι έξω φρενών, ήθελα να κατονομάσω τους πάντες και να βγάλω στη φόρα τα μυστικά τους, όχι μόνο εκείνων που ανήκαν στον πυρήνα μας, αλλά και όσων είχαν κάποια σχέση με αυτόν, οπουδήποτε και αν βρίσκονταν». Αυτό που τελικά κατάφερε ήταν να πέσει στην παγίδα εκείνου του πατέρα και να γίνει ό,τι ο ίδιος μισούσε: ο έμπορος που πουλάει πρώτα τον εαυτό του.
Στην απονομή του τιμητικού Όσκαρ εμφανίστηκε καταβεβλημένος από το φορτίο των ενενήντα χρόνων ζωής, στάθηκε μόνος πάνω στη σκηνή και ψέλλισε ένα τρεμάμενο ευχαριστώ. Και όταν κάποιοι από κάτω φώναξαν «Speak! Speak!» περιμένοντας επιτέλους μιαν ύστατη, έστω και έμμεση, συγνώμη, εκείνος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι και είπε: «Επιτρέψτε μου να ξεγλιστρήσω». Και αποχώρησε συνοδευόμενος από τον Μάρτιν Σκορσέζε και τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, για να καταλήξει εκεί όπου πάντα φοβόταν πιο πολύ απ’ όλα: στο περιθώριο. Όχι στο σκότος της απόρριψης ή την λησμονιά, αλλά στο περιθώριο που ορίζει η εικόνα ενός άντρα μόνου στο κρύο. Ενός άντρα που χάραξε ανεπανάληπτους ορίζοντες στην εποχή του, για να έρθει ο ίδιος του ο εαυτός να τους μελανώσει με σύννεφα.
Το αγαπημένο του «παιδί»
Ο Ελία Καζάν πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 2003, αλλά την τελευταία του ταινία την γύρισε πολλά χρόνια νωρίτερα, το 1976. Ήταν ο «Τελευταίος Μεγιστάνας» με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και απέτυχε στα ταμεία. Στην ουσία, η κινηματογραφική του «ταφόπλακα» στάθηκε το αγαπημένο του «παιδί», ο «Συμβιβασμός» του 1969.
Το φιλμ δεν ήταν παρά η μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Καζάν και επειδή ακριβώς ήταν η πιο προσωπική του δουλειά, ήθελε τον Μπράντο στον βασικό ρόλο. Ο Μπράντο αρνήθηκε και ο Καζάν ένιωσε προδομένος. Και δεν ξαναμίλησαν ποτέ από τότε. Στην εποχή της, η ταινία χτυπήθηκε λυσσαλέα από την κριτική. Σήμερα, θεωρείται ένα από τα παραγνωρισμένα αριστουργήματα του σκηνοθέτη.
«Στην Αλεξάνδρεια, περνούσε κάθε μέρα από το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Μια μέρα, ο πατέρας μου μου αγόρασε ένα από αυτά τα βιολάκια που πουλούσε ο γέρος. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που το έφτιαχνε!» θα θυμηθεί, γελώντας, χρόνια μετά. Δεν άργησε, πάντως, να αποκτήσει ένα αληθινό βιολί και να αρχίσει κανονικά μαθήματα. Έπειτα απέκτησε μια κιθάρα και μετά ένα πιάνο.
«Κόντευα πια να γίνω σπουδαίος μουσικός» θα πει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, για να προσθέσει: «Κάπως έτσι βρέθηκα μερικά χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική». Κατά κάποιον τρόπο -θα έλεγε κανείς- ότι τη μουσική την είχε από πάντα μέσα του. Χρειαζόταν μόνο ένα ερέθισμα, μια αφορμή, για να προκύψουν μερικές από τις καλύτερες -όπως αποδείχτηκε- μουσικές συνθέσεις στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Στο μεταξύ, ο δεκαοχτάχρονος -πλέον- νεαρός μεταβαίνει, το 1955, για σπουδές στην Αθήνα. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή για να την εγκαταλείψει λίγο μετά και να εισαχθεί στην Ανωτάτη Εμπορική.
Όμως, με την πάροδο του χρόνου, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά επιμελής με τις σπουδές του: το μυαλό του ήταν αλλού. Αρχίζει να ανακαλύπτει τη μαρξιστική ιδεολογία, αλλά και τις νέες μουσικές τάσεις που διαμορφώνεται με την καταιγιστική επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι και την αναγνώριση του ρεμπέτικου. Παράλληλα, εμπλουτίζει τα ακούσματά του μες στις φοιτητικές παρέες, εμβαθύνει τις γνώσεις του στο πιάνο και την κιθάρα, αλητεύει, παθιάζεται, ερωτεύεται, κάνει φιλίες.
