Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Γιατί οι μαθητές βαριούνται το σχολείο

Θεωρούν ανεπαρκείς τους καθηγητές για τις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ

Την εικόνα ενός δημόσιου σχολείου για το οποίο οι μαθητές δηλώνουν «το βαριέμαι, πλήττω, θυμώνω» και στο οποίο οι εκπαιδευτικοί ασκούν έργο δηλώνοντας απογοητευμένοι από τις αμοιβές τους και τις υποδομές, σκιαγραφεί έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνον ένας στους τρεις μαθητές δηλώνει χαρά παρακολουθώντας μαθήματα, το 80% θεωρούν τους καθηγητές τους ανεπαρκείς να τους βοηθήσουν να περάσουν σε ΑΕΙ, ενώ το 70% των μαθητών λυκείου δηλώνουν ότι το σχολείο ανταποκρίνεται ελάχιστα ή καθόλου στις προσδοκίες τους. «Πρέπει να καταλάβουν όλοι ότι η (ανύπαρκτη στην Ελλάδα) αξιολόγηση είναι ο μόνος τρόπος να φωτιστούν τα προβλήματα», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Δημ. Βλάχος, τονίζοντας ότι θεμέλιος λίθος των μεταρρυθμίσεων πρέπει να είναι η υποχρεωτική εκπαίδευση.

Πιέζομαι, έχω άγχος, βαριέμαι, θυμώνω...

Δυσαρεστημένοι οι μαθητές από το σχολείο και τους καθηγητές τους – Προτιμούν αυξήσεις παρά αξιολόγηση οι εκπαιδευτικοί

Το ελληνικό σχολείο έχασε το στοίχημα να γοητεύσει τους μαθητές, να τους κερδίσει, να τους κάνει να αγαπήσουν τη γνώση, να τους ωθήσει να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Πότε οι ιθύνοντες θα το κατανοήσουν και θα αλλάξουν την εικόνα του, τις δομές του, τη φιλοσοφία του;

«Κουράζομαι, πλήττω, πιέζομαι, έχω άγχος, βαριέμαι, θυμώνω». Αυτά τα καθόλου κολακευτικά για το εκπαιδευτικό μας σύστημα δηλώνουν ότι αισθάνονται οι περισσότεροι μαθητές από το δημοτικό έως το λύκειο, οι οποίοι συμμετείχαν στην πρώτη φάση της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Στην έρευνα έλαβαν έως τώρα μέρος 4.164 μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς, τις πρώτες απαντήσεις των οποίων παρουσιάζει σήμερα η «Κ». Οι απαντήσεις των μαθητών οδηγούν σε απογοητευτικά συμπεράσματα για την εικόνα του σημερινού ελληνικού σχολείου, και καταδεικνύουν την ανάγκη αλλαγών από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Οι επτά στους δέκα (68%) δήλωσαν ότι νιώθουν στο σχολείο κούραση και μόλις ο ένας στους τρεις (37%) χαρά.

«Πρέπει να γίνει μία ευρεία συζήτηση για την υποχρεωτική εκπαίδευση. Είναι η βάση όλων, ο θεμέλιος λίθος των μεταρρυθμίσεων», τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Δημήτρης Βλάχος. Τα προβλήματα του σχολείου αρχίζουν από το δημοτικό και κορυφώνονται στο λύκειο, εκεί όπου πλέον η εκπαιδευτική διαδικασία ακυρώνεται στην πράξη, αφού οι μαθητές δεν ενδιαφέρονται να μάθουν, να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Αντίθετα, έχουν αποκλειστικό στόχο να πάρουν τις γνώσεις εκείνες που τους είναι απαραίτητες για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο. «Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον εκπαιδευτικό ρόλο του λυκείου», λέει ο κ. Βλάχος και προσθέτει ότι η προσπάθεια πρέπει να στηριχθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες:

- Προγραμματισμένη και συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

- Σταθερή ανανέωση του περιεχομένου σπουδών.

- Συνεχής αξιολόγηση των σχολικών βιβλίων.

- Και βέβαια, μόνιμη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη, όπου δεν λειτουργεί η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών. «Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αξιολόγηση δεν ταυτίζεται με κακόπιστο έλεγχο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι δεν οδηγεί σε τιμωρία, αντίθετα φωτίζει τα προβλήματα ώστε να αναζητηθεί η λύση τους», επιμένει ο πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Βέβαια, βασικό στοιχείο για να κινηθούν τα γρανάζια είναι όλος ο μηχανισμός να εγκαταλείψει τη λογική του βολέματος και της ήσσονος προσπάθειας και να... τρέξει. Μπορεί; Το θέλει;

Μαθητές: Ανεπαρκείς οι καθηγητές

«Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να με βοηθήσουν όσο χρειάζεται για να πετύχω τον στόχο μου, δηλαδή να περάσω στο πανεπιστήμιο». Αυτό απαντούν οι περισσότεροι μαθητές στην ερώτηση γιατί είναι απαραίτητο το φροντιστήριο. Ειδικότερα, από τις απαντήσεις τους προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Οι οκτώ στους δέκα μαθητές λυκείου θεωρούν ότι οι καθηγητές τους δεν είναι επαρκείς για να τους βοηθήσουν ώστε να περάσουν στο πανεπιστήμιο - ένας στόχος «ζωής». Γι' αυτό και θεωρούν απαραίτητο να παρακολουθήσουν φροντιστήριο. Αντίστοιχες είναι και οι απαντήσεις των μαθητών γυμνασίου, αλλά και των γονέων. Επίσης οι μαθητές λυκείου προβάλλουν ως λόγους για να παρακολουθήσουν φροντιστήριο την μεγάλη εξεταστέα ύλη και την ανεπάρκεια του διδακτικού χρόνου.

- Εύλογο, μετά τις προηγούμενες απαντήσεις, είναι ότι δύο στους τρεις μαθητές λυκείου (66%) δήλωσαν ότι το σχολείο ανταποκρίνεται λίγο ή καθόλου στις προσδοκίες τους.

- Οι μαθητές λυκείου και οι γονείς τους αποδίδουν τα προβλήματα πρωτίστως στη δομή και τον χαρακτήρα του συστήματος και, κατά δεύτερο λόγο, στους εκπαιδευτικούς.

- Οι μαθητές (από το δημοτικό έως και το λύκειο) θεωρούν ότι το σχολείο δεν είναι ελκυστικό, μάλιστα όσο μεγαλώνουν τόσο περισσότερο δηλώνουν ότι δεν τους αρέσει ο τρόπος διδασκαλίας και ευρύτερα το σχολείο.

- Τέλος, οι μαθητές ως προς τις υπάρχουσες υποδομές περισσότερο αξιοποιούν τα εργαστήρια ηλεκτρονικών υπολογιστών και τις αθλητικές εγκαταστάσεις παρά τις βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια Φυσικής.

Εκπαιδευτικοί: Ποιότητα με αυξήσεις

Συμφωνούν ότι η αξιολόγηση βοηθά στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, αλλά πολύ περισσότερο σε αυτό συμβάλλει η αύξηση των μισθών! Αυτά πιστεύουν, μεταξύ άλλων, οι εκπαιδευτικοί. Ειδικότερα, από τις απαντήσεις τους προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς, διευθυντές σχολείων και σχολικούς συμβούλους, οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνοι που λιγότερο απ' όλους θέλουν την αξιολόγηση. Ενδεικτικά, το 95% των σχολικών συμβούλων (οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την αρμοδιότητα της αξιολόγησης) πιστεύει ότι η αξιολόγηση εξυπηρετεί τη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Την ίδια γνώμη έχει το 90% των γονιών, το 75% των διευθυντών, αλλά μόλις το 61% των εκπαιδευτικών.

- Η μέθοδος αξιολόγησης που προκρίνεται από τους περισσότερους είναι η συλλογική, δηλαδή η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Ακολουθεί -σε ποσοστά αποδοχής- ο συνδυασμός εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης.

- Επίσης, γονείς, στελέχη αλλά και εκπαιδευτικοί συναινούν ότι πρέπει να αξιολογούνται όσοι κατέχουν διοικητικές θέσεις στην εκπαιδευτική πυραμίδα.

- Για να βελτιωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης οι εκπαιδευτικοί ζητούν αύξηση μισθών και κονδυλίων για υλικοτεχνική υποδομή. Ακριβώς αντίθετη άποψη έχουν οι γονείς, καθώς λίγοι πιστεύουν ότι η ποιότητα θα βελτιωθεί εάν αυξηθούν οι μισθοί των εκπαιδευτικών. Οι περισσότεροι γονείς θεωρούν ότι τα κονδύλια πρέπει να αξιοποιηθούν σε καινούργια βιβλία και διδακτικό υλικό και σε νέα εργαστήρια.

- Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αξιολογούν τους μαθητές εμπειρικά (86%), ενώ οι συνηθέστεροι τρόποι αξιολόγησης είναι τα προφορικά (91%), τα τεστ (89%) και οι εργασίες των μαθητών (78%).

- Η συντριπτική πλειονότητα των εκπαιδευτικών θεωρεί ότι η επιμόρφωση πρέπει να είναι συνεχής και συστηματική, ενώ στην ουσία απορρίπτεται η πρόταση να γίνεται μία φορά επιμόρφωση μακράς διαρκείας.

- Τη στιγμή που το ελληνικό σχολείο υιοθετεί καινοτόμα προγράμματα με πολύ αργό ρυθμό, οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στο ανελαστικό πρόγραμμα σπουδών, το οποίο καθορίζεται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, και την ελλιπή χρηματοδότηση της Παιδείας. Πάντως, πάνω από το 80% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι τα καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα συμβάλλουν στην αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης.

- Ως προς το σχολικό περιβάλλον και τις κτιριακές υποδομές, οι περισσότεροι διαμαρτύρονται για έλλειψη χώρων για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και αιθουσών εκδηλώσεων.

- Τέλος, οι εκπαιδευτικοί δήλωσαν ότι για την εκπαιδευτική έρευνα που πραγματοποιείται ενημερώνονται κυρίως από το Διαδίκτυο και τα επιστημονικά περιοδικά και λιγότερο από τον σχολικό σύμβουλο και τις επιστημονικές ενώσεις.

Σύμβουλος υπάρχει, αξιολόγηση όχι

Μείζον θέμα στην ελληνική εκπαίδευση είναι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Γίνεται αξιολόγηση; Παρότι υπάρχει ο θεσμός του σχολικού συμβούλου, ο οποίος αντικατέστησε τον επιθεωρητή (το 1982 με τον νόμο 1304/1982) και έχει πλέον ένα ρόλο περισσότερο συμβουλευτικό - καθοδηγητικό και όχι τιμωρητικό, αξιολόγηση στα ελληνικά σχολεία δεν γίνεται. «Οι περισσότερες από τις θεσμοθετημένες αρμοδιότητες των σχολικών συμβούλων, ανάμεσα στις οποίες και αυτές που αφορούν την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, δεν ασκούνται ουσιαστικά, διότι ουδέποτε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με άλλες ρυθμίσεις που θα καθόριζαν τα σαφή όρια των αρμοδιοτήτων τους», αναφέρουν οι ερευνητές. Ετσι, ο σχολικός σύμβουλος δεν μπορεί να επιβάλει αλλαγές στον τρόπο δουλειάς κάθε εκπαιδευτικού και άρα να βοηθήσει στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου.

Τι φταίει; «Ο μη σαφής προσδιορισμός του θεσμικού πλαισίου οφείλεται, εκτός των άλλων, και στις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών και των συνδικαλιστικών φορέων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία και επιφυλακτικότητα τις σχετικές ρυθμίσεις, κυρίως από τον φόβο της επαναφοράς του θεσμού του επιθεωρητή», απαντούν ευθέως οι ερευνητές. Αποτέλεσμα είναι –έστω κι αν υπάρχουν εξαιρέσεις– η συντριπτική πλειονότητα των εκπαιδευτικών να μη δείχνει πρόθυμη να... ξεκουνηθεί απ’ ό,τι έχει μάθει.

Αντίθετα, στην Ευρώπη δίνεται όλο και περισσότερο έμφαση στο ζήτημα της αξιολόγησης του έργου του εκπαιδευτικού. «Η αξιολόγηση της ποιότητας της εκπαίδευσης και της αποτελεσματικότητας του έργου που επιτελείται στη σχολική μονάδα αποτελεί υψηλή προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο», αναφέρουν οι αναλυτές και τονίζουν ότι η εσωτερική αξιολόγηση κατοχυρώνεται θεσμικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Μάλιστα, είναι εντυπωσιακό ότι αν και προαιρετική εφαρμόζεται στη συντριπτική πλειονότητα των σχολείων.

Τρία μοντέλα στην Ευρώπη

Σε γενικές γραμμές, οι πρακτικές αξιολόγησης στην Ευρώπη ακολουθούν ένα από τα τρία ακόλουθα μοντέλα:

- Τον δημόσιο διοικητικό έλεγχο των εκπαιδευτικών ως ατόμων και της εκπαιδευτικής τους πράξης. Το μοντέλο αυτό υλοποιείται μέσα από επιθεώρηση και εξωτερική αξιολόγηση.

- Τον έλεγχο της απόδοσης λόγου του εκπαιδευτικού και του σχολείου στην κοινωνία, με υποτιθέμενους αποδέκτες πάνω απ’ όλα τους γονείς. Η λογική αυτή διέπει για παράδειγμα το σύστημα αξιολόγησης στη Μεγάλη Βρετανία.

- Τη λογική του αυτοελέγχου με στόχο την ανάπτυξη/βελτίωση του σχολείου. Υλοποιείται μέσα από την αυτοαξιολόγηση του έργου του εκπαιδευτικού και της εσωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας. Εφαρμόζεται σε εκπαιδευτικά συστήματα με αποκεντρωτικές τάσεις, όπως για παράδειγμα στη Σουηδία και τη Δανία.

