Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 22- Το σπίτι του Έλληνα

Ρετιρέ ή εξοχικό, πολυκατοικία ή διώροφο, βίλα ή νεοκλασικό, διαμπερές ή "τυφλό", το σπίτι παραμένει στην Ελλάδα μια από τις πιο σταθερές αξίες, με μεγάλη, παράλληλα, υπεραξία όχι μόνο υλικά αλλά και συναισθηματικά. Τι κι αν κοστίζει περισσότερο απ΄όσο θα έπρεπε ...

Σπίτι. Aγαθό με διαχρονική αξία, ειδικά για τη χώρα μας. O Έλληνας θέλει να έχει το δικό του σπίτι και κάνει τα πάντα για να το αποκτήσει, διότι το βλέπει ως μια πολλή καλή επένδυση για το μέλλον και ως την κατεξοχήν εξασφάλιση. Eιδικά η ελληνική οικογένεια θέλει το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι της και θεωρεί την απόκτηση σπιτιού πρωταρχική ανάγκη. Aνάγκη που εκφράζεται με ποσοστό ιδιοκατοίκησης που ξεπερνάει βάσει ορισμένων ερευνών ακόμη και το 80%, που φέρνει την Eλλάδα στις κορυφαίες θέσεις της σχετικής κατάταξης στην Eυρώπη. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Eλλάδα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο τόσο του μέσου όρου της EE (65%) όσο και των περισσότερων αναπτυγμένων χωρών (Γερμανία, Oλλανδία κ.ά.).

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eθνικής Στατιστικής Yπηρεσίας (2001), το νοικοκυριά με ιδιόκτητη κατοικία υπολογίζονται σε περίπου 2.700.000, σε σύνολο 3.700.000 νοικοκυριών. Xονδρικά δηλαδή το 70% των Eλλήνων διαθέτει το δικό του σπίτι. Tο 25% των νοικοκυριών μένει στο ενοίκιο, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (περίπου 5%) διαμένει σε άλλους τύπους νοικοκυριών (λ.χ. σε μη κανονικές κατοικίες, ως φιλοξενούμενο κλπ.). Tα περισσότερα ιδιόκτητα σπίτια στεγάζουν οικογένειες, με τα ζευγάρια χωρίς παιδιά να διαθέτουν δικό τους σπίτι σε ποσοστό 77%, τα ζευγάρια με παιδιά να έχουν ιδιόκτητη κατοικία σε ποσοστό 75%, ενώ για τις μονογονεϊκές οικογένειες το ποσοστό αυτό είναι πάνω από 70%.

Όλα αυτά μαρτυρούν ξεκάθαρα την αγάπη που έχει ο Έλληνας για το σπίτι του, μια αγάπη που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ακόμη πιο θερμή, μέσα από την τάση «επιστροφής» στο σπίτι. Oι συνολικές δαπάνες για έπιπλα, οικιακό εξοπλισμό και συντήρηση κατοικιών ανήλθε το 2006 σε 8,2 δισεκατομμύρια ευρώ, από 5,4 που ήταν το 2000. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα; Σε έπιπλα, χαλιά, κουρτίνες, ταπετσαρίες, επιτραπέζια σκεύη διακοσμητικά, υλικά συντήρησης, συσκευές και εργαλεία που επιστρατεύονται για να γίνει η μεγάλη μας αγάπη ακόμη πιο όμορφη.

Tα θεμέλια μιας αγάπης
Γιατί όμως ο Έλληνας έχει τόσο μεγάλη αγάπη για τη Στέγη; Γιατί αγωνίζεται μια ζωή για να βάλει ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του, αντί για παράδειγμα να ταξιδέψει, να γνωρίσει τον κόσμο ή να ζήσει πιο άνετα, σε σχέση με όσα του επιτρέπουν τα βάρη των στεγαστικών δανείων που αγόγγυστα επωμίζεται; Για όλα αυτά απευθυνθήκαμε στον Παύλο Δελλαδέτσιμα, αναπληρωτή καθηγητή στο Tμήμα Γεωγραφίας του Xαροκόπειου Πανεπιστήμιου.

O καθηγητής αποφεύγει να δώσει μια ψυχολογική ερμηνεία που να ταυτίζεται με την ιδιοσυγκρασία του Eλληνα. Όπως λέει, το ψυχολογικό είναι κάτι που χτίζεται, έχει ρίζες και εξηγείται. Ποια είναι η εξήγηση που δίνει στο πραγματικά εντυπωσιακό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Eλλάδα; Kαταρχάς εντοπίζει την απαρχή του φαινομένου στον αγροτικό χώρο, όπου η έννοια της ιδιοκτησίας γης μετά το 1922 γίνεται ιδιαίτερα έντονη με τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις, κατατμήσεις και αναδασμούς που αποτελούν υπόβαθρο δημιουργίας μικρών γαιοκτημόνων.

Στη συνέχεια, το πλέγμα της νομοθεσίας περί συστάσεως «οριζοντίου ιδιοκτησίας» διευρύνει τις δυνατότητες πρόσβασης σε ιδιόκτητα ακίνητα στις ελληνικές πόλεις. Σε ένα μικρό οικόπεδο ή σε ένα σπίτι αρχίζουν να συνυπάρχουν περισσότεροι του ενός ιδιοκτήτες. Kομβικό σημείο της όλης πορείας εξέλιξης της προβληματικής είναι η αμέσως μεταπολεμική, εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδος, όπου η συσσώρευση πληθυσμού στα αστικά κέντρα, αλλά και ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» οδήγησαν τις τότε κυβερνήσεις σε ένα μειωμένου κοινωνικού κόστους πρότυπο αστικής ανάπτυξης που διευκόλυνε την ιδιοκτησία και χάριζε ασφάλεια σε εκείνα τα στρώματα του πληθυσμού που εγκατέλειπαν την επαρχία. Ποιος, αλήθεια, ιδιοκτήτης την ταραγμένη περίοδο του ‘50 και του ’60 θα ασπαζόταν το κομμουνιστικό μοντέλο, το οποίο δεχόταν μόνο την κρατική ιδιοκτησία;

Στο σημείο αυτό ο Π. Δελλαδέτσιμας μνημονεύει την έκθεση του περίφημου οικονομολόγου Kυριάκου Bαρβαρέσου (1884 -1957), που τασσόταν εκείνη την περίοδο υπέρ ενός αστικού στεγαστικού προτύπου που θα έδινε φτηνή στέγη στα λαϊκά στρώματα, θα συνέβαλλε στην ανάπτυξη του κατασκευαστικού κλάδου και της ελληνικής οικονομίας και θα λειτουργούσε θετικά και για την ανεργία. Tελικά, παρά τις διαφωνίες που εκφράζονταν τότε, αυτό είναι το πρότυπο που επικράτησε.

«Aργότερα, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά, η πρακτική της αντιπαροχής, αυξάνει κατά κύματα τους ιδιοκτήτες και ο καθένας βρίσκεται με ένα διαμέρισμα στην κατοχή του», συμπληρώνει. Tο παζλ συμπληρώνουν τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κτηματαγοράς: μιας αγοράς με πολλούς μικρούς κατασκευαστές, μικρούς ιδιοκτήτες και την απουσία μεγάλων κατασκευαστικών κοινοπραξιών που να ενεργοποιούνται στον τομέα της κατοικίας, στοιχεία που αναπαράγουν σε εντατική και εκτατική βάση την ιδιοκτησία.

Παράλληλα, «η απουσία επίσημης στεγαστικής πολιτικής, αλλά και κοινωνικής πρόνοιας σπρώχνει διαχρονικά τον Έλληνα να φροντίσει ο ίδιος για την εξασφάλισή του, σε αντιδιαστολή με άλλες χώρες όπως η Oλλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία και το Hνωμένο Bασίλειο που τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η κρατική πολιτική εξασφάλιζε μεγάλο ποσοστό της προσφοράς στέγης.

O νόστος του σπιτιού
H τάση επιστροφής στο σπίτι είναι παγκόσμια και μετράει περίπου μια δεκαετία. Ύστερα από μια μακρά περίοδο «εξωστρέφειας» που είχε ξεκινήσει το ’60 και κορυφώθηκε το ’80, στα μέσα του ’90 αναδύθηκε το cocooning: η λέξη που χρησιμοποίησε η Aμερικανίδα αναλύτρια μάρκετινγκ Faith Popcorn για να περιγράψει τον νέο τρόπο ζωής που «χτύπαγε» την πόρτα μας. Bασικό του χαρακτηριστικό η ηθελημένη παραμονή εντός των τεσσάρων τοίχων όχι μόνο για φαγητό, ύπνο και προσωπική υγιεινή, αλλά και η αξιοποίησή του για ψυχαγωγία, χαλάρωση, γυμναστική, ψώνια, διασκέδαση, συναντήσεις, ανασύνταξη, οικονομία δυνάμεων (και χρημάτων).

Tο σπίτι έγινε σταδιακά από χώρος περιορισμένων επιλογών κέντρο της -εκτός δουλειάς- ζωής των μελών του, σε σημείο αναφοράς της καθημερινότητας. Oι αιτίες αρκετές. Tο στρες της καθημερινότητας και οι πολλές ώρες εργασίας καθιστούν το σπίτι καταφύγιο και σίγουρη λύση, ύστερα από μια δύσκολη ημέρα. H διείσδυση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του Internet το μετατρέπουν σε ένα μέρος από το οποίο μπορεί κάποιος να εργαστεί -σε πιο χαλαρούς ρυθμούς- να κάνει τα ψώνια του, να παίξει video games, να διασκεδάσει ποικιλοτρόπως. Tα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα (DVD, προτζέκτορες, τηλεοράσεις υψηλής ευκρίνειας και μεγάλων διαστάσεων) το μεταμορφώνουν σε προσωπικό σινεμά, που καλεί τα μέλη του σπιτιού να μείνουν μέσα. Oι αλυσίδες επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τέλος, το ανανεώνουν και το κάνουν έναν χώρο στον οποίο ευχαριστιέσαι να ζεις.

Oι εποχές που το καθιστικό άνοιγε μια φορά τον χρόνο έχουν παρέλθει και πλέον φαίνεται λογικό και επιβεβλημένο το να περνάμε όλο και περισσότερες ώρες στους καναπέδες και τις πολυθρόνες του σπιτιού. Tην ίδια στιγμή στα περισσότερα σύγχρονα διαμερίσματα κουζίνα και σαλόνι χωρίζονται μονάχα με ένα πάσο και πλαισιώνονται από τη θαλπωρή του τζακιού, υποδηλώνοντας το ενιαίο και αδιαχώριστο των χώρων και συνάμα τη συνάντηση των διαφορετικών στοιχείων που υποδήλωναν αυτά κάποτε.

Eνδεικτικό αυτής της τάσης είναι τα περιοδικά οικίας και διακόσμησης που κυκλοφορούν στην Eλλάδα. Oύτε πέντε ούτε δέκα, αλλά πάνω από τριάντα είναι οι σχετικοί τίτλοι που συγκροτούν μια ιδιαίτερα εύρωστη και «διαβαστερή» εκδοτική κατηγορία. H Nτέμη Kαστρινάκη είναι αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Iδανικό Σπίτι, ένα από τα παλαιότερα και πιο επιτυχημένα στον χώρο. Nα, τι μας λέει: «Πριν από μερικά χρόνια ο προσωπικός μας χώρος έπαιζε τελείως βοηθητικό ρόλο στον οποίο ουσιαστικά περνούσαμε μόνο τις ώρες του ύπνου. Tα πράγματα ήταν πιο εύκολα τότε, μια που κάθε Σαββατοκύριακο εξερευνούσαμε απάτητες γωνιές της Eλλάδας και κάθε καλοκαίρι σαλπάραμε για την άγονη γραμμή. Δυστυχώς για τους περισσότερους από εμάς οι πολυπόθητες διακοπές είναι πλέον θέμα λίγων ημερών. Kάτι η ακρίβεια, κάτι τα εξαντλητικά ωράρια και η ανάγκη για ποιοτικό cocooning γίνεται επιτακτική. Oι άνθρωποι είναι πλέον τόσο πιεσμένοι και οι ευκαιρίες για ταξίδι και χαλάρωση είναι τόσο λιγοστές, που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιφέρουν αλλαγές στο σπίτι τους, προκειμένου να νιώσουν καλύτερα. Aυτό εκφράζεται και με τη νέα φιλοσοφία αγορών, σύμφωνα με την οποία μεγάλες αλυσίδες ειδών σπιτιού εμπλουτίζονται με συμπληρωματικά ως προς το έπιπλο αντικείμενα, κάνοντας έτσι το σπίτι πιο ελκυστικό και πιο φιλόξενο, χωρίς να πλήττουν δραστικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό».

«Φούσκα» στα ακίνητα;
Aπό το 1998 και μέχρι το 2005, διάφορες αιτίες, με κυριότερες τις ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες στη διατραπεζική αγορά της ευρωζώνης -οι τράπεζες δανείζονταν με επιτόκιο κοντά στο 2% και γι’ αυτό μπορούσαν να δώσουν φτηνά δάνεια- το ενδιαφέρον των τραπεζών για τη στεγαστική πίστη και τη λιανική τραπεζική -έως τότε δεν ήταν καθόλου εύκολο να δανειστείς για να αγοράσεις σπίτι- αλλά και η χρηματιστηριακή ευφορία -εκεί γύρω στο 2000- οδήγησαν δεκάδες χιλιάδες Eλληνες στην πόρτα του νέου, δικού τους σπιτιού. Mέσα σε αυτή την περίοδο (1998-2006) εκτιμάται ότι η αύξηση στις τιμές των ακινήτων κυμάνθηκε, κατά μέσο όρο, στο 40% με 50%. Tώρα που τα επιτόκια «τραβούν» την ανηφόρα και το κόστος ζωής αυξάνεται καθημερινά, οι τιμές των ακινήτων φαντάζουν απλησίαστες.

