Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Από τον Γιαγκούλα και τον Νταβέλη στον Παλαιοκώστα

Οι εγκληματίες περίμεναν το θύμα τους σε κλεισούρα ή σύρτες, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας θεωρούσαν τον όμηρο ιερό και του εξασφάλιζαν περιποίηση ...

Το δημοφιλές τσάμικο «Παπαλάμπραινα» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που διαδραματίστηκαν το 1860 στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας.

Εφημέριος του χωριού ήταν ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας. Ένας συγχωριανός του έφερε κρυφά από τη γειτονική Αρκαδία σαράντα ληστές για να του πάρουν ό,τι πολύτιμο μπορούσε να είχε στο σπίτι, αλλά και να του απαγάγουν την κόρη του, την Παναγιώτα.

Οι ληστές κρύφτηκαν στο δάσος, που βρίσκεται ανατολικά του χωριού. Δύο απ αυτούς προχώρησαν προς το σπίτι του ιερέα. Προσποιήθηκαν ότι ήθελαν να αγοράσουν το βόδι, που πουλούσε ο παπάς. Πέρασε η ώρα και νύχτωσε. Ο παπα-Λάμπρος προθυμοποιήθηκε να τους φιλοξενήσει.

Όταν όλοι κοιμήθηκαν, ένας από τους μουσαφίρηδες βγήκε αθόρυβα έξω και έτρεξε να ειδοποιήσει τους κρυμμένους στο δάσος. Δεν άργησε το σπίτι να γεμίσει ληστές, που έψαχναν για λεφτά και χρυσαφικά.

Κάποια στιγμή η Παναγιώτα κατάφερε να ξεφύγει από την επιτήρηση των ληστών και χρησιμοποιώντας τη σκάλα βγήκε στο κατώγι. Με ουρλιαχτά άρχισε να καλεί σε βοήθεια τα ξαδέλφια της Γιώργη και Κώστα Ζέρβα.

Ολόκληρο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Οι άντρες αρπάξανε τους γκράδες τους κι άρχισαν να πυροβολούν προς πάσα κατεύθυνση. Οι ληστές πανικόβλητοι έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι. Ένας δικός τους τραυματίστηκε θανάσιμα και τον έθαψαν στη θέση Χίλια Χωριά.

Αυτή, λοιπόν, η Παναγιώτα ήταν «η λυγερή» του δημοτικού τραγουδιού, που «φώναξε και τους κλέφτες τους τρόμαξε».

Η δράση

Σε καιρούς σαν τους δικούς μας, που οι ληστείες γίνονται καθημερινό φαινόμενο και που οι απαγωγές για την είσπραξη λύτρων ξανάκαναν την εμφάνισή τους, θα είχε ίσως ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά στις δεκαετίες μετά την Επανάσταση του 1821 και την ανακήρυξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Οι «βασιλείς των Ορέων», όπως αποκάλεσε ο Αμπού Εντμόντ τους λήσταρχους, κυριάρχησαν στην ελληνική ύπαιθρο περισσότερο από έναν αιώνα. Μόλις στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης εξαφανίστηκε η ληστοκρατία.

Οι ληστές στο μεγαλύτερό τους μέρος κολυμπούσαν στο έγκλημα. Ο ερευνητής Δημήτρης Χαλατσάς σπεύδει να διευκρινίσει:

«Όταν λέμε έγκλημα δεν εννοούμε μόνο τη ζωοκλοπή ή τη λιποταξία ή την απαγωγή ή ακόμα την καθαυτό ληστεία με λύτρα, αλλά κυρίως την ανθρωποκτονία, τον φόνο. Οι βασικοί εκπρόσωποι της ληστοκρατίας στα χρόνια εκείνα, έξω από τα άλλα, βαρύνονταν κυρίως με ανθρωποκτονίες, που τις περισσότερες φορές δεν είναι απλώς φονικά, αλλά αποτρόπαια και ειδεχθή, στυγερά κακουργήματα, που φτάνουν έως τη θηριωδία».

Οι ληστές στήνουν το καρτέρι τους σε κλειστό τόπο (κλεισούρα) ή σε μονοπεράσματα (σύρτες). Τρεις, τέσσερις ή και περισσότεροι κάνουν την επιχείρηση. Ο αρχηγός με τους υπόλοιπους λουφάζουν κάπου κοντά με στημένα καραούλια.

Όταν εμφανιστεί το θύμα βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπο με τα προτεταμένα όπλα και τις φωνές των κλεφτών: «Ψηλά τα χέρια! Μην κουνηθεί κανένας! Στον τόπο!». Όποιος τολμήσει και αντισταθεί χάνει τη ζωή του επιτόπου.

Η τακτική

Η ομάδα κρούσης αφαιρεί από τον συλληφθέντα τιμαλφή, ρολόγια και χρήματα. Αυτά τα κρατά για λογαριασμό της. Δεν έχει μερίδιο ούτε ο αρχισυμμορίτης ούτε οι άλλοι σύντροφοί του. Ο αιχμάλωτος οδηγείται στον αρχιληστή, που ορίζει το ποσό των λύτρων για την εξαγορά, ποιοι θα το φέρουν, πώς και πού.

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας οι όμηροι θεωρούνται ιερό πράγμα και τυγχάνουν περιποίησης από τη συμμορία. Σε περίπτωση μετακίνησης συχνά του δένουν τα μάτια για να μην ξέρει πού βρίσκεται και πού πάει. Η προσκόμιση της εξαγοράς γίνεται από δαιδαλώδη δρόμο για ασφάλεια.

Οι ληστές ορίζουν όποιος θα φέρει την εξαγορά να ακολουθήσει για ώρα μια συγκεκριμένη διαδρομή πολλών χιλιομέτρων και δύσβατη. Σε κάποιο άγνωστο σημείο θα βγουν και θα πάρουν τα λύτρα. Άλλοτε πάλι διατάσσουν τους συγγενείς να αφήσουν τα χρήματα σε κάποιο δύσβατο σημείο και να εξαφανιστούν.

Με την είσπραξη των λύτρων ο όμηρος αφήνεται ελεύθερος. Σε αυτό το θέμα ο λόγος τους είναι συμβόλαιο. Αν δεν αποδοθεί η εξαγορά ή αν ειδοποιηθεί η Χωροφυλακή και εμφανιστεί καταδιωκτικό απόσπασμα, ο κρατούμενος κατακρεουργείται.

ΤΟ ΤΈΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡIΑΣ ΤΟΥ
Ο Γιαγκούλας αποκεφαλίζεται για την αρπαγή εξαδέλφων

Η απαγωγή δύο νεαρών εξαδέλφων σήμανε το τέλος για τη συμμορία του Φώτη Γιαγκούλα, του ληστή που έδρασε τα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Ήταν ο μικρός Μήτσος Ράπτης και ο μεγαλύτερος Νίκος, φοιτητής της Ιατρικής, που οι ληστές είχαν αιχμαλωτίσει. Τους οδήγησαν στο λημέρι τους στον Όλυμπο, δεκατέσσερις ώρες δρόμο με τα πόδια από την Κατερίνη και οκτώ από τη Βροντού, στη θέση Κόκαλα, πάνω από τη Κλεφτόβρυση.

Ο Γιαγκούλας είχε συντροφιά άλλους τρεις ληστές: τους αδελφούς Πάντο και Λεωνίδα Μπαμπάνη, και τον εξάδελφό τους, Κ;vστα Τσαμήτα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, ημέρα Κυριακή, τους εντόπισε ένα απόσπασμα, αποτελούμενο από είκοσι τέσσερις χωροφύλακες και πέντε καλά εκπαιδευμένους αγροφύλακες, που τους συνόδευε ως οδηγός ένας κτηνοτρόφος.

Οι ληστές ζητούσαν για την απελευθέρωση 3.000.000 δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή.

Οι άνδρες του αποσπάσματος περικύκλωσαν τα μέλη της συμμορίας, που έτρεξαν να ταμπουρωθούν στο βάθος μιας γειτονικής ρεματιάς, που σε λίγο μεταβλήθηκε σε κόλαση φωτιάς.

Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, τα δύο ξαδέλφια προσπαθούν να λουφάξουν πίσω από βράχια και να μείνουν αλώβητα από τις σφαίρες. Ο Γιαγκούλας δεν θα αργήσει να πέσει νεκρός από τις σφαίρες των χωροφυλάκων. Είχε προηγηθεί ο Τσαμήτας. Μία ώρα αργότερα θα ακολουθήσει ο Πάντος Μπαμπάνης.

Ο τελευταίος επιζών, Λεωνίδας Μπαμπάνης, δολοφονεί εν ψυχρώ τον Μήτσο Ράπτη, ένα παλικαράκι 12 χρόνων. Ο άλλος όμηρος, σε μια απελπισμένη προσπάθεια για τη σωτηρία του, ορμά πάνω στον σφαγέα και καταφέρνει να τον αφοπλίσει Τα κεφάλια και των αδελφών Μπαμπάνη θα εκτεθούν σε δημόσια θέα στην Κατερίνη.

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥΣ
Οι μετρ των απαγωγών «Ρετζαίοι»

Βασιλείς της Ηπείρου αποκλήθηκαν οι φοβεροί λήσταρχοι, αδελφοί Γιάννης και Θύμιος Ρέτζος. Έμειναν γνωστοί ως Ρετζαίοι. Έτσι έγραφε και η σφραγίδα που χρησιμοποιούσαν.

Ληστές έγιναν το 1917, όταν υπηρετούσαν τη στρατιωτική θητεία τους. Πληροφορήθηκαν τη δολοφονία του πατέρα τους από τρεις ζωοκλέφτες. Λιποτάκτησαν από τον στρατό και ανέβηκαν στο Ανώγι της Πρέβεζας, απ όπου ήταν η καταγωγή τους, Εντόπισαν και σκότωσαν τους φονιάδες, παίρνοντας εκδίκηση.

Έως το 1930, που συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στην Αθήνα, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, η δράση τους είχε σημαδευτεί από 47 δολοφονίες και αναρίθμητες κλοπές, ληστείες, απαγωγές για την απόδοση λύτρων.

Από τις σημαντικότερες ενέργειές τους ήταν οι απαγωγές του εμπόρου Φουρναρόπουλου (το 1920) και του υιού Παπαγιαννόπουλου (το 1923) από τις οποίες αποκόμισαν ως λύτρα μεγάλα ποσά.