Του Αποστολου Λακασα

Να αξιολογηθεί όλο το σύστημα

Του Στρατου Στρατηγακη*

Καμία έκπληξη! Οι μαθητές πιστεύουν, με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, ότι ζουν σε άσχημους αισθητικά χώρους και μαθαίνουν με μη ελκυστικό τρόπο. Αναμενόμενη λοιπόν η δημιουργία των αρνητικών συναισθημάτων. Οσο οι μαθητές μεγαλώνουν και ωριμάζουν τόσο η δυσαρέσκεια αυξάνεται. Συνειδητοποιούν ότι το σχολείο δεν μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματα που έχουν για τη ζωή. Αντίθετα απαντά σε ερωτήματα που δεν έθεσαν ποτέ και, φυσικά, δεν τους ενδιαφέρει η απάντησή τους. Γι’ αυτό το ερώτημα προς τους διδάσκοντες είναι πολύ συχνό: «Πού θα μου χρησιμεύσουν εμένα όλ’ αυτά που μαθαίνω;» Το ερώτημα δείχνει πόσο «μακριά» βρίσκεται το σχολείο από τα παιδιά μας. Αναγκαίες λοιπόν οι αλλαγές. Ποιες αλλαγές όμως από ποιους και με ποιο στόχο; Απαραίτητη είναι η συνολική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος για να δούμε πού «πονάει». Τα στελέχη της εκπαίδευσης πιστεύουν ότι είναι πολύ σημαντική η δική τους αξιολόγηση. Αντιλαμβάνονται δηλαδή ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα στον διοικητικό μηχανισμό. Για να αντιληφθείτε το μέγεθος του προβλήματος σκεφτείτε ότι η διανομή των δωρεάν βιβλίων γίνεται σχεδόν 45 χρόνια, κι όμως ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να γίνεται έγκαιρα. Αντίθετα οι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που πιστεύουν, λιγότερο από όλους τους άλλους, ότι η δική τους αξιολόγηση θα βελτιώσει τα πράγματα. Λογικό κι αυτό, αν αναλογιστούμε την κομματοκρατία που ζει και βασιλεύει στον δημόσιο τομέα. Βλέποντας καθημερινά την ανυπαρξία αξιοκρατίας πιστεύουν ότι και η αξιολόγησή τους στo ίδιo πλαίσιo θα κινηθεί. Αξιολόγηση χρειάζονται τα αναλυτικά και τα ωρολόγια προγράμματα, τα βιβλία, αξιολόγηση χρειάζονται οι πολιτικές που ασκούνται στην εκπαίδευση. Ας σταματήσουμε να αλλάζουμε συνεχώς το σύστημα εισαγωγής στις Ανώτατες Σχολές. Αλλού «πονάει» η εκπαίδευσή μας.

* Ο κ. Στρ. Στρατηγάκης είναι μαθηματικός σε λύκειο, ερευνητής.


Ριζική αναβάθμιση της εκπαίδευσης

Του Παυλου Χαραμη*

Οι νέοι δηλώνουν σε μεγάλο βαθμό ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από το σχολείο και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο. Ούτε ιδιαίτερο γνώρισμα της ελληνικής εκπαίδευσης. Πρόσφατη έρευνα της βρετανικής ένωσης εκπαιδευτικών ATL έδειξε ότι αρνητικά συναισθήματα, όπως απογοήτευση, άγχος και δυσαρέσκεια χαρακτηρίζουν και το μαθητικό πληθυσμό της Βρετανίας. Τέτοιες προβληματικές καταστάσεις βιώνονται επώδυνα από τους νέους και συχνά οδηγούν σε αυτοκαταστροφικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η ίδια η εκπαίδευση. Οι νέοι ωθούνται από πολύ νωρίς σ’ ένα εξουθενωτικό αγώνα δρόμου, όπου στόχος δεν είναι να μορφωθούν, αλλά να επιτύχουν στις εξετάσεις, επιδιώκοντας μια αβέβαιη επαγγελματική αποκατάσταση. Το σχολείο, αντί να προσφέρει ένα ευρύ φάσμα μαθησιακών εμπειριών, επιβάλλει τυποποιημένες διαδικασίες προπαρασκευής για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Αλλά και το τι διδάσκεται στην τάξη πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Προγράμματα και βιβλία που υπηρετούν τεχνοκρατικές αντιλήψεις, καλλιεργούν τον ανταγωνισμό και ωθούν στην ιδιώτευση, δεν συμβάλλουν στη θεμελίωση μιας κοινωνίας βασισμένης στην αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Σημαντικοί τομείς για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητάς των νέων, όπως η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αγωγή υγείας, η αισθητική καλλιέργεια, η σωματική άσκηση και η αγωγή του πολίτη, συνωστίζονται στο περιθώριο του σχολικού προγράμματος. Περισσότερο από ποτέ επείγει σήμερα η αλλαγή πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση του κοινωνικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης και των μορφωτικών ευκαιριών για όλα τα παιδιά. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς ριζική αναβάθμιση και συνεχή στήριξη της δημόσιας εκπαίδευσης.

* Ο κ. Π. Χαραμής είναι πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΟΛΜΕ.

Κλικάρετε στα παρακάτω links για να δείτε τις εικόνες σαν αρχεία .pdf

http://photo.kathimerini.gr/kathnews/graph/graf_30-03-08/s4_1.pdf

http://photo.kathimerini.gr/kathnews/graph/graf_30-03-08/s4_2.pdf

Από την "Καθημερινή" της Κυριακής, 30 Μαρτίου 2008.

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες No 5- Οι Έλληνες και το σινεμά

Σαν μια ταινία ξετυλίγεται η σχέση του Έλληνα με τον κινηματογράφο εδώ και έξι δεκαετίες. Μια ταινία με σασπένς, συγκίνηση, ανατροπές και άδηλο τέλος. Υποψήφια για το Οσκαρ της ζωής μας. Πρωταγωνιστές της, αυτοί που μέσα στην υποβλητική ατμόσφαιρα της αίθουσας βρίσκουν αυτά που χάνουν καθημερινά εκεί έξω.

Διαχρονικά, η σχέση του Έλληνα με τις σκοτεινές αίθουσες και την 7η Τέχνη έχει περάσει από πολλές φάσεις και από μεγάλες περιόδους υφέσεων και εξάρσεων.

  • Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Έλληνας πήγαινε κατά μέσο όρο στον κινηματογράφο 3 ~ 4 φορές τον χρόνο, με τα εισιτήρια να κυμαίνονται στα 40 εκατομμύρια.

Η δεκαετία του ’60 ήταν η χρυσή εποχή:

  • την περίοδο 1966 ~ 1968, οι Έλληνες έβλεπαν σινεμά περίπου 15 φορές τον χρόνο (140 εκατομμύρια θεατές).
  • Απ’ την δεκαετία του ’70 ξεκίνησε η αντίστροφη πορεία, με την νεότευκτη τότε τηλεόραση να “κλέβει” την παράσταση.
  • Τα χρόνια της δεκαετίας του ’80 ήταν “πέτρινα”, ενώ
  • η πτώση κορυφώθηκε στις αρχές του ’90 με λιγότερα από 10 εκατομμύρια τον χρόνο, που αντιστοιχεί σε περίπου μία επίσκεψη ετησίως.
  • Κάποιες χρονιές μάλιστα, τα εισιτήρια έπεσαν αρκετά κάτω από τα 10 εκατομμύρια (μεταξύ 1995 ~ 2000).

Η επέλαση του βίντεο και της ιδιωτικής τηλεόρασης, έδωσαν απανωτά χτυπήματα στον κινηματογράφο, σαν και αυτά του Τζάκι Τσαν και του Ρόκι, που τότε μεσουρανούσαν στο πανί, ειδικά κατά την περίοδο 1985 ~ 1995.

  • Το σήμερα εμφανίζεται βελτιωμένο και σταθερό, χωρίς να ξεφεύγει από τα 12 με 13 εκατομμύρια εισιτήρια τον χρόνο.
  • Το 2006 κόπηκαν λιγότερα από 13 εκατομμύρια εισιτήρια, επίδοση που αντιστοιχεί σε 1 και κάτι επισκέψεις στον κινηματογράφο για κάθε Έλληνα, ενώ
  • το 2007 κόπηκαν κοντά στα 14 εκατομμύρια εισιτήρια.

Σινεφίλ μύθοι

Πέρυσι, η εταιρεία AudioVisual πραγματοποίησε μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για τις κινηματογραφικές συνήθειες των Ελλήνων. Σύμφωνα με αυτήν,

  • το 32% του πληθυσμού δεν πάει ποτέ στον κινηματογράφο.

Το γεγονός αυτό μαζί με διάφορα άλλα, άκρως ενδιαφέροντα και σίγουρα όχι αναμενόμενα, συμπεράσματα της έρευνας, αποτέλεσαν την αφορμή για τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου αρκετών εταιρειών διανομής, οι οποίες στις μέρες μας βασίζονται πολύ περισσότερο στην έρευνα και πολύ λιγότερο στη διαίσθηση ή την πολύχρονη εμπειρία τους. Ο Έλληνας έχει γίνει και στην κινηματογραφική ψυχαγωγία απρόβλεπτος, ασταθής και επιλεκτικός. «Τα στοιχεία της έρευνας ήταν μια αποκάλυψη… Παρατηρήσαμε επικάλυψη ανάμεσα στις πλατφόρμες μετάδοσης που δεν το περιμέναμε. Τελικά αποδείχτηκε ότι οι άνθρωποι καταναλώνουν ταινίες σε διάφορες πλατφόρμες. Οι άνθρωποι που αγοράζουν DVDs, δεν είναι καθόλου διαφορετικοί απ’ αυτούς που πηγαίνουν στις αίθουσες: είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Δεν υπάρχει σινεφίλ κοινό όπως πιστεύαμε, κοινό το οποίο λατρεύει την μεγάλη οθόνη. Αυτός που αγαπάει μια ταινία θα τη δει οπουδήποτε. Είχαμε μια ελιτίστικη άποψη για το σινεμά, η οποία καταρρίφθηκε από την έρευνα», μας είπε η Ειρήνη Σουγανίδου, γενική διευθύντρια της AudioVisual, που γνωρίζει την κινηματογραφική πιάτσα όσο ελάχιστοι. Βάση της ίδιας έρευνας, ο Έλληνας διαβάζει αλλά δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του τις κριτικές που δημοσιεύονται, παραδοσιακά, κάθε Πέμπτη. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων, όπως το “Safe Sex” και “300”, αν και έλαβαν μάλλον χλιαρές κριτικές, κατάφεραν να κόψουν πάνω από 1 εκατομμύριο εισιτήρια εκάστη. Για πολλά χρόνια, η αίσθηση της κινηματογραφικής αγοράς ήταν ότι οι κριτικοί είχαν τη δύναμη να επηρεάσουν την πορεία μιας ταινίας. Αυτό είναι μύθος. Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, το τρεϊλερ της ταινίας είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την προσέλευση θεατών!

  • Το τρεϊλερ φαίνεται να επηρεάζει το 73% των θεατών,
  • το in theater υλικό –αυτά που βλέπει κάποιος μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα (φωτογραφικό υλικό, φυλλάδια, προγράμματα, δωρεάν περιοδικά κ.ά.)- το 59%,
  • η τηλεόραση επηρεάζει το 53%,
  • οι εφημερίδες το 27%,
  • οι κριτικές μόλις το 14%, ενώ
  • ο ειδικός τύπος και η υπαίθρια διαφήμιση επηρεάζουν το 11% και το 9% αντίστοιχα.

Η νοσταλγία είναι της μόδας

Την ίδια στιγμή, οι ταινίες που παίζονται κάθε χρόνο στις ελληνικές αίθουσες κυμαίνονται μεταξύ 230 250, εκ των οποίων οι 15 περίπου είναι ελληνικές. Τα τελευταία χρόνια, από αυτές τις (ελληνικές) ταινίες, συνήθως υπάρχει μια ή δυο κάθε χρόνο που κάνουν τη διαφορά. Το “Safe Sex” , η “Πολίτικη Κουζίνα”, “οι Νύφες”, -για το 2008 ο “Ελ Γκρέκο”- αποτελούν χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα που έκοψαν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια. Την τάση αυτή επισημαίνει και η Ειρήνη Σουγανίδου και ο Χάρης Αντωνόπουλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της “Village Roadshow” στην Ελλάδα. « Η Ελλάδα και η νοσταλγία πουλάει πολύ στη χώρα μας αυτή τη στιγμή. Γι’ αυτό πήγε τόσο καλά η “Πολίτικη Κουζίνα” του Τάσου Μπουλμέτη. Ο κόσμος ζητάει ελληνικές ταινίες ή φιλμ με ελληνικό θέμα. Αυτό φαίνεται και από τα εισιτήρια που κόβουν οι ξένες ταινίες με ελληνικό θέμα όπως οι “300”, ο “Αλέξανδρος”, το “Γάμος αλά Ελληνικά”. Γενικά, τα ελληνικά θέματα, τα δανεισμένα από την ελληνική πραγματικότητα –από τις νεότερές της εκδοχές έως τις πιο αρχέγονες- συγκινούν το ελληνικό κοινό και κόβουν πολλά εισιτήρια».

Ανάμεσα στα άλλα, ο Χάρης Αντωνόπουλος, τονίζει ότι σινεμά σημαίνει αίθουσα και για τον λόγο αυτό η δημιουργία νέων χώρων προβολής από το 1997 μέχρι σήμερα ξανάφερε τον κόσμο στον κινηματογράφο. «Διπλασιάστηκε η προσέλευση σε σχέση με τελευταία πενταετία του ‘90». Ο ίδιος αναφέρει, τέλος, ότι ανταγωνιστής της μεγαλύτερης προσέλευσης του κοινού στο σινεμά είναι η έλλειψη χρόνου στα αστικά κέντρα, ο καλός καιρός που ωθεί τον Έλληνα σε έξοδο για καφέ (και όχι στη σκοτεινή αίθουσα) και τα αθλητικά γεγονότα. «Γιατί», λέει με έμφαση, «ο κόσμος που πάει στον κινηματογράφο μοιάζει με τον φίλαθλο. Είναι οι άνθρωποι που παρακολουθούν και αθλητικά στη τηλεόραση και αυτό το βλέπουμε από την μειωμένη προσέλευση που παρατηρείται όταν υπάρχει τηλεοπτική κάλυψη κάποιου σημαντικού αθλητικού γεγονότος.