Και ακόμη, παρατάει την Εμπορική, φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο συστηματικά, ενώ βρίσκεται πάντα σε επαφή με τις παρέες της αριστεράς. Ήδη είχε επιλέξει μία δύσκολη πορεία, με την οικονομική του κατάσταση να είναι απλώς κακή. Έχει πάψει να δικαιούται φοιτητικό συνάλλαγμα και για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι μέχρι γραφίστας και διακοσμητής. Παρ’ όλα αυτά, τον διέκρινε μία ηρεμία απέναντι στις κακοτοπιές, όπως εξηγεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, αδερφικός φίλος του και στιχουργός των σημαντικότερων τραγουδιών του.
Ο Μάνος αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με καρτερικότητα, αλλά και τις χαρές χωρίς καμιά βιασύνη. Ρούφαγε τα πράγματα αργά-αργά με επίσημες γουλιές».
Με την πάροδο του χρόνου το πάθος του για τη μουσική γίνεται εντονότερο. Το 1960, φοιτητής ακόμα, ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, «Το τραγούδι του Δρόμου»- ένα ποίημα του Λόρκα σε απόδοση Νίκου Γκάτσου. Αυτό ήταν το έναυσμα για να έρθει σε επαφή με άλλους καλλιτέχνες της εποχής του.
Η δημιουργία του Σύλλογου Φίλων Ελληνικής Μουσικής, το 1962, ήταν η απόρροια αυτών των γνωριμιών, αλλά και ένα σημαντικό βήμα για συνθέτες, τραγουδιστές, μουσικούς και ποιητές. Οι επαφές του μέσα από το σύλλογο με τον - Μίκη Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο, τη Μαρία Φαραντούρη, τον Μάνο Ελευθερίου, τον Φώντα Λάδη και άλλους, θα αποδεικνύονταν καθοριστικές- τόσο για τις μουσικές όσο και για τις πολιτικές του κατευθύνσεις.
Επίσης, την ίδια χρονιά, συμμετέχει στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» στο θέατρο Παρκ. Στα παρασκήνια του θεάτρου γνωρίζει την Μάρω Λήμνου: θα παντρευτούν τρία χρόνια μετά και θα αποκτήσουν την κόρη τους- τη Μυρσίνη.
Όλα δείχνουν πλέον ότι η προσωπική του ζωή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μία απρόσκοπτη ενασχόληση με τη μουσική. Και πράγματι, εκείνον τον καιρό αρχίζει η συνεργασία του -και μία βαθιά φιλία- με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε στίχους του οποίου θα προκύψουν μερικά αριστουργήματα. Αλλά το πραξικόπημα του 1967 αλλάζει τα δεδομένα.
Αρχίζουν οι συλλήψεις -πρώτα ο Σαββόπουλος και στη συνέχεια ο Θεοδωράκης- και για να αποφύγει τα κρατητήρια,?φεύγει στην Αγγλία με τη γυναίκα του. Έπειτα από έξι μήνες επιστρέφει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με τον οποίο φτιάχνουν πολλά τραγούδια που έμελλε να γίνουν σημαντικές επιτυχίες: «Δελφίνι Δελφινάκι», «Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Σεβάχ ο Θαλασσινός».
Το 1968 κυκλοφορεί ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Μάνου Λοΐζου, ο «Σταθμός» -σε στίχους του Παπαδόπουλου- με επιρροές από τα ελαφρολαϊκά τραγούδια της εποχής, αλλά και ένα εντυπωσιακά προσωπικό ύφος στο οποίο συνυπάρχουν επιδέξια η νοσταλγική διάθεση με την γνήσια ευαισθησία -όπως στο «Παλιό Ρολόι»- καθώς και κάποιες συναρπαστικές οργανικές μελωδίες.
Δύο χρόνια μετά βγαίνουν οι «Θαλασσογραφίες» σε στίχους, πάλι, του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Εδώ η θάλασσα γίνεται η αφορμή για τον δημιουργό να μιλήσει για πράγματα περισσότερο καθημερινά με έναν τρόπο απλό, αλλά καθόλου αυτονόητο: κυριαρχούν η ανάμνηση και η ρεμβώδης διάθεση, το παραμύθι του θαλασσινού, ο έρωτας, η τρυφερότητα, η πικρία. Με το σπουδαίο αυτό έργο ο συνθέτης προσδιορίζει τη σχέση του με τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού σε αντιστοιχία με τις δικές του καταβολές. Στις αρχές του 1972 γράφει και τη μουσική για την ταινία «Ευδοκία»: μια σειρά από λαϊκά μοτίβα με πιο γνωστό, βέβαια, το κλασικό «Ζεϊμπέκικο».