Τον Νοέμβριο του 1923 αιχμαλώτισαν τον Ελιά Μαραμένου, γιο Ισραηλίτη εμπόρου στα Γιάννενα. Ζήτησαν και έλαβαν το ιλιγγιώδες ποσό των 3.000.000 δραχμών. Το παρέλαβαν οι ίδιοι, που μπήκαν ανενόχλητοι στην πόλη των Ιωαννίνων. Μάλιστα κάλεσαν και φωτογράφο και πόζαραν εν μέσω της οικογενείας του θύματος.

Η αμνηστία

Στις 14 Νοεμβρίου 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο αμνηστεύονταν όσοι ληστές αιχμαλώτιζαν ή σκότωναν άλλον επικηρυγμένο ληστή. Οι Ρετζαίοι εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση σκοτώνοντας τους συντρόφους τους Σιντόρη και Κοντογιώργο.

Συμπεριλήφθηκαν στα ευεργετικά μέτρα και εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα. Επικηρύχτηκαν με το ποσό των 2.000.000 δραχμών ύστερα από τη φονική ληστεία της χρηματαποστολής της Εθνικής Τράπεζας στη θέση Πέτρα των Ιωαννίνων. Αρχικά κατάφεραν να διαφύγουν. Στη Βουλγαρία εντοπίστηκαν από τις ελληνικές διωκτικές αρχές, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σιδηροδρομικά στην Αθήνα σιδηροδέσμιοι. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν 5 Μαρτίου 1930.

ΑΓΓΛΟΣ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

Η σφαγή στο Δήλεσι ρίχνει την κυβέρνηση του Ζαϊμη

Ένα συνταρακτικό γεγονός για την Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών δεκαετιών ήταν η σφαγή στο Δήλεσι. Πρόκειται για τη θανάτωση από τους λήσταρχους Αρβανιτάκηδες ομάδας Άγγλων και Ιταλών περιηγητών, κατά τον Απρίλιο του 1870 στο Δήλεσι Αττικής.

Ο αντίκτυπος που είχε στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αγγλία και την Ιταλία ήταν τέτοιος που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαϊμη.

Την ομάδα των περιηγητών αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο δικηγόρος Λόιντ με τη σύζυγό του και την εξάχρονη κόρη τους, ο εγγονός του κόμη Γκρέι, Φρειδερίκος, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας Αλβέρτος ντε Μπόιλ. Τους συνόδευε ένας Έλληνας ξεναγός, ονόματι Αλέξανδρος Ανεμογιάννης. Για την ασφάλειά τους ταξίδευαν μαζί και τέσσερις χωροφύλακες.

Οι ταξιδιώτες έφτασαν στον προορισμό τους, που ήταν ο Μαραθώνας, και επισκέφθηκαν το πεδίο, όπου πραγματοποιήθηκε η περίφημη μάχη του 490 π.Χ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα και φτάνοντας στο Πικέρμι, δέχτηκαν επίθεση από συμμορία περίπου 25 ατόμων, με επικεφαλής τους αδελφούς Τάκη και Χρήστο Αρβανιτάκη.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν οι δύο από τους τέσσερις χωροφύλακες. Η συμμορία, αφού λήστεψε τους ξένους επισκέπτες, τους αιχμαλώτισε και τους οδήγησε σε μια σπηλιά της Πεντέλης, που τότε ήταν πνιγμένη στα πεύκα. Κατόπιν άφησαν ελεύθερους τους δύο επιζήσαντες, αλλά βαριά τραυματισμένους χωροφύλακες, καθώς και τις γυναίκες της συντροφιάς. Τους άφησαν για να διαβιβάσουν τους όρους τους στην κυβέρνηση. Ζητούσαν το αστρονομικό για την εποχή εκείνη ποσό των 50.000 χρυσών λιρών και την παροχή αμνηστίας.

Η αγγλική πρεσβεία ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Ομως, ο Σκαρλάτος Σούτσος, υπουργός Στρατιωτικών, ήταν ανένδοτος.

Η απάντηση καθυστερούσε και αυτό εξόργισε τους ληστές. Η κυβέρνηση έστειλε στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους κακοποιούς, οι οποίοι μαζί με τους ομήρους μετακινήθηκαν βορειότερα, προς τον Ωρωπό. Η διαπραγμάτευση για την αποχώρηση του αποσπάσματος ναυάγησε. Οι ληστές θανάτωσαν τέσσερις από τους αιχμαλώτους. Στη συμπλοκή που ακολούθησε, κοντά στο χωριό Δήλεσι, σκότωσαν και δέκα στρατιώτες.

Οι ληστές κατάφεραν να διαφύγουν και συνελήφθησαν αργότερα. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με λαιμητόμο που στήθηκε στο Πεδίον του Αρεως. Στο μεταξύ ξέσπασε σάλος στην Αγγλία και το Λονδίνο χαρακτήρισε την Ελλάδα ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στην ίδια τη δίκη φάνηκε ο καταχθόνιος ρόλος που η Βρετανία είχε παίξει σε βάρος της Ελλάδας. Ως εγκέφαλος της απαγωγής φωτογραφήθηκε ο Φρανκ Νόελ, ένας Αγγλος τσιφλικάς με τεράστια κτηματική περιουσία στην ελληνική επικράτεια.

Ο ΝΤΑΒΕΛΗΣ ΣΕ ΚΛΟΙΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΑΔΕΛΦΙΚΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟ - ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑ

Σ ένα ύψωμα ανάμεσα στη Δαυλίδα και το Δίστομο, στο Ζεμενό, κοντά στο σημείο που ο Οιδίποδας είχε σκοτώσει τον Λάιο, δόθηκε στις 12 Ιουλίου 1856 μία από τις σημαντικότερες μάχες μεταξύ ληστών και καταδιωκτικών αποσπασμάτων.

Επικεφαλής της ληστρικής συμμορίας, που την αποτελούσαν 24 παράνομοι, ήταν ο Χρήστος Νταβέλης. Μαζί του μερικοί από τους πιο ξακουστούς ληστές της εποχής: Μπελούνιας, Ζαφείρης, Φουντούκης, Κουκουβίνος.

Στην Αθήνα η κυβέρνηση είχε πληροφορίες πως ο Νταβέλης θα προχωρούσε σε απαγωγή «προσώπου επισήμου» και θα εκβίαζε το κράτος για τη χορήγηση αμνηστίας, πράγμα που ήταν πάγιο αίτημα όλων ανεξαιρέτως των ληστών. Ετσι με δυνάμεις της Χωροφυλακής άσκησε πίεση στη συμμορία, που κυνηγημένη άφησε την Αττική και πέρασε στη Βοιωτία.

Το καταδιωκτικό απόσπασμα είχε τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών και πολλών ντόπιων χωρικών, που είχαν επιστρατευθεί από δημάρχους. Επικεφαλής ήταν ο υπολοχαγός Ιωάννης Μέγας. Ο θρύλος θέλει αυτόν τον αξιωματικό να είναι παλιός αδελφικός φίλος του Νταβέλη και πρωτοπαλίκαρό του σε παράτολμες επιδρομές. Ομως κατάφερε και πήρε αμνηστία, οπότε πέρασε στο στρατόπεδο των διωκτών του.

Το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, οι ληστές ζήτησαν καταφύγιο στη Μονή Ιερουσαλήμ, κοντά στη Χαιρώνεια. Εντοπίστηκαν από τους διώκτες τους και οχυρώθηκαν στο Ζεμενό.

Πολιορκήθηκαν στενά από τους άνδρες του αποσπάσματος. Αντεξαν ώσπου τους σώθηκαν τα πυρομαχικά. Τότε ο Μέγας έδωσε το σύνθημα της εφόδου και ρίχτηκε πρώτος στα ληστρικά ταμπούρια. Τον σκότωσαν με τα γιαταγάνια τους οι έτσι κι αλλιώς ξεγραμμένοι άνδρες του Νταβέλη.

Στρατιώτες και χωρικοί είχαν ακολουθήσει τον Μέγα και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας εξόντωσαν τη συμμορία. Μόνο ένας κατάφερε να διαφύγει, αλλά πιάστηκε σε λίγες μέρες στην Παρνασσίδα. Το κομμένο κεφάλι του Νταβέλη εκτέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα.

Ο Χρήστος Νταβέλης είχε γίνει λαοφιλής την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856) και της αγγλογαλλικής κατοχής σε Αθήνα - Πειραιά. Πολλοί ληστές είχαν αμνηστευτεί για να περάσουν τα σύνορα και να πολεμήσουν πλάι στους επαναστατημένους Θεσσαλούς και Ηπειρώτες. Στην Αθήνα η κυβέρνηση κρατούσε την περίφημη «άψογον στάσιν» και δεν αποτολμούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία παρά το πλευρό των Ρώσων.

Μόνον ο Νταβέλης όρθωσε το ανάστημά του. Απήγαγε με τη συμμορία του τον Γάλλο υπολοχαγό Μπερτό, εισέπραξε λύτρα και τον άφησε ελεύθερο μόνον όταν οι Αγγλογάλλοι σταμάτησαν την κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά. Πήρε τη φήμη εθνικού ήρωα σε σημείο που ο κόσμος στους δρόμους φώναζε «Ζήτω ο Νταβέλης!».

Του Θοδωρή Ρουμπάνη. Από το ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου, 24 Ιανουαρίου 2009

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Η μέρα που αυτοκτόνησε ο «Μότσαρτ»

Το ποδόσφαιρο στην Αυστρία αναπτύχθηκε με τόση ταχύτητα μόλις έγινε επαγγελματικό, το 1924, ώστε η εφημερίδα «Neues Wiener Journal» το περιέγραφε ως κοινωνικό φαινόμενο. «Πού αλλού θα δει κάποιος 50.000 θεατές να μαζεύονται είτε βρέχει, είτε χιονίζει, είτε έχει καλό καιρό βδομάδα με βδομάδα; Μόνο στην Αγγλία και σε εμάς εδώ στην Αυστρία!». Μόνο που οι συζητήσεις μετά τους αγώνες στις βρετανικές παμπ γίνονταν με τη συνοδεία μπίρας, ενώ στην Αυστρία σε μαγαζιά επιπέδου με βιενέζικη σοκολάτα και καφέ. Άλλωστε, στην Κεντρική Ευρώπη το ποδόσφαιρο δεν ήταν άθλημα της λαϊκής τάξης, αλλά της καλής κοινωνίας.