Η ελληνική πρόταση

Εκτός από σινεφίλ, κριτικούς, εταιρείες διανομής και αίθουσες το κεφάλαιο “Έλληνας και κινηματογράφος” περιλαμβάνει ασφαλώς και τους σκηνοθέτες της εγχώριας φιλμικής παραγωγής. Οι “Εικόνες” συνάντησαν από κοντά τους δύο πιο ξεχωριστούς, ίσως, εκφραστές της “ελληνικότητας”, τον Γιάννη Σμαραγδή και τον Δήμο Αβδελιώδη, που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αποτελούν την ελληνική πρόταση της εγχώριας κινηματογραφίας. Θέματα “δικά μας” (από την ιστορία και την καθημερινότητα), τον “Καβάφη”, τον “Ελ Γκρέκο”, το “Δέντρο που Πληγώναμε”, την “Εαρινή Σύναξη των Αγροφυλάκων”, την “Νίκη της Σαμοθράκης” –όλες ταινίες των δύο αυτών σκηνοθετών- αποτελούν πτυχές της ελληνικότητας, αν και αυτή είναι δύσκολο να οριστεί.

Η κουβέντα ξεκινάει με τον Γιάννη Σμαραγδή, στον οποίο θέτουμε ως πρώτο θέμα τη σχέση μας με τον κινηματογράφο. Ο ίδιος διακρίνει ότι παραδοσιακά ο Έλληνας έχει πολύ καλή σχέση με το σινεμά, κυρίως με το θερινό, το οποίο περιγράφει ως ανοικτό χώρο που επιτρέπει την αυτόματη και ταυτόχρονη επικοινωνία του θεατή με την ταινία και το σύμπαν. «Κατά ένα περίεργο τρόπο, αυτή η σχέση έχει άμεση αναφορά στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι τελετές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία ανάλογων αναφορών και συναισθημάτων στη συνείδηση του ατόμου με ότι προκαλεί και ο κινηματογράφος. Την προσωρινή κατάργηση του θανάτου, δηλ. Αυτή την στιγμιαία κατάργηση, οι Έλληνες τη βιώνουν μέσα από το σινεμά και ιδιαίτερα με τον θερινό, με σκέπη τον ουρανό», συμπληρώνει.

Ωστόσο, πως εξηγούνται οι διαχρονικές αυξομειώσεις στην προσέλευση του κοινού, με την πτώση των εισιτηρίων –που εμφανίστηκε έντονα στις αρχές του ’80- να έχει παγιωθεί πλέον; Ο Σμαραγδής εξηγεί: «ο ελληνικός κινηματογράφος είχε οικοδομήσει μια πολύ γερή σχέση με τους θεατές αμέσως μετά τον πόλεμο. Είχε αναπτυχθεί μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους σκηνοθέτες εκείνης της εποχής με το κοινό. Αυτό δεν συνέβαινε ή δεν συμβαίνει πάντοτε. Ο λαϊκός κινηματογράφος του Σακελλάριου του Τζαβέλα κ.ά. είχε πλήρως επικοινωνήσει με τον θεατή, γι’ αυτό και σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Από τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα κατέρρευσε η σχέση με τον θεατή, όχι λόγω της άνθησης των οπτικοακουστικών μέσων. Κυρίως λόγω της λανθάνουσας πολιτικής των τότε Ελλήνων κινηματογραφιστών. Συγκεκριμένα, μέσα στη διάρκεια της χούντας αλλά και μετά, οι κινηματογραφιστές, αγόμενοι από τη μόδα της εποχής για πολιτικό κινηματογράφο, έπαψαν να κοιτάζουν τις ανάγκες που είχε ο λαός. Εμφανίστηκε μια γενιά που ακολούθησε τον πολιτικό κινηματογράφο με τις αριστερές ιδέες. Διότι τότε θεωρείτο σημαντικό να κάνεις πράγματα ενάντια στην καταπιεστική χούντα. Μέσα σ’ αυτούς, βέβαια, ήμουν κι εγώ… Ξεχάσαμε τις ανάγκες του κόσμου, με αποτέλεσμα το κοινό να γυρίσει την πλάτη του στον κινηματογράφο. Ένα κοινό που ήθελε να βλέπει πράγματα δικά του, πράγματα της ταυτότητάς του. Διότι αυτές οι απόψεις που υπήρχαν ως θέσεις στον πολιτικό κινηματογράφο τότε, δεν ήταν τίποτε άλλο από ξενόφερτες μόδες που δεν ακολουθούσαν το ελληνικό αίσθημα».

Διαρρήχθηκε, λοιπόν, η σχέση των Ελλήνων κινηματογραφιστών με το κατεξοχήν κοινό τους και η επόμενη ερώτηση προκύπτει φυσιολογικά: «Εσείς πως φαντάζεστε το κοινό σας; Ποιόν έχετε στο μυαλό σας όταν κινηματογραφείτε;». «Τον γιο μου. Οι δύο τελευταίες μου ταινίες, ο ”Καβάφης” και ο “Ελ Γκρέκο”, έγιναν με τον συγκεκριμένο τρόπο εξαιτίας του ότι μπήκε στη ζωή μου ο γιος μου. Κοίταζα το παιδί μου για να δω τι είναι αυτό που θα ήθελε να δει όταν θα ήταν 18 χρονών. Σήμερα είναι 16», απαντά και δεν σταματά εδώ. Επεκτείνει τον συλλογισμό, λέγοντας ότι είναι υποχρέωση να παρακινηθούν οι νέοι να πάνε προς αυτή την κατεύθυνση. «Και έχω κατηγορηθεί γι’ αυτό. Ξέρετε είναι ιδιαιτερότητα της χώρας μας να σνομπάρουμε τα ελληνικά θέματα και τα θέματα του ελληνικού αισθήματος με επίθετα όπως η λέξη εθνικιστής. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι δεν πρέπει να ακούς τους διαμορφωτές γνώμης, αλλά εάν ενδιαφέρεσαι πραγματικά για το κοινό σου, πρέπει να μιλήσεις με τον κόσμο, να δεις ποιες είναι οι βαθύτερες ανάγκες του, ποια ιχνοστοιχεία θα απαλύνουν και θα μαλακώσουν την ψυχή του. Οτιδήποτε άλλο είναι εγωισμοί και ματαιοδοξίες που δεν νομίζω ότι οδηγούν πουθενά».

Το δέντρο που πληγώναμε

Ο Σμαραγδής εκτιμάει βαθιά τον Δήμο Αβδελιώδη. Τον χαρακτηρίζει τον μεγαλύτερο εν ζωή Έλληνα σκηνοθέτη και ως άλλος κριτικός προλογίζει το έργο του.»Στην πρώτη του ταινία είχε κάνει ένα αριστούργημα, το “Δέντρο που πληγώναμε”, μια ταινία εξαιρετική. Τη χτύπησαν οι κριτικοί και μάλιστα η τότε προκριματική επιτροπή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης απέρριψε τη συμμετοχή της από το φεστιβάλ. Γιατί; Διότι δεν ανταποκρινόταν στα μοντέλα που είχαν φτιάξει στο κεφάλι τους. Το ίδιο συνέβη και με τον “Ελ Γκρέκο” . Με είπαν σοβινιστή για τον ίδιο λόγο, πιστεύω. Ότι βγαίνει έξω από τα μοντέλα που υπηρετούν και ασχολείται με τα θέματα της ελληνικότητας πρέπει να υποστεί κυρώσεις, αρνητικές κριτικές, λασπολογία. Συνέβη με τον Αβδελιώδη, παλαιότερα με τον Αλέξη Δαμιανό, τώρα με μένα».

Με νωπές αυτές τις εντυπώσεις συναντάμε την επόμενη μέρα τον Δήμο Αβδελιώδη στην Αθήνα. Τον περισσότερο καιρό ζει στη Χίο, δηλώνει θαυμαστής των ταινιών και του τρόπου σκέψης του Σμαραγδή. Με συγκίνηση λέει ότι καθετί που κάνει, έχει σε ένα μέρος του μυαλού του τον Σμαραγδή και αναρωτιέται αν η συγκεκριμένη ταινία που κάνει κάθε φορά θα του άρεσε ή όχι. Τον ρωτάμε ευθύς αμέσως τι είναι επιτέλους αυτή η “ελληνικότητα” του Σμαραγδή. «Καταρχήν είναι κάτι που δεν νομίζω ότι περιορίζεται στα όρια της Ελλάδος. Είμαι σίγουρος ότι ο Σμαραγδής εννοεί την ελληνικότητα σαν τον ζήλο και την αγάπη για την ομορφιά και την αλήθεια. Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας της ελληνικότητας. Χωρίς αυτά δεν έχει νόημα η ελληνικότητα. Νομίζω ότι ψάχνοντας αυτού του είδους την ελληνικότητα, ψάχνουμε μεγάλες αλήθειες, παγκόσμιες αλήθειες».

«Και για σας τι σημαίνει ελληνικότητα, κ. Αβδελιώδη», του απευθύνουμε τη τελευταία ερώτηση και του ζητάμε να μας πει πως εκφράζεται αυτή μέσα από τις ταινίες του. «Η ελληνικότητα είναι ένας συγκερασμός της παιδείας που έχουμε και του χώρου που ζούμε. Και το ένα είναι που ολοκληρώνει το άλλο. Θέλω να πω ότι οι εικόνες και ο τρόπος που βίωσα την ελληνικότητα στη Χίο, όπου ενηλικιώθηκα, δεν ήταν ένας τρόπος που εφευρέθηκε το 1960. μέχρι τότε δε πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ρυθμός των αλλαγών ήταν πάρα πολύ μικρός και πολλά στοιχεία της καθημερινής ζωής, της αγροτικής ζωής, της πολιτιστικής ζωής ήταν ακριβώς τα ίδια στοιχεία που βρίσκαμε και εμείς στο ομηρικό έργο ακόμα. Οι ρυθμοί της ζωής και ο τρόπος –αυτό που λέμε ντεκόρ- άλλαξε δραματικά μετά το 1970. Οπότε, πρόλαβα να ζήσω έναν χώρο που είχε ελάχιστες διαφορές από το παρελθόν, από αυτό που κουβαλάμε μέσα μας ως καλλιέργεια που στηρίζεται στην προφορική παράδοση, στα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής. Αυτός ο τρόπος ζωής είχε μέσα του μια λαμπρότητα. Αυτή τη λαμπρότητα και αυτήν τη θαλπωρή της ζωής τη βίωσα στη Χίο. Και όταν ήλθα στην Αθήνα, τα πρώτα χρόνια του ’70, κουβαλούσα αυτές τις μνήμες μέσα μου, που ασφυκτιούσαν. Η έλλειψη του χώρου σου δημιουργεί πάντα και τη νοσταλγία και το αίσθημα της απώλειας του χαμένου χρόνου. Μου θυμίζει τον Προυστ αυτό, η αναζήτηση του χρόνου που χάθηκε. Στην πραγματικότητα δεν είναι ένας χαμένος χρόνος, είναι ο χρόνος που μας στιγματίζει, ο χρόνος που δημιουργεί πάνω στο χαρακτήρα μας. Και αυτό είναι το τίμημα της ζωής». Και ταυτόχρονα, συνεχίζουμε εμείς με μια δόση αυθαιρεσίας, η αφορμή για να γίνονται ταινίες όπως “Το δέντρο που πληγώναμε”, στον φλοιό του οποίου βλέπουμε τις ρίζες, τις πληγές και τις αφορμές ενός “διαφορετικού” ελληνικού κινηματογράφου που μπορεί να φέρει κόσμο στις αίθουσες. Αρχίζει!

Το σάουντρακ της ζωής μας ακούγεται…

Και ο νικητής είναι…

Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Ο μεγάλος “διεθνής”, με βραβεία σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ του πλανήτη.
  • Χρυσός Φοίνικας για το “Μια αιωνιότητα και μια μέρα” (1998),
  • Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της επιτροπής για “Το Βλέμμα του Οδυσσέα” (1995),
  • Βραβείο καλύτερου σεναρίου για το “Ταξίδι στα Κύθηρα” (1984) και
  • Βραβείο Κριτικών Κινηματογράφου για τον “Θίασο” (1975).

Όλα στο Φεστιβάλ Καννών.

Η τελευταία Ελληνίδα θεά.

Μελίνα Μερκούρη. Η Ελληνίδα ηθοποιός με την παγκόσμια ακτινοβολία.

  • Χρυσή Σφαίρα σε μιούζικαλ ‘η κωμωδία για το “Top Kapi” (1965).
  • Χρυσή Σφαίρα δραματικής ερμηνείας για τη “Φαίδρα” (1963).
  • Βραβείο γυναικείας ερμηνείας για το “Ποτέ την Κυριακή” στις Κ(1960).
  • Υποψηφιότητα για Οσκαρ Α! γυναικείου ρόλου για το “Ποτέ την Κυριακή” (1961)

Οι Έλληνες και το αγαλματάκι

  • Κατίνα Παξινού: Οσκαρ Β! γυναικείου ρόλου για το “Για Ποιόν Χτυπάει Η Καμπάνα” του Σαμ Γούντ (1944).
  • Θεώνη Βαχλιώτη – Όλντριτς: Οσκαρ κουστουμιών για το “Ο Υπέροχος Γκάτσμπι” του Τζακ Κλεϊτον (1975).
  • Μάνος Χατζιδάκις: Οσκαρ τραγουδιού για “Tα Παιδιά Του Πειραιά” από το “Ποτέ την Κυριακή” του Ζυλ Ντασέν (1961).
  • Βαγγέλης Παπαθανασίου: Οσκαρ μουσικής για τους “Δρόμους Της Φωτιάς” του Χιου Χάντσον (1982).
  • Βασίλης Φωτόπουλος: Οσκαρ σκηνικών για τον “Αλέξη Ζορμπά” (1965).
  • Κώστας Γαβράς: Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (συμμετοχή ως Αλγερία) για το “Z” (1969) και Οσκαρ σεναρίου για τον “Αγνοούμενο” (1983).