Εάν, πάντως, κάτι χαρακτηρίζει το έργο του Μάνου Λοΐζου είναι το γεγονός ότι δημιούργησε καταπληκτικά τραγούδια χρησιμοποιώντας εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής. Έχει συνθέσει εξαιρετικά ροκ κομμάτια -«Το εμβατήριο» «Αν είμαι ροκ μη με φοβάσαι», «Γ’ Παγκόσμιος» με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, μερικά από τα ομορφότερα λαϊκά όπως το «Δε θα ξαναγαπήσω» που πρωτοερμήνευσε ο Στέλιος ο Καζαντζίδης, το «Όλα σε θυμίζουν» και «Ο φαντάρος» με τις διαχρονικές ερμηνείες της Χαρούλας Αλεξίου, «Πάγωσε η τσιμινιέρα», «Έχω έναν καφενέ» και άλλα αγαπημένα τραγούδια που καθιέρωσαν τον Γιώργο Νταλάρα. Ακόμη, μερικές από τις καλύτερες μπαλάντες της ελληνικής μουσικής, «Σ’ ακολουθώ», «Πρώτη Μαΐου», «Τσε», «Μια καλημέρα είναι αυτή», «ο Αρχηγός», τα «νέγρικα» σε ρυθμό τζαζ, όπως «ο γέρο-Νέγρο Τζιμ».
Και ακόμη τα αξέχαστα τραγούδια των αγώνων όπως «Το Ακορντεόν», τον «Δρόμο» και το «Καλημέρα ήλιε» σε στίχους του ίδιου του συνθέτη: «το κόκκινο για τη ροδιά/ το πράσινο για τα παιδιά/ για της Μυρσίνης την ποδιά/ μια Παναγιά». Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής, ενώ θα κυκλοφορήσει όλα εκείνα τα τραγούδια του που είχαν απαγορευτεί από τη λογοκρισία της επταετίας.
Δυστυχώς τα πρώτα προβλήματα με την υγεία του κάνουν ξαφνικά την εμφάνιση τους. Τον Ιούνιο του 1981 ξεκινάει με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο, ωστόσο, θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και στο τέλος του χρόνου ταξιδεύει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος συνοψίζει: «Η ζωή του είναι η ζωή ενός δεκαοχτάχρονου. Ξενυχτάει, πίνει, καπνίζει, ενώ έχει λανσάρει ειδικό ωράριο για τη χρήση του αλκοόλ. Κάπου-κάπου θυμάται τις προειδοποιήσεις των γιατρών για την υγεία του. Αυτά όμως για λίγο. Μετά ξανακατρακυλά».
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε ξαναπαντρευτεί -την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη- και συνέχιζε να ζει όπως πριν. Λίγο μετά πηγαίνει και πάλι στη Μόσχα. Ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1982 και ενώ νοσηλεύεται στη ρωσική πρωτεύουσα παθαίνει εγκεφαλικό. Οι γιατροί θα τον κρατήσουν στη ζωή για δέκα μέρες. Προηγουμένως ηχογράφησε τρεις μελωδίες σε στίχους δικούς του ?«Πρώτη Μαΐου», «Σ’ ακολουθώ»- και «Χαράματα Ομόνοια» σε λόγια του Μανώλη Ρασούλη. Ήταν τα τελευταία του τραγούδια που κυκλοφόρησαν σε δίσκο, πέντε μήνες προτού σωπάσει πρόωρα και για παντοτινά- παίρνοντας μαζί του ό,τι άλλο σημαντικό είχε, ακόμα, να μας δώσει...
Ευγενική φύση
Ο Ρασούλης για τον Λοϊζο.
Επιτυχία λόγω χρεών
Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ο κινηματογράφος συνεχίζει να είναι η πιο δημοφιλής τέχνη των ημερών μας. Οι ιστορίες που διηγείται διαδίδονται αμέσως σε όλο τον κόσμο. Οι μύθοι που διακινεί είναι οι πιο στέρεοι και πιο διαρκείς μύθοι των καιρών μας. Το σταρ σίστεμ γεννήθηκε με τον κινηματογράφο. Οι μοιραίες γυναίκες των φιλμ συνεχίζουν να μιλούν στο ομαδικό υποσυνείδητο της ανδρικής φαντασίας κι οι ωραίοι άντρες τους να αναστατώνουν τους γυναικείους πληθυσμούς. Οι προϋπολογισμοί των κινηματογραφικών παραγωγών (έστω, των πιο ακριβών) συχνά αγγίζουν μυθικά ποσά. Και η απήχηση που έχουν τα επιτυχημένα έργα ξεπερνούν την εποχή τους.Καταρτίζοντας τον κατάλογο των ειδικών στους οποίους απευθυνθήκαμε, προσπαθήσαμε να εκπροσωπηθούν όλες οι γενιές, όλες οι ειδικότητες, όλες οι κινηματογραφικές κουλτούρες – δεν δώσαμε έμφαση μόνο σε όσους εκτιμούν ότι «κάνουν τέχνη», αλλά θεωρήσαμε εξίσου ενδιαφέρουσα τη γνώμη και εκείνων που εργάζονται στο οπτικοακουστικό θέαμα, χωρίς υποχρεωτικά καλλιτεχνικά προαπαιτούμενα. Υπολογίσαμε, φυσικά, ότι κάποιοι απ' όσους προσεγγίσαμε θα αρνηθούν να απαντήσουν – ευτυχώς, υπήρξε αντιπροσωπευτικότητα και στην απόρριψη. Από τους ερωτώμενους ζητήσαμε ένα προσωπικό «Top 10», όπου η πρώτη ταινία της λίστας βαθμολογείται με 10 βαθμούς, η δεύτερη με 9, η τρίτη με 8 κ.λπ. Και εξαιρέσαμε τους κριτικούς επειδή έχουν την ευκαιρία να λένε πάντα τη γνώμη τους – ε, ας τη στερηθούν μια φορά.