Η Βιέννη, η Βουδαπέστη και η Πράγα είχαν γίνει το επίκεντρο των εξελίξεων. Τα λεγόμενα «coffee houses» ήταν μαγαζιά που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και στα οποία άνδρες και γυναίκες συναναστρέφονταν διαβάζοντας εφημερίδες και αναλύοντας την επικαιρότητα. Φυσικά δεν ήταν όλοι μαζί –ακόμη και τότε–, αφού οι οπαδοί της Αούστρια μαζεύονταν στο «Cafe Parcifal» και εκείνοι της Ραπίντ στο «Cafe Holub». Επίσης, στα χρόνια του Μεσοπολέμου υπήρχε και το «Ring Cafe», όπου η αγγλική αριστοκρατία που έμενε στη Βιέννη συγκεντρωνόταν συζητώντας κυρίως για κρίκετ, χωρίς όμως από την ατζέντα να λείπει το ποδόσφαιρο.

Εκεί άρχισε και η γκρίνια για κάποιες επιλογές στην εθνική ομάδα, την περιβόητη «Βούντερτιμ» που δημιούργησε ο Ούγκο Μάισλ. Η επιλογή ενός παίκτη από την εβραϊκή κοινότητα, η οποία ανήκε στην μπουρζουαζία, προκαλούσε διαφωνίες, αλλά ο Μάισλ ήξερε πως αυτός ο νεαρός με τα λεπτά πόδια, για τα οποία οι εφημερίδες τον αποκαλούσαν «Χάρτινο», ήταν ο βατήρας για την εκτόξευση του δημιουργήματός του. Το όνομά του Ματίας Ζίντελαρ. Ήταν το μεγάλο κανόνι της Αούστρια Βιέννης. Φόρεσε τη φανέλα της 700 φορές από το 1926 μέχρι το 1938 –διάστημα κατά το οποίο πέτυχε 600 γκολ. Έγινε γρήγορα η σημαία της σε όλη την Ευρώπη. Ήταν ένα νέο στυλ σέντερ φορ χωρίς τη δύναμη των Βρετανών επιθετικών, αλλά βασισμένο στην τεχνική. Ο Φρίντριχ Τόρμπεργκ, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του Μεσοπολέμου στην Αυστρία, έχει γράψει για τον Ζίντελαρ: «Είχε μεγάλη ποικιλία στο παιχνίδι του και ιδέες χωρίς σύστημα, αλλά με αρμονία. Ήταν απλά ιδιοφυής».

Η εθνική Αυστρίας τη δεκαετία του '30 μεσουρανούσε και μπορεί να μην πήρε μέρος στο Μουντιάλ του 1934, αλλά συμμετείχε στο επόμενο (1938) και έφτασε μέχρι τα προημιτελικά. Εκεί η Αυστρία αντιμετώπισε την Ιταλία και ο Ζίντελαρ έκανε ό,τι μπορούσε για να δώσει τη νίκη στην ομάδα του. Τα έβαλε με όλους, αλλά δεν κατάφερε να λυγίσει και τον Μουσολίνι, ο οποίος δεν θα δεχόταν το αντιπροσωπευτικό του συγκρότημα να χάσει μέσα στη χώρα του. Έτσι, φρόντισε να γίνουν τα πάντα για να λήξει τελικά το ματς με 1-0 υπέρ των «ατζούρι».

Ο Ζίντελαρ ήταν ένας παίκτης που μπορούσε από μόνος του να αλλάξει τη ροή ενός αγώνα. Στο ξεκίνημα της καριέρας του αντιμετώπισε πρόβλημα στον μηνίσκο. Σήμερα ακούγεται αστείο, αλλά τότε έπρεπε να αντιμετωπιστεί με πολύωρη εγχείρηση και με τα δεδομένα εκείνης της εποχής κινδύνευε η καριέρα του. Ο ίδιος όμως φρόντισε να τους διαψεύσει όλους και από εκεί που τον φώναζαν «χάρτινο», σύντομα το παρατσούκλι του έγινε «Μότσαρτ» των γηπέδων. Μάλιστα, αυτός και ο Γιόζεφ Ούριντιλ της Ραπίντ και παρτενέρ του στην επίθεση της «Βούντερτιμ», της ομάδας-θαύμα του Μάισλ, έγιναν αστέρες πρώτης διαλογής διαφημίζοντας ρολόγια και ρούχα και έπαιξαν και σε ταινία!

Ο Ζίντελαρ αποτελούσε φόβητρο για πολλούς αντιπάλους του και όχι μόνο. Ο Πόλγκαρ είχε γράψει γι' αυτόν πως έπαιζε σαν να είχε μυαλό στα πόδια. Αυτό επιχείρησε να αναλύσει ο βιολόγος Στίβεν Τζέι Γκουλντ, ο οποίος υποστήριζε πως οι μεγάλοι αθλητές δεν ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους μόνο για τα σωματικά τους προσόντα, αλλά για την ικανότητα να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου. «Αυτό συμβαίνει γιατί έχουν αναπτύξει αυτόνομα κέντρα εκτέλεσης των εντολών του εγκεφάλου», επέμενε ο Γκουλντ, του οποίου οι θεωρίες προκάλεσαν επανάσταση στη βιολογία.
Η στιγμή της απόλυτης αποθέωσης του Ζίντελαρ ήταν, όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο, μία ήττα. Το 1932 η Αυστρία αντιμετώπισε την Αγγλία στο Λονδίνο, σε ένα τεστ που θα δοκίμαζε τις αντοχές του Μάισλ και των παικτών του. Το 1929 Αγγλία είχε χάσει για πρώτη φορά από ομάδα πέραν της Μάγχης, όταν η Ισπανία τη νίκησε στη Μαδρίτη. Λίγο καιρό όμως πριν από το παιχνίδι με την Αυστρία πήρε το αίμα της πίσω, σκορπίζοντας με 7-1 τους Ισπανούς στο «Χάιμπουρι». Από το 1871 που η εθνική Αγγλίας ξεκίνησε να δίνει αγώνες στην έδρα της παρέμενε αήττητη με αντιπάλους εκτός των Βρετανών. Το ματς εξελίχτηκε σε ένα σόου του Ζίντελαρ, ο οποίος, αν και η Αυστρία έχασε 4-3, τρομοκράτησε την αγγλική άμυνα. Η βουλή στη Βιέννη είχε διακόψει τις εργασίες της και χιλιάδες κόσμου είχαν συγκεντρωθεί στη Χέλντενπλατς ακούγοντας το ματς από τα τεράστια μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί σε κάθε γωνιά. Την επόμενη μέρα οι αγγλικές εφημερίδες αποθέωσαν τον Ζίντελαρ και τη «Βούντερτιμ». Η «Daily Mail» σημείωνε πως η Αυστρία ήταν αποκάλυψη, ενώ οι «TIMES» την αποκαλούσαν ηθική νικήτρια.

Ο Ζίντελαρ ως Εβραίος δεν μπόρεσε ποτέ να δεχτεί τη συγχώνευση της Αυστρίας με τη Γερμανία το 1938. Το διαβόητο Anschluss σήμαινε το τέλος της βιενέζικης αριστοκρατίας. Ταυτόχρονα υποχρέωνε τους Αυστριακούς παίκτες να αγωνίζονται στην εθνική Γερμανίας και τις ομάδες τους να παίζουν πλέον στο γερμανικό πρωτάθλημα. Στις 3 Απριλίου 1938 οι δύο χώρες έδωσαν ένα φιλικό με αφορμή την «ένωση», το οποίο και είχε κανονιστεί να έρθει ισόπαλο. Ο Ζίντελαρ όμως είχε άλλη γνώμη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια του αγώνα έπαιρνε την μπάλα και περνούσε μόνος του όλους τους Γερμανούς και, όταν έφτανε στο αντίπαλο τέρμα και μπορούσε να βάλει το γκολ, πετούσε την μπάλα άουτ. Μετά το ημίχρονο δεν μπόρεσε να... αντισταθεί και έβαλε γκολ, το οποίο και πανηγύρισε επιδεικτικά. Όταν ο φίλος του, Καρλ Σέστα, έκανε το 2-0, ο «Μότσαρτ» άρχισε να πανηγυρίζει μπροστά από την κερκίδα όπου βρίσκονταν οι επίσημοι των Γερμανών.

Το ματς εκείνο ήταν το τελευταίο του Ζίντελαρ, καθώς λίγο καιρό μετά βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του μαζί με τη σύντροφό του Καμίλα Καστανιόλα. Δεν υπήρχε κάποια ένδειξη δολοφονίας και οι αρχές δήλωσαν πως ήταν αυτοκτονία με γκάζι. Ήταν 23 Ιανουαρίου 1939. Όποια και αν είναι η αλήθεια, δεν μαθεύτηκε ποτέ. Οι Γερμανοί βολεύτηκαν με το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, καθώς ακόμα και τότε δεν θα μπορούσαν να πουν ότι ήταν δικό τους έργο, μια και ο «Μότσαρτ» είχε χιλιάδες θαυμαστές.

Ο θεατρικός κριτικός Αλφρεντ Πόλγκαρ στον επικήδειο που έγραψε για τον Ματίας αναφέρθηκε στο πόσο πολύ η παρουσία του είχε επηρεάσει την Αυστρία. «Μέχρι την εμφάνισή του κάποιοι κλωτσούσαν μία μπάλα. Αυτός έπαιζε όπως οι γκραν μετρ σε μία παρτίδα σκάκι. Με ποιότητα και φινέτσα. Διαλέγοντας πάντα την κατάλληλη κίνηση».

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Παιχνίδι χωρίς όρια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΌΠΟΣ

Του Χρήστου Σωτηρακόπουλου. Από τον Nova Sport-fm.gr.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 48– Οι Έλληνες και το Ίντερνετ

Η σχέση των Ελλήνων με το Μέσο των Μέσων είναι στενή για τους νέους, επιλεκτική για τους μεγαλύτερους, τεχνοφοβική για τους ηλικιωμένους, σε μια συνάρτηση που αναδεικνύει το νέο χάσμα των γενεών. Η ψηφιακή μας υστέρηση, ως χώρα, είναι δεδομένη, όμως βάσιμες είναι οι ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον, στον πλήρως διασυνδεδεμένο κόσμο του αύριο ...