Ο αδικημένος

Μιχάλης Κακογιάννης: Ο πρώτος Έλληνας σκηνοθέτης με τόσο έντονο διεθνή προσανατολισμό. Υποψηφιότητες για Οσκαρ:
  • καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας και καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για τον “Αλέξη Ζορμπά” (1965),
  • καλύτερης ξένης ταινίας για την “Ηλέκτρα” (1962)
  • και την Ιφιγένεια (1977).

Υποψηφιότητες για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες:

  • με την “Στέλλα” (1955)
  • το “Κορίτσι με τα Μαύρα” (1956)
  • το “Τελευταίο Ψέμα” (1958)
  • το “Il Relitto” (1961)
  • Το 1962 η Ηλέκτρα ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, πήρε τελικά δύο βραβεία (καλύτερης διασκευής έργου και ένα τεχνικό).

  • την “Ιφιγένεια” (1977).

Εικόνες της Χαλιμάς

«Αν είμαι της καρδιάς σου η χαλιμά

Πάμε σινεμά, πάμε σινεμά

Συνθετικά ρουμπίνια και στρας χλωμά

Γράφουν στο σκοτάδι άνοιξε σουσάμι

Χίλιες και μια νύχτες σινεμά.

Απ’ το Σινέ Παρί στο Ιντεάλ

Κι από το Ρεξ στο Τροπικάλ

Χωρίς ελπίδα σ’ έψαχνα στο σωρό

Των κομπάρσων του Ζορό.

Κανίβαλοι σε τρώνε στην Ουαγκαντάμ

Με τρελά ταμ-ταμ Κρατήσου και πηδάω

απ’ τις μπανανιές. Με καράτε και μπουνιές

Τους διώχνω και σου κόβω τα δεσμά

Πάμε σινεμά πάμε σινεμά

Γωνία Πατησίων και Παλαμά

Μες στις συμφορές μας Χίλιες και μια νύχτες σινεμά.

Στου δράκουλα τον πύργο έχω χαθεί

Σα μικρό παιδί Αντώνη Αντώνη

βγάλε με από δω Πριν να μεταμορφωθώ

Και στ’ άλογα καβάλα του Τρινιτά

Κράτα με σφιχτά Και πέρνα χοπ

καλπάζοντας με γκαλόπ Εγχρωμα σινεμασκόπ.

Φωτιές ερείπια μια ζωή κιμά

Πάμε σινεμά πάμε σινεμά

Κι αν είμαστε τα πιόνια του Φαντομά

Φίλα με στο στόμα Κι έχουμε ακόμα Χίλιες

και μια νύχτες σινεμά»

-“Χίλιες και μια νύχτες σινεμά” από τον δίσκο της Λένας ΠλάτωνοςΣαμποτάζ”, 1981. Τους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή ερμήνευσε σαν σταρ του σινεμά η Σαβίνα Γιαννάτου.

Η 5η συνέχεια της Έρευνας «Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες». Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου από τις «Εικόνες», ένθετο περιοδικό του «ΕΘΝΟΥΣ» της Κυριακής, 2 Μαρτίου 2008.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Μια κόντρα που κρατά αιώνια…

Ο τίτλος ίσως κριθεί σήμερα στη Σκωτία, αν η Ρέιντζερς νικήσει τη Σέλτικ, αλλά αυτό που σίγουρα ξάφνιασε αρκετούς ήταν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τα πορτοκαλί παπούτσια του Γιάννη Σαμαρά στο ντεμπούτο του με τη φανέλα των «Κελτών».

Το χρώμα τους προκάλεσε τη μήνιν των οπαδών των καθολικών, που του έστειλαν ορθά-κοφτά την προειδοποίηση: «Μην τα ξαναφορέσεις!». Γιατί όμως; Για να καταλάβει κάποιος την κόντρα Σέλτικ και Ρέιντζερς, πρέπει να γνωρίζει ότι αυτή πηγάζει από τη θρησκευτική διαμάχη αιώνων στη Σκωτία. Ολα ξεκίνησαν από τον Τριακονταετή Πόλεμο στη Βρετανία –έλαβε μέρος τον 17ο αιώνα από το 1618 έως το 1648– και αφορμή του ήταν οι διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις που είχαν οι Καθολικοί με τους Προτεστάντες. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους εκείνη την περίοδο υπερασπιζόμενοι τα «πιστεύω» τους. Οσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο, η ίδια πίστη στον Χριστιανισμό, υπό διαφορετικό πρίσμα όμως, οδήγησε κατά καιρούς σε ακρότητες και για πάρα πολλά χρόνια ο σεκταριανισμός (δηλαδή ο διαχωρισμός των ανθρώπων ανάλογα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους) στην Ιρλανδία και τη Σκωτία υπήρξε τόσο έντονος, με αποτέλεσμα ακόμα και συγγενείς να μην ανταλλάζουν «καλημέρα».

Ακόμα νωρίτερα, τον 16ο αιώνα, ο θρησκευτικός ηγέτης του προτεσταντικού ρεφορμισμού, Τζον Νοξ, και οι άνθρωποι που τον ακολουθούσαν πιστά εφάρμοσαν το δόγμα της «εθνικής κάθαρσης» από τους καθολικούς σε ολόκληρη τη Σκωτία, αλλά και την πάταξη κάθε μορφής αντίδρασης από επιστήμονες που ήγειραν ερωτήματα. Εκείνους τους κατηγόρησαν ότι ακουμπούν ή και ξεπερνάνε τα όρια του αθεϊσμού. Στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου όποιοι ακολουθούσαν τον παπισμό ή εξέφραζαν την αντίθεσή τους στον Προτεσταντισμό εκτελέστηκαν άμεσα για παραδειγματισμό.

Στο ποδόσφαιρο η «αιώνια» κόντρα της Ρέιντζερς με τη Σέλτικ συνεχίζεται αδιάλειπτα. Οι οπαδοί της Σέλτικ είναι καθολικοί και εκείνοι της Ρέιντζερς προτεστάντες και η διαμάχη τους ξεπερνά τα όρια. Προσωπικά, δεν θεωρώ πως υπάρχει άλλο ντέρμπι σε όλο τον πλανήτη που να πλησιάζει σε μίσος και έχθρα αυτά που νιώθουν οι μεν για τους δε. Ούτε το Μπαρτσελόνα - Ρεάλ ούτε το Μπόκα - Ρίβερ, που ναι μεν έχουν πολλά κοινά στοιχεία με αυτή την αναμέτρηση, αλλά ούτε στο ελάχιστο δεν υπάρχει αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο στις διαμάχες τους. Οποιος ζήσει μέσα στο γήπεδο την ατμόσφαιρα ενός «Old Firm», όπως αποκαλούν το ντέρμπι αυτό –λόγω της παλαιότητας στην αντιπαλότητα, θα το επιβεβαιώσει. Ομολογώ πως τάκλιν στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα αγώνα όπως ένα… δολοφονικό του Γκρέιαμ Σούνες (τότε παίκτη και προπονητή στη Ρέιντζερς) το 1987 στον Ρόι Αϊτκεν της Σέλτικ δεν έχω δει ποτέ και πουθενά αλλού!

Η ομάδα της Ρέιντζερς ιδρύθηκε το 1873 ως μια πρεσβυτεριανή Λέσχη αγοριών. Στην αρχή δεν εκπροσωπούσαν κάτι συγκεκριμένο από θρησκευτικής ιδεολογίας, αλλά συνασπίστηκαν στις τάξεις τους όλοι εκείνοι που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την επιτυχία της Σέλτικ και των καθολικών που την ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια. Οι «Κέλτες» εξέφραζαν και εκφράζουν το καθολικό στοιχείο, όχι μόνο της Σκωτίας αλλά και της Ιρλανδίας. Η ομάδα γεννήθηκε το 1887 και έγινε η πρώτη αγγλοσαξωνική εκπρόσωπος που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1967 στη Λισσαβώνα, με τη νίκη της επί της Ιντερ του Ελένιο Ερέρα, κλασικής αντιπροσώπου του κατενάτσιο, που διέθετε σύμβολα όπως ο Ματσόλα, ο Κόρσο και ο Φακέτι. Τα χρώματα αλλά και τα σύμβολα της ομάδας, το πράσινο και το τετράφυλλο τριφύλλι, παραπέμπουν στις ιρλανδικές ρίζες της.

Ο κύκλος του μίσους
Το πρώτο ματς της Σέλτικ ήταν εναντίον της… Ρέιντζερς στις 28 Μαΐου 1888. Για να συμπληρώσει ομάδα η Σέλτικ ζήτησε οκτώ παίκτες δανεικούς από τη Χιμπέρνιαν του Εδιμβούργου, την ομάδα που εκπροσωπούσε έως τότε το ιρλανδικό στοιχείο στη Σκωτία. Μάλιστα, το όνομα Ibernia στα λατινικά σήμαινε ακριβώς αυτό στα λατινικά: Ιρλανδία. Οι δανεικοί παίκτες έκαναν μία χαρά τη δουλειά τους και νίκησαν 5-2 τους Προτεστάντες της Ρέιντζερς, ανοίγοντας τον χορό.

Το «Old Firm» δεν άρχισε δυσοίωνα ούτε είχε προβλήματα. Αντίθετα, τα πρώτα χρόνια οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες ήταν καλές και τα ποδοσφαιρικά ματς βοηθούσαν στη σύσφιξη των σχέσεων. Σύντομα, όμως, άρχισε ο κύκλος του μίσους. Κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα δημιουργήθηκε ένταση από τη μετανάστευση πολλών Ιρλανδών από το Μπέλφαστ, όπου δούλευαν στα ναυπηγεία, επειδή η εταιρεία τους άλλαξε έδρα και πήγε στη Γλασκώβη. Αυτό εκτόξευσε στα ύψη το μίσος για τους καθολικούς. Με την ανεργία και την οικονομική ανέχεια που ακολούθησε την περίοδο του μεσοπολέμου να χειροτερεύουν το βιοτικό επίπεδο, δεν ήταν δύσκολο να εντοπιστούν τα εξιλαστήρια θύματα.

Κάθε Ιρλανδός εργάτης έγινε στόχος από τους προτεστάντες. Οι «Billy Boys», οι οπαδοί της Ρέιντζερς, εμπνεύστηκαν το όνομά τους από τον Γουλιέλμο της Οράγγης (William of Orange). Η προσωνυμία του Ολλανδού βασιλιά ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές της Ιρλανδίας και της Σκωτίας είναι King Billy και ήταν αυτός που εγκαθίδρυσε με την απόβαση της 5ης Νοεμβρίου του 1688 στο Μπρίξαμ της νοτιοδυτικής Αγγλίας τον προτεσταντισμό, «ξεριζώνοντας» την καθολική μοναρχία. Το πορτοκαλί, λοιπόν, συνδέθηκε με τη Ρέιντζερς και αυτό εξηγεί το μένος για τα παπούτσια του Σαμαρά!

Σε λάθος τόπο, με λάθος φανέλα
Οι «Billy Boys» έφτιαξαν τη δική τους έκδοση της Κου Κλουξ Κλαν, όταν έγιναν κυνηγοί κεφαλών στη Γλασκώβη και έκαναν επιθέσεις σε κάθε Ιρλανδό μετανάστη. Οι «Fenians», δηλαδή οι Ιρλανδοί νασιοναλιστές που από τη δεκαετία του 1850 ήταν αντίθετοι στη βρετανική κυριαρχία στη χώρα τους, εντάχθηκαν στον στρατό των οπαδών της Σέλτικ, η οποία έγινε σύμβολό τους. Για χρόνια άνθρωποι δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά σε εταιρεία που ο ιδιοκτήτης ήταν προτεστάντης (ή καθολικός, ανάλογα), τα παιδιά δεν μπορούσαν να κάνουν μάθημα στο ίδιο κτίριο στο σχολείο με άλλα που είχαν διαφορετικό δόγμα! Στα μπαρ αν φορούσες σταυρό, για παράδειγμα (δείγμα εξτρεμιστικού καθολικισμού), δεν σε σέρβιραν στις γειτονιές των προτεσταντών!

Ατυχοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους φορώντας τη λάθος φανέλα, σε λάθος σημείο στην πόλη! Ακόμα και η αστυνομία μπήκε σε λάθος μονοπάτια για πολλά χρόνια, απαγορεύοντας στους οπαδούς της Ρέιντζερς να ανοίγουν βρετανικές σημαίες (την επίσημη του κράτους δηλαδή) μέσα στο «Πάρκχεντ» την έδρα της Σέλτικ, γιατί ήταν κάτι που μπορεί να προβόκαρε το πλήθος! Ενα πλήθος που κατέκλυζε τις εξέδρες με σημαίες της Ιρλανδίας! Από την άλλη, για χρόνια συνιστούσαν σε παίκτες και οπαδούς της Σέλτικ να μην κάνουν τον σταυρό τους (κάτι που εξοργίζει τους φανατικούς προτεστάντες) στην έδρα της Ρέιντζερς, το «Αϊμπροξ».

Φτάσανε πολλές φορές στα άκρα τα πράγματα σε αγώνες μεταξύ των δύο ομάδων. Το 1975 συνέβησαν δύο απόπειρες δολοφονίας, δύο επιθέσεις με μπαλτά, μία με τσεκούρι, εννέα μαχαιρώματα και 35 συμπλοκές με πέτρες, ρόπαλα, αλυσίδες. Το 1999 μέσα σε λίγες ώρες γύρω από το γήπεδο και στο κέντρο της πόλης υπήρξαν δύο νεκροί από μαχαιρώματα και ένας από βέλος! Η πιο σκληρή εικόνα αφορούσε την επίθεση σε ένα 16χρονο –τον Τζέιμς ΜακΦάντεν– που μαχαιρώθηκε έξω από μία ιρλανδική παμπ στο στήθος και στο στομάχι από οπαδούς της Ρέιντζερς!