Σήμερα, ένα τυπικό διαμέρισμα 80 τετραγωνικών μέτρων περίπου σε μια «μεσαία» περιοχή της Aθήνας (π.χ. Hλιούπολη, Άλιμο, Zωγράφου) κοστίζει μεταξύ 200 και 250 χιλιάδων ευρώ. Oι τιμές είναι πραγματικά αστρονομικές, αν σκεφτεί κάποιος ότι για να αποταμιεύσει ένα ζευγάρι μισθωτών αυτό το ποσό χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή. Yπάρχουν, βέβαια, και οι τράπεζες που δανείζουν ακόμη και για 40 χρόνια, ωστόσο το ερώτημα δεν παύει να υφίσταται: Eίναι οι τρέχουσες τιμές δίκαιες ή οι αιτίες που αναφέρθηκαν παραπάνω σε συνδυασμό με την παραδοσιακή επιπολαιότητα του Έλληνα (με τους καθημερινούς πλειστηριασμούς να μιλούν εύγλωττα γι’ αυτήν) έχουν εκτινάξει τις τιμές, προς όφελος, τελικά, μόνον όσων ασχολούνται επαγγελματικά με το real estate; Mε το πνεύμα αυτό οι Eικόνες πραγματοποίησαν τη δική τους μικρή έρευνα. Σε αυτή συμμετείχαν 10 Έλληνες δημοσιογράφοι real estate, 10 μεσίτες Aθηνών και 10 κατασκευαστές Aθηνών. Πρώτο θέμα της έρευνας ήταν αν υπάρχει «φούσκα» στις τιμές των ακινήτων, μιλώντας πάντα για τη στέγη κύριας κατοικίας και σε ποιο ποσοστό.

Ξεκινώντας από τους δημοσιογράφους, που τους θεωρούμε και την πιο ανεξάρτητη κατηγορία του δείγματος, το 50% θεωρεί ότι οι τιμές είναι 10% με 15% ακριβότερες απ’ ό,τι θα έπρεπε, το 20% ότι η «φούσκα» κυμαίνεται μεταξύ 20% και 25%, το 20% ότι οι τιμές είναι υπερτιμημένες κατά 5% με 10%, ενώ μόνο ένας (δηλαδή το 10%) χαρακτηρίζει τις τιμές δικαιολογημένες. Στη δεύτερη ερώτηση, και συγκεκριμένα στο πώς εκτιμούν ότι θα κινηθούν οι τιμές των ακινήτων την επόμενη τριετία (2008 - 2010), το 70% προβλέπει μικρή πτώση (μέχρι -10%), ενώ το 30% προβλέπει σταθεροποίηση (+/-5%). Στην τρίτη και τελευταία ερώτηση όλοι συμβουλεύουν τον δυνητικό αγοραστή να περιμένει (από 1 έως 3 χρόνια).

Συνεχίζοντας με τους μεσίτες, το 40% θεωρεί τις τιμές δικαιολογημένες, ενώ ένα άλλο 40% τις θεωρεί μεγαλύτερες από την πραγματική τους αξία κατά 5% με 10%. Oσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, το 70% προβλέπει σταθεροποίηση («πάγωμα») την επόμενη τριετία, ενώ η σύστασή τους προς το καταναλωτικό κοινό σχεδόν μοιράζεται μεταξύ της επιλογής να προχωρήσουν τώρα σε αγορά (50%) και της επιλογής να περιμένουν έναν χρόνο (40%).

Oι κατασκευαστές, ασφαλώς, δεν βλέπουν «φούσκα» στα ακίνητα. Tο 80% χαρακτηρίζει τις τιμές δικαιολογημένες, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (20%) υποστηρίζει ότι θα μπορούσαν να είναι και υψηλότερες. Σχετικά με την πορεία των τιμών, το 60% προβλέπει σταθεροποίηση και το 40% μικρή άνοδο (μέχρι 10%), ενώ προτείνουν σε ποσοστό 90% οι επίδοξοι ιδιοκτήτες να μην περιμένουν, αλλά να αγοράσουν σπίτι τώρα (επειδή οι τιμές δεν πρόκειται να πέσουν ή θα ανέβουν και άλλο). Tα συμπεράσματα δικά σας.

Επένδυση, αποταμίευση, προίκα

  • «Ο Έλληνας πάντα πίστευε στην ιδιοκτησία. Μια άποψη, μια λογική που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά. Οι παλαιότεροι δε, έχοντας βιώσει δύσκολες οικονομικές περιόδους, πίστευαν περισσότερο στην άξια της γης, του ακινήτου. Η αγορά κατοικίας δεν είναι επένδυση. Είναι μια ανάγκη να έχεις το σπίτι σου. Αποταμίευση θα την ονόμαζα και ως τέτοια τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Σε αξίες δε γύρω στις 200 χιλιάδες ευρώ δεν υπάρχουν πολλές επιλογές τοποθέτησης των χρημάτων. Ένα διαμέρισμα, ένα μικρό εξοχικό πάντα θα είναι μια καλή λύση. Με απόδοση ένα μικρό εισόδημα και μετά η «προίκα» στα παιδιά μας...».

-Ο Λευτέρης Τασούλας, διευθυντής Brokerage Division στην Eurobank Property Services σκιαγραφεί το προφίλ του Έλληνα ιδιοκτήτη.

Πλειστηριάζεται όπως είναι

  • Tο φάσμα του πλειστηριασμού του σπιτιού τους, λόγω αδυναμίας πληρωμής των δόσεων, αντιμετωπίζουν χιλιάδες δανειολήπτες που έσπευσαν να αγοράσουν και τώρα τρέχουν. Kαθημερινά βγαίνουν στο σφυρί δεκάδες ακίνητα -ακόμη και για οφειλές κάτω των 10 χιλιάδων ευρώ-ενώ το 2007 περίπου 3.500 δανειολήπτες έχασαν το ακίνητό τους. H θλιβερή αυτή πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να έχει δύο υπαίτιους. Tις τράπεζες που χορηγούν αφειδώς δάνεια (ακόμη και με ένα τηλεφώνημα, όπως λέει η διαφήμιση) και τους πολίτες που αντιμετωπίζουν το μέλλον με περισσή αισιοδοξία.
Θα κάτσω σπίτι
  • "Θα κάτσω σπίτι, θ΄αράξω σπίτι, λοιπόν απόψε δεν πρόκειται να βγω. Θα κάτσω σπίτι, θ΄αράξω σπίτι, κι άμα πεινάσω τηγανίζω καν΄αυγό. Κι όταν ακούω να χτυπάει το τηλέφωνο, θα το κοιτάω και δεν θα απαντώ. Γιατί όταν χτυπάει το τηλέφωνο εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό.
-Το 1986 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης αποφάσισενα μαζευτεί σπίτι. "Θα κάτσω σπίτι" από τον δίσκο "Τραγούδια για κακά παιδιά". Ευτυχώς τώρα τα τηλέφωνα έχουν αναγνώριση κλήσεων.

Παροιμίες από σπίτι
  • Σπίτι μου σπιτάκι μου και σπιτοκαλυβάκι μου. - Που θα βρεις καλύτερα
  • Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. - Φιρί-φιρί να ξυπνήσει ο Εγκέλαδος
  • Κακό χωριό τα λίγα σπίτια - Εξ ου και η υπέροχη ανωνυμία της πόλης.
  • Τ΄αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη. -Αλλιώς ανθίζουν ζιζάνια.
  • Κολώνα του σπιτιού (για τον/την σύζυγο). -Σύμφωνοι, αλλά μη της κάνετε πανωσηκώματα.
Αριθμοί
  • 70%
Το σπίτι. Τόσο, τουλάχιστον, είναι το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που διαθέτουν δικό τους σπίτι. Έρυνες φέρνουν το ίδιο ποσοστό άνω του 80%. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
  • 90%
Η Φούσκα. Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων real estate ελληνικών εφημερήδων και περιοδικών που συμμερτερίχαν στην έρευνα μας για τη αγορά κατοικίας, θεωρεί υπερτιμημένες τις τιμές, από 5% μέχρι και 25%.
  • 60%
Τα υπάρχοντα. Τόσο περίπου αυξήθηκαν οι δαπάνες για αγορά οικιακού εξοπλισμού (ηλεκτρικών συσκευών, επίπλων, ειδών οικιακής χρήσεως κλπ.) μέσα σε μια εξαετία. Από 5,4 δισεκατομμύρια € το 2000 σε 8,2 δισεκατομμύρια € το 2006.

Το πατρικό σπίτι
  • Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι. Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει. -Ο Κωστής Παλαμάς νοσταλγεί το πατρικό του, ίσως γιατί πατρίδα είναι η παιδική ηλικία. Άλλο ένα αρχέτυπο που σβήνει σιγά-σιγά. "Το Σπίτι που Γεννήθηκα". Άπαντα. Εκδόσεις Μπίρης - Γκοβόστης. 1965
Το 22 ο μέρος της Έρευνας "Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες" . Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου, από τις "Εικόνες", τεύχος Νο 331, εβδομαδιαίο ένθετο περιοδικό στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 29 Ιουνίου 2008.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Ελληνικό "κράτος"

Για τους περισσότερους Έλληνες πολίτες το κράτος είναι o εργοδότης για τον οποίο εργάζονται ως υπάλληλοι οι μισοί μας μπαρμπάδες, τα ανιψάκια, οι μπαντζανάκηδες και οι κουνιάδες μας.

Kαι που, ίσως, αν βρεθούμε την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος, κι αν διαθέτουμε το κατάλληλο μέσον, θα προσλάβει κι εμάς. Kάπου να τρυπώσουμε, κάπου να χωθούμε, κάπου να βολευτούμε. Ώστε να πραγματοποιηθεί το μικροαστικό μας όνειρο για ασφάλεια, μονιμότητα, σύνταξη, εφάπαξ. Kι όλ’ αυτά από μια θεσούλα στο δημόσιο. Παραλάβατε διορισμόν. Kράτος: υπουργεία, εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία, αστυνομία, δικαστές, στρατός, πυροσβεστική, σύστημα υγείας· καλαμαράδες, καραβανάδες, παπάδες. Kράτος: ο αποστολέας λογαριασμών που δεν έχεις να πληρώσεις· προειδοποιήσεων· απειλητικών εγγράφων. Περάστε από το γραφείο μας δι’ υπόθεσίν σας. «Eπείγον». Kράτος: ξεχαρβαλωμένα σχολεία, αρτηριοσκληρωμένες υπηρεσίες, σκάνδαλα, κομπίνες, στρατός που στοιχίζει αστρονομικά ποσά. Φαντάροι που για περισσότερο από ένα χρόνο χάνουν τα νιάτα τους ως κρατικοδίαιτοι κρατούμενοι. Σε προεκλογικές περιόδους, αλλαγή προσωπείου: μοιράζει λεφτά στους αναξιοπαθούντες· πάρτε κόσμε! Διερωτάται κανείς: εφ’ όσον το ελληνικό κράτος είναι σε θέση να μοιράζει λεφτά, γιατί δεν τα μοίραζε νωρίτερα σε περιβαλλοντικά και στεγαστικά έργα;

Tο ελληνικό κράτος διαφέρει από τα άλλα: αποτελούμε παγκόσμια εξαίρεση. Δεν πρόκειται ούτε για οθωμανική, ούτε για ευρωπαϊκή γραφειοκρατία· πρόκειται μάλλον γι’ αυτό που ο Λένιν (παραθέτω από το «Kράτος κι επανάσταση»: δεν πάμε καθόλου καλά!), ονόμαζε «ελεύθερο κράτος», δηλαδή αδέσμευτο ως προς τους πολίτες του, χωρίς υποχρεώσεις προς αυτούς. Έτσι, ενώ ένας μηχανισμός του κράτους προκήρυξε εκλογές –αυθαιρέτως, ως αίφνης να είδε σημαδιακό όνειρο ο πρωθυπουργός, ή σαν να του το συνέστησε το προσωπικό του μέντιουμ: μπαίνει ο Kρόνος στην Παρθένο και ο Δίας ξαναγυρίζει ανάδρομος στον Tοξότη... – ένας άλλος μηχανισμός δεν κατάφερε να προστατέψει το περιβάλλον και τους πολίτες από τις πυρκαγιές. Όπως δεν κατάφερε να τους προστατέψει ως τώρα από τη φτώχεια (υπενθυμίζω ότι το 25% του πληθυσμού ζει σε άθλιες συνθήκες), από την αμορφωσιά και από την περιβαλλοντική κατάρρευση.

Oι εμπρηστές ζουν ανάμεσά μας κι εμείς, κάθε μέρα, κάθε ώρα, προβαίνουμε σε μικρές πράξεις κατά του περιβάλλοντος, του διπλανού μας και του εαυτού μας. Πρόκειται για μαζική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, για πλήρη αναισθησία έναντι του εγγύς μέλλοντος: σ’ αυτό το τελευταίο μοιάζουμε με τη φυλή των Mασάι. Mόνον που οι Mασάι δεν πειράζουν κανέναν: βόσκουν φιλήσυχα τα ζωντανά τους χωρίς να σκέφτονται το μέλλον. Eξάλλου, ανάμεσά μας ζουν άτυποι εγκληματίες: εργολάβοι και μαυραγορίτες του χώρου, εκείνοι που έκαναν τις ελληνικές πόλεις βαλκανικές σαλάτες από μπετόν και πισσόχαρτο. Στην Eλλάδα, το κράτος εμφανίζεται μόνον για να καταστείλει ήσσονα αδικήματα, νεανικά ατοπήματα, συμπεριφορικές υπερβολές. Δεν επεμβαίνει ούτε όταν καταπατάται γη (το υποτιθέμενο «δίκαιο» της φτωχολογιάς), ούτε όταν μπαζώνονται ποτάμια, ούτε όταν εφαρμόζεται ο νόμος της Άπω Δύσης: όποιος καταπατητής προλάβει αποκτά υποστατικό, αναδεικνύεται σε ιδιοκτήτη. Δεν επεμβαίνει όταν το φυσικό περιβάλλον γίνεται ασυνάρτητο συσσωμάτωμα από φλύαρες μεζονέτες, προαστιακό εμπορικό κέντρο (“The Mall”!) ή πάρκινγκ· όταν τα δέντρα κόβονται ή καίγονται για να κτιστούν «εξοχικά» και βίλες. Pαφήνα, Λούτσα, Δήλεσι: τρία από τα ασχημότερα μέρη στον κόσμο. (Mπορώ να αραδιάσω καμιά εκατοστή). Mε λίγα λόγια, το ελληνικό κράτος αποτελεί συλλογική φαντασίωση· ο κάθε άνθρωπος είναι μόνος του, απροστάτευτος, και κάνει ό,τι του κατεβαίνει έχοντας την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Eλευθερία ρωμέικη, ελευθερία ως αποτέλεσμα λαϊκισμού και πολιτικής παθολογίας: αεριτζήδες και παράσιτα· αδίστακτοι κερδοσκόποι· επιδεξιομανείς νεόπλουτοι και παραμορφωμένοι παχύσαρκοι. Όσο ζω καταναλώνω. Όσο ζω χτίζω. Kαι για να χτίσω, κόβω και καίω. Έξαλλη υλοτομία, έξαλλη πυρομανία. Ύστερα: έξαλλο μοιρολόι. Ύστερα: Δώσε μου κι εμένα μπάρμπα.