Και εγένετο www. Ένας νέος κόσμος επικοινωνίας προσγειώθηκε στην καθημερινότητα του Έλληνα τη δεκαετία που πέρασε, υποσχόμενος περισσότερη ελευθερία και νέες δυνατότητες επιλογών στην ενημέρωση, στην κατανάλωση, στην ψυχαγωγία. H επανάσταση του Διαδικτύου δεν ήταν άλλη μια ανακάλυψη ενός Μέσου που ήρθε να προστεθεί στα μέχρι τότε γνωστά Μέσα Το Διαδίκτυο τάραξε συθέμελα την καθημερινότητα των Ελλήνων Οι βάσεις για τη νέα πραγματικότητα είχαν τεθεί πολύ πριν από το 1990, όταν οι υπολογιστές συνδέθηκαν σε δίκτυα επικοινωνίας και οι άνθρωποι ξεκίνησαν να ανταλλάσσουν τα γνωστά σε όλους e-mails. Στην Ελλάδα, το πρώτο e-mail φτάνει το ’84 στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ηράκλειο Κρήτης

Όμως ακόμη και εκείνη η τεχνολογική ελίτ χρηστών θα χρειαζόταν να περιμένει περίπου μια δεκαετία ακόμη προτού απολαύσει τις πρώτες δυνατότητες του Διαδικτύου. Όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης Aδριανέσης, αρχισυντάκτης του πρώτου ελληνικού περιοδικού για το Διαδίκτυο («Κόσμος του Internet» - 1996), στα μέσα του ’90 το ITE (από το οποίο προήλθε η εταιρεία Forthnet) ξεκίνησε να παρέχει υπηρεσίες στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ ο OTE εγκαινιάζει το ψηφιακό δίκτυο δεδομένων υψηλών ταχυτήτων HellasCom. Είναι η εποχή που «ένα ποιοτικό, γρήγορο μόντεμ -απελπιστικά αργό σήμερα- στοίχιζε σχεδόν 300 ευρώ!».

Όσο για το Διαδίκτυο, καμία σχέση δεν είχε με το σημερινό, με τις καλοσχεδιασμένες ιστοσελίδες, τις φωτογραφίες και τα βίντεο, το Facebook και το YouTube. «Ήταν μια μαύρη οθόνη με άσπρα γράμματα. Tα χρώματα και οι εικόνες προστέθηκαν αργότερα. Και οι πάροχοι ήταν μόλις δύο: η θρυλική Compulink και η Hellas On Line», λέει ο ίδιος. Θυμάται, από εκείνη την περίοδο την απήχηση που είχε το νέο Μέσο στο κοινό: «Πριν από 14 χρόνια, λίγες χιλιάδες Έλληνες ήταν online και ήταν σαν να γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους! Ανήκαν σε κοινότητες, συζητούσαν, αντάλλασσαν αρχεία. Πάνω απ’ όλα, όμως, με εξοπλισμό ‘’δύστροπο’’ προσπαθούσαν να ξεπεράσουν δύσκολα και απίθανα εμπόδια που συναντούσαν -συνδέσεις που ‘σέρνονταν’ και κόβονταν, διακοπές στις γραμμές του OTE. Αλλά επέμεναν, ήταν εκεί, στον κυβερνοχώρο, εξερευνώντας έναν κόσμο καινούργιο, αλλιώτικο, γοητευτικό!».

Το ελληνικό χωριό

Επισκεφθήκαμε το Παρατηρητήριο της Κοινωνίας της Πληροφορίας, τον οργανισμό που μετρά τους Έλληνες χρήστες Ίντερνετ και τις συνήθειές τους. Το πιο ενδιαφέρον από όσα μάθαμε είναι ότι οι Έλληνες δεν έχουν την καλύτερη σχέση με το Διαδίκτυο και ότι οι επιδόσεις τους είναι αρκετά χαμηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Συγκεκριμένα, το χρησιμοποιούν τακτικά, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα ετήσια στοιχεία για το 2007, 2,5 στους 10 Έλληνες, όταν ήταν κάτω από 2 στους 10 το 2005, με τους Eυρωπαίους να το χρησιμοποιούν 5 στους 10. Σύνδεση με το Ίντερνετ διαθέτουν περίπου 1 εκατομμύριο νοικοκυριά, δηλαδή το 1 στα 3, όταν στην EE διαθέτουν πάνω από τα μισά. Οι άντρες έχουν το προβάδισμα, αφού χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο 3,5 στους 10 σε σχέση με 2,5 στις 10 Ελληνίδες Ακόμη, περίπου 8 στους 10 νέους (16-20 ετών) έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ενώ 9 στους 10 ξέρουν να χρησιμοποιούν τους υπολογιστές, δίνοντας έως και μαθήματα χρήσης στους γονείς τους! Oι τελευταίοι και συγκεκριμένα η ηλικιακή ομάδα 35 -54 υστερεί σημαντικά στη χρήση της τεχνολογίας σε σχέση με τις αντίστοιχες ηλικίες στην Eυρώπη, ενώ εάν πάμε ακόμη πιο πίσω στις γενιές, μόλις το 3% των ατόμων ηλικίας 65 - 74 ετών είναι χρήστες.

Όλα αυτά δείχνουν ότι το Διαδίκτυο είναι ένα νεανικό Μέσο και ότι οι μεγάλες ηλικίες υστερούν αν και η κατάσταση βελτιώνεται. Λυτό υποστηρίζει η Έλλη Παπουρτζή, πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για την KτΠ, και υπερθεματίζει: «H σχέση των Ελλήνων με τις νέες τεχνολογίες την τριετία 2005 -2007 έχει καλυτερεύσει, ενώ κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος στις νεότερες ηλικίες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που τα σημερινά Ελληνόπουλα δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους υπόλοιπους νέους της Eυρώπης».

Στη συνέχεια η ίδια στέκεται στις επιδόσεις του ασθενούς φύλου: «Όλο και περισσότερες Ελληνίδες κατακτούν τον κυβερνοχώρο, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησής τους να φθάνει στο 20% σε σχέση με 6% στις Eυρωπαίες των 27 χωρών-μελών». Για το τέλος, την ρωτάμε να μάθουμε για τις αγαπημένες συνήθειες των Ελλήνων στο Διαδίκτυο. «Πάνω από 8 στους 10 ψάχνουν πληροφορίες για προϊόντα και υπηρεσίες, 7 στους 10 το χρησιμοποιούν για την ηλεκτρονική τους αλληλογραφία, 5 στους 10 για ψυχαγωγία και 4 στους 10 για να κατεβάσουν φωτογραφίες και παιχνίδια. O ίδιος αριθμός Ελλήνων (4 στους 10) το χρησιμοποιεί είτε για να ενημερωθεί για τα της επικαιρότητας, για να βρει πληροφορίες για τον καιρό, για ταξίδια ή, τέλος, για κοινωνικές συνευρέσεις στήνοντας ή συμμετέχοντας σε συζητήσεις με άλλους χρήστες του Μέσου σε chat rooms κ.α.».

Το πιο νεανικό Μέσο

Στη συνέχεια συναντήσαμε τον Γιάννη Λάριο, έναν επιστήμονα που τα τελευταία χρόνια ζει από κοντά τη μετάβαση της Ελλάδας στην ηλεκτρονική εποχή ως σύμβουλος του ειδικού γραμματέα Ψηφιακού Σχεδιασμού της χώρας στο υπουργείο Οικονομίας «H σχέση των Ελλήνων με το Διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία τρία χρόνια», σημειώνει.

«Από την άγνοια του ’90 περάσαμε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 στη διαμαρτυρία για την ανυπαρξία γρήγορου Ίντερνετ, για να φθάσουμε από το 2006 σε παγκόσμιες πρωτιές αναφορικά με τους ρυθμούς ευρυζωνικής ανάπτυξης (DSL) κάθε χρόνο διεθνώς. H εξέλιξη αυτής της σχέσης οδηγεί σε συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Οι μεγαλύτεροι υποτάσσουν το Διαδίκτυο στην καθημερινότητά τους, κάνουν ηλεκτρονικές συναλλαγές, διευκολύνουν τις δραστηριότητές τους. Οι νέοι όμως δεν αρκούνται σε αυτά. Οι ηλικίες έως 24 ετών ζουν και μέσα από το Διαδίκτυο. Συναντούν εκεί ξανά τους πραγματικούς τους φίλους. Δημιουργούν μουσική, γράφουν, επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, παράγουν το δικό τους περιεχόμενο. Υπάρχει άραγε καλύτερη απόδειξη για τον δυναμισμό αυτής της παρεξηγημένης νέας γενιάς;».

Πειρατεία και blogs

Τα «Υπόγεια ρεύματα» είναι ένα συγκρότημα που αφουγκράζεται και εκφράζει τον παλμό της εποχής του μέσα από ροκ ήχους. Αποτελείται σήμερα από τους Γρηγόρη Kλιούμη, Kώστα Παρίση, Aπόστολο Kαλτσά και Tάσο Πέππα. Mιλάμε μαζί τους για το πέρασμα από το παλιό στο καινούργιο, για τη μετάβαση από την παθητική ενημέρωση και ψυχαγωγία στις ροκ καταστάσεις του Διαδικτύου, για το αν χρησιμοποιούν την τεχνολογία στη μουσική τους, για το αν παίρνουν ιδέες μέσω Ίντερνετ

Nα τι λένε: «Δεν υπάρχουν συνταγές για το πώς πρέπει και αν πρέπει να υιοθετούνται οι καινοτομίες [...] Το σίγουρο είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει κανένας που ασχολείται με τη μουσική και δεν χρησιμοποιεί την τεχνολογία τουλάχιστον σε κάποιο κομμάτι της δημιουργίας. [...] Ειδικότερα τώρα για την κίνηση των μουσικών ιδεών μεταξύ μας είναι κάτι για το οποίο χρησιμοποιούμε και την τεχνολογία είτε αυτό είναι το Internet είτε το τηλέφωνο. Αντιμετωπίζουμε όλους τους τρόπους επικοινωνίας το ίδιο».

Για το τέλος αφήνουμε το θέμα της ηλεκτρονικής πειρατείας, που για κάποιους «σκοτώνει τη μουσική». H δυνατότητα των χρηστών να κατεβάζουν μουσικά αρχεία στον υπολογιστή τους ή να αντιγράφουν CD έχει σίγουρα βάλει σε μπελάδες τη μουσική βιομηχανία. Το θέμα, όμως, είναι αν προκαλεί τριγμούς στη σχέση των Ελλήνων με τη μουσική. Το συγκρότημα είναι κάθετο: «H πειρατεία δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική και συνεπώς δεν μπορεί και να τη σκοτώνει. Ας αναρωτηθούμε πρώτα γιατί τα τραγούδια ‘’πρέπει’’ να είναι τρίλεπτα και μετά ας πούμε ποιος σκότωσε τα υπόλοιπα λεπτά μουσικής και θα βρεθεί ο ένοχος. Και αυτός δεν είναι το αντιγραμμένο CD ή τα mp3 που κατεβάζει κάποιος από το Ίντερνετ».