Η αστυνομία τα τελευταία χρόνια αποφάσισε να δράσει. Τα μέτρα πριν, μετά και κυρίως κατά τη διάρκεια του ματς είναι δρακόντεια. Αλλά και πάλι το μίσος είναι τόσο μεγάλο και περνάει μέσα από τις οικογένειες, που μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό τα όποια κατασταλτικά αλλά και προληπτικά μέτρα.

Πιστοποιητικό θρησκείας για δουλειά!
Το θρησκευτικό χάσμα μεταξύ των δύο συλλόγων υπήρξε αγεφύρωτο για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα, που δεν έδιναν συμβόλαια σε όποιον ήξεραν ότι πιστεύει σε αντίθετο δόγμα από εκείνο που πρέσβευαν. Οταν μια εφημερίδα έθεσε το ερώτημα «γιατί η ομάδα της Ρέιντζερς δεν παίρνει καθολικούς;» είδε την κυκλοφορία της να μειώνεται στο μισό και στη συνέχεια έκλεισε! Η Σέλτικ, πάντως, υποχώρησε πρώτη σε αυτό το σημείο και από τη δεκαετία του '50 δειλά δειλά άρχισε να κάνει άνοιγμα σε καλούς παίκτες, που δεν ήταν καθολικοί. Η Ρέιντζερς, όμως, ήταν ακραιφνώς ομάδα Διαμαρτυρόμενων. Ακόμα και οι γραμματείς που δούλευαν στα γραφεία έπρεπε να προσκομίσουν χαρτιά της θρησκείας, ακόμα και των γονέων τους, για να βρουν δουλειά!

Ανάμεσα στα υπόλοιπα εκπληκτικά που διαπιστώνει κανείς αναλύοντας την ιστορία των δύο ομάδων, είναι πως η Γκλάσγκοου Ρέιντζερς από το 1873 έως σήμερα άλλαξε μόνο 14 προπονητές! Δεν είναι τυπογραφικό λάθος! Καλά διαβάσατε… Μόλις 14 προπονητές! Ο Γουόλτερ Σμιθ μάλιστα έχει ξαναδουλέψει στις αρχές της δεκαετίας του '90, κατακτώντας επτά πρωταθλήματα, συν τον Τζοκ Γουάλας που επίσης πέρασε σε δύο διαφορετικές περιόδους από τον πάγκο, άρα ο αριθμός είναι 12 τεχνικοί σε 134 χρόνια! Ούτε η Σέλτικ πάει πάντως πίσω. Στον πάγκο της έχουν κάτσει συνολικά 15 διαφορετικοί άνθρωποι, κάτι επίσης εντυπωσιακό διότι μιλάμε για 120 χρόνια ιστορίας!

Ενας λόγος που δεν άλλαζαν συχνά προπονητές οι δύο ομάδες ήταν και θρησκευτικός. Μόνο φανατικοί ρεφορμιστές προτεστάντες μπορούσαν να κάνουν αίτηση για τη δουλειά στη Ρέιντζερς, οπότε δεν υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι. Ο Μπιλ Στρουθ κατάφερε να μείνει 34 χρόνια στη θέση του, από το 1920 έως το 1954. Στη Σέλτικ ο πρώτος προπονητής, φανατικός καθολικός, ο Γουίλι Μάλεϊ έμεινε στη θέση του από το 1888 έως το... 1940, κατακτώντας 16 πρωταθλήματα!
Η Ρέιντζερς, από άποψη τίτλων, είναι η πιο πετυχημένη ομάδα στον πλανήτη, έχοντας 108 τίτλους στη συλλογή της (51 πρωταθλήματα, 31 Κύπελλα, 25 Λιγκ Καπ και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων). Μάλιστα, το 1999 νικώντας την Αμπερντίν στον τελικό του Κυπέλλου Σκωτίας έγινε ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που έφτανε τους 100 τίτλους.

Η Σέλτικ αντίθετα είναι πιο πετυχημένη στην Ευρώπη από την «αιώνια» εχθρό της με ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών (1967) και άλλους δύο χαμένους τελικούς (1970 στο ίδιο Κύπελλο και το 2003 στο ΟΥΕΦΑ), αλλά στη Σκωτία υπολείπεται σε διακρίσεις. Εχει κατακτήσει 41 πρωταθλήματα, 34 Κύπελλα και 13 Λιγκ Καπ, δηλαδή συνολικά 89 τίτλους μαζί με το Κύπελλο Ευρώπης του 1967. Πριν από μερικά χρόνια και οι δύο ομάδες έκαναν αίτημα να φύγουν από το πρωτάθλημα της Σκωτίας και να ενταχθούν στην Πρέμιερ Λιγκ, αλλά η ΟΥΕΦΑ απέτρεψε την αγγλική ομοσπονδία να αποδεχτεί την επιθυμία τους. Εκείνη την εποχή επίσης υπήρξε μία μοναδική σύμπνοια των διοικήσεων, με κοινό σπόνσορα την μπίρα Carling, όπως και κοινή συμφωνία με το τηλεοπτικό καλωδιακό κανάλι NTL που είχε αποκτήσει τα δικαιώματά τους. Αυτή την προσπάθεια να έρθουν κοντά οι δύο διοικήσεις δεν την είχαν δει με καλό μάτι οι οπαδοί και σύντομα τράβηξαν και πάλι μοναχικούς δρόμους!

Μην κάνετε τον σταυρό σας!
Από κάθε άποψη, λοιπόν, το 1989 είναι μια ιστορική χρονιά, σπάζοντας μια παράδοση 116 ετών. Ο Μο Τζόνστον έγινε ο πρώτος ρωμαιοκαθολικός που πήρε μεταγραφή στη Ρέιντζερς. Επαιζε στη γαλλική Ναντ και είχε περάσει και από τη Γουότφορντ στην Αγγλία, αλλά η καριέρα του στη Σέλτικ ήταν αυτή που πυροδότησε το φιτίλι. Την πρώτη μέρα που υπέγραψε, πολλοί φίλοι της Ρέιντζερς συγκεντρώθηκαν έξω από το «Αϊμπροξ» και έκαψαν τα εισιτήρια διαρκείας εις ένδειξη διαμαρτυρίας. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν για καιρό και ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Ο Μο Τζόνστον δεν κέρδισε ποτέ μία θέση στις καρδιές και την εμπιστοσύνη των οπαδών, αν και έκανε αυτό που ήξερε πολύ καλά: σκόραρε σχεδόν σε κάθε ματς.

Ωστόσο, η ενέργειά του τρία χρόνια νωρίτερα, σε αγώνα της Σέλτικ κόντρα στη Ρέιντζερς, να χτυπήσει με κεφαλιά έναν αντίπαλο και να αποβληθεί δεν τον βοηθούσε. Οχι για την αποβολή, αλλά γιατί φεύγοντας για τα αποδυτήρια έκανε το σήμα του… σταυρού στους οπαδούς της Ρέιντζερς! Κάτι που έγινε και με τον Πολωνό γκολκίπερ της Σέλτικ, Αρθουρ Μπόρουτς, επίσης Ρωμαιοκαθολικό, τον Φεβρουάριο του 2006, επειδή έκανε τον σταυρό του. Η αστυνομία θεώρησε πως προβόκαρε τους οπαδούς των «τζερς», οι οποίοι τον μήνυσαν και η ιστορία έφτασε έως το δικαστήριο. Πρωτόδικα καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση, αλλά έκανε έφεση. Το αιτιολογικό της απόφασης εξηγούσε πως σε έναν ανοιχτό χώρο κάποιος οφείλει να προσέχει τις κινήσεις του για να μην εξάπτονται τα πάθη! Στην ήττα της Σέλτικ με 3-0 από τη Ρέιντζερς, τον Οκτώβριο ο Μπόρουτς αρνήθηκε να δώσει το χέρι του στο τέλος του ματς στον αρχηγό των νικητών Μπάρι Φέργκιουσον. «Δεν αισθάνομαι πως οφείλω να συγχαρώ κάποιον προτεστάντη, ο οποίος δεν σέβεται τα πιστεύω μου και την προσωπικότητα μου», είπε, αλλά η ομάδα του τον τιμώρησε με πρόστιμο, θεωρώντας πως η πράξη του έκανε κακό στο προφίλ του συλλόγου!

Στην περίπτωση του Τζόνστον, πάντως, πριν από 18 χρόνια η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ενας σύνδεσμος οπαδών της Ρέιντζερς έκλεισε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο ίδιος ο παίκτης φοβόταν για τη ζωή του και αποφάσισε να προσλάβει προσωπική φρουρά επί 24ώρου βάσης. Οι οπαδοί της Σέλτικ βρήκαν τρόπο και επιτέθηκαν στον πατέρα του και του έκαψαν το αυτοκίνητο. Ο ίδιος έκανε τα πάντα για να γίνει αρεστός στους οπαδούς της νέας ομάδας του, φτάνοντας στο σημείο ακόμα και να φτύσει το έμβλημα της Σέλτικ! Οι αντιδράσεις παρέμεναν ακραίες και έτσι έπειτα από μόλις ένα χρόνο αποφάσισε να φύγει!

Σήμερα ο Γιώργος Σαμαράς θα γίνει ο δεύτερος Ελληνας, μετά τον Σωτήρη Κυργιάκο που αγωνίστηκε στη Ρέιντζερς, που θα βιώσει το απόλυτο ντέρμπι και μία αληθινή εμπειρία ζωής!

Του Χρήστου Σωτηρακόπουλου από την"SportDay" του Σαββάτου, 29 Μαρτίου 2008.

Tο κράτος δεν είναι πατρίδα

Στη μνήμη των πεσόντων

Σιαλμά, Βλαχάκου, Γιαλοψού, Καραθανάση, Ηλιάκη


Mια ιστορία από τα σύνορα του Έβρου, τον Nοέμβριο του 1967. Ένα γεγονός που έχει μείνει στην αφάνεια είναι ότι στις 16 Nοεμβρίου 1967 η τουρκική Eθνοσυνέλευση κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Eλλάδας

Στα σύνορα του Έβρου η απέναντι όχθη πλημμύρισε με τουρκικά άρματα μάχης, που μάρσαραν νυχθημερόν εκφοβιστικά, πανέτοιμα να περάσουν το ποτάμι. Στη δική μας πλευρά ο αριθμός των αρμάτων ήταν ασήμαντος σε σχέση με των Τούρκων και αρχίσαμε τα κολοκοτρωναίικα· τα κάναμε κυκλικές βόλτες για να φαίνονται περισσότερα. (Εικόνα τρομακτικής ανισότητας, που θα έπρεπε να την έχουν αντικρίσει όσοι με ασυγχώρητη ανευθυνότητα μιλάνε σήμερα για μείωση των εξοπλισμών.)

Ο ίλαρχος N.M., διοικητής μιας Ίλης Αναγνωρίσεως, διέθετε στον τομέα ευθύνης του πλάι στο ποτάμι 4 έφεδρους αξιωματικούς και 144 στρατιώτες, συν 2 «βοηθητικούς» που δεν έφεραν όπλο. Εκείνες τις κρίσιμες στιγμές έλαβε μια επείγουσα διαταγή από τη Μεραρχία και κάλεσε προσκλητήριο τη μονάδα του.

Ανέλυσε στους συγκεντρωμένους την κατάσταση, μίλησε για την τουρκική υπεροπλία και ζήτησε από τους στρατιώτες του 30 εθελοντές να περάσουν την ίδια νύχτα το ποτάμι, με επικεφαλής τον ίδιο και τους 4 έφεδρους αξιωματικούς τους, για δολιοφθορά των εχθρικών τανκς. Οι πιθανότητες να γυρίσουν ζωντανοί ήταν μηδαμινές, είτε πετύχαινε η αποστολή τους είτε όχι· γι' αυτό τούς έδωσε είκοσι λεπτά προθεσμία να συζητήσουν μεταξύ τους και να αποφασίσουν μόνοι τους ποιοι θα συμμετείχαν εθελοντικά. Μάλιστα προέτρεψε όσους ήταν παντρεμένοι ή είχαν προστατευόμενα μέλη στην οικογένειά τους να μη συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Στην ουσία ο ίλαρχος N.M. απάλλαξε τους στρατιώτες του από κάθε όρκο και υποχρέωση και τους έδωσε το δικαίωμα να επιλέξουν οι ίδιοι αν θα ζήσουν ή θα πεθάνουν.

Ο Έβρος ήταν ανέκαθεν για το στρατό ο κάλαθος των αχρήστων. Ήταν χρόνια πρακτική, και των προηγούμενων κυβερνήσεων, στην οποία η δικτατορία είχε προσδώσει διαστάσεις «τιμωρίας». Στον Έβρο έστελναν όλους τους παρίες, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα για καλύτερη μετάθεση, τους κοινωνικά απροσάρμοστους και κυρίως τους αντίθετους στο καθεστώς, στους οποίους επιφύλασσε και την ανάλογη περιποίηση.