Φυσικά, ο δικός μας κριτικός έχει άλλα προνόμια. Ο Δημήτρης Δανίκας κλήθηκε να σχολιάσει τα αποτελέσματα της έρευνας. Για όσους διαφωνούν με τα συμπεράσματά του ή έχουν αντιρρήσεις για τις λίστες που προέκυψαν από την έρευνά μας, ας μην ξεχνούν ότι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα παιχνίδι. Καθρέφτης του συλλογικού γούστου σε μια δεδομένη στιγμή. Η τελική λίστα δεν θα είναι ίδια ακόμα κι αν ρωτήσουμε τους ίδιους ανθρώπους σε μια διαφορετική φάση του χρόνου – ακόμα κι αν το μαζικό γούστο δεν έχει μεταβληθεί ριζικά. Ούτως ή άλλως, το τελικό αποτέλεσμα είναι στην κρίση σας – και τουλάχιστον ως προς τις μεγάλες ταινίες δεν απέχει πολύ από τις αντίστοιχες λίστες που καταρτίζονται με ερωτηματολόγια σε ειδικούς σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου.
Στη φωτογραφία: Ο Όρσον Ουέλς στην ταινία του «Πολίτης Κέιν» που ψηφίστηκε πιο δημοφιλής ταινία από τους Έλληνες κινηματογραφιστές που συμμετείχαν στην έρευνα.
Δήμος Αβδελιώδης, σκηνοθέτης
Μαρίνος Αθανασόπουλος, ηχολήπτης
Φανή Αλεξάκη, μακιγιέζ
Μυρτώ Αλικάκη, ηθοποιός
Γιώργος Αργυροηλιόπουλος, διευθυντής φωτογραφίας
Αναστασία Αρσένη, σκηνογράφος
Ορφέας Αυγουστίδης, ηθοποιός
Κώστας Βαρυπομπιώτης, υπεύθυνος μιξάζ
Αλέξανδρος Βούλγαρης, σκηνοθέτης
Αλέκος Γιάνναρος, διευθυντής φωτογραφίας
Κωνσταντίνος Γιάνναρης, σκηνοθέτης
Νίκος Γραμματικός, σκηνοθέτης
Γιάννης Δαλιανίδης, σκηνοθέτης
Kατερίνα Ευαγγελάκου, σκηνοθέτρια
Μαρία Ζορμπά, ηθοποιός
Αντώνης Καφετζόπουλος, σκηνοθέτης - ηθοποιός
Φίλιππος Κουτσάφτης, διευθυντής φωτογραφίας - σκηνοθετης ντοκιμαντέρ
Ερρίκος Λίτσης, ηθοποιός
Αλέξανδρος Λογοθέτης, ηθοποιός
Ρένια Λουιζίδου, ηθοποιός
Πάνος Χ. Κούτρας, σκηνοθέτης
Νίκος Κυπουργός, συνθέτης
Άννυ Λούλου, ηθοποιός
Στέλιος Μάινας, ηθοποιός
Γιώργος Μαυροψαρίδης, μοντέρ
Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ηθοποιός
Φάνης Μουρατίδης, ηθοποιός
Τάσος Μπουλμέτης, σκηνοθέτης
Γιάννης Οικονομίδης, σκηνοθέτης
Νίκος Παναγιωτόπουλος, σεναριογράφος
Λάκης Παπαστάθης, σκηνοθέτης
Νίκος Πορτοκάλογλου, μουσικός
Ευανθία Ρεμπούτσικα, μουσικός
Λουκία Ρικάκη, σκηνοθέτρια
Άκης Σακελλαρίου, ηθοποιός
Εύη Σαουλίδου, ηθοποιός
Ανδρέας Σινάνος, διευθυντής φωτογραφίας
Μαρία Σολωμού, ηθοποιός
Τάκης Σπυριδάκης, σκηνοθέτης - ηθοποιός
Ιουλία Σταυρίδου, σκηνογράφος
Εύα Στεφανή, σκηνοθέτρια
Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, ηθοποιός
Γιώργος Τσεμπερόπουλος, σκηνοθέτης
Γιάννης Τσιμιτσέλης, ηθοποιός
Γιάννης Τσιτσόπουλος, μοντέρ
Σταύρος Τσιώλης, σκηνοθέτης
Σταμάτης Φασουλής, ηθοποιός
Γιώτα Φέστα, ηθοποιός
Περικλής Χούρσογλου, σκηνοθέτης
Πέντε πρόσωπα εξηγούν γιατί επέλεξαν τις ταινίες που πλ ειοψήφησαν