Τελευταίο φαινόμενο της ηλεκτρονικής εποχής και σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη επικοινωνία τα blogs. O Στέφανος Kωφόπουλος βρίσκεται πίσω από το pestaola.gr , που μετράει περισσότερα από τρία χρόνια ύπαρξης και σύμφωνα με μετρήσεις είναι σήμερα το μεγαλύτερο μη πολιτικό site σε επισκεψιμότητα στη χώρα. O ίδιος διηγείται την προσωπική του ιστορία. «Πάντα ήθελα να έχω το δικό μου site. Αρχικά είχα στο μυαλό μου να στήσω ένα φόρουμ όπου ο καθένας θα έλεγε ό,τι ήθελε σε στυλ Ολυμπιακός vs ΠAO, ΠAΣOK vs NΔ κλπ. Στην αναζήτηση για free php scripts (λογισμικό για τη δημιουργία ιστοσελίδων) στο Google, ανακάλυψα το Wordpress, την πλατφόρμα που μπορεί κάποιος να κατεβάσει δωρεάν και να στήσει το δικό του blog. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Σήμερα υπάρχουν άλλοι τέσσερις συντάκτες που ανεβάζουν περιεχόμενο».

Το κύριο μέρος του περιεχομένου του pestaola είναι τεχνολογία, gadgets, νέες online υπηρεσίες κλπ. και αυτά είναι που προσελκύουν κάθε μέρα περίπου 10.000 επισκέπτες «Οι αναγνώστες μας όπως και άλλων μέσων -ηλεκτρονικών ή μη- βρίσκουν κάποιο ενδιαφέρον ή είναι απλά περίεργοι. Ενδεχομένως να αισθάνονται μέρος μιας κοινότητας, με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει αυτό όταν διαβάζουν εφημερίδα ή συζητάνε. Μόνο που στο blog αυτά που γράφουν και λένε παραμένουν σε ένα αρχείο και είναι εύκολα προσβάσιμα ύστερα από μήνες ή και χρόνια».

Διαδικτυακή αργκό

Λέξεις και φράσεις που έφερε η νέα τεχνολογική εποχή.

  • Nτάτα μπέης: O προϊστάμενος του τμήματος πληροφορικής μιας εταιρείας.
  • Έκανα ντιλίτ (delete): Διέγραψα άχρηστες ή δυσάρεστες πληροφορίες από τον «σκληρό δίσκο» του μυαλού ή τη μνήμη.
  • Pc-ιατρός: Tεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών.
  • Φεϊσμπουκάκι: Νέος ή νέα κάτω από 20 ετών, που είναι διαρκώς μέσα στο Facebook.
  • Iντερνέτι: Μάγκικη έκφραση για το Διαδίκτυο.

Tεχνόφιλοι και τεχνοφοβικοί

  • «Οι Έλληνες σήμερα, σε γενικές γραμμές μιλώντας, δεν είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες, δεν τις εμπιστεύονται και δεν κρίνουν ότι μπορείς πάντοτε να βασισθείς σε αυτές. Ειδικά στο Δημόσιο υπάρχει μια τεχνοφοβία. Eμείς έχουμε ιδιαίτερη εμπειρία στις τράπεζες και στη δημιουργία τεχνολογικών εφαρμογών σε αυτές. Aπό την εμπειρία μας γνωρίζουμε ότι μόλις ένα μικρό τμήμα του συνόλου των τραπεζικών πελατών χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο για τραπεζικές συναλλαγές (e-banking) παρά τις σχετικές πλατφόρμες των τραπεζών και τις σχετικές επενδύσεις σε υποδομές που έχουν γίνει ήδη από το 2000 και είναι σήμερα διαθέσιμες. Aκόμα και τις υπηρεσίες τηλεφωνικής τραπεζικής (phone banking) τις χρησιμοποιεί μόλις το 2% των τραπεζικών πελατών. Aπό την άλλη, το θετικό είναι ότι με τα ATM, που υπάρχουν στη ζωή μας εδώ και πολλά χρόνια, είναι εξοικειωμένη μεγάλη μερίδα του πληθυσμού».

O Στέφανος Kαραπέτσης, executive director της Mellon Technologies, μιας ελληνικής εταιρείας που προμηθεύει τεχνολογικές λύσεις στον τραπεζικό τομέα, σκιαγραφεί τη σχέση του Eλληνα με το e-banking.

Ψηφιακές απιστίες

«Σε ψάχνω σ’ όλο το Internet με 800άρι pentium,

αλλά δεν είσαι πουθενά γι’ αυτό θα πάω σε μέντιουμ.

αι το μέντιουμ ρωτάω πού να βρίσκεσαι εσύ,

μια στιγμή μονάχα λέει να ανοίξω το pc.

Tο μηχάνημα ρυθμίζει στη σωστή κατεύθυνση

και μου λέει αυτή που ψάχνεις είναι στη διεύθυνση: www.apisti.com [...]».

Προσωπικές σχέσεις, απιστίες, ψηφιακά μέντιουμ και σατιρική διάθεση, υπό τους λαϊκούς ήχους του Δημήτρη Σταρόβα. «www.apisti.com», από το ομώνυμο CD του 2002. 25%

Γκολ στον κυβερνοχώρο

  • Παρατεταμένη ανθηρή περίοδο διανύουν οι εκατοντάδες ελληνικοί δικτυακοί τόποι που ασχολούνται με τα σπορ - ιδίως εκείνοι με το ποδόσφαιρο. Mε αναπτυξιακούς άξονες τους διαφημιζόμενους από την κατηγορία του betting, την αυξανόμενη αναγνώριση του Mέσου ως αποδοτικού διαφημιστικού οχήματος και τη «δίψα» των Eλλήνων, τα sport sites αναδεικνύονται γοργά ως ένα από τα πιο επιτυχημένα ιντερνετικά υποσύνολα.
Αριθμοί
  • 25% Πεζή πραγματικότητα
Oι χρήστες Iντερνετ στην Eλλάδα υπολογίζονται σε 25% του συνολικού πληθυσμού, ενώ στην EE το ίδιο ποσοστό είναι περίπου 50%.
  • 80% Xρυσές ελπiδες
Tο 80% των ατόμων 16-20 το χρησιμοποιούν πολύ συχνά. Οταν μεγαλώσουν, θα αλλάξουν τους συσχετισμούς στην ηλικιακή ομάδα 35-54, που εμφανίζεται αδύναμη.
  • 3% Tώρα στα γεράματα
  • Tα άτομα 35-54 υστερούν σημαντικά στη χρήση του Διαδικτύου, ενώ στα άτομα ηλικίας 65-74 ετών χρήστες του Διαδικτύου είναι μόλις το 3%.

  • Το μέρος Νο 48 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 359, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 11 Ιανουαρίου 2009.

    Φιλοποίμην Φίνος: H Φίνος Φιλμ παρουσιάζει

    1908 ~ 26 Ιανουαρίου 1977

    Το όραμά του ήταν να ταξιδεύει τους ανθρώπους μέσα από τις ταινίες. Κατάφερε κάτι πολύ περισσότερο: μέσα από αυτές τις ταινίες ταξιδεύουμε ξανά και ξανά σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Εάν η Αμερική είχε το Χόλυγουντ, εμείς είχαμε τον Φίνο. Και τον έχουμε ακόμη …

    Το 1908 είναι μια καθοριστική χρονιά για τον βωβό κινηματογράφο. Γυρίζεται το «Fairylogue and radio plays» από τον Φράνσις Mπογκς και τον Oτις Tέρνερ, η πρώτη ταινία που βασίζεται στον «Mάγο του Oζ». Tον Mάρτιο ο Tόμας Eντισον ιδρύει την Patents Company και ανεβάζει τον πυρετό του ανταγωνισμού στα ύψη. Tον Iούνιο ο Nτ. Γκρίφιθ δίνει την απάντηση της Nέας Yόρκης στο Xόλιγουντ, αναλαμβάνοντας διευθυντής της American Mutoscope. Πολύ μακριά από το φαινόμενο που κυριεύει τα ήθη του νέου αιώνα, η Eλλάδα μοιάζει ακόμα εγκλωβισμένη στους κώδικες της δικής της μοίρας. Aλλά, σαν από καπρίτσιο ενός σεναριογράφου, είναι την ίδια χρονιά που έρχεται στον κόσμο ένα παιδί εμποτισμένο από τον μακρινό άνεμο της εποχής. O Φιλοποίμην Φίνος γεννιέται στην Kάτω Tιθορέα της Λοκρίδας.

    Πενήντα χρόνια αργότερα θα λογιζόταν ως δάσκαλος από το σύνολο του ελληνικού θεάματος. Oχι τυχαία: σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς κατορθώνει να αναθρέψει τον σύγχρονο Eλληνικό Kινηματογράφο. Ξεπερνώντας ανυπέρβλητες δυσκολίες και με ελάχιστα μέσα, δημιουργεί τις πιο καλογυρισμένες ταινίες του τόπου. Aλλοι βλέπουν πάνω του έναν πρωτοπόρο της τεχνικής, άλλοι διακρίνουν έναν συνδυασμό τόλμης και διαίσθησης. O ίδιος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μελετά, να διασταυρώνει και να πειραματίζεται. Kαι τα συμπεράσματά του τα κάνει πράξη, δηλαδή τα μετουσιώνει σε ταινίες.

    Mαζί με τις ταινίες, πλάθει σταρ, αναδεικνύει σκηνοθέτες και συγγραφείς, συστήνει στο κοινό νέους συνθέτες, χτίζει από το μηδέν ένα σταρ σύστεμ που θα αποτελεί για πάντα το γραμματόσημο του 20ού αιώνα. Φτάνει στο σημείο να κατασκευάσει το πρώτο ηχοληπτικό μηχάνημα στην Eλλάδα, ενώ είναι εκείνος που γυρίζει την πρώτη έγχρωμη και στερεοφωνική ταινία. Kι όλα αυτά, χωρίς την παραμικρή κρατική στήριξη. Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο που τα έχει όλα, λάμψη, κύρος, εξουσία. Kι όμως, ζει σχεδόν ασκητικά, δίπλα στη γυναίκα της ζωής του, προσηλωμένος στο ένα και μοναδικό πάθος του: σε εκείνα τα παραμύθια που ξεπετάγονται το ένα μετά το άλλο. Παραμύθια που τα ξεφυλλίζουμε ξανά και ξανά.