Αυτή πάνω κάτω ήταν και η κοινωνική σύνθεση της μονάδας του N.M., που οι οπλίτες της συσκέπτονταν μεταξύ τους για είκοσι λεπτά και συγκεντρώθηκαν πάλι με τον ήχο της σάλπιγγας. Ο ίλαρχος διέταξε οι 30 εθελοντές να κάνουν ένα βήμα μπροστά για να αποσπαστούν από τους υπόλοιπους. Ένα βήμα μπροστά έκαναν όχι μόνο 30 άντρες, αλλά αυτομάτως και οι 144, μαζί τους και οι 2 «βοηθητικοί». Αυτά τα παιδιά ήταν απλοί στρατιώτες. Δεν είχαν την ψυχοτεχνική εκπαίδευση για καταδρομικές επιχειρήσεις ούτε τον απαιτούμενο ειδικό εξοπλισμό και την ανάλογη υποστήριξη· εύλογα θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν γι' αυτή την αποστολή θανάτου. Όμως αποφάσισαν να υπερβάλουν εαυτόν, διέγραψαν τις ταλαιπωρίες που τους υπέβαλλε το ανελεύθερο καθεστώς και ήταν έτοιμα να δώσουν τη ζωή τους για την πατρίδα· όπως ακριβώς οι πατέρες τους πολέμησαν τους Ιταλούς υπό τη μεταξική δικτατορία· η αντίθεσή τους στο δικτατορικό καθεστώς δεν επηρέασε σε τίποτα τη φιλοπατρία τους. Ένιωθαν ως το κύτταρό τους, χωρίς να χρειαστεί να τους το πει κανείς, ότι η εθνική επιβίωση είναι υπεράνω ιδεολογιών, ταξικών διαφορών, προσωπικών αδικιών, συμφερόντων κ.λπ.

Γιατί το κράτος δεν είναι πατρίδα.

Το κράτος είναι απλώς ένα σύστημα διαχείρισης της κοινωνίας που αλλάζει ανάλογα με τα πρόσωπα τα οποία εντελώς πρόσκαιρα και συγκυριακά το στελεχώνουν. Το κράτος πιθανόν να είναι δίκαιο ή άδικο, ικανό ή ανίκανο, αφερέγγυο, αυταρχικό και σπανίως στοργικό· να δέρνει τους συνταξιούχους, να μη σέβεται ζώντες και τεθνεώτες, να μεροληπτεί, να χρηματίζεται, να τρομοκρατεί.

H πατρίδα είναι κάτι ακλόνητο, βαθύ και καθοριστικό για τον άνθρωπο. H πατρίδα είναι η πανάρχαιη γειτονιά μας στον κόσμο. Αυτή μας προσδιορίζει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Επειδή είμαστε πρόσωπα, και όχι τυχαία άτομα, υπάρχουμε εν χώρω και χρόνω με δικό μας ήθος και έθος. Άλλωστε η ανθρώπινη ποικιλία τρόπων, αισθημάτων, εμπειριών και έκφρασης συνιστά τη διαφορετικότητα, που είναι ζωή και ευλογία· δίνει μορφή και περιεχόμενο στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

ΔΙΚΟ ΣΟΥ EINAI MONO AYTO ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ NA ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΕΙΣ

Τελικώς η σύγκρουση τότε με την Τουρκία αποσοβήθηκε με οδυνηρές υποχωρήσεις εκ μέρους μας· μια από αυτές ήταν η επαίσχυντη απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, που άνοιξε το δρόμο για την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974.

Και από τότε, χωρίς να γίνει πόλεμος, επί 40 ολόκληρα χρόνια χάνουμε σταθερά ανθρώπους και δικαιώματα. Ιδίως από το 1996 και μετά έχουμε οδηγηθεί σε μια κατάσταση «φινλανδοποίησης» έναντι της Τουρκίας, η οποία συνεχώς διατυπώνει νέες απειλές και νέες απαιτήσεις: Ίμια, γκρίζες ζώνες, S-300, υφαλοκρηπίδα, Θράκη, casus belli για τα 12 μίλια, αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, για να ακολουθήσουν τη μοίρα της Κύπρου, διχοτόμηση του Αιγαίου και ίσως άλλα που δεν τα γνωρίζουμε ακόμη. Και, επειδή «τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει αν κάτι άλλο δεν υποχωρήσει», εμείς τα τελευταία δέκα χρόνια, άτολμοι και περιδεείς, γλείφουμε για «ελληνοτουρκική φιλία», μεταμφιέζουμε τον τρόμο μας σε «σωφροσύνη» και σκιζόμαστε να εξυπηρετήσουμε τους απέναντι σε ό,τι θέλουν: υποστήριξη στην Ευρώπη, τερατούργημα Ανάν, οικονομικά ανοίγματα και διάφορα άλλα αναξιοπρεπή, ενώ ο κατάλογος των πεσόντων μας μεγαλώνει ασταμάτητα: Σιαλμάς, Βλαχάκος, Γιαλοψός, Καραθανάσης και, πριν λίγες μέρες, Ηλιάκης.

Όμως όλα έχουν ένα όριο.

H πορεία ενός έθνους δεν καθορίζεται από ευκαιριακά συμφέροντα και ανεπαρκείς ηγεσίες. Περιλαμβάνεται στις θυσίες των νεκρών μας, στο παρόν το δικό μας και στο μέλλον αυτών που έρχονται. Τα κυριαρχικά μας δικαιώματα μπορεί να τα χάσουμε μόνο μετά από στρατιωτική ήττα· ουδείς από τους κρατούντες νομιμοποιείται να τα παραχωρήσει σε διαπραγματεύσεις. Όποιος μιλάει για ελευθερία και ανεξαρτησία χωρίς να είναι έτοιμος να ματώσει είναι απατεώνας. Ούτε το δικαστήριο της Χάγης ούτε οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να αποφανθεί αν επιτρέπεται να αναπνέουμε ακόμη τον αέρα της πατρίδας μας ή αν η Θράκη, η Κύπρος και τα νησιά είναι δικά μας.

H αλήθεια είναι μία και πανάρχαιη:

Δικό σου είναι μόνο αυτό που μπορείς να προστατεύσεις.

Του Διονύση Χαριτόπουλου από "ΤΑ ΝΕΑ" του Σαββάτου, 10 Ιουνίου 2006

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

«Ενα γέλιο θα σας θάψει»...

Η επιστήμη μελετά το γέλιο τα τελευταία 20 χρόνια. Οι επιστημονικές έρευνες λένε πως το γέλιο παράγεται στο μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου που είναι η περιοχή η οποία σχετίζεται με τα συναισθήματα. Αυτό το μέρος του εγκεφάλου «αποφασίζει» για το αν το γέλιο μας θα είναι έντονο, διακριτικό ή ξεκαρδιστικό. Αυτή η εγκεφαλική διεργασία διαρκεί μόλις μερικά δευτερόλεπτα κι εμείς δεν τη συνειδητοποιούμε.

ΜΟΛΙΣ ο εγκέφαλός μας πάρει τη μεγάλη απόφαση, το γέλιο καταλαμβάνει ολόκληρο το σώμα μας. Αρχικά, συσπώνται οι μύες στην κοιλιά και τα ζυγωματικά μας. Το διάφραγμα ανοίγει και αυξάνονται οι χτύποι της καρδιάς. Οι αναπνοές γίνονται πιο γρήγορες ενώ οι σκελετικοί μύες χαλαρώνουν. Αυτή η στιγμιαία αίσθηση μας ηρεμεί, αλλά και κάποιες φορές μας αναγκάζει να καθίσουμε γιατί δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι απ' τα γέλια. Και μαζί με... μας χαλαρώνουν και οι σφιγκτήρες. Η έκφραση «κατουρήθηκα από τα γέλια» ενίοτε δεν είναι υπερβολική...

ΤΟ γέλιο κάνει καλό σε όλο μας το σώμα. Εχει αποδειχθεί ότι καλυτερεύει την ερωτική ζωή των ανδρών, αφού, όπως και το Βιάγκρα, προκαλεί τη διαστολή των αρτηριών που τροφοδοτούν με αίμα τα γεννητικά όργανα. Μετά από ένα ξεκαρδιστικό γέλιο απελευθερώνονται κατεχολαμίνες που αυξάνουν την παροχή οξυγόνου στον εγκέφαλο και στους μυς. Ετσι μειώνεται το αίσθημα της κούρασης και νιώθουμε ευφορία. Και όταν γελάμε συχνά, παράγονται ενδορφίνες που έχουν αναλγητική και χαλαρωτική δράση.

ΔΗΛΑΔΗ άμα γελάς πολύ δεν σου χρειάζονται τα παυσίπονα και τα ηρεμιστικά. Ο οργανισμός σου έχει τους μηχανισμούς για να σε κάνει καλά. Τις ευεργετικές ιδιότητες του γέλιου χρησιμοποιούν ήδη οι γιατροί. Βάζουν τα παιδιά που αναρρώνουν σε νοσοκομεία και υποβάλλονται σε χημειοθεραπείες να ψυχαγωγούνται από κλόουν και να βλέπουν αστείες ταινίες.

ΤΟ γέλιο δραστηριοποιεί το αυτόνομο παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα το οποίο ελέγχει πάρα πολλές λειτουργίες του οργανισμού. Εχει διαπιστωθεί ότι βελτιώνει την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος ενώ συμβάλλει στην ταχύτερη ανάρρωση των ασθενών και ενδυναμώνει το σύστημα άμυνας του οργανισμού. Οταν γελάς μειώνεις την πίεση και το στρες. Η πέψη σου γίνεται ευκολότερη και μειώνεται η βουλιμία που αισθάνεσαι όταν πλησιάζεις στο ψυγείο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ χρησιμοποιούν το γέλιο και για αδυνάτισμα: «Είσαι χοντρός - ένα γέλιο θα σ' αδυνατίσει»!... Οταν γελάμε, καίμε 20% περισσότερες θερμίδες. Αμερικανοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι όσοι γελάνε κάθε μέρα, για 10-15 λεπτά, χάνουν 2 κιλά το χρόνο. Εκατό με διακόσιες συσπάσεις γέλιου την ημέρα ισοδυναμούν με 10 λεπτά τρεξίματος. Ο άλλος τρέχει σαν μαλάκας και συ γελάς και χάνεις κιλά. Αν καταφέρεις και ξεκαρδιστείς για μία ώρα θα χάσεις 500 θερμιδούλες. Φάε ένα κομμάτι παστίτσιο και μετά ξεσκίσου στο γέλιο. Θα 'ναι σαν να μην το έφαγες ποτέ...

ΕΝΑΣ ενήλικος γελά περίπου 6.205 φορές τον χρόνο. Δηλαδή περίπου 17 φορές την ημέρα. Τα παιδιά γελούν κατά μέσον όρο 40 φορές την ημέρα! Γίνε παιδί και θα πάψεις να 'σαι χοντρός... Η παρέα δεν είναι απαραίτητη για να γελάσουμε, έχει όμως διαπιστωθεί ότι γελάμε περισσότερο με το ίδιο αστείο αν γίνεται παρουσία άλλων. Κατά μέσον όρο, γελάμε 30 φορές περισσότερο με παρέα σε σχέση με τις μοναχικές στιγμές μας.

ΟΙ άνδρες λένε περισσότερα αστεία όταν είναι σε παρέα με γυναίκες και οι γυναίκες γελάνε περισσότερο όταν βρίσκονται μεταξύ ανδρών. Να μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει γυναίκα που να μη δηλώνει πως αγάπησε τον άνδρα που την έκανε να γελά.

ΤΟ γέλιο δεν είναι προνόμιο των ανθρώπων. Εχει διαπιστωθεί ότι πολλά ζώα γελάνε. Ανάμεσα σ' αυτά οι πίθηκοι και τα ποντίκια. Πάντως ανθρώπινο προνόμιο είναι το πολλαπλό γέλιο: μπορούμε να κάνουμε «χα, χα, χα» επειδή είμαστε δίποδα και οι χορδές μας έχουν διαμορφωθεί κατάλληλα. Οι πίθηκοι περιορίζονται σε ένα «χα». Ποια ήταν η πρώτη αιτία γέλιου του πρωτόγονου ανθρώπου; Φυσικά το γαργαλητό...

ΤΟ 1962 η Τανζανία συγκλονίστηκε από επιδημία γέλιου που διήρκεσε δυόμισι χρόνια. Γύρω στις χίλιες νεαρές γυναίκες «μολύνθηκαν» κατά τη διάρκεια της επιδημίας και η μόνη λύση που μπόρεσαν να βρουν οι Αρχές ήταν να βάλουν σε καραντίνα τα «γελαστά» χωριά που επλήγησαν από την επιδημία... Το χρονικό της επιδημίας γέλιου έχει καταγραφεί σε ιατρικές επιθεωρήσεις.

Του Ανδρέα Ρουμελιώτη από την στήλη "Ράδιο Ε" στην "Ελευθεροτυπία" της Παρασκευής, 28 Μαρτίου 2008.

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Ιστορίες οικονομικής ευφορίας

H ύφεση που ξεκίνησε με την κρίση που ξέσπασε στην αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ και τα δάνεια υψηλού ρίσκου που έδιναν οι τράπεζες, όχι από μεγαλοθυμία ή ανθρωπιστικά κίνητρα, αλλά γιατί ήθελαν να κερδοσκοπήσουν υπερβολικά, μεταφέρεται σιγά σιγά, σαν ένας επικίνδυνος ιός, στις αγορές όλου του κόσμου. Αυτή η κρίση των δανείων υψηλού ρίσκου για μία ακόμα φορά δείχνει πόσο εκτεθειμένο είναι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα –που δεν αποτελεί κανένα μνημείο διαφάνειας– στις οργανωμένες κινήσεις κερδοσκοπίας. Κινήσεις απέναντι στις οποίες τα κράτη δεν έχουν καμία άμυνα, εκτός αν θεωρήσουμε αυτή τη γελοιότητα των επιτοκίων ως τέτοια.

Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της κρίσης έχει να κάνει με το ποιος, τέλος, φορτώνεται αυτή τη ζημιά που προκάλεσαν οι κερδοσκοπικές κινήσεις κάποιων ηλιθίων. Μα, όλοι εμείς. Οι κεντρικές τράπεζες δανείζουν αφειδώς δισεκατομμύρια σε τραπεζικά ιδρύματα που τζογάρισαν στη φούσκα των ακινήτων για να μην πτωχεύσουν. Και αυτά τα εκατομμύρια που δανείζουν, ουσιαστικά τα πληρώνουμε εμείς. Διότι αυτά τα τεράστια ποσά «οικονομικής στήριξης», οι κυβερνήσεις τα κόβουν από τις χρηματοδοτήσεις του προϋπολογισμού στα ταμεία, την παιδεία, την υγεία και όλες τις κοινωνικές λεγόμενες δαπάνες.