1. «Σταθερή αξία»
Η ηθοποιός Γιώτα Φέστα ψηφίζει «Πολίτη Κέιν» και εξηγεί:
Γιατί ψηφίζω τον «Πολίτη Κέιν»; Επειδή με συγκινεί. Επειδή πίσω από τη δύναμη και το μεγαλείο ενός τραγικού ενήλικου, όπως ο πολίτης Κέιν, κρύβεται η ανθρώπινη αδυναμία. Eπειδή με άγγιξε η αλληγορία, στο τέλος της ταινίας, με το έλκηθρο και το μυστήριο του Rosebud. Επειδή είναι ίσως η πιο ανθρώπινη ταινία που έχω δει – και λέγοντας «ανθρώπινη» εννοώ πως ο πολίτης Κέιν, που έγινε πανίσχυρος μεγιστάνας του Τύπου, απέκτησε τρομερή εξουσία, αλλά δεν απάντησε στα απλούστερα ερωτήματα της ύπαρξης, είναι σταθερή αξία και η απάντηση στα δικά μας, τα προσωπικά μας υπαρξιακά ερωτήματα.
2. «Μαθήματα ωμότητας»
Ο ηθοποιός Ερρίκος Λίτσης ψηφίζει «Αποκάλυψη τώρα» και εξηγεί:
Γιατί «Αποκάλυψη τώρα»; Επειδή περνάει το αντιπολεμικό μήνυμα, αλλά συνάμα παρουσιάζει και το βαθύ υπαρξιακό δράμα. Επειδή διαθέτει βαθιά αλληγορία, αντίστοιχη με εκείνη της αρχαίας τραγωδίας. Επειδή έχει γίνει σωστή, αν όχι πιστή, μεταφορά της «Καρδιάς του σκότους», του πολύ σημαντικού βιβλίου του Τζόζεφ Κόνραντ. Επειδή ήταν για την εποχή της τουλάχιστον πρωτοποριακή. Κι ακόμα, επειδή έχει δυνατές ερμηνείες και δίνει μαθήματα ωμότητας μέσα από τις σκηνές βίας που απαιτεί το σκηνικό του πολέμου. Και φυσικά, για τον Μάρλον Μπράντο...
3. «Τα λέει όλα»
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος ψηφίζει τον «Νονό» και εξηγεί:
Γιατί επέλεξα τη συγκεκριμένη ταινία του Κόπολα (και το σίκουελ της ίδιας ταινίας); Επειδή ο «Νονός» δεν έχει αφήσει τίποτε ακάλυπτο. Επειδή δηλαδή αγγίζει όλα τα θέματα ανεξαιρέτως: τη σχέση του ανθρώπου με την εξουσία και την ιεραρχία, με το χρήμα, με την οικογένεια, με την πραγματική αγάπη και με τον έρωτα. Επειδή αγγίζει όλα αυτά τα θέματα και, συγχρόνως, μιλάει για τη δυτική κοινωνία έτσι όπως ακριβώς είναι – αδίστακτη αλλά και στοργική.
4. «Αγάπη για τη νεότητα»
Ο σκηνοθέτης Σύλλας Τζουμέρκας ψηφίζει «Αντρέι Ρουμπλιόφ» και εξηγεί:
Γιατί «Αντρέι Ρουμπλιόφ»; Επειδή σε καμία άλλη ταινία δεν χώρεσαν με τέτοια απλότητα τα φοβερά αυτά θέματα, όπως η πίστη, η δημιουργία, το σεξ, η βία, ο φθόνος, η διχόνοια, τα νιάτα, το έγκλημα και η μετάνοια. Επειδή θέλει τρομερά κότσια να κάνεις μια τόσο μεγαλόπνοη και ακριβή ταινία, που να είναι τόσο αντίθετη με το καθεστώς της χώρας όπου ζεις. Επειδή οι ερμηνείες των Ανατόλι Σολονίτσιν, Ιβάν Λαπίκοφ, Νικολάι Γκρίνκο, Ίρμα Ράους και Νικολάι Μπουρλιάεφ είναι ανεπανάληπτες. Επειδή χτυπάει η καμπάνα του μικρού Μπόρις. Και τέλος, επειδή κανείς ποτέ δεν μίλησε με τόση αγάπη, σκληράδα και συμπόνια για τη νεότητα.