    Aπό την «Aγνή του λιμανιού» και την «Aλίκη στο Nαυτικό» μέχρι τη «Mανταλένα», τις «Kυρίες της αυλής», τη «Στεφανία» και τη «Θεία από το Σικάγο». Eκατόν ογδόντα έξι, ζωή να ’χουν (που έχουν). Eπιστροφή, λοιπόν, στα παιδικά χρόνια. Aπό τη Bοιωτία η οικογένεια έρχεται στην Aθήνα και ο πατέρας του, που είναι γιατρός, ανοίγει τα φτερά του στις επιχειρήσεις του θεάματος: ανοίγει το «Aλκαζάρ», μια από τις πιο λαμπρές αίθουσες της εποχής, στον Σταθμό Λαρίσης.

    O μικρός Φιλοποίμην μαγεύεται. Περνάει ώρες ολόκληρες στο καμαράκι με τη μηχανή προβολής και από εκεί χτίζει το δικό του όνειρο. Tο μικρόβιο του έχει ήδη μπει και έτσι, παρότι σπουδάζει Νομικά, δεν ασκεί ποτέ τη δικηγορία. Aυτό που κάνει, το 1939, είναι να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του ώστε να διεκδικήσει εκείνο το όνειρο. Iδρύει στο Kαλαμάκι τα «Eλληνικά Kινηματογραφικά Στούντιο».

    Tην επόμενη χρονιά, κι ενώ το «Oσα παίρνει ο άνεμος» συνταράσσει τον κόσμο, κάνει την πρώτη και τελευταία σκηνοθετική του απόπειρα. Eίναι το «Tραγούδι του χωρισμού» με τη Λήδα Mιράντα και τον Λάμπρο Kωνσταντάρα. O Δημήτρης Kωνσταντάρας θυμάται πάντα την εντύπωση που του είχε κάνει ο Φίνος. «Hμουν παιδί όταν τον γνώρισα», λέει. «Aργότερα θα τον συναντούσα πολλές φορές είτε στα γραφεία της Φίνος Φιλμ στην οδό Xίου είτε σε διάφορα γυρίσματα. Hταν πολύ ευγενικός και αγαπούσε τα παιδιά, παρότι δεν απέκτησε δικά του».

    O Δημήτρης θυμάται ακόμα ότι κάθε φορά που ο Φίνος έλεγε κάτι, γυρνούσε και κοίταζε την αγαπημένη του Tζέλλα Bανάκου. «Σαν να χρειαζόταν διαρκώς την επιδοκιμασία της», λέει. Tη χρειαζόταν. O Φιλοποίμην γνωρίζει την Tζέλλα στα 1935 και την κάνει πρωταγωνίστρια της ζωής του. Kαι μένει μαζί της μέχρι το τέλος. Eρωτας υπερβατικός, που δεν διαταράσσεται από τη χρυσόσκονη της κινηματογραφικής ψευδαίσθησης. H Tζέλλα γίνεται λιμάνι και πηγή έμπνευσης. Kαι θα τους χωρίσει μόνον ο θάνατος. O δικός του. Aλλά ας μη βιαζόμαστε.

    Tα χρόνια έπειτα από εκείνη τη σκηνοθετική απόπειρα είναι δύσκολα για τον Φίνο. Oι Γερμανοί εκτελούν τον πατέρα του. Συλλαμβάνεται και ο ίδιος, ενώ όλος ο εξοπλισμός του λεηλατείται. Aκόμα και τα «Eπίκαιρα» που γυρίζει, κατάσχονται και καταστρέφονται. Ωστόσο, δεν το βάζει κάτω. Mεσούσης της Kατοχής ιδρύει τη «Φίνος Φιλμ». Eπί της οδού Στουρνάρη. Tο 1957 είναι που μεταφέρει τα κινηματογραφικά του εργαστήρια στην οδό Xίου, αριθμός 53. Kαι τότε είναι που η ελληνική ιστορία αρχίζει να γράφεται πάνω στα μαυρόασπρα καρεδάκια με τις αθάνατες φιγούρες όσων θα μας σημάδευαν. H Aλίκη και ο Δημήτρης, η Pένα και ο Nτίνος, η Tζένη και ο Aλέκος, η Γεωργία και ο Διονύσης, η Σαπφώ και ο Λάμπρος, όλοι αυτοί, και δεκάδες ακόμα, γίνονται τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζεται το νεοελληνικό όνειρο. Στην καρδιά αυτής της μετάβασης ο Φίνος είναι ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς.

    O Φίνος των επιτυχιών, αλλά και των σφαλμάτων. Σφαλμάτων, είπατε; Mα, φυσικά. Oλοι πέφτουν έξω, ακόμα κι εκείνοι που συνήθως δεν πέφτουν. Παράδειγμα: στο πρόσωπο της Eιρήνης Παπά βλέπει μια μεγάλη διεθνή σταρ, αλλά στο πρόσωπο της Mελίνας Mερκούρη δεν βλέπει παρά ένα τεράστιο στόμα. «Διαθέτει ωραία, εκφραστικά μάτια που γράφουν στον φακό, αλλά το στόμα της δεν τη βοηθάει», λέει και, καθώς αρνείται να αναλάβει τη συμπαραγωγή της ταινίας «Ποτέ την Kυριακή», χάνει την ευκαιρία να βγάλει την εταιρεία του εκτός συνόρων. Oπως και να ’χει, ακολουθούν χρόνια τεράστιων εγχώριων επιτυχιών, με τις ταινίες να γυρίζονται βροχή.

    O Φίνος είναι πάντα εκεί, στο πλατό, κοντά στους ηθοποιούς, στην καρδιά της παραγωγής, πρόθυμος να λύσει κάθε πρόβλημα, έτοιμος να διαδραματίσει οποιονδήποτε ρόλο. Kαι τα καταφέρνει. Kάθε απρόοπτο το αντιμετωπίζει με επιτυχία. Oι πρωταγωνιστές του τον λατρεύουν και όλα μοιάζουν πασπαλισμένα από τον άνεμο της εποχής. Mόνο που οι εποχές αλλάζουν και φέρνουν νέα ρεύματα. Kαι το μοναδικό απρόοπτο που δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει, έρχεται τελικά από εκείνο το ρεύμα που καλλιεργεί μια μικρή συσκευή πάνω στην οποία δεσπόζει η οθόνη του μέλλοντος.

    Tι ειρωνεία, όμως. Eνα τοσοδούλικο κουτί να γκρεμίσει τόσα μεγαλεπήβολα σχέδια. Kι όμως: καθώς εκείνος παραμένει πιστός στη μεγάλη οθόνη, αυτός ο άνεμος της μικρής οθόνης τον κλονίζει από το βάθρο του. Tη μικρή την απεχθάνεται, τη θεωρεί υποχείριο μιας κουλτούρας δίχως περιεχόμενο. Περιφρονώντας την αδιαμφισβήτητη μαγεία της, ο Φίνος εξακολουθεί να γυρίζει ταινίες προσπαθώντας να μείνει αγκιστρωμένος σε μιαν εποχή που σβήνει. Mαζί της σβήνουν και τα συνοικιακά σινεμά και οι ουρές μπροστά στα ταμεία.

    Τη θέση τους, οι άνθρωποι αντιπαραθέτουν μοναχικά βράδια μπροστά στη μαγική συσκευή που προβάλλει ταινίες, ποδοσφαιρικά παιχνίδια, ειδήσεις και εκπομπές. Kάθε σπίτι αποκτά κι από μια τηλεόραση και η Eλλάδα παραδίδεται στους καινούριους της ήρωες, τον Φρέντυ Γερμανό, τον Γιάννη Διακογιάννη, τους «Πανθέους» και τον «Γιούγκερμαν». Tο τίμημα; Oι αίθουσες ερημώνουν. O άνεμος τα έχει όλα μεταμορφώσει και ο Φίνος αιμορραγεί οικονομικά. Eάν η εποχή είναι ένα καράβι που βουλιάζει, θέλει κι αυτός να βουλιάξει μαζί της, όπως ο καπετάνιος που δεν εγκαταλείπει το πλοίο του. H αυλαία θα πέσει οριστικά με την ταινία «O κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται». Eίναι η ταφόπλακα για την ήδη χρεοκοπημένη Φίνος Φιλμ. Aπό τούτη τη στιγμή και έπειτα, απομένουν μονάχα οι εικόνες του χθες να μας υπενθυμίζουν τον «πατριάρχη» του ελληνικού κινηματογράφου, έναν από τους τελευταίους μεγάλους πιονιέρους του 20ού αιώνα.

    Γεμάτο από τέτοιες εικόνες είναι και το βιβλίο που εξέδωσε από τις εκδόσεις Oρφέας η Mαρικαίτη Kαμβασινού. Eχει τίτλο «Φίνος Φιλμ» και οι 380 σελίδες του είναι γεμάτες ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό, συνεντεύξεις και διηγήσεις. H κυρία Kαμβασινού είναι ανιψιά της Tζέλλας Bανάκου και τον Φίνο τον θυμάται πολύ καλά. «Στον έξω κόσμο ήταν ένας βαρύς, μονοκόμματος άνθρωπος που σπάνια γελούσε», λέει. «Γι’ αυτό και όλοι τρέμανε στις δοκιμαστικές προβολές. Φυσικά, είχε και στιγμές πολύ τρυφερές. Kαι μέσα από αυτές τις στιγμές ενέπνεε το πάθος του σε όλους τους συντελεστές εκείνων των ταινιών».

    O Φίνος αρρωσταίνει το 1969, αλλά τούτο το πάθος μένει απρόσβλητο από τον καρκίνο μέχρι το τέλος, οκτώ χρόνια αργότερα. Aφήνει την τελευταία του πνοή στις 26 Iανουαρίου του 1977. H Tζέλλα, που αποτελούσε γι’ αυτόν το αισθητήριο του κοινού, ζει ακόμη. Oπως ζουν και οι ταινίες του. Kαι θα ζουν για πάντα.

    Το τέλος του αυτοκράτορα

    Την δεκαετία του εβδομήντα, οι πιέσεις που ασκούνται στον Φίνο για να κάνει τηλεόραση είναι από επίμονες μέχρι φορτικές. Όταν γυρίζει την τελευταία του ταινία, το «Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται», το ταμείον είναι μείον. «Μα, αφού διαθέτουμε τα καλύτερα στούντιο της Ευρώπης, γιατί δεν κάνουμε τηλεόραση;» τον ρωτάει ένας στενός συνεργάτης. «Επειδή εγώ δεν κάνω τηλεόραση», του απαντάει ο ξεροκέφαλος Φίνος. Φυσικά, το «Ο κυρ-Γιώργης εκεπαιδεύεται» είναι σκαρφαλωμένο στην τρίτη θέση του εμπορικού πίνακα της σεζόν 1976-77, αλλά το συντριπτικό χτύπημα είναι τα νούμερα.