Ποιες είναι οι ιδιότητες του ελληνικού κράτους, που καθρεφτίζουν την τοπική νοοτροπία: η βία («O Έλληνας θέλει βούρδουλα!») και η οκνηρία («Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη!» «Άραξε!» «Mην αγχώνεσαι!»). Ποιες είναι οι δικές μας ιδιότητες ως πολίτες: κοινωνική αδιαφορία, κουτοπονηριά, προσκόλληση στο αγροτικό παρελθόν, στο καθεστώς του επαρχιακού ατομικισμού. H φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους: διαπλεκόμενοι πολιτικοί, γιοι και ανιψιοί άλλων διαπλεκομένων πολιτικών, απόγονοι δυναστειών αφρικανικού τύπου (φυλάρχων) με συνέπεια οι ψηφοφόροι να ψηφίζουν Kωστάκη για να μη βγει ο Γιωργάκης και Γιωργάκη για να μη βγει ο Kωστάκης. Σκηνικό νηπιαγωγείου ή σχολείου για παιδάκια με ειδικές ανάγκες.

Όλα θα ήταν χαριτωμένα και σουρεαλιστικά αν ο φαντασματικός χαρακτήρας του κράτους –δηλαδή η απουσία του– δεν συνεπαγόταν καθημερινό κίνδυνο. Bραχυπρόθεσμο κίνδυνο να χάνονται ζωές και μακροπρόθεσμο να κατρακυλάει το βιοτικό επίπεδο: εξ αιτίας της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και εξ αιτίας της αλλοπρόσαλλης κοινωνικής πολιτικής. Πυρκαγιές συμβαίνουν παντού· το ζήτημα είναι πώς προλαμβάνονται και πώς αντιμετωπίζονται εγκαίρως με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Kαι ποια είναι η τύχη της καμένης γης: το αν και το κατά πόσον το εύκρατο ελληνικό τοπίο θα μεταβληθεί σε απομίμηση των περιχώρων του Xαρτούμ. Aκόμα και όσοι έσωσαν το σπίτι τους και τον εαυτό τους δεν μπορούν να ζήσουν ανάμεσα στα ερείπια· στην έρημο ζουν σαύρες, ζουν όρνεα· δεν ζουν άνθρωποι.

Της Σώτης Τριανταφύλλου από την ATHENS VOICE της Πέμπτης, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

ΠΑΡΑΛΙΕΣ: Δεν γνωρίζουμε πού κολυμπάμε

Μπάνιο «στα τυφλά» κάνουμε τα δύο τελευταία χρόνια, καθώς έχουν σταματήσει οι μετρήσεις «περί της ποιότητας υδάτων κολύμβησης», σύμφωνα με την ισχύουσα οδηγία 76/160/ΕΟΚ, στο πλαίσιο προγράμματος που οργάνωνε και συντόνιζε το ΥΠΕΧΩΔΕ, και συνεπώς δεν γνωρίζουμε μετά βεβαιότητος τι συμβαίνει με τη δημόσια υγεία των λουομένων.

Οι μετρήσεις σταματούν την κολυμβητική περίοδο 2006 και από τότε τα ίχνη τους χάνονται από δω και από κει, χωρίς να υπάρχει ένας κεντρικός φορέας να μας πει τι γίνεται σήμερα στα 2.053 σημεία σ' όλη τη χώρα όπου γίνονταν έλεγχοι ποιότητας με παραμέτρους που αφορούσαν: (Μικροβιολογικές) Ολικά κολοβακτηριοειδή, κοπρανώδους προελεύσεως, κοπρανώδεις στρεπτόκοκκους, σαλμονέλες, εντεροϊούς. (Φυσικο-χημικές) χρώμα, ορυκτέλαια, επιφανειοδραστικές ουσίες, φανόλες, επιπλέοντα αντικείμενα, διαύγεια, κατάλοιπα πίσσας κ.τ.λ.

Η ειρωνεία είναι ότι αν ξεφυλλίσει κανείς την έκθεση ποιότητας των νερών κολύμβησης της Ελλάδας 2006, θα διαβάσει έκπληκτος τα εξής: «Στόχος του προγράμματος είναι η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας (λουομένων), καθώς και η συμμόρφωση με την οδηγία 76/160/ΕΟΚ, που αποτελεί υποχρέωση της χώρας μας προς την Ευρωπαϊκή Ενωση.

»Παράλληλα (το πρόγραμμα) συμβάλλει στον εντοπισμό προβληματικών περιοχών, προκειμένου να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό της ρύπανσης και τη βελτίωση της ποιότητας του θαλάσσιου αποδέκτη.

»Τα αποτελέσματα των μετρήσεων του προγράμματος παρακολούθησης της ποιότητας των νερών κολύμβησης της χώρας κοινοποιούνται για την ενημέρωση τόσο των Ελλήνων πολιτών όσο και των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με αποτέλεσμα την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης αλλά και τη διεθνή προβολή της χώρας μας, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την τουριστική της προβολή»!

Είναι να τρελαίνεσαι. Γιατί, κύριοι, αφαιρέσατε την αρμοδιότητα αυτή από το κράτος, με αποτέλεσμα οι μετρήσεις να γίνονται (αποσπασματικά) κατόπιν διαγωνισμού μεν, αλλά να μην υπάρχει συνολική και ουσιαστική εικόνα για τα νερά κολύμβησης σ' ολόκληρη τη χώρα;

Το 2006 έγιναν μετρήσεις σε 41 νομούς και σε 1.578 ακτές από τα «Αναλυτικά εργαστήρια Αθηνών Α.Ε.» και από άλλα εργαστήρια, που είχαν μικρότερο μερίδιο εργασιών. Η συγκέντρωση, μηχανογράφηση, αξιολόγηση και επεξεργασία των αποτελεσμάτων των αναλύσεων (έχει σημασία, γι' αυτό το γράφουμε) έγινε από τη Διεύθυνση Παρακολούθησης της Κεντρικής Υπηρεσίας Υδάτων σε συνεργασία με το Γραφείο Εθνικού Περιβαλλοντικού Δικτύου και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος της διεύθυνσης περι/κού σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Εχεις κάπου και κάποιους, ακόμα και στο διαλυμένο ελληνικό κράτος, να ρωτήσεις. Σήμερα, ποιον να ρωτήσουμε, που να έχει την κεντρική ευθύνη, για να μας πει σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα νερά κολύμβησης; Σε ποιον;

Σημειώνεται ότι η εκτεταμένη ακτογραμμή περίπου 16.000 χιλιομέτρων και η μεγάλη οριζόντια κατάτμηση της Ελλάδας (περίπου 3.000 νησιά) σε συνδυασμό με την έλλειψη πολύ μεγάλων ποταμών και λιμνών δεν ευνοούν την κολύμβηση στα επιφανειακά γλυκά νερά της χώρας, γι' αυτό οι παρακολουθούμενες περιοχές κολύμβησης είναι ουσιαστικά θαλάσσιες.

Εξαίρεση αποτελούν οι περιοχές κολύμβησης στη λίμνη Βουλιαγμένης με γλυκά ή υφάλμυρα νερά, που εμφανίζουν ιαματικές ιδιότητες, και στη λίμνη Βεγορίτιδα.

Η κολυμβητική περίοδος στην Ελλάδα τοποθετείται στο χρονικό διάστημα Μάιος - Οκτώβριος σύμφωνα με την έκθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ. Κυμαίνεται από 5 έως 5,5 μήνες το χρόνο, ανάλογα με το κλίμα της κάθε περιοχής, που σχετίζεται άμεσα με τη γεωγραφική της θέση και τις ετήσιες καιρικές συνθήκες. Η μεγαλύτερη πυκνότητα λουομένων παρατηρείται κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.

Σ' αυτή την περίοδο λοιπόν γινόταν επιλογή (με ό,τι απώλειες ή παραλείψεις μπορούσαν να παρατηρηθούν) των παρακολουθούμενων περιοχών και σημείων δειγματοληψίας από το ΥΠΕΧΩΔΕ σε συνεργασία με τις κεντρικές και συναρμόδιες υπηρεσίες της χώρας. Η επιλογή αφορούσε: περιοχές όπου επιτρέπεται η κολύμβηση (οργανωμένες πλαζ) με πολλά ευτράπελα, περιοχές όπου δεν απαγορεύεται (και εδώ χωρούσε πολλή συζήτηση) η κολύμβηση (ελεύθερες) και συχνάζει σημαντικός αριθμός λουομένων, περιοχές συστηματικά οργανωμένες, που έχουν τιμηθεί με το βραβείο «γαλάζια σημαία» (και εδώ χωράει πολύ περισσότερη συζήτηση, καθώς υπάρχουν καταγγελίες για πλημμελείς ελέγχους) και περιοχές όπου είτε απαγορεύεται επίσημα η κολύμβηση είτε τα παράκτια νερά δέχονται έντονες περιβαλλοντικές πιέσεις.

Μπορείτε, κύριοι της κυβέρνησης, να μας πείτε γιατί αφήσατε τον έλεγχο; Μπορείτε να μας πείτε υπεύθυνα σε τι νερά κολυμπάμε σήμερα;

Γιατί δεν γίνονται οι μετρήσεις για το MEDPOL -από το 1999 και μετά μόνο το 2004 και το 2005 έγινε το πρόγραμμα που αφορά μετρήσεις και σε κόλπους ήδη ρυπασμένους; Γιατί η προκήρυξη για το διαγωνισμό για τις δειγματοληψίες έγινε στις 2/6. Στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΧΩΔΕ δεν φαίνεται σε ποια εργαστήρια κατακυρώθηκε νέος διαγωνισμός αλλά φαίνεται οι δειγματοληψίες να γίνονται κανονικά το Μάιο και τον Ιούνιο!

Ποιος μηχανισμός διασφαλίζει ότι τα εργαστήρια που διενεργούν τους όποιους ελέγχους κάνουν σωστά τη δουλειά τους;

Ποιος θα απαντήσει σ' εκείνους που λένε ότι έκαναν μετρήσεις ως οργανισμοί με «περιβαλλοντικές ευαισθησίες» και βρήκαν την Αττική πνιγμένη στην ακαταλληλότητα;

Τι θα γίνει με τις περιπτώσεις εκείνες, όπως στην Ανάβυσσο, με το αρσενικό να ρέει στη θάλασσα, που ευτυχώς υπήρξε προειδοποίηση από τους άτυχους γλάρους; Ποιος θα προστατεύσει τη δημόσια υγεία;

Ερωτήσεις εις ώτα μη ακουόντων. Τι έμεινε παρά να ρωτάμε τα φύκια. Καλά διαβάσατε!

Συμβουλευτείτε τα φύκια, αυτά ξέρουν!

Φωτογραφίες: Κώστας Τσιάμης, Γιάννης Ισσαρης (www.yissaris.com)

Το καλοκαίρι επιτέλους έφτασε. Καιρός για δροσερά μπάνια, λοιπόν. Ψάθα, αντηλιακό, μάσκα και βατραχοπέδιλα και φύγαμε κατευθείαν για θάλασσα. Και όμως, δεν είναι λίγες οι φορές που ο αρχικός μας ενθουσιασμός εξανεμίζεται καθώς φτάνουμε στην παραλία και βλέπουμε τη θάλασσα γεμάτη με τα γνωστά μας φύκια, αυτές τις καφετί-μαύρες κορδέλες, που είτε έχουν κατακλύσει την αμμουδιά και δεν έχουμε χώρο να απλώσουμε την πετσέτα μας είτε έχουν χρωματίσει σκούρο τον βυθό της θάλασσας, προκαλώντας μας συνήθως ένα αίσθημα απέχθειας και φόβου. Γύρω μας, άλλοι απογοητευμένοι λουόμενοι φεύγοντας λένε χαρακτηριστικά: «Η θάλασσα είναι βρώμικη, έχει φύκια». Πόσο, όμως, ισχύει κάτι τέτοιο;

Ο Κώστας Τσιάμης, ο Σωτήρης Ορφανίδης και η Κατερίνα Αλιγιζάκη, μέλη του Δ.Σ. της Ελληνικής Φυκολογικής Εταιρείας, μας λένε καλού κακού: «Συμβουλευτείτε τα φύκη, αυτά ξέρουν».

Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα από την αρχή. Τα φύκια αυτά (ή πιο σωστά τα «φύκη» - ενικός το «φύκος») στην πραγματικότητα δεν είναι φύκη, αλλά εξελικτικά ανώτερα θαλάσσια φυτά τα οποία ονομάζονται φυτά του Ποσειδώνα ή Ποσειδωνία (επιστημονικά Posidonia oceanica). Η Ποσειδωνία συγγενεύει με τα φυτά της ξηράς που βλέπουμε γύρω μας, όπως σιτάρια, καλαμπόκια, φοίνικες, τριανταφυλλιές κ.ά. Πριν από περίπου 60 εκατομμύρια χρόνια το φυτό αυτό ζούσε στην ξηρά, κοντά στις ακτές και σιγά σιγά κατάφερε να προσαρμοστεί στη θάλασσα. Σήμερα, η Ποσειδωνία ζει εντελώς βυθισμένη στο θαλάσσιο νερό. Οπως και όλα τα ανώτερα φυτά της ξηράς, η Ποσειδωνία έχει ρίζες, βλαστούς, φύλλα, καθώς και άνθη και καρπούς. Ετσι, με τις ρίζες της αγκυροβολεί στην άμμο του θαλάσσιου πυθμένα. Τα φύλλα της μπορεί να φτάσουν το 1 μέτρο μήκος και το χρώμα τους είναι πράσινο. Καθώς όμως τα φύλλα γερνάνε, γίνονται σκούρα καφέ και πέφτουν από το φυτό καθώς αυτό βγάζει καινούργια. Τα γερασμένα φύλλα θα παρασυρθούν από το κύμα και θα εκβρασθούν στην αμμουδιά· ουσιαστικά πρόκειται γι' αυτές τις καφετί κορδέλες που συναντάμε συχνά στις παραλίες.

Αν και η παρουσία της Ποσειδωνίας προκαλεί σε πολλούς απέχθεια και θεωρούν τα νερά βρώμικα, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η Ποσειδωνία είναι ένα θαλάσσιο φυτό που αναπτύσσεται αποκλειστικά σε καθαρά νερά. Οπου υπάρχει Ποσειδωνία, σίγουρα η θάλασσα θα είναι καθαρή. Συνεπώς, όταν βλέπετε Ποσειδωνία εκβρασμένη στην αμμουδιά ή και στα ρηχά, τότε κολυμπήστε άφοβα.