5. «Μπροστά από την εποχή της»
Ο τεχνικός Κώστας Βαρυπομπιώτης ψηφίζει «2001: Η οδύσσεια του διαστήματος» και εξηγεί:
Γιατί «2001: Η οδύσσεια του διαστήματος»; Επειδή ήταν εξαιρετικό έργο. Επειδή η σκηνοθεσία, η φωτογραφία, το μοντάζ, η μουσική ήταν όπως θα έπρεπε να είναι. Προπάντων, όμως, επειδή ήταν μια ταινία προφητική. Πρωτοποριακή αλλά και σεναριακά δυνατή. Μου άρεσε, γιατί ήταν αυτό που λέμε «μπροστά από την εποχή της».
ΕΛΛΑΔΑ - "Ταχυδρόμος"
*Η ελληνική: μεγάλες θεαματικές αμερικανικές ταινίες και σπουδαίες ευρωπαϊκές
ΓΑΛΛΙΑ - «Cahiers du Cinema»
*Η γαλλική: σινεφίλ, αν δεις τις δέκα ταινίες παίρνεις πτυχίο ιστορικού του σινεμά
«Η αιχμάλωτος της ερήμου» («The searchers», 1956) του Τζον Φορντ
«Απληστία» (1924) του Έριχ φον Στροχάιμ
* Στη θέση 9 ισοψηφούν τρεις ταινίες.
ΑΜΕΡΙΚΗ -"The American Film Institute"
*Η αμερικανική: ισοδυναμία θεάματος και δυνατής προσωπικής γραφής

Το ίδιο ακριβώς και με την έρευνα του «Ταχυδρόμου». Το αποτέλεσμα της πρώτης δεκάδας καταλήγει ως εξής: έξι από τις δέκα προέρχονται από ΗΠΑ. Δύο από Φελίνι και Ιταλία και από μία Ρωσία με Ταρκόφσκι και Ιαπωνία με Κουροσάβα. Πράγμα που σημαίνει μονοπώλιο των ΗΠΑ η αφρόκρεμα της κινηματογραφικής κουλτούρας. Πως η Ρωσία, ως ΕΣΣΔ με θηριώδεις επιτεύξεις (Ντοβζένκο, Αϊζενστάιν, Παρατζάνοφ, Σενγκελάγια και δεκάδες νεότερους σκηνοθέτες), ο φτωχός συγγενής της ιστορίας. Πως μοναδικός εκπρόσωπος της θρυλικής ιταλικής σχολής είναι ο Φεντερίκο Φελίνι. Πως η Ιαπωνία χωρίς τον Κουροσάβα δεν θα υπήρχε στο χάρτη της κινηματογραφίας. Μια πλάνη τόσο δυσθεώρατη όσο και η άλλη πως η Γη ήταν επίπεδη σαν το μπιφτέκι. Και πως η Γαλλία είναι κάτι λιγότερο από την Ελλάδα: the big chill!
Τα πράγματα ακόμα πιο μελαγχολικά με τον κατάλογο της 26άδας. Οπου ο Μιχάλκοφ είναι περίπου ισοδύναμος με Αϊζενστάιν (από μία ταινία έκαστος). Όπου η «Ευδοκία» ανώτερη από πλήθος θρυλικών και μοναδικών ερωτικών ιστοριών. Όπου ο «Λόρενς της Αραβίας» είναι ό,τι καλύτερο έχει υπογράψει ο Ντέιβιντ Λιν. Και όπου η Γαλλία ανίκανη να συμπεριληφθεί ακόμα και μέσα στις 26 καλύτερες όλων των εποχών. Προφανώς Ζαν Ρενουάρ και «Κανόνας του παιχνιδιού», Ζαν Λικ Γκοντάρ, Φρανσουά Τριφό, Λουί Μαλ, Ζακ Τατί, Ρομπέρ Μπρεσόν (μεγιστοτεράστιος μινιμαλιστής), για να αναφέρω μερικούς εξ αυτών, είναι της Β΄ εθνικής. Και το χειρότερο; Πάντα, σε όλες σχεδόν τις λίστες των καλύτερων ταινιών, απουσιάζουν οι πρόσφατες παραγωγές. Σαν ο χρόνος να σταμάτησε κάπου εκεί μεταξύ του 1941 και του «Πολίτη Κέιν» και της δεκαετίας του '70 με την «Αποκάλυψη τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Μη με ρωτάτε «γιατί». Αυτονόητο δηλαδή. Το «καλύτερο» πάντα είναι το παρελθόν. Σε κάθε εποχή. Έτσι, κανένα ρίσκο. Έτσι, ακούνητη η κινηματογραφική διαδρομή. Έτσι, τίποτα το άξιο λόγου δεν έχει συμβεί. Έτσι, τα τελευταία χρόνια χωρίς καμία τομή. Τι συμβαίνει;