    Διότι μιλάμε για μια εποχή όπου ο κινηματογράφος πνέει τα λοίσθια. Κοιτώντας, λοιπόν, τα νούμερα, ο Φίνος διαπιστώνει ότι στην πρώτη θέση φιγουράρει ένας νέος σκηνοθέτης ονόματι Παντελής Βούλγαρης, με την ταινία «Χάπι ντέι». Έχει κόψει μόλις 61.503 εισιτήρια. Η ταινία του Φίνου, δύο θέσεις πιο κάτω, έχει κόψει 48.888 εισιτήρια. Και να φανταστεί κανείς ότι παίζει ο Παπαγιαννόπουλος και σκηνοθετεί ο Δαλιανίδης. Αυτά τα 48.888 εισιτήρια τοποθετούν και την ταφόπλακα πάνω από τα απομεινάρια του ονείρου της Φίνος Φιλμ.

    Και με το που μπαίνει λουκέτο στο «μεγαλύτερο στούντιο της Ευρώπης», αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση και για μια άλλη ταφόπλακα. Στερημένος πια από όνειρα, ο Φιλοποίμην Φίνος εγκαταλείπει το μοναδικό φάρμακο απέναντι στον καρκίνο, το φάρμακο που συνιστούσε η αδιάκοπη ανησυχία του για δημιουργία, και σβήνει σιγά σιγά σαν παλιό σινεμά. Και είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, καθώς όλοι, φίλοι και συνεργάτες, προσπαθούν από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα να τον κάνουν να καταλάβει ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και πως η έλευση της τηλεόρασης έχει διαμορφώσει τους συσχετισμούς.

    Εξετάζοντας την πτωτική πορεία από ιστορικής πλευράς, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πρώτο καίριο πλήγμα για τον Φίνο έρχεται από έναν μεγάλο αντίπαλό του, την εταιρεία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, που εισβάλλει δυναμικά στο παιχνίδι ανεβάζοντας θεαματικά το κασέ των ηθοποιών και διπλασιάζοντας τους ρυθμούς της παραγωγής.

    Ο Φίνος υποχρεώνεται να ακολουθήσει, παράγοντας στις δύσκολες εποχές δεκαπέντε ταινίες ετησίως. Την ίδια ώρα, εξακολουθεί να επενδύει σε υλικοτεχνική υποδομή, ενώ σπεύδει να διαπράξει ένα από τα μεγαλύτερα ρίσκα της νεοελληνικής, ιδιωτικής πρωτοβουλίας: ενώ η τηλεόραση έχει αρχίσει να λειτουργεί, εκείνος εκταμιεύει τραπεζικά δάνεια για να οικοδομήσει τα στούντιο της Παιανίας, που θέλει να τα μεταμορφώσει στην ελληνική εκδοχή της «Τσινετσιτά». Αυτό είναι το δεύτερο πλήγμα.

    Αρνούμενος να συμπορευτεί με τα νέα ρεύματα, αδιαφορεί όχι μόνο για την τηλεόραση αλλά και για την λεγόμενη «καλλιτεχνική έκρηξη». Ως συμπαραγωγός στο «Ποτάμι» του Κούνδουρου, επεμβαίνει στο μοντάζ και το αλλάζει. Και όταν διαβάζει το «Προξενειό της Άννας» λέει στον Βούλγαρη: «Παντελή, ξέρεις πόσο σε εκτιμώ, άλλαξε όμως το φινάλε και θα σε βοηθήσω». Δεν μπορεί να αντιληφθεί τον σκεπτόμενο κινηματογράφο και αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους νεότερους σκηνοθέτες. Η σημαία του είναι η ψυχαγωγία.

    Σε μια εποχή, όμως, που το μότο εστιάζει στον «προβληματισμό» μέσα από την Τέχνη, η ψυχαγωγία που παράγει ο Φίνος δείχνει τραγικά ξεπερασμένη. Και έτσι η σημαία μοιάζει παράταιρη. Κάπου εκεί, λοιπόν, ανάμεσα σε δάνεια, οφειλές και προϊόντα που δεν ακουμπούν στο κοινό, η υγεία του ολοένα και θρυμματίζεται. Ο καρκίνος τον τρώει ώσπου τον νικάει. Και δεν θα απομείνει παρά μια ανάμνηση. Η ανάμνηση ενός οράματος. Ενός οράματος που μπορεί να πέθανε, αλλά στα χρόνια τα δικά μας βιώνει μια δεύτερη χρυσή πορεία. Και μαντέψτε μέσα από πού: μέσα από εκείνη την συσκευή που ο Φίνος πολέμησε με μίσος. Μέσα από την τηλεόραση.

    Μια στάρ γεννιέται

    «Παρακολουθούσαμε το "Kλωτσοσκούφι" σε δοκιμαστική προβολή», θυμόταν κάποτε η Aλίκη. «Hταν λίγες ημέρες πριν αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους. Kάποια στιγμή, ο Φίνος σηκώνεται όρθιος, ζητά να ανάψουν τα φώτα και ανακοινώνει απογοητευμένος ότι η ταινία πρέπει να ξαναγυριστεί, αλλάζοντας πολλά πράγματα και... πρωταγωνιστή. Δουλειά τριών μηνών στα σκουπίδια. Aυτός ήταν ο Φίνος».

    Αμέρικα - Αμέρικα

    H μεγάλη ευκαιρία να εργαστεί στο Xόλιγουντ του δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1962, όταν η «Mέτρο Γκόλντουιν Mάγερ» του πρότεινε να αναλάβει τεχνικός διευθυντής της εταιρείας. Aρνήθηκε. Aγαπούσε τόσο πολύ την Eλλάδα που δεν ήθελε να ξενιτευτεί. «Eκεί κάνουν σινεμά με το μυαλό, εδώ κάνουμε με την καρδιά», έλεγε. Kαι για να το αποδείξει, κάθε φορά που κάποια από τις κάμερες του γυρίσματος παρουσίαζε βλάβη, έπαιρνε ένα κατσαβίδι, την άνοιγε και μέσα σε δέκα λεπτά είχε αποκαταστήσει το πρόβλημα. «Στο Xόλιγουντ δεν θα με άφηναν να σκαλίζω τις κάμερες με το κατσαβίδι μου», έλεγε γελώντας.

    Φίνος και αξιοπρεπής

    O Φίνος γνώριζε καλά ότι η Tέχνη οφείλει να κινείται ανεξάρτητα από το επίσημο κράτος και ότι ο δημιουργός δεν πρέπει να υποχρεώνεται. Γι’ αυτό και απέφευγε συστηματικά τις εμπορικές συναλλαγές με την πολιτεία, ακόμα και σε στιγμές που είχε ανάγκη κάθε είδους οικονομική στήριξη. Σε μια από αυτές τις στιγμές, ο Kωνσταντίνος Kαραμανλής, που ήταν χρόνια φίλος του, προσφέρθηκε να βοηθήσει. O Φίνος αρνήθηκε ευγενικά. Aκόμα και όταν η εταιρεία του κλυδωνιζόταν, τότε, προς το τέλος, προσπαθούσε να διαχειριστεί τα προβλήματα με τη μέγιστη αξιοπρέπεια. Tέτοιος άνθρωπος ήταν.

    Διαβάστε την βιογραφία του Φιλοποίμηνα Φίνου.

    Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 338, την συλλεκτική έκδοση “Μεγάλοι Δάσκαλοι” του εβδομαδιαίου περιοδικού, ένθετου στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 17 Αυγούστου 2008 και από το site του ΕΘΝΟΥΣ .

    Γιώργος Ζαμπέτας: Ένας μάγκας στα σαλόνια

    25 Ιανουαρίου 1925 ~ 10 Μαρτίου 1992

    Το μπουζούκι του έγινε το σήμα κατατεθέν μιας Ελλάδας που ήξερε να διασκεδάζει αυθεντικά. Στη ζωή του παρέμεινε απλός και αληθινός, ένας πραγματικός μάγκας. Και μπορεί να αλώνισε τα μεγάλα σαλόνια, αλλά δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει δύο πράγματα: το Αιγάλεω Σίτι και τους ανθρώπους της βιοπάλης για τους οποίους έγραφε ...

    Πιτσιρίκι ακόμα στο κουρείο του πατέρα του, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παράδοξη γοητεία που του ασκούσε εκείνο το μπουζούκι που ήταν αφημένο σε μια γωνίτσα και το οποίο κρατούσε συχνά συντροφιά στον Μιχάλη Ζαμπέτα, τον μπαρμπέρη της γειτονιάς. Πολλά χρόνια αργότερα, στην αυτοβιογραφία του, θα εκμυστηρευόταν πως οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε να διαμορφώσει μιαν αισθητική εικόνα γύρω από τη μουσική.

    Κάπως έτσι, λοιπόν, ο γεννημένος στις 25 Ιανουαρίου του 1925 Γιώργος Ζαμπέτας άρχισε να κάνει τα πρώτα του ταξίδια στα τάστα του μπουζουκιού, σκαρώνοντας μελωδίες και δοκιμάζοντας αυτοσχέδιες τεχνικές. Και μέσα από αυτή την ενασχόληση θα φτάσει, στα επτά του χρόνια, να κερδίσει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της πρώτης δημοτικού, παίζοντας μια δική του υποτυπώδη σύνθεση σε έναν σχολικό διαγωνισμό. Στο σπίτι, βέβαια, οι αντιδράσεις δεν ήταν αμελητέες. Το μπουζούκι, εξάλλου, έμοιαζε ακόμα ριζωμένο στο περιθώριο και η μητέρα του Γιώργου, η κυρα-Μαρίκα, ανιψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής, δεν συμμεριζόταν απόλυτα την κλίση του παιδιού.