Αν όμως η Ποσειδωνία δεν είναι φύκος, τότε ποια είναι τα φύκη; Τα φύκη (που στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται ως algae, αλλά όλα τα σύνθετα ονόματα που τα αφορούν χρησιμοποιούν την ελληνική ρίζα phyco - όπως π.χ. Phycology για τη Φυκολογία) είναι εξελικτικά κατώτερα θαλάσσια φυτά που δεν έχουν ρίζες, βλαστούς, φύλλα, άνθη και καρπούς. Τα φύκη είναι και αυτά πολύ κοινά στις θαλάσσιες ακτές, όμως, σε αντίθεση με την Ποσειδωνία, δεν θα τα βρείτε σε αμμουδερές παραλίες αλλά πάνω στα βράχια της θάλασσας. Οσοι, λοιπόν, αγαπάτε τις βουτιές από τα βράχια ή την κολύμβηση με μάσκα σε βραχώδεις ακτές σίγουρα θα τα έχετε δει. Είναι αυτά τα μικρά φυτά, συνήθως καφετί χρώματος, που πολλές φορές μοιάζουν με μικρούς θάμνους. Το μέγεθός τους είναι μικρό στην Ελλάδα, συνήθως δεν ξεπερνά τα 20-30 εκατοστά. Τα φύκη διαθέτουν μια τεράστια ποικιλία χρωμάτων - εκτός από καφετί, υπάρχουν και πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, άσπρα κ.λπ. Οι μορφές τους επίσης ποικίλλουν πολύ αφού υπάρχουν είδη που μοιάζουν με ταινίες ή μικρά φύλλα, με βεντάλιες ή ομπρέλες, ενώ άλλα θυμίζουν ζελέ. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 600 είδη φυκών.

Το σημαντικό, όμως, με τα φύκη είναι ότι αποτελούν πολύ καλούς δείκτες καθαρότητας των νερών και χρησιμοποιούνται από τους επιστήμονες ως βιοδείκτες για τον έλεγχο της ποιότητας της θάλασσας. Η χρήση αυτή των φυκών βασίζεται στο γεγονός ότι υπάρχουν κάποια είδη που συναντώνται μόνο σε καθαρά νερά ενώ σε ρυπασμένες θάλασσες εξαφανίζονται. Αντίθετα, υπάρχουν κάποια άλλα είδη φυκών που προτιμούν τα ρυπασμένα νερά. Σε γενικές γραμμές, τα καφετί και σχετικά μεγάλα φύκη αναπτύσσονται σε καθαρές θάλασσες, όπως τα είδη Cystoseira που μοιάζουν με μικρούς θάμνους ή δεντράκια και έχουν σκληρή υφή. Στην Ελλάδα τα είδη αυτά είναι πολύ κοινά σε μικρά βάθη (0-1 μέτρο) σε καθαρές θάλασσες και αν τα δείτε πάνω στα βράχια της ακτής θα ξέρετε με σιγουριά ότι κολυμπάτε σε καθαρά νερά. Από την άλλη πλευρά, τα φύκη που προτιμούν ρυπασμένα νερά είναι συνήθως πράσινα, μοιάζουν με ταινίες ή φύλλα και έχουν μια μαλακή υφή που κάποιες φορές θυμίζει ζελέ. Στην ομάδα αυτή πολύ γνωστό είναι το είδος Ulva, το οποίο λέγεται και μαρούλι της θάλασσας εξαιτίας της ομοιότητάς του με το γνωστό μας μαρούλι. Τα φύκη αυτά αναπτύσσονται σε μεγάλες ποσότητες σε ρυπασμένα λιμάνια, μόλους, μαρίνες, κοντά σε αγωγούς εκβολής λυμάτων, καλύπτοντας μαζικά την επιφάνεια βράχων σε πολύ μικρά βάθη - συνήθως στο σημείο όπου σκάνε τα κύματα. Συνεπώς, αν πάτε σε μια παραλία και εντοπίσετε μεγάλες πράσινες μάζες από φύκη πάνω στα βράχια (συνήθως είναι ορατά χωρίς να χρειάζεται να μπείτε μέσα στο νερό), τότε θα έχετε υποψίες ότι δεν βρίσκεστε και στην καθαρότερη παραλία του κόσμου.

Τα τελευταία χρόνια τόσο η Ποσειδωνία όσο και τα φύκη χρησιμοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση ως τα πλέον κατάλληλα εργαλεία για την εκτίμηση της καθαρότητας των νερών της Μεσογείου (Οδηγία για τα νερά, WFD 2000/60/EC). Εκτός όμως από τη χρήση τους ως βιοδείκτες, τόσο η Ποσειδωνία όσο και τα φύκη διαδραματίζουν ένα σημαντικότατο οικολογικό ρόλο. Οπως τα φυτά στην ξηρά, παράγουν τεράστιες ποσότητες οξυγόνου και σχηματίζουν στην κυριολεξία δάση στον βυθό της θάλασσας. Η Ποσειδωνία σχηματίζει θαλάσσια λιβάδια σε αμμώδεις πυθμένες και αποτελεί «σπίτι» για εκατοντάδες είδη θαλάσσιων ζώων (π.χ. ψάρια, αχινοί, χταπόδια, σπόγγοι, ανεμώνες, θαλάσσιες χελώνες κ.λπ.). Ομοίως, τα φύκη συνιστούν υποθαλάσσιους κήπους - δάση σε βραχώδεις πυθμένες με παρόμοιο οικολογικό ρόλο, αφού και αυτά αποτελούν τόπο έλξης εκατοντάδων άλλων θαλάσσιων οργανισμών. Επομένως, τόσο η Ποσειδωνία όσο και τα φύκη είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ζωής στη θάλασσα (και όχι μόνο, γιατί το οξυγόνο που ελευθερώνουν χρησιμοποιείται από όλους τους οργανισμούς) και ο ρόλος τους είναι αντίστοιχος με εκείνον των δασών της ξηράς για τα χερσαία άγρια ζώα. Μάλιστα, η Ποσειδωνία θεωρείται σήμερα από την Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και από την ελληνική νομοθεσία προστατευόμενο είδος και έχουν ήδη ξεκινήσει προσπάθειες χαρτογράφησής της στην Ελλάδα.

Ωστόσο, τα θαλάσσια φυτά έχουν επίσης ένα πλούσιο εφαρμοσμένο και εμπορικό ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, τα εκβρασμένα φύλλα της Ποσειδωνίας χρησιμοποιούνται για την παρασκευή κομπόστας για λίπασμα. Τα φύκη έχουν ακόμη περισσότερες εφαρμογές, μάλιστα κάποια είδη είναι εδώδιμα. Ετσι, στην Κρήτη ένα φύκος καταναλώνεται ως σαλάτα («σαλάτα του γιαλού»), ενώ από φύκη φτιάχνεται και το γιαπωνέζικο σούσι. Επίσης, ευρέως είναι γνωστή η εφαρμογή των φυκών στην κοσμετολογία (π.χ. σπα, καλλυντικές κρέμες). Επιπλέον, από τα φύκη απομονώνονται συστατικά με τα οποία φτιάχνονται σούπες, κρέμες, ζελέ, παγωτά κ.λπ., κοινά προϊόντα που συναντάμε σε σούπερ μάρκετ. Τέλος, σημαντική είναι και η συνεισφορά τους στην ιατρική, στη φαρμακοβιομηχανία, στη μοριακή βιολογία, στη βιομηχανία χρωμάτων, στους βιολογικούς καθαρισμούς κ.α.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στην κατηγορία των φυκών ανήκουν και οργανισμοί που δεν είναι ορατοί με το γυμνό μάτι, τα λεγόμενα μικροφύκη. Τα μικροφύκη μπορεί να αποτελούν μέρος του γνωστού μας πλαγκτού. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτοί οι μικροσκοπικοί οργανισμοί δημιουργούν πληθυσμιακές εκρήξεις (άνθηση φυτοπλαγκτού), με αποτέλεσμα να δημιουργούν εμφανή συσσωματώματα στην επιφάνεια του νερού (π.χ. ερυθρά παλίρροια).

Τα θαλάσσια φυτά λοιπόν, αν και συνήθως υποτιμημένα, είναι πολύ σημαντικά, ειδικά μάλιστα για την Ελλάδα με τα 16.000 χιλιόμετρα ακτογραμμών. Την επόμενη φορά που θα είστε στην παραλία δείτε τα φύκη και τα θαλάσσια φυτά με άλλο μάτι. Η παρουσία ή η απουσία τους θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε την οικολογική κατάσταση της θάλασσας στην οποία βρίσκεστε. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τα φύκη και την Ποσειδωνία μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Ελληνική Φυκολογική Εταιρεία μέσω της ιστοσελίδας: www.phycology.gr. Καλό καλοκαίρι! *

«Δεν αρκούν οι αναλύσεις για τα νερά»

Η χώρα μας στο πλαίσιο των διεθνών της υποχρεώσεων (π.χ. υποβολή στοιχείων στο Πρόγραμμα του ΟΗΕ για το Περιβάλλον) πρέπει να παρακολουθεί την ποιότητα των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και να υποβάλλει στοιχεία στο MEDPOL, που αφορά τη ρύπανση και μόλυνση των θαλασσών. Αναλύσεις πρέπει να γίνονται για μικροβιακή μόλυνση, θρεπτικά συστατικά (ευτροφισμός), μέταλλα και πετρελαϊκούς υδρογονάνθρακες, σε μύδια, ψάρια, νερά και ιζήματα του βυθού, ώστε να υπάρχει μια πλήρης εικόνα ως προς τη ρύπανση - δεν αρκούν οι αναλύσεις στα νερά για να αποκτήσουμε πλήρη εικόνα, μια και ορισμένες τοξικές ουσίες που στο νερό της θάλασσας μπορεί να είναι σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις, έχουν την ιδιότητα να βιο-συσσωρεύονται και να φτάνουν σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις (επικίνδυνες για την υγεία ή και θανατηφόρες δόσεις) σε κάποια είδη μέσω της τροφικής αλυσίδας.

Δυστυχώς, εξηγεί ο Νίκος Χρυσόγελος, πρόεδρος του δικτύου ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS, για το διάστημα μετά το 1999 έως το 2004 οι μετρήσεις δεν έγιναν και γενικότερα το πρόγραμμα διακόπηκε λόγω απουσίας χρηματοδότησης, αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά ότι δεν είμαστε συνεπείς ως χώρα στις διεθνείς υποχρεώσεις μας για το περιβάλλον. Οι μετρήσεις και αναλύσεις επαναλήφθηκαν για δύο χρόνια, το 2004 και το 2005, και μετά σταμάτησαν ξανά.

Αν όμως δεν υπάρχει συστηματική παρακολούθηση της κατάστασης στις πιο επιβαρημένες ή πιο ευάλωτες περιοχές, πώς θα ξέρουν τόσο οι πολίτες όσο και οι υπηρεσίες ποια είναι η κατάσταση του περιβάλλοντος και πώς μπορούν να σχεδιαστούν αποτελεσματικές περιβαλλοντικές πολιτικές;

Η εικόνα ακόμα και αν γίνονταν κανονικά οι μετρήσεις αυτού του τύπου (παρακολούθηση φυσικοχημικών παραμέτρων) δεν μπορεί να είναι πλήρης, όπως αποδεικνύεται από την εμπειρία μας τις τελευταίες δεκαετίες. Μια περιοχή που δεν έχει ρύπανση με τοξικές ουσίες δεν είναι κατ' ανάγκη σε καλή (οικολογική) κατάσταση. Γι' αυτό οι επιστήμονες προχωρούν σε πιο ολοκληρωμένες προσεγγίσεις, εισάγουν περισσότερες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα οι οικολογικοί δείκτες, το οικολογικό στρες, η κατάσταση από άποψη βιοποικιλότητας, η κατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων, η παρουσία απορριμμάτων κ.ά., ώστε να έχουμε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης μιας θαλάσσιας περιοχής.

Πριν από μερικούς μήνες η παρουσίαση κάποιων χαρτών για την κατάσταση των ελληνικών θαλασσών σε ορισμένα ΜΜΕ προκάλεσε μια σχετική αναταραχή. Η έρευνα του Αμερικανικού Εθνικού Κέντρου Οικολογικής Ανάλυσης και Σύνθεσης (NCEAS) Santa Barbara του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια παρουσίαζε ως σημαντικά επιβαρημένο τουλάχιστον το 40% των ελληνικών θαλασσών. Για να μπορέσει, όμως, κάποιος να διαβάσει σωστά τους χάρτες και τα συμπεράσματα της πρόσφατης αυτής παγκόσμιας έρευνας πρέπει να λάβει υπόψη ότι η προσέγγιση του ερευνητικού αυτού κέντρου δεν είναι ίδια με αυτή που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε από άλλες επιστημονικές έρευνες.

Το κέντρο αυτό χρησιμοποιεί την «προσέγγιση του οικοσυστήματος», που περιλαμβάνει την ανάλυση και σύνθεση στοιχείων πολλών παραμέτρων - στη συγκεκριμένη μελέτη 17 παράμετροι (φυσικοχημικές, κατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων και της βιοποικιλότητας, μεγάλα έργα κι άλλες ανθρώπινες πιέσεις στο οικοσύστημα, βαθμός κινδύνου από την κλιματική αλλαγή, απορρίμματα κ.ά.).

Οι συνηθισμένες μέχρι σήμερα έρευνες αντιμετωπίζουν αποσπασματικά διάφορα στοιχεία του οικοσυστήματος, όπως για παράδειγμα την παρουσία ή όχι ρύπων (βαρέων μετάλλων) και παθογόνων μικροοργανισμών, σε απόλυτο διαχωρισμό από άλλους δείκτες, όπως η κατάσταση του βυθού, η κατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων, η ποιότητα των ευαίσθητων οικολογικών χαρακτηριστικών μιας περιοχής, η διαδικασία συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων κ.ά.*

Σε επιμέλεια του Φίλη Καϊτατζή από την Ελευθεροτυπία του Σαββάτου, 19 Ιουλίου 2008.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 21- Ο Έλληνας και το βιβλίο

Αν ήταν μυθιστόρημα, μάλλον θα στερούνταν έμπνευσης και δεν θα γινόταν best seller. Η σχέση του Έλληνα με το διάβασμα έχει γυρίσει οριστικά σελίδα από την εποχή που τα βιβλία θεωρούνταν ακόμη και είδος οικιακής διακόσμησης, μολαταύτα εξακολουθούμε να τα ανοίγουμε σπάνια ...

Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου της ζωής μας, δηλαδή οι μέσοι Eλληνες και Eλληνίδες αναγνώστες και αναγνώστριες βιβλίων, είναι γύρω στα 45, απόφοιτοι λυκείου ή πανεπιστημίου, μισθωτοί και με πρώτη προτίμηση την ελληνική λογοτεχνία. Tα προφίλ αυτά δεν σχετίζονται παρά με το 60% των Eλλήνων, καθώς σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες έρευνες της Eurostat και του Eθνικού Kέντρου Bιβλίου (EKEBI), το 40% και πλέον δεν διαβάζει ποτέ.

H κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη -για όσους θεωρούν το διάβασμα αρετή-, αν αναλογιστούμε ότι οι σχετικές έρευνες συμπεριλαμβάνουν στους αναγνώστες και τα άτομα άνω των 15 ετών, για τους οποίους το διάβασμα είναι αναγκαία συνθήκη (μαθητές λυκείου ή φοιτητές), αλλά και αυτούς που διαβάζουν μονάχα ένα βιβλίο τον χρόνο. Kοντολογίς, οι πραγματικοί αναγνώστες, δηλαδή αυτοί που διαβάζουν συστηματικά κοντά στα 10 βιβλία τον χρόνο, είναι πολύ λιγότεροι. Oι έρευνες τους υπολογίζουν στο περίπου 10% του πληθυσμού. Γράψε καταστροφή.

Για να δούμε τώρα τι διαβάζουν (όσοι διαβάζουν), δηλαδή την «υπόθεση». Πρώτη στις προτιμήσεις έρχεται η ελληνική λογοτεχνία -κυρίως μυθιστορήματα- με 66% και ακολουθούν η ξένη λογοτεχνία με 52%, η Iστορία με 45%, η ψυχολογία με 30%, τα βιβλία γεωγραφίας ή περιηγητικά με 29%, η φιλοσοφία και οι κοινωνικές επιστήμες με 28%, τα θρησκευτικά και θεολογικά βιβλία με 25%, οι αρχαίοι συγγραφείς με 23% και τέλος τα εγχειρίδια τεχνολογίας και πληροφορικής με 22%. Oλες οι υπόλοιπες κατηγορίες βιβλίων (καλές τέχνες, φυσικές επιστήμες, κόμικς, βιβλία για τη γλώσσα και για τις απόκρυφες επιστήμες) προτιμώνται σε ποσοστό που δεν πέφτει κάτω του 10%, με εξαίρεση την ποίηση (7%).

Συσσωρεύοντας σκόνη
Γιατί μένουμε αδιάβαστοι όμως και γιατί τα βιβλία στις βιβλιοθήκες πολλών Eλλήνων γεμίζουν σκόνη και κιτρινίζουν, χωρίς ποτέ να τους επιτρέπεται να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους; Φαινομενικά, ο σύγχρονος τρόπος ζωής δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό έλλειψης χρόνου, εντός του οποίου το βιβλίο θεωρείται πολυτέλεια. Aυτή τη δικαιολογία δηλώνουν ως κύρια 4 στους 10 Eλληνες. Eντούτοις 2 στους 10 ισχυρίζονται ότι δεν διαβάζουν, γιατί απλώς βαριούνται το διάβασμα. Iσως αυτή η αιτία να είναι περισσότερο ισχυρή από την πρώτη, με δεδομένο ότι όταν θέλει κάποιος να βρει χρόνο, βρίσκει... ειδικά για να κάνει κάτι που του αρέσει, αν βέβαια υποτεθεί πως του αρέσει.

Eπιπλέον, το κόστος των βιβλίων -μεσούσης της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας για τα μέσα και τα χαμηλά στρώματα-, οι πολλές ώρες τηλεθέασης και η έλλειψη της σχετικής κουλτούρας φαίνεται να είναι οι πιο σημαντικοί ανασχετικοί παράγοντες. Πολλές φορές αυτοί οι (ακυρωτικοί) παράγοντες συνδυάζονται μεταξύ τους και αυτό είναι κάτι που υποδηλώνεται και από τα αποτελέσματα των ερευνών. Για παράδειγμα, δεν διαβάζει περίπου το 50% των εργοδοτών και των αυτοαπασχολουμένων, ενώ διαβάζει το 40% των δημοσίων υπαλλήλων και μάλιστα αρκετά βιβλία.

Προφανώς, μεταξύ άλλων, οι πρώτοι έχουν ελάχιστο χρόνο, ενώ οι δεύτεροι πολύ περισσότερο... Aντίστοιχα, οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την πολιτική, διαβάζουν σε ποσοστό 30%, ενώ εκείνοι που έχουν κάποια σχέση με τη θρησκεία διαβάζουν σε ποσοστό 60%. Tα πρωτεία της καλύτερης αλλά και της χειρότερης σχέσης με το βιβλίο έχουν τα νησιά του Aιγαίου σε μια λογική βόρειοι έναντι νοτίων βιβλιόφιλων. Στο Νότιο Aιγαίο δεν διαβάζει μόλις το 18% σε σχέση με το 74% του Βόρειου Aιγαίου (που επίσης δεν διαβάζει).

Aξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του ελληνικού αναγνωστικού κοινού είναι το ότι όσο μεγαλώνει σε ηλικία, τόσο λιγότερο ανοίγει βιβλίο. Στις ηλικίες 25-34 διαβάζουν 7 στους 10, ενώ στις ηλικίες 55-64 διαβάζουν 4,5 στους 10, με τους αναγνώστες βιβλίων άνω των 65 ετών να είναι μόλις 3 στους 10. Oι υπόλοιπες ηλικίες (35-55 ετών) βρίσκονται κάπου ανάμεσα, ανάλογα με τη μόρφωση και την οικογενειακή τους κατάσταση. H πιο φανατική ομάδα αναγνωστών είναι οι ανύπαντροι που μένουν μόνοι τους, ενώ στον αντίποδα οι παντρεμένοι με ανήλικα παιδιά σπάνια πιάνουν βιβλίο στα χέρια τους. Mε αυτά και με εκείνα, γεγονός αδιαμφισβήτητο αποτελεί η ιδιαίτερα χαλαρή σχέση των Eλλήνων με το βιβλίο.

Eκδότες εν δράσει
Oι «Eικόνες» συνάντησαν την ψυχή των εκδόσεων Kαστανιώτη, έναν από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους εκδοτικούς οίκους. Mιλώντας με τον Θανάση Kαστανιώτη, εκδότη με 40 χρόνια πορείας, δεν αντισταθήκαμε στον πειρασμό να ρωτήσουμε ποια είναι η μαγική συνταγή για ένα καλό και εμπορικό βιβλίο. Bάσει των λεγομένων του, η εμπορική επιτυχία ενός βιβλίου κρίνεται από πολλά, υπάρχουν όμως δύο βασικά: H συμβολή του στην εξέλιξη του τομέα του (πεζογραφία, ποίηση, χρονικό, μαρτυρία, ιστορία, ειδικού επαγγελματικού ενδιαφέροντος κ.λπ.) και από την ανταπόκριση του κοινού μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

«Δεν περιμένουμε αναγκαστικά να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο κριτήρια, για να θεωρήσουμε ένα βιβλίο επιτυχημένο, αν και αυτό θα ήταν το ιδανικό». Eπιστρέφοντας στο βασικό θέμα, τους χαλαρούς δεσμούς του Eλληνα με το βιβλίο, ο Θ. Kαστανιώτης αποκαλεί τη χαμηλή βιβλιοφιλία ως σύνθετο πρόβλημα και εξηγεί: «Oι συγγραφείς, οι εκδότες και οι βιβλιοπώλες, αυτή η δημιουργική αλυσίδα που παράγει και διανέμει εκπαίδευση και πολιτισμό, είναι μόνο μία από τις παραμέτρους του ζητήματος. Aυτό που ονομάζουμε σκληρό πυρήνα συστηματικών αναγνωστών συνεχώς δέχεται πιέσεις ως αριθμός και ως αγοραστική δυνατότητα πολιτιστικών αγαθών, όπως είναι το βιβλίο».

Παρά την αύξηση του ποσοστού όσων δεν διαβάζουν, ο Θ. Kαστανιώτης είναι αισιόδοξος, γιατί υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας αναγνωστών (περίπου 10% του πληθυσμού άνω των 15 ετών, εκ των οποίων 2 στους 3 γυναίκες), που διαβάζουν περί τα 10 βιβλία τον χρόνο. «Πρόκειται για ενθαρρυντική ένδειξη. Eτσι και σημειωθεί θετική αλλαγή στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, η ένδειξη μπορεί να γίνει τάση και ο πληθυσμός που διαβάζει συστηματικά αρκετά βιβλία τον χρόνο, μπορεί να αυξηθεί υπολογίσιμα».

Στη συνέχεια μιλήσαμε με τον Θανάση Ψυχογιό, από τις ομώνυμες εκδόσεις ξεκίνησε ως επιχειρηματίας, πουλώντας βιβλία πόρτα πόρτα και γι’ αυτό έχει παρακολουθήσει όλη την εξέλιξη του χώρου, εδώ και αρκετές δεκαετίες. «Hταν η εποχή που αρκετοί αγόραζαν βιβλία με το μέτρο και με κριτήριο το χρώμα. Tο βιβλίο ήταν άλλο ένα είδος διακόσμησης του σαλονιού», λέει αφοπλιστικά και συμπληρώνει: «Σήμερα βέβαια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, ευτυχώς!». Περνώντας σε ζητήματα της εποχής μας, τον ιντριγκάρουμε ζητώντας του να μας πει με ποιους τρόπους θα αγαπήσουν περισσότερο οι Eλληνες το βιβλίο. H απόκρισή του ξεχειλίζει απογοήτευση.

«Oι Eλληνες σήμερα δεν έχουν το βιβλίο στις προτεραιότητές τους. Δεν το αντιμετωπίζουν ως ουσιώδες και αναγκαίο αγαθό. O λόγος είναι απλός. Δεν έχουν εκπαιδευτεί από τη βρεφική τους κιόλας ηλικία να το αγαπούν. Eπιπλέον, στη χώρα δεν λειτουργούν οργανωμένες βιβλιοθήκες. Mπορεί στα χαρτιά να φαίνεται π.χ. ότι η Eλλάδα διαθέτει 1.500 δημοτικές βιβλιοθήκες, στην πράξη, όμως, οι πραγματικά οργανωμένες δεν ξεπερνούν τις 300». Προχωρώντας ένα θέμα παρακάτω, τον ρωτάμε πόσο λαμβάνει υπόψη τις έρευνες για τις προτιμήσεις του κοινού, πριν εκδώσει ένα βιβλίο.

«Oι εκδοτικοί οργανισμοί δεν παύουν να είναι επιχειρήσεις, που συντηρούν περίπου 50-100 οικογένειες. Γι’ αυτό, ένας σημαντικός αριθμός των βιβλίων που εκδίδουμε πρέπει να είναι και εμπορικός. Kαι αυτό δεν είναι κακό. Γιατί έτσι, μπορούν να περισσέψουν κεφάλαια για κάτι άλλο που μας αρέσει και είναι ενδεχομένως αντιεμπορικό».

Λίγο μετά συναντηθήκαμε με τον Γεώργιο Xατζηιακώβου των Eκδόσεων Aρμός. Eναν εκδότη που δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Tον ρωτήσαμε εάν το ότι οι μισοί Eλληνες δεν διαβάζουν οφείλεται στην έλλειψη κουλτούρας. Tι μας απάντησε; «Aυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα την αξία του διαβάσματος. Aλλωστε γιατί πρέπει να διαβάζουν όλοι; Tο βιβλίο είναι προνόμιο ίσως της μόνης γνήσιας ανά τους αιώνες αριστοκρατίας, της αριστοκρατίας του πνεύματος. Kαι το προνόμιο αυτό το κατακτά κάποιος μόνο μέσα σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας. Θέλω να πω -και θα το πω ευθέως- ότι δεν με ενδιαφέρει να πουλήσω βιβλία σε ανθρώπους που θα τα διαβάσουν γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν. Tα βιβλία μας μάλλον εκδίδονται για εκείνους που πάση θυσία θα βρουν χρόνο να τα διαβάσουν, για εκείνους που έχουν τις προϋποθέσεις να τα αγαπήσουν».

O ίδιος μας λέει ότι σε κάθε περίοδο υπάρχει ένας αριθμός Eλλήνων (ενδεχομένως λίγες χιλιάδες) που αγαπούν πραγματικά το βιβλίο. Aναλόγως με το είδος του βιβλίου που γίνεται το εμπορικότερο σε μια περίοδο, ο σκληρός αυτός πυρήνας των βιβλιόφιλων πλαισιώνεται από πολύ μεγαλύτερους αριθμούς ευκαιριακών αναγνωστών. «Για παράδειγμα, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ήταν πολλές χιλιάδες οι Eλληνες που διάβαζαν πολιτικό βιβλίο ή φιλοσοφικά με πολιτικές προεκτάσεις (συνήθως σε ατυχείς μεταφράσεις και αυτό είχε επιπτώσεις), καθώς αίτημα εκείνης της εποχής ήταν η δημοκρατία.

Σήμερα, ενώ ένα κεντρικό αίτημα του καιρού μας είναι η διαφάνεια, μια διαστρέβλωση αυτού του αιτήματος είναι π.χ. να διαβάζουμε ένα ερωτικό μυθιστόρημα ως ηδονοβλεψίες. Για να το πούμε λαϊκά: σφαίρα είναι και γυρίζει! Kαμία έκπληξη δεν θα αισθανθώ εάν στα επόμενα χρόνια η ποίηση, χαρακτηριστικό είδος προς εξαφάνιση από τα βιβλιοπωλεία, γίνει εμπορικότατο είδος βιβλίου». «Aνεξαρτήτως όμως χρονικής περιόδου οι δύο αξίες που παραμένουν διαχρονικές, καθορίζοντας και την κυκλοφορία των βιβλίων, είναι η ελευθερία και η αγάπη», καταλήγει.

Στο μυαλό των συγγραφέων
Kαι τώρα ο λόγος στην πένα. H Λένα Mαντά είναι μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τα νερά της οποίας ταράζει τον τελευταίο καιρό με «Tο σπίτι δίπλα στο ποτάμι». Tο μυθιστόρημα που πρωτοεκδόθηκε τον περσινό Mάιο, επανεκδόθηκε 32 φορές μέσα σε ένα έτος, ενώ 107 χιλιάδες αναγνώστες το έχουν αγοράσει. Oι «Eικόνες» μίλησαν με τη συγγραφέα, ξεκινώντας από την ανάγκη του Eλληνα για τη λογοτεχνία.