Απλό. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια η καλύτερη όλων των εποχών. Αντιθέτως γνωρίζει –με την καρδιά, τη συγκίνηση και το μυαλό του– ποιες οι αγαπημένες του. Ανεξάρτητα από ονόματα, προκαταλήψεις και δάνεια θεωρητικών. Τι με συγκίνησε λοιπόν. Ποτέ λοιπόν «ποια η καλύτερη όλων των εποχών». Το εξηγώ και προκαλώ. Με ένα πρόχειρο κατάλογο από τα πιο αγαπημένα και συγκινητικά. Έτσι σκόρπια, χωρίς αρίθμηση και αξιολόγηση:
-«Η επιστροφή, Αντρέι Ζιάνγκιτσεφ (Ρωσία)
-«Chinatown», Ρομάν Πολάνσκι (ΗΠΑ)
-«2046», Γουόνγκ Καρ Βάι (Κίνα)
-«Ήρωας», Ζανγκ Γίμου (Κίνα)
-«Φάργκο», αδερφοί Κόεν (ΗΠΑ)
-«Το χρήμα», Ρομπέρ Μπρεσόν (Γαλλία)
-«Match point», Γούντι Άλεν (ΗΠΑ)
-«Έλα να δεις», Έλεμ Κλίμοφ (ΕΣΣΔ)
-«Το κοπάδι», Γιλμάζ Γκιουνέι (Τουρκία)
-«Οι 3 πίθηκοι», Νουρί Μπίλγκε Τζειλάν (Τουρκία)
-----------------------------------------------------------------------
Και πάλι όμως αδικώ. Τις συγκινήσεις και την καρδιά μου εννοώ. Λατρεμένες το ίδιο με τις προηγούμενες και αυτές:
-«Νύχτες της Καμπίρια», Φεντερίκο Φελίνι (Ιταλία)
-«Το μωρό της Ρόζμαρι», Ρομάν Πολάνσκι (ΗΠΑ)
-«Οι ασυγχώρητοι», Κλιντ Ίστγουντ (ΗΠΑ)
-«Ο άνθρωπος από τη Γαλλία», Ουίλιαμ Φρίντκιν (ΗΠΑ)
-«Η Χάνα και οι αδερφές της», Γούντι Άλεν (ΗΠΑ)
-«Η διπλή ζωή της Βερονίκ», Κριστόφ Κισλόφσκι (Πολωνία)
-«Περσόνα», Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Σουηδία)
-«Σκιές», Τζον Κασσαβέτης (ΗΠΑ)
-«Το χαμίνι», Τσάρλι Τσάπλιν (ΗΠΑ)
-«Η συνομιλία», Φράνσις Φορντ Κόπολα (ΗΠΑ)
-«Η ζωή του ζωγράφου Πιροσμάνι», Γκιόργκι Σενγκελάγια (ΕΣΣΔ)
-«Μηχανικά πιάνα», Αντρέι Μιχάλκοφ (ΕΣΣΔ)
-«Μπάρι Λίντον», Στάνλεϊ Κιούμπρικ (ΗΠΑ)
-«Σύντομη συνάντηση», Ντέιβιντ Λιν (Αγγλία)
-«Όταν πετούν οι γερανοί», Μιχαήλ Καλατόζοφ (ΕΣΣΔ)
-«Η Γη», Αλεξάντρ Ντοβζένκο (ΕΣΣΔ)
-«Χορεύοντας μ' έναν ξένο», Μάικλ Νιούελ (Αγγλία)
-«Αναπαράσταση», Θόδωρος Αγγελόπουλος (Ελλάδα)
-«Ο θρόνος του αίματος», Ακίρα Κουροσάβα (Ιαπωνία)
-«Ταξίδι στο Τόκιο», Γιοσιζούρου Ότζου (Ιαπωνία)
-«Playtime», Ζακ Τατί (Γαλλία)
-«Ο τρελός Πιερό», Ζαν Λικ Γκοντάρ (Γαλλία)
-«Κόκκινη έρημος», Μικελάντζελο Αντονιόνι (Ιταλία)
-«Ο Ρόκο και τ αδέρφια του», Λουκίνο Βισκόντι (Ιταλία)
-«Μερικοί το προτιμούν καυτό», Μπίλι Ουάιλντερ (ΗΠΑ)
-«Η λεωφόρος της Δύσεως», Μπίλι Ουάιλντερ (ΗΠΑ)
-«Ξέφρενες νύχτες»μ Πολ Τόμας Άντερσον (ΗΠΑ)
-«Ο μεγάλος Λεμπόφσκι», αδερφοί Κόεν (ΗΠΑ)
-«Το γράμμα μιας άγνωστης», Μαξ Οφίλς (Γαλλία, Αυστρία)
-«Άσε το κακό να μπει», Τόμας Άλφρεντσον (Σουηδία)
-«Φίλησέ με μέχρι θανάτου», Ρόμπερτ Όλντριτς (ΗΠΑ)
«Η μαμά και η πόρνη», Ζαν Εστάς (Γαλλία)