Ενα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο στην ιστορία αυτή αφορά τους Νεοφιλελεύθερους, που κατακεραυνώνουν την επέμβαση του κράτους στην αγορά. Τώρα που οι κυβερνήσεις στηρίζουν τις τράπεζες, τους μοχλούς της κερδοσκοπίας, δεν βγάζουν τσιμουδιά. Λες και το βασικό καθήκον του κράτους είναι να «εθνικοποιεί», να μοιράζει σε όλους εμάς τις ζημιές που υφίστανται οι κερδοσκόποι. Δεν θυμάμαι ποτέ όμως κάποια κυβέρνηση να θέλει να μας μοιράσει και τα κέρδη που συσσωρεύουν όλοι αυτοί οι «οι παίκτες» του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, που έχουν μερικές φορές και κάτι ονόματα όπως hedge funds, από τα οποία άντε να διεκδικήσεις χρήματα σε περίπτωση που τα χάσεις.

Το έχω ξαναγράψει και παλιότερα και δεν αποτελεί καμιά μεγάλη σοφία: οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου, λόγω της ιδιαίτερης φύσης που έχουν ως επιχειρήσεις οι τράπεζες, τους έχουν παραχωρήσει απίστευτα προνόμια, που παρόμοιά τους δεν έχει κανένας άλλος επιχειρηματικός κλάδος. Αυτά τα προνόμια, που σε μεγάλο βαθμό έχουν να κάνουν με την εγγύηση των κεφαλαίων και της λειτουργίας τους από το κράτος, τις ωθούν να ριψοκινδυνεύουν μεγάλα ποσά σε επισφαλείς επενδύσεις, με στόχο να αποκομίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κέρδη, για να τα μοιράσουν στους μετόχους τους. Αν δεν υπήρχαν οι κρατικές εγγυήσεις, δεν θα τολμούσαν να διακινδυνέψουν ούτε μισό ευρώ. Βέβαια, το σύστημα είναι «σοφό». Για να αποκλείσει την πιθανότητα να βρεθεί στην εξουσία κάποιο κόμμα με τίποτα περίεργες αντιλήψεις για την κοινωνική δικαιοσύνη, έχει διασφαλίσει τη θεσμική ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών. Κανείς δεν μπορεί να τις ελέγξει.

Πέρα από αυτό, επειδή την τελευταία εικοσαετία η διαπλοκή τής οικονομικής με την πολιτική εξουσία απλώθηκε σε τρομερό βαθμό –σε σημείο που οι πολιτικοί να είναι εντολοδόχοι των οικονομικών συμφερόντων– το ίδιο το πολιτικό σύστημα έχει αποδυναμώσει την εκλογική διαδικασία απ' αυτό που θα έπρεπε να είναι σε μία Δημοκρατία, διασφαλίζοντας τον αποκλεισμό από τη διακυβέρνηση κάθε πολιτικής δύναμης, η οποία δεν είναι πρόθυμη να υπηρετήσει το μεγάλο κεφάλαιο και τις ορέξεις του.

Ας πούμε, εδώ στην Ελλάδα, βάλαμε έναν καθηγητή του συνταγματικού δικαίου να υποστηρίξει την ψήφιση ενός εκλογικού νόμου, που ανεξαρτήτως του τι θα βγάλει η κάλπη θα δώσει στο πρώτο κόμμα ένα πριμ 50 εδρών. Αυτό, μία πρακτική δικτατορικών καθεστώτων που είχε στόχο τους αποκλεισμούς από τη διακυβέρνηση των «επικίνδυνων» ομάδων ή κομμάτων, κάποιοι το ονομάζουν Δημοκρατία.

Του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου από την "SportDay" της Παρασκευής, 21 Μαρτίου 2008.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Ελλάδα, η χώρα των αντιθέσεων

Αλλού ερημώνει κι αλλού γιγαντώνεται, αλλού φτωχαίνει κι αλλού πλουτίζει, αλλού πνίγεται κι αλλού -ακόμη- αναπνέει.

Θάλασσες και βουνά, χωριουδάκια και μεγαλουπόλεις, ανατολή και δύση. «Ελλάδα, χώρα των αντιθέσεων» θα μπορούσε να είναι το σλόγκαν διαφημιστικής καμπάνιας του υπουργείου Τουρισμού, εάν οι αντιθέσεις που απαρτίζουν τη χώρα μας δεν είχαν και την «γκρίζα» τους πλευρά. Χωριά σε όλη τη χώρα ερημώνουν, την ώρα που άλλα -εκεί κυρίως που ο τουρισμός ανθεί- γιγαντώνονται. Πόλεις ολόκληρες μαστίζονται από τη φτώχεια και την ανεργία - «πόσα ακόμα εργοστάσια θα αφήσουμε να φύγουν έξω;» λένε δήμαρχοι της Βόρειας Ελλάδας στην «Κ». Την ίδια ώρα, την Αθήνα πνίγει το νέφος, λέξη άγνωστη για τα παρθένα μικρά μας νησιά· εκεί όμως η διάσωση μιας ζωής κρέμεται από τα τερτίπια του καιρού... Στα μισά καφενεία της χώρας κάθονται τουρίστες, τα υπόλοιπα κατακλύζονται από μετανάστες.

«Η μεταπολεμική Ελλάδα χαρακτηρίζεται από τέτοιου είδους αντιθέσεις», λέει στην «Κ» η δρ Κοινωνιολογίας και πρώην διευθύντρια Ερευνών του ΕΚΚΕ, κ. Αφροδίτη Τεπέρογλου. «Ευθύνεται και ο τοπικισμός. Η εσωστρέφεια που παρατηρείται σε πολλές μικρές κοινωνίες λειτουργεί ανασταλτικά. Κανείς όμως ποτέ σ’ αυτήν τη χώρα δεν μπήκε στον κόπο να κάνει αναπτυξιακό προγραμματισμό με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής. Πώς να μην οξύνονται οι περιφερειακές ανισότητες;». Το κράτος αδρανεί, αλλά ενδεχομένως η ανατροπή να έλθει φυσιολογικά, υποστηρίζει ο διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωγραφίας και Ανάλυσης Χώρου του ΕΜΠ κ. Κωστής Κουτσόπουλος. «Είμαστε μια χώρα αντιθέσεων. Και μόνο ότι το 30% του πληθυσμού ζει στην ίδια πόλη, είναι αρκετό. Η πρωτεύουσα όμως έχει φθάσει σε σημείο κορεσμού. Η ίδια η πόλη διώχνει τους κατοίκους της. Διακινδυνεύω την εκτίμηση ότι σύντομα θα έχουμε αναστροφή της τάσης».

1. Αύξηση / μείωση πληθυσμού

«Θα ήθελα να μην ήταν έτσι τα πράγματα, όμως ο δήμος μας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής που αργά αλλά σταθερά ερημώνει. Ημασταν ένα δυναμικό κέντρο και έχουμε γίνει ένας οικισμός». Ο δήμαρχος Νεστορίου, κ. Χρήστος Γκοσλιόπουλος δεν κρύβει ότι πια ο μόνος στόχος της τοπικής αρχής είναι η συγκράτηση των κατοίκων στον τόπο τους. Ο πληθυσμός του Νεστορίου Καστοριάς δεν ξεπερνά πια τους 600, από 6.000 που ήταν πριν από λίγες δεκαετίες. Το μεγαλύτερο «πλήγμα» ήταν η κατάρρευση της γουνοποιίας. «Οι ελπίδες μας βρίσκονται σήμερα στον εναλλακτικό τουρισμό. Ηδη έχουν γίνει κάποιοι ξενώνες, προχωρούν κάποιες επενδύσεις. Θα είναι αρκετό;», λέει ο κ. Γκοσλιόπουλος.

Οπως επισημαίνει στην «Κ» ο καθηγητής του ΕΜΠ και γενικός γραμματέας για την Αντιμετώπιση του Δημογραφικού κ. Κωστής Κουτσόπουλος, από τα δέκα γεωγραφικά διαμερίσματα, στα πέντε οι θάνατοι ξεπερνούν τις γεννήσεις. «Η δημογραφική δεξαμενή μας, η επαρχία, έχει στερέψει».

Από τις λίγες εξαιρέσεις, η Κρήτη (το 2006 γεννήθηκαν στο νησί 7.399 παιδιά, ενώ καταγράφηκαν 5.633 θάνατοι). «Είμαστε 3.200 νοματαίοι. Ο πληθυσμός έχει αυξηθεί 15% μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια!», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Βάμου Χανίων κ. Λεωνίδας Λιμαντζάκης. «Εκκρεμούν 420 νέεες άδειες οικοδομής. Το 2008 αναμένεται να κτιστεί ένα ακόμη χωριό! Ακόμη κι από τα Χανιά έρχονται σε εμάς. Εχουμε τέσσερις ταβέρνες και δεν προλαβαίνουμε! Πού πάμε;».

2. Νέοι / ηλικιωμένοι

Κατά καιρούς, γίνεται τίτλος στις εφημερίδες: η Ελλάδα είναι από τα πιο «γηρασμένα» κράτη του κόσμου. Το ποσοστό των ηλικιωμένων (65 ετών και άνω) αγγίζει το 17% του πληθυσμού, με προοπτική το ποσοστό αυτό το 2050 να εκτοξευθεί στο 33%!

Οι πλέον γηρασμένες περιφέρειες είναι η κεντρική και νότια Πελοπόννησος και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ωστόσο ο νομός με το μεγαλύτερο ποσοστό ώριμων πολιτών είναι η Λευκάδα – εκεί, τα άτομα άνω των 65 ετών αποτελούν σχεδόν το 1/4 του πληθυσμού. (Πάντως, το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών ξεπερνά το 20% σε σχεδόν το 1/3 των νομών της χώρας). «Υπάρχει πράγματι πρόβλημα», λέει ο νομάρχης Λευκάδας κ. Κωνσταντίνος Αραβανής. «Δυστυχώς, υπάρχουν πολλά χωριά στα οποία ζουν μόνο γεροντάκια».

Οι τουρίστες, βέβαια, που περπατούν αυτή την ώρα στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων, εκεί όπου τα δεκάδες καφέ σφύζουν από νεολαία, ποτέ δεν θα πίστευαν ότι η χώρα «γηράσκει». Από την άλλη, όπως λέει στην «Κ» ο δήμαρχος κ. Νίκος Γκόντας, ενδεχομένως και τα Ιωάννινα να αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα με την υπόλοιπη χώρα, εάν ο πληθυσμός τους δεν «εμπλουτιζόταν» με 22.500 προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ! «Χωρίς αυτούς, η πόλη θα ήταν ορφανή. Αυτά τα παιδιά μας δίνουν ζωή».

3. Πιο ρυπασμένη / πιο καθαρή

Αδικο για μια πόλη τέσσερις φορές μικρότερη από την Αθήνα, ωστόσο η Θεσσαλονίκη συγκαταλέγεται στις τρεις πιο ρυπασμένες πόλεις της Ευρώπης, όσον αφορά τα αιωρούμενα σωματίδια. Η συμπρωτεύουσα παραβιάζει τα όρια ασφαλείας του ρύπου (50μg/κ.μ) παραπάνω από τις μισές μέρες του χρόνου! «Δυστυχώς, είμαστε κι εμείς ένα λεκανοπέδιο τελικά, με αποτέλεσμα το νέφος να “κάθεται”. Τι να σου κάνει ο Βαρδάρης...», λέει χαρακτηριστικά στην «Κ» ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος του Δήμου Ευόσμου κ. Γιώργος Μαξούρας. Ο Εύοσμος «πλήττεται» και από τη βαριά βιομηχανία. «Μεγάλες βιομηχανίες το βράδυ “εξαπολύουν” αέρια. Υπάρχουν βραδιές που ξυπνάμε από την έντονη μυρωδιά».

Αρκετά νοτιότερα, στην όμορφη Σχοινούσσα, το νέφος είναι άγνωστη έννοια και τα προβλήματα πολύ διαφορετικά. «Οταν ταξιδεύουμε στην Αθήνα, η ρύπανση μιας “χτυπά” πριν πιάσουμε λιμάνι», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της Κοινότητας Σχοινούσσας κ. Θεοδόσιος Σκαρλάτος. «Για εμάς, όμως, το μεγάλο πρόβλημα είναι να... φτάσουμε στην Αθήνα. Ξέρετε πώς είναι να εξαρτάσαι για τις μετακινήσεις σου από τα τερτίπια του καιρού;»

4. Γεωργία / βιομηχανία

«Κοιτάω έξω από το παράθυρο του γραφείου μου. Από τη μία, βλέπω τα φουγάρα των εργοστασίων, από την άλλη τον κάμπο με τις καλλιέργειες. Εδώ είναι η Ελλάδα των αντιθέσεων!» Η εικόνα ωστόσο από το γραφείο του δημάρχου Οινοφύτων κ. Γιώργου Θεοδωρόπουλου είναι μάλλον παραπλανητική. Με περισσότερα από 600 εργοστάσια εγκατεστημένα στην ευρύτερη περιοχή, τα Οινόφυτα αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές ζώνες της χώρας. «Η βιομηχανία φέρνει την ανάπτυξη –μην ξεχνάμε ότι από τα εργοστάσια ζει η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων– αλλά φέρνει και προβλήματα», λέει στην «Κ». Τον γύρο του κόσμου έχει κάνει η υπόθεση της ρύπανσης του πόσιμου νερού της περιοχής με εξασθενές χρώμιο, εξαιτίας της απόρριψης βιομηχανικών αποβλήτων στον Ασωπό.