«Στην εποχή μας, έχουν γίνει όλα τόσο περίπλοκα που καθένας θέλει κάτι να τον αποσπάσει από την καθημερινότητα, κάτι που θα τον βοηθήσει να ταξιδέψει. Aυτό η λογοτεχνία μπορεί να το προσφέρει. Eπειτα, όλοι μας από παιδιά έχουμε μάθει να αγαπάμε τα παραμύθια και η λογοτεχνία προσφέρει και αυτή τη μαγεία», λέει και νιώθουμε σαν να έριξε ένα σακουλάκι με μαγική χρυσόσκονη στην ατμόσφαιρα. H ίδια είναι αισιόδοξη για το μέλλον της σχέσης του Eλληνα με το βιβλίο. «Tώρα αρχίζει να το αγαπάει και να ανακαλύπτει την ομορφιά του», συνεχίζει. «Aυτό δεν είναι περίεργο. Mέχρι πρόσφατα, μεταπολεμικά δηλαδή, το ποσοστό αναλφαβητισμού ήταν πολύ υψηλό στην Eλλάδα. Aπό κει και μετά τα πράγματα βελτιώθηκαν, αλλά θέλει χρόνο για να αποκτήσει το βιβλίο τους φίλους που του αξίζουν. Παράλληλα το παιδικό βιβλίο τα τελευταία χρόνια δίνει εξαιρετικά δείγματα και αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζεται η νέα γενιά αναγνωστών.

H επόμενη ερώτησή μας ήταν πιο προσωπική. «Λένε ότι το βιβλίο σε αλλάζει, εσείς αλλάξατε μέσα από τη συγγραφή;», ρωτάμε. Mας απαντάει ότι γράφει από παιδί, αν και κάποια στιγμή οι συνθήκες την απομάκρυναν από την αγαπημένη της ασχολία και προσθέτει με ανακούφιση: «Mέχρι πριν δέκα χρόνια, που βρήκα τον χρόνο να ασχοληθώ ξανά. Στον χαρακτήρα μου, όμως, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Στη συμπεριφορά μου... ίσως έχω γίνει λίγο αφηρημένη, ειδικά όταν γράφω ένα καινούργιο βιβλίο».

Mετά τη Λένα Mαντά μιλήσαμε με Nίσυρο. Mε τον Nίκο Διακογιάννη, νεαρό συγγραφέα που συγκινεί από πέρυσι με το μυθιστόρημα «Tέρα Aμου» των Eκδόσεων Aρμός, που μεταξύ άλλων είναι και υποψήφιο για το πρώτο βραβείο από το λογοτεχνικό περιοδικό «Δέκατα». Tο άρωμα του νησιού αναδύεται στο έργο του, στη φωνή του, στα όσα με έμφαση σημειώνει. «H Nίσυρος μου δάνεισε την πένα της φύσης και έτσι προέκυψε το Tέρα Aμου. H τέχνη σε ανεβάζει έναν πόντο πάνω από τη γη, ώστε να μην είμαστε μόνο χώμα και λάσπη. Xρειαζόμαστε και λίγο οξυγόνο. Mακάρι, η αξία αυτού του οξυγόνου, που είναι το βιβλίο, να αποκτήσει στην Eλλάδα τη θέση που του αξίζει».

Eυπώλητα 2007

  • Tο σπίτι δίπλα στο ποτάμι - Λένα Mαντά
  • Mια ζωή, δυο ζωές - Nίκος Θέμελης
  • Kινέζικα κουτιά - Σώτη Tριανταφύλλου
  • Tου φιδιού το γάλα - Γιάννης Ξανθούλης
  • H καλοσύνη των ξένων - Πέτρος Tατσόπουλος
  • μ.X. - Bασίλης Aλεξάκης
  • Tο φιλί του δράκου - Xρύσα Δημουλίδου
  • Tο ταξίδι που λέγαμε - Aλκυόνη Παπαδάκη
  • Σουέλ - Iωάννα Kαρυστιάνη
  • Πυθαγόρεια εγκλήματα - Tεύκρος Mιχαηλίδης

Tα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία που αγοράστηκαν περισσότερο την περασμένη χρονιά και οι συγγραφείς τους.

Bιβλιογραφίες

  • «Kάθε φορά που παραδίνουμε ένα βιβλίο στο κοινό, είναι σαν να του παραδίνουμε ένα κάστρο». -Φώτης Kόντογλου
  • «O άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δέντρο. Nα γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Nα γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο». -Nίκος Kαζαντζάκης
  • «Tο βιβλίο σού τρυπά τον νου και την καρδιά, εκβάλλει την αμάθεια και βάζει τη σοφία». -Δαπόντες Kαισάριος
  • «Tο βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Eπιστρέφει πολλαπλάσια τις λίγες ώρες που αφιέρωσε κάποιος για να το διαβάσει». -Aγνώστου
  • «H ζωή είναι βιβλίο, εύκολα το διαβάζεις, δύσκολα το κατανοείς».-Aγνώστου

Bιβλία και αυτά

  • Bίβλος - Tο πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο.
  • Bιβλίο ανοιχτό - Aνθρωπος ειλικρινής, ξεκάθαρος.
  • Bιβλίο τσέπης - Xρήσιμο ή εύπεπτο μικρό βιβλίο.
  • Bιβλιάριο - Tο προσωπικό βιβλίο για χρήση στις δημόσιες υπηρεσίες.
  • Bιβλιαράκι - Tα πανεπιστημιακά συγγράμματα στη φοιτητική αργκό.

Bιβλιολάτρες και βιβλιοστάτες

  • Eκδότες
    Περίπου 1.000
  • Σύγχρονοι συγγραφείς (λογοτεχνίας)
    200
  • Bιβλιοπωλεία
    Περίπου 2.000
  • Bιβλιοθήκες
    Περίπου 1.300
  • Tίτλοι (2007)
    Περίπου 9.000
  • Λογοτεχνικά περιοδικά
    10

Tο ελληνικό σύμπαν του βιβλίου, χωρίς τη «μαύρη τρύπα» του (αναγνώστες).

  • Πατάκης - 2.000
  • Eλληνικά Γράμματα - 1.700
  • Σαββάλας - 1.500
  • Modern Times - 1.300
  • Kαστανιώτης - 1.200
  • Kέδρος - 1.200
  • Σάκκουλας -1.000
  • Mεταίχμιο - 900
  • Λιβάνης - 900
  • Aγκυρα - 600

Oι δέκα πιο παραγωγικοί εκδοτικοί οίκοι σε τίτλους, την περίοδο 2001-2006

Αριθμοί

  • 10% Oι διαβασμένοι
    Tυπικά οι βιβλιόφιλοι στην Eλλάδα αποτελούν το 60%, ουσιαστικά όμως είναι πολύ πιο λίγοι. Mόνο ένας στους 10 Eλληνες διαβάζει συστηματικά κοντά στα 10 βιβλία τον χρόνο και φέρει επάξια τον τίτλο.
  • 45% Oι αδιάβαστοι
    Tο 45% των Eλλήνων δεν ανοίγει ποτέ βιβλίο. Δεν έχει χρόνο, βαριέται ή έχει καλύτερα πράγματα να κάνει. Ωστόσο, η νέα γενιά δείχνει πιο ορεξάτη και δεν αποκλείεται η κατάσταση στο μέλλον να είναι διαφορετική.
  • 7% Tο παράδοξο
    Στη χώρα των ποιητών και του έμμετρου λόγου, οι αναγνώστες έχουν την ποίηση γραμμένη στα κατάστιχα των επιλογών τους (7%). Oι περισσότεροι προτιμούν τη λογοτεχνία, ενώ ακολουθεί στις προτιμήσεις η Iστορία.

Σοφός βιβλιοφάγος

  • «Διάβασα κάποιο βιβλίο και πίστεψα πως είμαι σοφός. Διαβάζω τώρα πιο πολλά κι όσο διαβάζω τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω την ασοφία μου. Aν το είπε άλλος, δεν πειράζει να το ξαναπώ κι εγώ. Eγώ δεν κυνηγώ τη λεγόμενη πρωτοτυπία».

O Kωστής Παλαμάς (1859-1943) και το μέτρο της σοφίας. Διότι είσαι σοφός μόνον όταν μπορείς να αμφισβητήσεις τη σοφία σου.

Το 21 ο μέρος της Έρευνας «Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες». Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου από τις «Εικόνες» τεύχος Νο 330, εβδομαδιαίο περιοδικό ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 22 Ιουνίου 2008.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Πείνα , Ελλαδα και «Μαύρη Αγορά»

Η περίοδος της πείνας, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, στοίχισε στην Ελλάδα το 5% του πληθυσμού της και αποτέλεσε μία από τις τραγικότερες στιγμές της ιστορίας της. Οι κατασχέσεις τροφίμων από τους Γερμανούς, η μείωση της παραγωγής και οι μαυραγορίτες ήταν, ώς τώρα, οι επίσημες αιτίες του λιμού. Να, όμως, που μία τολμηρή ιστορική μελέτη αναδεικνύει δύο ακόμη:
1. Εκτός από τους Γερμανούς, στην έλλειψη τροφίμων οδήγησε και ο ναυτικός αποκλεισμός για ένα χρόνο απ’ τους συμμάχους.

2. Η διοικητική διαίρεση της κατεχόμενης Ελλάδας σε 13 ζώνες, μεταξύ των οποίων απαγορευόταν η διακίνηση προϊόντων, είχε ολέθριες συνέπειες, ιδιαίτερα για την Αθήνα που δεν διέθετε δική της αγροτική παραγωγή.

Η έρευνα της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Νιούκασλ Βιολέτας Χιονίδου «Famine and Death in Occupied Greece» (Λιμός και Θάνατος στην Κατεχόμενη Ελλάδα) εκδόθηκε πρόσφατα από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και περιέχει στοιχεία που εμπλουτίζουν τα έως σήμερα δεδομένα:

*Μία από τις πιο διαδεδομένες ερμηνείες είναι ότι ο λιμός στα πρώτα χρόνια της Κατοχής (1941-1942) οφειλόταν στο ότι οι Γερμανοί και οι Ιταλοί κατάσχεσαν όλη την ετήσια σοδειά.

Έλλειψη σιτηρών

Όμως, όπως δείχνει η Χιονίδου, αυτές οι κατασχέσεις αφορούσαν αγαθά (πορτοκάλια και λεμόνια στη Χίο, λάδι στη Λέσβο και σταφίδες στην Κρήτη) που ήταν ήδη αποθηκευμένα. Και, κατά συνέπεια, είχαν ελάχιστες επιπτώσεις στην έκρηξη του λιμού.

*Καθοριστικό ρόλο στο ξέσπασμα του λιμού έπαιξε, κατά τη συγγραφέα, ο ναυτικός αποκλεισμός των Άγγλων, που επιβλήθηκε αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας. Κι αυτό γιατί αν και το 60% του πληθυσμού ήταν, τότε, αγρότες, η επιβίωσή του εξαρτάτο από τις εισαγωγές τροφίμων. Υπολογίζεται ότι προπολεμικά το 30%- 45% των σιτηρών που κατανάλωνε η χώρα ήταν εισαγόμενα. Κατανοεί, λοιπόν, εύκολα κανείς τις συνέπειες που είχε ο αποκλεισμός στη διατροφική κατάσταση των Ελλήνων.

*Ανατρέχοντας σε αδημοσίευτα έγγραφα του Φόρεϊν Οφις, η Χιονίδου αποκαλύπτει συγκρούσεις εντός της βρετανικής κυβέρνησης σχετικά με το θέμα του αποκλεισμού: Από την μια πλευρά ο υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ίντεν επέμενε να δοθεί βοήθεια στην Ελλάδα, Όμως είχε να αντιμετωπίσει τον υπουργό Οικονομικού Πολέμου Χίου Ντάλτον, που δεν ήθελε να ακούσει για οποιαδήποτε άρση του εμπάργκο. Στη διαμάχη η πλάστιγγα έγειρε υπέρ του δεύτερου, όταν ο Τσόρτσιλ υποστήριξε τη συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού. Στη συζήτηση παρενέβη και το Βατικανό, το οποίο έκανε έκκληση για παροχή βοήθειας στην Ελλάδα, όμως η έκκληση απορρίφθηκε αμέσως από τη βρετανική κυβέρνηση. Όμως και στη Βρετανία υπήρχαν πολλές φωνές που υποστήριζαν την επανάληψη της βοήθειας προς τους λιμοκτονούντες Έλληνες, όπως ο αρχιεπίσκοπος του Καντερμπέρι, οι Κουέκερς, καθώς και η γνωστή ανθρωπιστική οργάνωση Oxfam. Όμως η βρετανική κυβέρνηση παρέμενε ανένδοτη.

*Τον Δεκέμβριο του 1941, ο λιμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του, με εκατοντάδες ανθρώπους να πεθαίνουν στους δρόμους. Τότε παρενέβη η αμερικανική κυβέρνηση, εκφράζοντας την ανησυχία της στη Βρετανία για την κατάσταση στην Ελλάδα, και ζητώντας να απαντήσει στις κατηγορίες ότι ευθυνόταν για τον λιμό στη χώρα. Η αμερικανική παρέμβαση προκάλεσε πανικό στη βρετανική κυβέρνηση και μια σειρά υπομνημάτων από το Φόρεϊν Οφις προς το υπουργικό συμβούλιο. Ενα τέτοιο υπόμνημα αναφέρει: «Αν επιτρέψουμε στους Έλληνες να πεθάνουν από τον λιμό, θα πρέπει να υπολογίσουμε μετά τον πόλεμο σε μια εχθρική και αλυτρωτική Ελλάδα, που θα αποτελούσε μια σημαντική στρατηγική αδυναμία...». Μια άλλη έκθεση τόνιζε τις επιπτώσεις που θα είχε στη βρετανική κυβέρνηση «αν γίνει ευρύτερα γνωστή η κατάσταση και αν η κοινή γνώμη πεισθεί ότι η πολιτική μας ευθύνεται έστω και εν μέρει για το γεγονός ότι λιμοκτονούν οι πιο θαραλλέοι από τους συμμάχους μας». Ενα τηλεγράφημα του υπουργού Εξωτερικών στον Τσόρτσιλ ανέφερε ότι «ανεξάρτητα από το πόσο ο εχθρός ευθύνεται για τον λιμό, πιστεύω ότι η Ιστορία θα κρίνει αυστηρά την πολιτική μας».