-«Ριφιφί», Ζιλ Ντασέν (Γαλλία)
-«Μανχάταν», Γούντι Άλεν (ΗΠΑ)
-«Η έξαψη», Λόρενς Κάσνταν (ΗΠΑ)
-«Όλα τα πρωινά του κόσμου», Αλέν Κορνό (Γαλλία)
-«Ο τελευταίος των Μοϊκανών», Μάικλ Μαν (ΗΠΑ)
-«Gran Torino», Κλιντ Ίστγουντ (ΗΠΑ)
Να συνεχίσω; Περιττό. Για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η προοπτική και ο χρόνος. Τίποτα δεν σταμάτησε, τίποτα δεν τελείωσε, τίποτα δεν πέθανε. Ξανά προς την δόξα τραβά. Όσοι φορούν παντόφλες τελειώσανε. Η ακατανίκητη και μόνιμη νοσταλγία είναι ό,τι χειρότερο για την εξέλιξη και την κινηματογραφία. Παραδείγματα πολλά. Πέθανε ο Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά ο Μπίλγκε Τζειλάν συνεχίζει με «Τρεις πιθήκους» από Τουρκία. Αποβίωσε η νουβέλ βαγκ, αλλά το «Ανάμεσα στους τοίχους» εκτόξευσε τη Γαλλία πολύ ψηλά. Γκρεμίστηκε η σοβιετική σχολή, αλλά ο Αντρέι Ζιάνγκιτσεφ με την «Επιστροφή» με έχει στοιχειώσει για τα καλά. Και κάτι ακόμα. Η βιομηχανία του Χόλιγουντ καλπάζει σαν τεθωρακισμένη μεραρχία. Όμως το παράλληλο κύκλωμα και η ανεξαρτησία με πνοή και ευαισθησία. Το απρόσμενο, απροσδόκητο, το ανατρεπτικό, η έκπληξη, το διαφορετικό είναι τα αναντικατάστατα ατού μιας τέχνης που ανθεί μέσα στην παρακμή της. Πάντα με μάτια ανοιχτά και πάντα αθώα, σαν να είναι η πρώτη σου φορά!
Και, τέλος, το κριτήριο προέρχεται από το σώμα και την καρδιά. Αν ρωτούσατε κάποιον άλλο θεατή και ειδικό «ποιες οι καλύτερες όλων των εποχών», στις πρώτες θέσεις θα έβαζε το «Pulp fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο (χίλιες φορές προτιμότερο το «Reservoir dogs», την πραγματικά ταινία-ταινία που έκανε σε όλη τη μέχρι σήμερα διαδρομή του). Το ζήτημα, λοιπόν, εντελώς υποκειμενικό. Πράγμα που σημαίνει «μην παριστάνετε τον Θεό. Be yourself, παρακαλώ». Η τέχνη –σε όλες τις μορφές και τις εκδοχές της–, το πιο ακραίο ελεύθερο και δημοκρατικό πεδίο της οικουμένης. Ο καθείς μπορεί ελευθέρως να κάμει ό,τι θέλει. Να δακρύσει, να γελάσει, να χλευάσει, να φτύσει, να εκτοξεύσει ζαρζαβατικά και κλούβια αβγά. Τα πάντα. Απαγορεύσεις κα καλλιτεχνία, πράγματα ασυμβίβαστα. Διαζευγμένα από τη μήτρα. Όπως ο αληθινός έρωτας. Κάθε φορά στο πάθος και τη μοναδική καρδιά. Ακόμα και μια πουτάνα αγαπάς. Αυτή η γυναίκα της ζωής μου. Κάθε φορά από την αρχή ξανά. Κάθε φορά με όλες τις αγάπες προχωράς. Κάθε φορά κάποια άλλη αγαπάς. Αλλά και κάθε φορά τίποτα δεν ξεχνάς. Γι' αυτό, όταν με ρωτάνε «ποιες οι καλύτερες», απάντηση μία χωρίς συζήτηση καμία. Όταν οι άντρες αγαπούν μόνο τις ξανθές, ε, τότε χάνουν τη μελαχρινή, την καστανή και την κόκκινη ηδονή!
Σε επιμέλεια της Κατερίνας Δράκου. Στην έρευνα συμμετείχαν η Ελίνα Μπαλτατζή και η Άννα Μαρτίνου. Σχολιασμός του Δημήτρη Δανίκα
Φωτογραφίες :AP, AFP/IML