Την ίδια ώρα, στον Θεσσαλικό κάμπο, τη σιωπή σπάζουν μόνο τα ποτιστικά μηχανήματα των αγροτών. Εκεί, η βαριά βιομηχανία της περιοχής είναι η γεωργία. Οπως λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Σοφάδων Καρδίτσας κ. Βασίλης Κατσαράς, το 62% των κατοίκων ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα – βαμβάκι, καπνός, σιτάρι, καλαμπόκι. «Ωστόσο μη νομίζετε ότι δεν έχουμε κι εμείς ρύπανση. Η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα με νιτρικά αποτελεί τεράστιο πρόβλημα. Πρέπει να επιδοτηθούν οι βιολογικές καλλιέργειες, μόνο έτσι μπορεί να σωθεί το περιβάλλον».

5. Κρύο / ζέστη

«Εδώ τα παιδιά πρώτα μαθαίνουν σκι και μετά να περπατούν!», λέει στην «Κ» η αντιδήμαρχος Φλώρινας κ. Μαρία Σταμέλου-Παρδάλη. «Εγώ πάντως πρώτη φορά είδα χιόνι στα 18 μου, στο εξωτερικό!», απαντά μέσω της «Κ» ο αντιδήμαρχος Ρόδου κ. Κωνσταντίνος Ταρασλιάς. Κι όμως είναι κάτοικοι της ίδιας χώρας!

Στα ορεινά της Φλώρινας, ο υδράργυρος βουτάει κάθε χειμώνα έως τους -25 βαθμούς Κελσίου, ενώ η μέση μέγιστη θερμοκρασία τον Γενάρη δεν ξεπερνά τους 4 βαθμούς. «Ευτυχώς, ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο να αγαπά τον τόπο του», λέει η κ. Παρδάλη. «Εχουμε βαρυχειμωνιά, όμως η πόλη παραμένει πάντα ζωντανή». Πιο τσουχτερό κι απ’ το κρύο είναι το κονδύλι που καταβάλλουν τα νοικοκυριά για πετρέλαιο...

Στη Ρόδο, αντίθετα, δεν είναι οι σόμπες, αλλά τα κλιματιστικά που δουλεύουν στο φουλ. «Δεν μπορούμε να ευχαριστηθούμε τα χειμωνιάτικά μας», λέει ο κ. Ταρασλιάς. Ακόμα και τον Ιανουάριο, το θερμόμετρο «χτυπάει» 20άρια, ενώ οι καύσωνες το καλοκαίρι είναι καθημερινό φαινόμενο.

6. Μετανάστες / ντόπιοι

Η ενσωμάτωση του αλλοδαπού πληθυσμού –που πλησιάζει το ένα εκατομμύριο– στην ελληνική κοινωνία αποτελεί εθνικό θέμα, ωστόσο ο βαθμός στον οποίο επηρεάζει τους πολίτες της χώρας εμφανίζει μεγάλες διαφοροποιήσεις. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής, τα μεγαλύτερα ποσοστά αλλοδαπών επί του συνολικού πληθυσμού (13-25%) εμφανίζονται στα νησιά (Μύκονο, Τζια, Σκιάθο, Ζάκυνθο), στην Αθήνα και στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας, ενώ τα χαμηλότερα (0-1,7%) κυρίως γύρω από την Αλεξανδρούπολη.

Στα σχολεία της Κέας, τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών φθάνουν έως και το 50%. «Υπήρξε αθρόα προσέλευση μεταναστών στο νησί, η οποία συνεχίζεται», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος κ. Νικόλαος Δεμέναγας. «Υπάρχει προσφορά εργασίας λόγω της οικοδομικής δραστηριότητας. Πάρα πολλοί έχουν αποκτήσει ιδιοκτησίες, έχουν ανοίξει δουλειές, έχουν ενσωματωθεί πλήρως».

Στους μικρούς δήμους της Ροδόπης, αντίθετα, οι οικονομικοί μετανάστες δεν κάνουν στάση – δεν υπάρχουν δουλειές. Στον Δήμο Νέου Σιδηροχωρίου, για παράδειγμα, έχουν εκδοθεί μόλις 10 άδειες παραμονής για μετανάστες. «Ποτέ δεν είχαμε τέτοιου είδους πρόβλημα», λέει ο δήμαρχος κ. Κ. Βαρβάτος. «Τουλάχιστον όχι την περίοδο που το αντιμετώπισαν άλλες περιοχές της χώρας. Αντίθετα τώρα, με το άνοιγμα των συνόρων, δεχόμαστε μεγάλους αριθμούς φτωχών Βούλγαρων. Ούτε ξέρουμε πόσοι είναι, ούτε ποιοι είναι. Αλλωστε, τυπικά δεν είναι μετανάστες, αλλά τουρίστες!».

7. Πλούσιες / φτωχές

Ο Αστακός Αιτωλοακαρνανίας από την Αθήνα απέχει τρεις ώρες με το αυτοκίνητο. Πρόκειται όμως για δύο άλλους κόσμους. Η Αττική είναι η πλουσιότερη περιφέρεια της χώρας με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να φθάνει τα 27.389 ευρώ. Σχεδόν 15.000 ευρώ περισσότερα από αυτό των κατοίκων στη Δυτική Ελλάδα, τη φτωχότερη περιφέρεια (13.090 ευρώ).

«Είναι δύσκολα», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Αστακού κ. Παναγιώτης Στάικος. «Είμαστε μια φτωχή περιοχή, με μεγάλα ποσοστά ανεργίας ειδικά στους νέους. Μέχρι τώρα το κύριο εισόδημα των κατοίκων προερχόταν από την καλλιέργεια καπνού. Τώρα με την αλλαγή της ΚΑΠ όλα άλλαξαν». Για τον ίδιο, μόνη ελπίδα αποτελεί η ανάπτυξη του ιδιωτικού λιμανιού στο Πλατυγιάλι. «Τώρα θέλουν να φτιάξουν εκεί εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας με λιθάνθρακα. Αυτό θα είναι η καταστροφή μας».

Τα προβλήματα αυτά μοιάζουν πολύ μακρινά για τους κατοίκους της Κηφισιάς στην Αθήνα, ένα μεγάλο ποσοστό των οποίων ανήκουν στα ανώτερα οικονομικά στρώματα. «Το βιοτικό επίπεδο είναι υψηλό, ωστόσο και εμείς εμφανίζουμε μεγάλη διαστρωμάτωση. Περίπου 5.000 από τους 60.000 δημότες ζουν στις εργατικές κατοικίες. Είμαστε κι εμείς μια μικρογραφία της Ελλάδας των αντιθέσεων», λέει ο δήμαρχος κ. Νίκος Χιωτάκης.

8. Βόρειοι / νότιοι

Η Ιεράπετρα, η νοτιότερη πόλη όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, απέχει από τις ακτές της Αφρικής όσο περίπου απέχει και από την ηπειρωτική Ελλάδα. «Αυτό από τουριστικής πλευράς μας δίνει μια μοναδικότητα. Πάντοτε εξάλλου η περιοχή βρισκόταν στο σταυροδρόμι πολλών δρόμων, εμπορικών, πολιτισμικών κ.λπ.», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος της πόλης κ. Μανόλης Μαστοράκης.

Αλλο βέβαια να βλέπεις το Λιβυκό πέλαγος κι άλλο συρματοπλέγματα. Λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Ορεστιάδας, της βορειότερης πόλης της Ελλάδας, βρίσκεται η Βουλγαρία και ακόμη λιγότερα χιλιόμετρα ανατολικά βρίσκεται η Τουρκία. «Για πολλές δεκαετίες η γεωγραφική θέση της Ορεστιάδας θεωρούνταν, δικαίως, πρόβλημα», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος της πόλης κ. Δημήτρης Μουζάς. «Σήμερα είναι τεράστιο πλεονέκτημα». Ο κάθετος οδικός άξονας που οδηγεί από τη Βουλγαρία στην Αλεξανδρούπολη, αλλά και η εθνική οδός από την Τουρκία, την Αδριανούπολη, διέρχονται από την Ορεστιάδα. «Ειδικά τώρα, με την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ε.Ε., οι προοπτικές για πολυεπίπεδες συνεργασίες είναι και ορατές και εφικτές.

9. Ανεργία / ευκαιρίες εργασίας

Ενα ακόμα μείζον εθνικό πρόβλημα, η ανεργία, ενώ πλήττει το σύνολο της χώρας, «εκρήγνυται» σε ορισμένες κυρίως περιφέρειες. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2006, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφηκαν στη Δυτική Μακεδονία (14,2%), στο Ιόνιο (11,2%) και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (11%). Tα χαμηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν στην Κρήτη (7%), στην Πελοπόννησο (7,7%), στη Θεσσαλία (8,2%) και στην Αττική (8,3%).

Σε επίπεδο νομών, η εικόνα διαφοροποιείται. Κάθε χρονιά, στις πρώτες θέσεις των νομών με την υψηλότερη ανεργία φιγουράρει η Ξάνθη, όπου τη μεγαλύτερη πληγή αποτελεί η μετεγκατάσταση των επιχειρήσεων στις γειτονικές χώρες. «Και το μέλλον προμηνύεται δύσκολο», λέει στην «Κ» ο νομάρχης Ξάνθης κ. Γιώργος Παυλίδης. Εντονη είναι η φημολογία για κλείσιμο τριών ακόμη συνεταιριστικών επιχειρήσεων, που θα αφήσουν χωρίς δουλειά τουλάχιστον 300 εργαζόμενους. «Πρέπει να σταματήσει η κινητροδότηση για μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε άλλες χώρες, αλλιώς δεν θα ορθοποδήσουμε».

«Ανεργία; Ποια ανεργία;» Ο αντινομάρχης Χανίων Μανόλης Αρχοντάκης σαστίζει. «Ανεργία εδώ δεν υπάρχει. Στα Χανιά υπάρχουν όλα τα καλά του κόσμου. Εχεις χίλια πράγματα να ασχοληθείς – απλώς πολλοί νέοι δεν έχουν όρεξη για δουλειά».

10. Τουρισμός / έλλειψη υποδομών

Παρά τις χαμένες ευκαιρίες και τη συνεχή καταστροφή του τοπίου, ο τουρισμός παραμένει η «βαριά βιομηχανία». Η χώρα μας δέχεται περισσότερους από 17 εκατ. επισκέπτες τον χρόνο!

Ποιος μπορεί να φανταστεί τη Σαντορίνη χωρίς... τουρίστες; «Με 1,5 εκατομμύριο αφίξεις ετησίως, ο τουρισμός καθορίζει τη Σαντορίνη», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Θήρας κ. Αγγελος Ρούσσος. «Κάθε καλοκαίρι φθάνουμε τον πληθυσμό της Πάτρας!» Αυτό ωστόσο έχει αλλοιώσει τον χαρακτήρα της τοπικής κοινωνίας. «Παίρνουμε πια τις συνήθειες των ξένων».

Πόσο διαφορετική φαίνεται η ζωή –ιδίως τα καλοκαίρια– στις περιοχές της χώρας όπου οι τουρίστες αποτελούν «εξωτικό» είδος... «Οχι, δεν έχουμε τουρίστες. Δεν έχουμε δυνατότητες ανάπτυξης παραδοσιακού τουρισμού», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Αγρινίου κ. Παύλος Μοσχολιός. «Υπάρχουν όμως δυνατότητες ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως ο αγροτοτουριστικός ή ο ιαματικός τουρισμός. Εχουμε πληθώρα λιμναίων συστημάτων που ενδείκνυνται για τέτοιες δραστηριότητες».

Νέες συνθήκες, νέοι στόχοι

Του Ηλια Πλασκοβιτη*

Οπως οι περισσότερες μορφές κοινωνικο-οικονομικών αντιθέσεων και ανισοτήτων έτσι και οι περιφερειακές και γενικότερα χωρικές ανισότητες με την πάροδο του χρόνου αλλάζουν, αποκτούν διαφορετικά χαρακτηριστικά και επηρεάζονται από παράγοντες, ενδογενείς και εξωγενείς, άγνωστους πριν από 15-20 χρόνια.

Η παραδοσιακή ανάλυση του περιφερειακού προβλήματος στην Ελλάδα εστίαζε στην εισοδηματική διαφορά μεταξύ του αστικού και του αγροτικού χώρου, στην υστέρηση των ορεινών και νησιωτικών περιοχών, στην ανυπαρξία στοιχειώδους κοινωνικής και παραγωγικής υποδομής στους περισσότερους νομούς της χώρας, στη συνοριακή και απομονωμένη θέση πολλών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας κ.λπ.

Μπορούμε και σήμερα να μιλάμε αμέριμνα με αυτούς τους όρους; Είναι δυνατόν να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η εκρηκτική ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας έφερε την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου στην πρώτη θέση από πλευράς δεικτών ευημερίας και αντέστρεψε το πρόβλημα υποαπασχόλησης των πόρων των νησιών σε πρόβλημα υπερεκμετάλλευσης και αλόγιστης εξάντλησης της φέρουσας ικανότητάς τους; Είναι δυνατόν να αγνοήσουμε το ότι οι ενδοαστικές ανισότητες τόσο στο εισόδημα όσο και στην ποιότητα ζωής είναι πλέον πολύ εντονότερες από αυτές μεταξύ πόλεων και υπαίθρου; Ή μήπως μπορεί να μας διαφύγει ότι η στροφή των βορείων γειτόνων μας προς τις δυτικές οικονομίες της αγοράς και το άνοιγμα των συνόρων έχει ανοίξει μια εξαιρετικά δυναμική προοπτική ανάπτυξης για τις πρώην συνοριακές μας περιοχές;

Και όμως πολύ συχνά δημοσιοποιούνται απόψεις, προτάσεις και κρίσεις που αντιμετωπίζουν το περιφερειακό πρόβλημα ως πάγιο, αναλλοίωτο και σχεδόν αναπόφευκτο... Απόψεις κατεψυγμένες και ελάχιστα διαφωτιστικές ως προς την ιεράρχηση των νέων στόχων της περιφερειακής πολιτικής.

* Ο κ. Ηλίας Πλασκοβίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Της Λίνας Γιάνναρου, από την "Καθημερινή" της Κυριακής, 23 Μαρτίου 2008.