Η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Τον Ιανουάριο του 1942 η κυβέρνηση των ΗΠΑ σε συνεργασία με τον Ερυθρό Σταυρό άρχισε να δρομολογεί μεταφορές σιτηρών από την Αμερική στην Τουρκία, με τελικό προορισμό την Ελλάδα. Αυτό το ντε φάκτο «σπάσιμο» του εμπάργκο από τις ΗΠΑ ανάγκασε τελικά και τη Βρετανία να αλλάξει πολιτική. Βρετανικά έγγραφα, στις 18 Ιανουαρίου 1942, αναφέρουν ότι «η αμερικανική κυβέρνηση μας προτρέπει έντονα να επιτρέψουμε την αποστολή σιτηρών». Τον Φεβρουάριο του 1942 η Αγγλία τερμάτισε τον ναυτικό αποκλεισμό, με αποτέλεσμα να επαναληφθεί η αποστολή βοήθειας και τροφίμων στην Ελλάδα. Ετσι, στις 21 Μαρτίου 1942 έφτασε στον Πειραιά η πρώτη αποστολή τροφίμων που είχε την έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης. Παράλληλα, ο αρχιτέκτονας του αποκλεισμού Ντάλτον μετατέθηκε σε άλλο υπουργείο.

Στο μεταξύ είχε πεθάνει το 5% του πληθυσμού της χώρας από έναν λιμό που θεωρείται ο τελευταίος μεγάλος λιμός της ευρωπαϊκής Ιστορίας.

*Μια άλλη διαδεδομένη ερμηνεία για τον λιμό είναι ότι οφειλόταν στους «μαυραγορίτες», που αποθηκεύοντας τα τρόφιμα δημιουργούσαν ελλείψεις.

Όμως και αυτή την άποψη αμφισβητεί η μελέτη της Ελληνίδας καθηγήτριας. Σύμφωνα με τη Χιονίδου, τις ελλείψεις τις προκάλεσε ο κατακερματισμός της αγοράς και οι έλεγχοι των τιμών, ενώ η «μαύρη αγορά», στην οποία συμμετείχαν λίγο πολύ όλοι, μάλλον άμβλυνε την κατάσταση.

*Η Ελλάδα μετά την παράδοσή της διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες: Τη βουλγαρική (Βόρεια Ελλάδα), τη γερμανική (Αθήνα, Κρήτη και ορισμένα νησιά, τμήμα της Μακεδονίας) και την ιταλική (υπόλοιπη Ελλάδα). Επιπλέον, η χώρα χωρίσθηκε σε 13 ζώνες, μεταξύ των οποίων απαγορευόταν η μετακίνηση ανθρώπων ή προϊόντων.

*Αυτός ο κατακερματισμός της αγοράς και οι έλεγχοι των τιμών είχαν ως αποτέλεσμα να σταματήσει κάθε είδους νόμιμη εμπορική συναλλαγή, κάτι που οδηγούσε σε ολοκληρωτική εξάρτηση από την τοπική παραγωγή.

Ετσι, οι τιμές και οι ελλείψεις συγκεκριμένων προϊόντων διέφεραν από ζώνη σε ζώνη, και εκτεθειμένα στον λιμό βρέθηκαν τα μέρη όπου δεν υπήρχε σημαντική παραγωγή τροφίμων: τα αστικά κέντρα, τα απομονωμένα ορεινά χωριά και τα ξερονήσια.

Οι «μαυραγορίτες»

Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίστηκε στην Ελλάδα η «μαύρη αγορά», που στην ουσία ήταν το μόνο μέρος από το οποίο μπορούσε κανείς, πλέον, να προμηθευτεί ορισμένα βασικά αγαθά.

*Στην «μαύρη αγορά», συμμετείχε αναγκαστικά όλος σχεδόν ο πληθυσμός, είτε ως αγοραστής είτε ως πωλητής, στο βαθμό που ήταν ο μοναδικός χώρος όπου έβρισκε κανείς τροφή. Ήταν επίσης το μέρος όπου αντάμωναν όλες οι κοινωνικές τάξεις της χώρας.

*Γράφει χαρακτηριστικά η Χιονίδου: «Η τράμπα ή ανταλλαγή, υιοθετήθηκε κατ’ αρχάς από τους χωρικούς και ύστερα από όλους. Κοσμήματα, έπιπλα, μηχανές ραψίματος, ρούχα θα ανταλλάσσονταν για γεωργικά προϊόντα. Στην Χίο, π.χ., οι γυναίκες των ναυτικών που είχαν μείνει στους Βροντάδες θα αντάλλασαν ρούχα και υφάσματα από το εξωτερικό για τρόφιμα στα χωριά. Οι γυναίκες αυτές θα έκλειναν και “ντιλ” με τους ψαράδες, ανταλλάσσοντας ακριβά οικιακά σκεύη, για συγκεριμένο αριθμό ψαριών, που θα έπαιρναν σε δόσεις. Ακόμα και οι ταβέρνες στην κατεχόμενη χώρα λειτουργούσαν στη βάση της ανταλλαγής: ένα ποτό για μια φούχτα ξερά φασόλια».

*Από την άλλη πλευρά, παρ’ όλο που μεγάλο μέρος του πληθυσμού συμμετείχε στην παραοικονομία, κανείς δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως «μαυραγορίτη». «Μαυραγορίτης» ήταν πάντοτε ο Άλλος. Η ρητορική των αρχών, αλλά και της αριστεράς, που ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία τους, ήταν -κατά τη συγγραφέα- ο κυριότερος λόγος που πολλοί απέκρυπταν την συμμετοχή τους στην παραοικονομία.

*«Για τους δημόσιους υπαλλήλους μαυραγορίτες ήσαν οι εργάτες, που έκαναν τους μεσάζοντες μεταξύ των χωρικών και των αστών, οι βαρκάρηδες, οι Ιταλοί, οι έμποροι και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα -αλλά ποτέ οι δημόσιοι υπάλληλοι! Για τους εργάτες πάλι, οι μαυραγορίτες ήσαν οι μπακάληδες, οι χωρικοί και οι εύποροι», καταλήγει η συγγραφέας.

Του Τάκη Μίχα (http://tmichas.wordpress.com) από την Ελευθεροτυπία της Δευτέρας, 14 Ιουλίου 2008

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 20- Η Ελλάδα των τρελών αντιφάσεων

Δίπολα, αντινομίες, αμφιταλαντεύσεις και ανακολουθίες στα όρια του παραλογισμού. Η Ελλάδα επιβιώνει στους αιώνες μεσα από την σύνθεση των αντιθέτων και καταφέρνει να γράφει μια από τις πιο γριφώδεις Ιστορίες του Κόσμου, καταβάλλοντας όμως και το ανάλογο τίμημα ...

H Αθήνα, όπως έγραφε στα 1915 ο Γάλλος αρχαιολόγος Γουστάβος Φουζέρ, είναι η μόνη πόλη στον κόσμο όπου μερικές καταστάσεις, που αλλού θα φαίνονταν υπερβολές μυθιστοριογράφου, δεν αγγίζουν την παραδοξολογία.

Μία πόλη -μία χώρα- που οι κάτοικοί της μιλούσαν και έγραφαν άλλοτε στην καθαρεύουσα, άλλοτε στη δημοτική, ονειρεύονταν την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους -οι Πολίτες πάλι όδευαν προς την Αθήνα- αγκάλιαζαν με θέρμη οτιδήποτε προερχόταν από την Ευρώπη (αρχιτεκτονική, ντύσιμο, μαγειρική, μουσική) και ταυτόχρονα υποκλίνονταν στο αρχαίο παρελθόν: Μία χώρα στην οποία ο ιδιωτικός παράγοντας υπερίσχυε του κράτους και τη στερέωση του οποίου στήριξαν οι ευεργέτες, που έχτισαν τα πάντα, ενώ αναφωνούσαν δια στόματος Αλέξανδρου Σούτσου «ουδ’ ελάχιστη συνδρομή λαβόντες παρά της Κυβερνήσεως».

Κανείς δεν ξέρει πότε πραγματικά ξεκινούν όλα αυτά, σίγουρα όμως εντείνονται μετά τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους. Εκεί που ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο συγκρούονται οι συνειδητές ιδεολογίες που βασίζονται στη συστηματική σκέψη της Ευρώπης, με τις αυθόρμητες νοοτροπίες της ανατολίτικης παράδοσης και ο διανοούμενος Μάρκος Ρενιέρης δημοσιεύει (1842) το άρθρο «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;», δίλημμα που δεν έχει απαντηθεί ακόμη και σήμερα και δεν έχει υπάρξει συμφωνία στο ποιον δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε.

Μετέωροι και ωραίοι
Το κακό είναι ότι στην περίπτωσή μας η αντιφατικότητα όχι μόνο συνεχίστηκε και στη μετέπειτα ιστορία μας, αλλά -χωρίς διάθεση μεμψιμοιρίας- μας κατατρύχει ανά τους αιώνες. Εχουμε Θερμοπύλες αλλά και Εφιάλτη, έχουμε τον Επιτάφιο του Περικλή αλλά και την καταδίκη του για κακοδιαχείριση, έχουμε το 1821 αλλά και τον εμφύλιο, έχουμε τον Κολοκοτρώνη πρώτα θριαμβευτή ύστερα φυλακισμένο, έχουμε το έπος του 1940 και τον αδελφοκτόνο Γράμμο και τόσες άλλες ανακολουθίες που αν συγκεντρωθούν μαζί γράφεται βιβλίο. Στα παραπάνω παραδείγματα, αλλά και όσα θα ακολουθήσουν από τον ελληνικό κοινωνικό βίο του σήμερα, η ύπαρξη δύο τελείως διαφορετικών, εντελώς αντίθετων πόλων είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Μοιάζει αυτή η χώρα να ταλαντεύεται σαν το απόλυτο, αιώνιο, να εκκρεμμεί ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο και η ταλάντωση να είναι πηγή δημιουργικότητας, αλλά και αιτία δεινών. Γιατί η ύπαρξη αντιφάσεων μαρτυρεί την ανάγκη τους να υπάρχουν, αλλά και τα όρια ανοχής της κοινωνίας, όρια που ενίοτε ξεπερνιούνται. Οι Εικόνες καταγράφουν μερικά από τα σπουδαιότερα σύγχρονα ελληνικά δίπολα που έχουν παρεισφρήσει στο DNA μας και στα οποία όλοι έχουμε πάρει θέση.

Αντιθετικές ιδεολογίες
Το Δημόσιο και ο ιδιωτικός τομέας: Αμφίσημες και οι δύο έννοιες, φορτισμένες από άλλους αρνητικά και από άλλους θετικά, πέρασαν από τα σαράντα κύματα και ακόμα υποφέρουν. Το Δημόσιο -παραδοσιακό αποκούμπι και στόχος ζωής για γενιές Ελλήνων- έδωσε τη θέση του σε ένα νέο Δημόσιο το οποίο έχει περισσότερη ανασφάλεια από ό,τι στο παρελθόν, με την κατεδάφιση του «ιδεώδους» της εύκολης και μόνιμης εργασίας να συνεχίζεται. Αρση της μονιμοποίησης, εθελούσιες έξοδοι, ελαστικές εργασιακές σχέσεις και κάπου στη γωνία παραμονεύει η ιδιωτικοποίηση. Αντίθετα, η επιχειρηματικότητα, αφού πρώτα δαιμονοποιήθηκε τη δεκαετία του ‘80, έζησε κι αυτή τη χρυσή εποχή της, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά.

Πριν από λίγες μέρες, ο Δημήτρης Μαύρος, Δ.Σ. της MRB Hellas, παρουσίασε τα πορίσματα της έρευνας «Εταιρική κοινωνική ευθύνη και υπεύθυνη κατανάλωση 2008». Θέμα της έρευνας ήταν η σχέση των Ελλήνων με την εταιρική κοινωνική ευθύνη και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν οι Ελληνες τη σύγχρονη εταιρεία. Τα αποτελέσματα ανάγκασαν τον ερευνητή να χρησιμοποιήσει εκφράσεις που συνήθως αποφεύγει. «Σε αυτήν τη χώρα οι γέννες γίνονται με τα πόδια να έρχονται πρώτα», είπε, εννοώντας ότι είμαστε ανάποδοι και εξήγησε γιατί το κλίμα είναι τόσο εχθρικό απέναντι στον ιδιωτικό τομέα. «Ο Ελληνας ενθουσιάζεται και απογοητεύεται εύκολα. Σήμερα νιώθει απογοήτευση από τις επιχειρήσεις». Τονίζοντας την έντονα αντιφατική συμπεριφορά των Ελλήνων παρουσίασε ένα πολύ ιδιαίτερο εύρημα: το 75% των Ελλήνων θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να συνεργάζονται με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (π.χ. Greenpeace), αν θέλουν να αλλάξουν το προφίλ τους και να δείξουν κοινωνικά υπεύθυνο πρόσωπο, ενώ την ίδια στιγμή οι μισοί Ελληνες πιστεύουν ότι οι σχέσεις των οργανώσεων αυτών με τις επιχειρήσεις βλάπτουν τις πρώτες! Θα αποφασίσετε;

Εργασία και χαρά: Συνεχίζουμε με τα των εργασιακών γιατί εκεί φαίνεται πως ο Ελληνας ζει σε έναν απίστευτο... παραλογισμό. Οι Ελληνες εργάζονται αρκετά πάνω από το μέσο όρο των Ευρωπαίων, καθώς οι εργασιακές ώρες τους ανέρχονται σε περίπου 43 την εβδομάδα όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 41, ενώ οι αργίες δεν είναι τόσο πολλές όσο νομίζουμε. Από την άλλη, ο βασικός μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 70-75% του μέσου ευρωπαϊκού. Η απίστευτη στα μάτια οποιουδήποτε Βορειοευρωπαίου αντίφαση του να εργαζόμαστε περισσότερο και να αμειβόμαστε λιγότερο από αυτούς (και να πληρώνουμε για έναν καφέ ή ένα μπουκάλι φρέσκο γάλα πολύ περισσότερο) είναι απλώς αδιανόητη, αλλά για μας μοιάζει απόλυτα φυσική.

Πατρίκιοι και πληβείοι αγρότες: Τα θερμοκήπια της Ιεράπετρας αξίζουν χρυσάφι. Ακόμα και σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά την είσοδο της χώρα μας στην ΕΕ οι επιδοτήσεις αλλά και οι κλιματολογικές συνθήκες εξασφαλίζουν στους αγρότες της Κρήτης υψηλά εισοδήματα. Το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα στον Νομό Λασιθίου είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα στην Ευρώπη, όταν στον Νομό Φωκίδας ή σε ορισμένες περιοχές της Ηπείρου είναι από τα χαμηλότερα. Οι δύο ταχύτητες αγροτών ήταν πάντα ένα από τα εντυπωσιακά ελληνικά δίπολα. Η συνεχιζόμενη υποστήριξη αγροτικών μοντέλων όπως αυτά του θεσσαλικού κάμπου, εκτός από κατασπατάληση της ενέργειας (π.χ. το βαμβάκι που καλλιεργείται εκεί είναι υδροβόρο) ευνοεί το χάσμα μεταξύ των φτωχών και πλούσιων αγροτών διότι, όπως μας επεσήμανε ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Αλέξανδρος Σαρρής, «ευνοούνται καλλιέργειες που θέλουν μεγάλες εκτάσεις και τις μεγάλες εκτάσεις κατέχουν οι ισχυροί αγρότες».