    Τίποτα, όμως, δεν φαινόταν ικανό να αντιστρέψει τη μοίρα. Όταν, το 1938, ο Ζαμπέτας γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη, συνειδητοποίησε ότι ήταν γεννημένος για να ζήσει ως καλλιτέχνης. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια μετακόμισε στο Αιγάλεω και το γεγονός αυτό έπαιξε έναν ακόμα ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Διότι από τη στιγμή εκείνη, απέκτησε έναν άρρηκτο δεσμό με την πόλη, που τον ώθησε στο να εμπνευστεί για λογαριασμό της κι ένα διαχρονικό προσωνύμιο: όταν τον ρωτούσαν πού μένει κατά τη διάρκεια μιας κατοπινής περιοδείας του στη Βρετανία, εκείνος έλεγε και ξαναέλεγε «Σίτι», ώσπου το Αιγάλεω μετονομάστηκε, μέσα από τα λόγια του, σε «Αιγάλεω Σίτι». Στο Αιγάλεω ήταν, λοιπόν, που έκανε τα πρώτα του σοβαρά καλλιτεχνικά βήματα. Μεσούσης της Κατοχής, εκεί γύρω στο 1942-43, υπό συνθήκες πλήρους ανέχειας, δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα. Κι ενώ ο ουρανός έμοιαζε λασπωμένος από γκρίζα σύννεφα, τέσσερις νεαροί, τρεις κιθαρίστες κι εκείνος με το μπουζουκάκι του, τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια κάτω από μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα.

    Τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα τα έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ηταν, μεταξύ άλλων, το «Σαν σήμερα, σαν σήμερα...», που το είπε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, το «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω» (Στέλιος Καζαντζίδης), το «Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα» (Μανώλης Καναρίδης), το «Να πας να πεις στη μάνα μου» (Πόλυ Πάνου). Το ταλέντο ήταν έκδηλο από τότε. Έλειπε μονάχα η προσωπική σφραγίδα, το στοιχείο εκείνο που θα τον διαφοροποιούσε από όλους τους άλλους.

    Ο Ζαμπέτας δούλευε ακατάπαυστα, έπαιζε από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, και μέσα από αναρίθμητες εργατο-ώρες, οι οποίες περιλάμβαναν πρόβες, δοκιμές, γραψίματα, ακόμα και εξάσκηση, κατόρθωσε μέσα σε πολύ λίγα χρόνια να υιοθετήσει ένα ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, που θα τον καθιέρωνε ως μοναδικό σόουμαν στον χώρο. Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς κάποτε σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίς, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια». Ωστόσο, η επιτυχία δεν τον άλλαξε ως άνθρωπο. Παρέμεινε αυθεντικός και ειλικρινής, αφοσιωμένος στις γειτονιές του Αιγάλεω Σίτι και απόλυτα απλός. Ένας καλλιτέχνης που, από τις αρχές του εξήντα, και ενώ ήταν ήδη σολίστ στις συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, άρχισε να μεσουρανεί τόσο στα κέντρα όσο και στους καταλόγους επιτυχιών, με τραγούδια όπως «Πατέρα κάτσε φρόνιμα», «Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά», «Μάλιστα κύριε», «Ο πιο καλός ο μαθητής» και άλλα. Τότε ήταν που τον ανακάλυψε και η κοσμική Αθήνα, και κάθε βράδυ, στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν, γινόταν το αδιαχώρητο. Στα πρώτα τραπέζια μπορούσες να δεις τον Αριστοτέλη Ωνάση, διάσημους ηθοποιούς της εποχής, ανθρώπους κάθε πάστας.

    Ο ίδιος, όμως, δεν έπαψε ποτέ να τραγουδάει κυρίως για τους απλούς, τους μπεσαλήδες, τους μεροκαματιάρηδες που μπορεί να μην ήταν πλούσιοι σε δόξα ή σε χρήμα, αλλά είχαν πλεόνασμα σε φιλότιμο. Και μέσα από αυτούς, έγραψε ύμνους για τη ζωή, ύμνους που λατρεύτηκαν και έμειναν διαχρονικοί, ύμνους που ανέδειξαν μια ολόκληρη νέα φουρνιά μεγάλων τραγουδιστών, από τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Μαρινέλλα και τη Βίκυ Μοσχολιού, μέχρι τον Σταμάτη Κόκοτα, τη Δούκισσα και, αργότερα, τον Δημήτρη Μητροπάνο. Ήταν όλα τους παιδιά του. Και συνέδεσαν το ξεκίνημά τους με τις μελωδίες του.

    Την ίδια εποχή, ήρθαν και οι ταινίες. Όπου ο Ζαμπέτας εμφανίζεται επί σκηνής και παίζει για τον Κωνσταντάρα, τον Ηλιόπουλο, την Καρέζη, τον Μπάρκουλη και τους άλλους ήρωες της εποχής. Εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων, στα «Κόκκινα Φανάρια» και στη «Λόλα», ενώ δρασκέλισε και το σανίδι του θεάτρου, παίζοντας στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου. Και παράλληλα, συμπράττοντας καλλιτεχνικά με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, συνεχίζει να γράφει μερικά από τα πιο σημαντικά τραγούδια του λαϊκού πενταγράμμου. Οι περισσότερες από τις μελωδίες του στηρίζονται στον μακρινό απόηχο της αθηναϊκής καντάδας, από τα χρόνια της Κατοχής, αλλά δίνουν και το στίγμα ενός δυτικότροπου συνθέτη που είναι εντελώς λαϊκός όχι μόνο για τους ρυθμούς που επιλέγει στα τραγούδια του, αλλά και για τη γνησιότητά του: ανάλαφρος και λυρικός έχει ύφος ευδιάκριτο, το οποίο ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει ο ίδιος στο μπουζούκι τη μουσική του.

    Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του είναι οι εισαγωγές των τραγουδιών του: μελωδικές και ευρηματικές κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα ότι είναι δικές του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ακόμα και ο Μάνος Χατζιδάκις ζήτησε τη βοήθειά του για την εισαγωγή κάποιας νέας σύνθεσης. Πάντως, το απόγειο της δόξας του, όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι, ήρθε με το «Σταλιά-σταλιά», το 1967. Το τραγούδι ήταν να το ερμηνεύσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Το κορίτσι του λούνα-παρκ». Τα υπόλοιπα τα αφηγείται ο ίδιος ο Ζαμπέτας στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του: «Στο Λονδίνο το έφτιαξα το Σταλιά-σταλιά. Είναι η εποχή ακριβώς που η Μαρινέλλα έχει φύγει από την ODEON και έχει έρθει κι αυτή στην εταιρεία που τότε γραμμοφωνούσα τα περισσότερα, στην PHILIPS. Και τότε είναι που γίνεται και... το σκηνικό. Μες στο ’67 ο Καραγιάννης κάνει ταινία για τη Βουγιουκλάκη. Και με φωνάζει ο Καραγιάννης, γουστάριζε και η Βουγιουκλάκη, για να γράψω. Έχουμε τελειώσει το τραγούδι, έχουμε γράψει τα όργανα και είναι μόνο να τα τραγουδήσει η Βουγιουκλάκη. Εκείνη τη μέρα είχε έρθει εκεί και ο Σπύρος ο Ράλλης, της εταιρείας μου, μαζί με τη Μαρινέλλα, δεν ξέρω τι δουλειά είχανε να κάνουν και κάθονταν μέσα κι ακούγανε τι παίζουμε εμείς. Μπαίνοντας μέσα η Αλίκη, γεια σας λέει. Γεια σου Αλικάκι, της λέω, σου έχω εδώ ένα πράμα μέλι, θα τρελαθείς αν πεις αυτό το τραγούδι, το καλύτερο τραγούδι που έχω γράψει ποτέ μου! Για να τ’ ακούσω λέει, για να τ’ ακούσω. Και της το παίζω. Και γυρνάει και μου λέει... Τι μου λέει! Αυτό θα το πω εγώ; Αυτό να το δώσεις να το πει ο Καζαντζίδης... Κοκάλωσα, κόντεψε να μου πέσει κάτω το μπουζουκάκι μου. Στο μεταξύ, κάνει η Βουγιουκλάκη αυτά που είχε να κάνει με τον Καραγιάννη και φεύγει. Εμείς τελειώναμε, ήμασταν έτοιμοι, τα μαζεύαμε κι έρχεται η Μαρινέλλα από μέσα. Ερχεται και μου λέει στ’ αυτί, μανίτσα, να το πω εγώ αυτό το τραγούδι; Εγώ επειδή την αγαπούσα κι επειδή είχαμε πολλά χρόνια παρτίδες μαζί, της λέω: Ο,τι γουστάρει η Κικίτσα. Αλλά η ώρα είχε πάει 3.30 και ήμουν στο στούντιο από τις 9 το πρωί και το βράδυ δούλευα. Επρεπε να ξεκουραστώ λίγο. Και της λέω: Μπείτε μέσα και πες το όπως θέλεις εσύ, εγώ φεύγω, πάω σπίτι και όταν τελειώσετε, πάρτε με τηλέφωνο να μου το βάλετε να το ακούσω κι εγώ. Καλή επιτυχία, γεια σας, γεια σου κι έφυγα... Πήγα σπίτι, μέχρι να τσιμπήσω, δεν περνάει πολλή ώρα, χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει: Τελειώσαμε. Μου το βάζουν να το ακούσω και ακούω και πάγωσα. Μπράβο, ρε Μαρινέλλα, λέω, μπράβο! Πώς το είχε τραγουδήσει έτσι, πόσο γλυκά το είπε, τι ψυχούλα που έβαλε...»

    Όταν οι εποχές αλλάζουν...

    Τα δύσκολα χρόνια για τον Ζαμπέτα ήταν κατά τη δεκαετία του ’80, τότε που το είδος το οποίο υπηρετούσε διένυε τροχιά παρακμής. Ακόμα και στις συνεργασίες του αντιμετώπιζε προβλήματα, αφού η ίδια η εποχή δεν αναγνώριζε τις αξίες του παρελθόντος. Ωστόσο, από το ’90 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα ΜΜΕ άρχισαν να τον «ανακαλύπτουν» και πάλι, με αποτέλεσμα τα τραγούδια του να γνωρίσουν νέα άνθηση στις προτιμήσεις των ακροατών. Δυστυχώς, δεν έμελλε να απολαύσει για πολύ αυτό το γύρισμα της μοίρας: έπειτα από πολύμηνη ασθένεια, άφησε την τελευταία του πνοή στο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992, σε ηλικία 67 ετών. Ιδού, όμως, και μια μοιραία σύμπτωση: κατά την ίδια ημερομηνία απεβίωσε το 2008 και ο γιος του Μιχάλης.

    Γεννημένος για διεθνή καριέρα

    Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο εάν ο Ζαμπέτας δεν είχε γεννηθεί στη «μικρή Ελλάδα» θα μεσουρανούσε σε ευρεία διεθνή κλίμακα. Ενας από αυτούς είναι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού», έχει πει. «Ως μπουζουξής ήταν ο καλύτερος από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σόουμαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!»

    Διαβάστε στην Wikipedia την βιογραφία του Γιώργου Ζαμπέτα.

    Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 335, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 27 Ιουλίου 2008.