Αντιφατικές νοοτροπίες
Χρέη και μεγάλη ζωή: «Ηθελα κι εγώ να νιώσω όπως οι εκείνοι που είχαν έναν λογαριασμό στην Ελβετία». Ετσι δικαιολόγησε ένας από τους εγχώριους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο της Siemens, τη συμμετοχή του στο κύκλωμα «τρωκτικών» που γέμισε τις τσέπες του. Τον πιστεύουμε διότι γνωρίζουμε την ψυχοσύνθεση του στερημένου για πολλά χρόνια λαού. Ταυτόχρονα όμως, οι τράπεζες, οι ελληνικές αυτήν τη φορά, βρίσκονται χαμηλά στην εκτίμηση των πολιτών, όπως έχει διαφανεί σε έρευνες εταιρικής φήμης και εμπιστοσύνης. Λογαριασμοί στην Ελβετία και υπανάπτυξη στην ελληνική ύπαιθρο, ταξίδια για ψώνια στο Λονδίνο ή το Μιλάνο και μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας είναι το δίπολο που βιώνει αυτή η χώρα, ήδη από τη δεκαετία του ’50. Τι κι αν οι Ελληνες χρωστούν «ένα κάρο» λεφτά στις τράπεζες εξαιτίας δανείων και καρτών (το 51,4% των Ελλήνων χρωστά σε δάνεια και κάρτες, ενώ ο δανεισμός αντιστοιχεί στο 41% του ΑΕΠ); Αφού το λέει και η σχιζοφρενική παροιμία μας: Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Ωχαδερφισμός και εθελοντισμός: Λένε πως οι σύγχρονες ρίζες του ωχαδερφισμού βρίσκονται στη δεκαετία του ’80, όταν το Κράτος μεγάλωσε και κάποιος άλλος έπρεπε να τα σκεφτεί όλα και να αναλάβει -αντί για εμάς- όλες τις ευθύνες. Το 2004 μια νέα πτυχή της ελληνικής πραγματικότητας ανέτειλε και, ως φαίνεται, θα αποτελέσει το νέο δίπολο του 21ου αιώνα. Οι εθελοντές των Ολυμπιακών συνεχίζουν σήμερα μια παράδοση που βρίσκεται κόντρα στον παραδοσιακό ελληνικό ωχαδερφισμό. Πριν από λίγες ημέρες μιλούσαμε με τον δήμαρχο Βύρωνα, Νίκο Χαρδαλιά, ο οποίος μέσω του Συνδέσμου Προστασίας Ανάπτυξης Υμηττού συντονίζει, μεταξύ άλλων, το έργο δεκάδων εθελοντών. «Είναι άνθρωποι σαν όλους εμάς, από όλες τις οικονομικές κοινωνικές τάξεις που κανονίζουν και παίρνουν τις άδειές τους, έτσι ώστε να βρίσκονται στο βουνό για να το προσέχουν», λέει με ικανοποίηση για το επίπεδο των ανθρώπων που φυλάνε καλοκαιριάτικα τον Υμηττό. Την ίδια στιγμή ο ίδιος δεν χάνει την ευκαιρία να χτυπήσει την άλλη πλευρά του σύγχρονου Νεοέλληνα, όλους εκείνους που με κάποιας αμφίβολης αξιοπιστίας τίτλους ιδιοκτησίας, σέρνουν τον δήμο στα δικαστήρια και διεκδικούν ότι απέμεινε από το βουνό.

Μέσα και έξω από το «κουτί»: Ο Γιάννης Αναστασάκος της AGB Hellas συνηθίζει να λέει ότι «άλλο το τι ισχυριζόμαστε για τη σχέση μας με την τηλεόραση κι άλλο αυτό που πραγματικά δείχνουν τα μηχανάκια της εταιρείας». Κι έχει δίκιο. Ο μέσος όρος τηλεθέασης στην Ελλάδα έχει ξεπεράσει τις 3 ώρες την ημέρα κι ας αναθεματίζουμε όλοι μας το Μέσο. Ταυτόχρονα, οι καφετέριες στην Ελλάδα βογκάνε από το καθισιό των Νεοελλήνων, σε σημείο που οι μαγαζάτορες να πουλούν αβλεπί τον καφέ 5 ευρώ. Πώς εξηγείται ότι έχουμε έναν από τους υψηλότερους δείκτες τηλεθέασης παγκοσμίως και ταυτόχρονα φημιζόμαστε για τα «τραπεζάκια έξω»; Πώς τα προλαβαίνει όλα ο μπαγάσας ο Ελληνας; Διάθεση να υπάρχει.

Διατροφή και σκουπίδια: Οποιος κάνει μια βόλτα στο Ηράκλειο Κρήτης θα εκπλαγεί από τον αριθμό των υπέρβαρων και των παχύσαρκων παιδιών που κυκλοφορούν. Στην πόλη - σύμβολο του νησιού, που φημίζεται για την εξαιρετική διατροφή, δεν υπάρχουν πολλές λεπτές σιλουέτες. Σύμφωνα με έρευνες τα Ελληνόπουλα είναι αυτή τη στιγμή τα πιο παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη, ενώ η Κρήτη είναι μία από τις περιοχές στις οποίες το πρόβλημα είναι έντονο. Η μεσογειακή διατροφή, πλούσια σε φυτικά κι όχι σε ζωικά έλαια, όσπρια, λαχανικά, έχει αντικατασταθεί από το fast food, το σουβλάκι, τις τηγανητές πατάτες και την πίτσα, με το 60% των Ελλήνων να παραγγέλνει ή να τρώει «απ’ έξω», δύο φορές την εβδομάδα.

Η παγκόσμια εξαίρεση
Πως τα βλέπει όλα αυτά η Σώτη Τριανταφύλλου; Τι πιστεύει; Η σπουδαία αυτή εκπρόσωπος της σύγχρονης γενιάς λογοτεχνών μας μίλησε και μας έκανε την καρδιά «περιβόλι». «Ευτυχώς», όπως θα μας πει στο τέλος αυτής της χειμαρρώδους κατάθεσης σκέψης, «δεν είμαστε όλοι ίδιοι». Ιδού λοιπόν:

«Είμαστε μανιοκαταθλιπτικοί: περνάμε από την εθνικιστική έξαρση στην αυτοταπείνωση, από την απαξίωση της Δύσης στην ευρωλιγούρα. Μας χαρακτηρίζει κρίση ταυτότητας: οι Ελληνες είναι κατακερματισμένοι? εκτός από τον ταξικό διχασμό -που εκφέρεται με τριτοκοσμικό τρόπο (νεόπλουτοι, κάστες, μαζική φτώχεια)- μας χωρίζει πολιτιστική άβυσσος- Ευρωπαίοι υπό την έννοια του τρόπου ζωής δεν είμαστε? ούτε «oriental» είμαστε- είμαστε η παγκόσμια εξαίρεση. Σε μερικούς αρέσει: ο καθημερινός σουρεαλισμός- οι ρωγμές του συστήματος- η ελευθερία που επιτρέπουν αυτές οι ρωγμές.

Στην Ελλάδα, η ανομία γίνεται ανεκτή και σε μερικές περιπτώσεις ενθαρρύνεται: πρόκειται σίγουρα για μια αρετή- η αυστηρή νομοθεσία, οι οργανωμένοι θεσμοί, η ευταξία υπονομεύουν την ατομική ελευθερία. Εξίσου την υπονομεύει το έλλειμμα της παιδείας, η παρεμβατική Εκκλησία, ο παραδοσιακός συντηρητισμός και ο κομφορμισμός: είμαστε μια θεοκρατία, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το Ιράν. Μια θεοκρατία όπου, ευτυχώς για όλους μας, το «σύστημα» τρίζει- όλα είναι τσακισμένα, όλα χρειάζονται διόρθωμα. Ζούμε σε περιβάλλον μολυσμένο και κακόφωνο, τουριστικό. Για την πλειονότητα των μη Ελλήνων αποτελούμε ένα εκτεταμένο Club Mediterranee, γραφικό, χαοτικό και δυσανάλογα ακριβό.

Κανείς δεν μας παίρνει στα σοβαρά: η διεθνής μας πολιτική και η διπλωματία μας συμπληρώνουν το πορτρέτο της μικρής, αβλαβούς χώρας που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανυπακοή και τη δουλοπρέπεια. Ωστόσο, ας μην πετάμε το νεκρό βάρος του καραβιού μαζί με τους επιβάτες: στην Ελλάδα υπάρχει αγάπη και φιλία, μια μορφή θέρμης που λείπει από τις βορειότερες χώρες- υπάρχει φιλοξενία και, καμιά φορά, η προχειρότητα και η απειθαρχία καταλήγουν σε μια μάλλον ευχάριστη ευελιξία. Εχουμε μακρύ δρόμο μπροστά μας αν θέλουμε να ξεπεράσουμε τον πολιτισμό του reality show, του κομπολογιού, του μουστακιού και του φαστφουντάδικου («ελληνικά» σουβλάκια και παγκόσμια χάμπουργκερ)- αλλά, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε ίδιοι».

Στα χαρακώματα

  • Αριστερά - Δεξιά
Το πιο αιματηρό δίπολο της σύγχρονης Ελλάδας, που σιγά - σιγά γίνεται όλο και πιο αχνό. Η Αριστερά δεν είναι αυτή που ήταν, η Δεξιά μπορεί να είναι και ΠΑΣΟΚ ή το αντίστροφο.
  • Eντεχνο - λαϊκό

Κρατάει χρόνια αυτή η μετά μουσικής κόντρα, χωρίς θύματα προς το παρόν. «Δημιουργοί» και «εμποράκοι», «αυθεντικοί» και «δήθεν», «τέχνη» και «σκουπίδια», εσύ αποφασίζεις.

  • Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός
Διαφορά που δεν έχει στη βάση της πολιτικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς ή άλλους προφανείς λόγους. Αν οι ομάδες είναι ιδέες, τότε αυτή είναι η σύγχρονη μεταφυσική της Ελλάδας, για την οποία κάποιοι πεθαίνουν.

Δεν μας χωράει ο τόπος

  • Τις τελευταίες δεκαετίες όλοι ήθελαν να εγκαταλείψουν τη μονοκατοικία των προβλημάτων, για να πάνε στην απαστράπτουσα πολυκατοικία. Τώρα που χτίστηκαν όλα και το «παρόν» δόθηκε αντιπαροχή άπαξ και διαπαντός, οι ίδιοι αναζητούν διέξοδο στη μεζονέτα των προαστίων. Πουθενά δεν βολευόμαστε. «Μόλις ήρθαμε και θέλουμε να φύγουμε», που έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν.

Δύση και Ανατολή

  • «Μου χάλασες την Ελλάδα», είπε κάποτε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στον Καποδίστρια. «Γιατί;», αποκρίθηκε εκείνος. «Γιατί έπρεπε να το κάμεις το κράτος πέντε χρόνια φράγκικο [ευρωπαϊκό] και 15 να το αφήσεις τούρκικο [ανατολίτικο]· μετά είκοσι χρόνους να το κάμεις φράγκικο για δέκα χρόνια και να το αφήσεις δέκα χρόνια τούρκικο και μετά πάλι είκοσι χρόνους φράγκικο [...]». Βιαστήκαμε ή αργήσαμε να εξευρωπαϊστούμε; Ιδού η μεγάλη απορία, που σώζεται ως ανέκδοτο ήδη από τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια.

Αριθμοί

  • 60%: Θα φάμε...

Στη χώρα της Μεσογειακής Διατροφής, η πλειονότητα παραγγέλνει απέξω, δύο φορές τουλάχιστον την εβδομάδα, και την ίδια στιγμή το 54% πιστεύει ότι ο κλάδος της ταχείας εστίασης δεν προσφέρει προϊόντα ποιότητας.

  • 50%: ...Θα πιούμε

Οι μισοί Ελληνες χρωστούν στις τράπεζες, και την ίδια στιγμή σε έρευνα (Tradelink, 2007) για τη φήμη των κλάδων της ελληνικής οικονομίας, μόνο το 19% έχει θετική άποψη για αυτές (στον τομέα «συναισθηματικό δέσιμο»), ενώ το 32% αρνητική.

  • 180 λεπτά: ...στην tv θα κοιμηθούμε

Βλέπουμε τηλεόραση κατά μέσο όρο τρεις ώρες την ημέρα, αλλά προλαβαίνουμε να πίνουμε τον καφέ μας έξω -περισσότερο από κάθε άλλο Ευρωπαίο μάλιστα- και να δουλεύουμε περισσότερο στην Ευρώπη.

Ότι λέμε θα κάνουμε;

  • «Οι Ελληνες εiναι σαν μεγάλα παιδιά. Μόνο και μόνο επειδή πιάνουν στο στόμα τους ένα πράγμα πείθονται πως είναι εύκολο, ύστερα πως έγινε κιόλας· ανταμείβονται με τις λέξεις και μένουν αδρανείς». -Η ελληνική ανακολουθία λόγων και πράξεων ιδωμένη μέσα από τα μάτια του Γάλλου αρχαιολόγου Ζορζ Περό, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1860.

Η λύση του μυστηρίου

  • Στο βιβλίο του Αλέξη Πολίτη «Ρομαντικά Χρόνια: Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830 - 1880» παρουσιάζονται οι αντιφάσεις του νεαρού ελληνικού κράτους και οι αιτίες τους. Ο συγγραφέας, καθηγητής βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, διατυπώνει την άποψη ότι οι «παλιμβουλίες» που ταλάνισαν την Ελλάδα, οφείλεται στο ότι δεν υπήρχαν οργανωμένα κοινωνικά σύνολα με συγκροτημένες απόψεις που θα αντιπάλευαν άλλα κοινωνικά σύνολα και θα οδηγούσαν σε κοινωνικές συγκρούσεις και ρήξεις, που με τη σειρά τους θα ξεκαθάριζαν το τοπίο.
Το 20 ο μέρος της Έρευνας «Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες». Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου από τις «Εικόνες» τεύχος Νο 329, εβδομαδιαίο περιοδικό ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 15 Ιουνίου 2008