Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

‘...το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθινό’.

Επειδή υποθέτω πως όσα ακολουθούν είναι ενδεχόμενο να προκαλέσουν αντιδράσεις, σπεύδω να καταθέσω, ως εκ των προτέρων απάντηση, την πασίγνωστη ρήση του Σολωμού πως ...
"...το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό".


Καλό θα είναι να τη θυμόμαστε αυτή τη φράση κάθε φορά που η μισαλλοδοξία και ο φανατισμός, η εθνική τύφλωση και μυθολογία οδηγούν σε απώλεια του κριτικού πνεύματος, ακρογωνιαίου λίθου του Διαφωτισμού αλλά και του δυτικού πολιτισμού γενικότερα, συκοφαντημένου από έναν τυφλό και στρεψόδικο αντιδυτικισμό, δεξιό και «αριστερό». Δύση και δυτικός πολιτισμός δεν είναι μόνο ο Μπους, αλλά και η δυνατότητα που έχει ο Μάικλ Μουρ να εμφανίζεται στη σκηνή κατά την απονομή των Όσκαρ, και να λέει στον Μπους «Ντροπή σας, κύριε πρόεδρε», υπό το (τηλεοπτικό) βλέμμα μερικών δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη, δίχως κανείς να διανοείται ότι θα μπορούσε να τον συλλάβει, να τον εξορίσει, να τον στείλει σε «στρατόπεδο αναμόρφωσης» ή απλώς να του κλείσει το μικρόφωνο. Σε ό,τι αφορά λοιπόν ορισμένους «πατριωτικούς» ή/και «αντιιμπεριαλιστικούς» μύθους που διακονούνται και διακινούνται συστηματικά στη χώρα μας, ιδού - δυστυχώς για όσους βολεύονται με αυτούς - ορισμένες «διορθωτικές επισημάνσεις».
  1. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξαν βίαιοι εξισλαμισμοί στη μετέπειτα ελληνική επικράτεια. Οι Οθωμανοί, εφόσον οι υπόδουλοι λαοί κατέβαλλαν κανονικά τους φόρους που τους αναλογούσαν, δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Οι μαζικοί εξισλαμισμοί που παρατηρούνται στα Βαλκάνια (Βοσνία, Αλβανία κ.λπ.) έγιναν, κατά κανόνα, με τη θέληση εκείνων που αλλαξοπίστησαν, και ειδικότερα με σκοπό να έχουν καλύτερες σχέσεις με τον κατακτητή και να συμμετέχουν από καλύτερη θέση στη νομή και άσκηση της εξουσίας.
  2. Η επάνδρωση των Γενιτσάρων, από ένα χρονικό σημείο και έπειτα τουλάχιστον, δεν γινόταν βιαίως, μέσω «παιδομαζώματος». Αντίθετα μάλιστα, όσο το σώμα αυτό αποκτούσε εξέχουσα θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αρκετοί γονείς προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τη «σταδιοδρομία» των παιδιών τους μέσω της κατάταξής τους στους Γενίτσαρους.
  3. Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε - ή συνέτρεχε λόγος να υπάρξει - «κρυφό σχολείο», όπως τουλάχιστον αυτό έχει καταγραφεί στο εθνικό συλλογικό ασυνείδητο. Όποιος ήθελε μπορούσε να μάθει ελληνικά, σερβικά, βουλγαρικά κ.ο.κ. χωρίς να παρενοχλείται από τους κατακτητές, οι οποίοι - επαναλαμβάνω - ενδιαφέρονταν πρωτίστως, αν όχι σχεδόν αποκλειστικά, για την ομαλή καταβολή των κάθε είδους φόρων προς τον σουλτάνο.
  4. Ο ρόλος της Εκκλησίας καθ' όλη αυτή την περίοδο υπήρξε τουλάχιστον αμφιλεγόμενος, αν όχι και αρνητικός σε αρκετές περιπτώσεις (προσοχή: της Εκκλησίας, όχι της θρησκείας). Τα παραδείγματα, πολλά και γνωστά, ξεκινούν από τους ανθενωτικούς της εποχής της Άλωσης και φθάνουν ως τις παραμονές του 1821, με τον λυσσαλέο πόλεμο κατά των οπαδών του Διαφωτισμού, των Φιλικών κ.λπ.
  5. H εξέγερση που άρχισε το 1821 είχε ουσιαστικά κατασταλεί (μόνο μικρές εστίες αντίστασης απέμεναν, οι οποίες ήταν θέμα χρόνου να σβήσουν και αυτές), όταν τον Ιούλιο του 1827 οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι αποφάσισαν να δημιουργηθεί ελληνικό κράτος, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει λίγους μήνες μετά η Ναυμαχία του Ναυαρίνου.
  6. Μπορεί αυτό να μην αρέσει διόλου σε ορισμένους και να μην ταιριάζει με την εθνική μας μυθολογία, αλλά στους «δόλιους», «αναξιόπιστους» κ.ο.κ. Συμμάχους οφείλει, λοιπόν, εν πολλοίς η Ελλάδα την ανεξαρτησία της και την κρατική της (προσοχή: όχι την εθνική) υπόσταση. Οι ίδιοι αυτοί Σύμμαχοι, με την ίδια ή διευρυμένη «σύνθεση», ήταν επίσης εκείνοι που - και για δικούς τους βέβαια λόγους, αλλά το γεγονός παραμένει - προσέφεραν στην Ελλάδα τη Θεσσαλία το 1881, απέτρεψαν την προέλαση των Τούρκων προς την Αθήνα το 1897, έβαλαν την υπογραφή τους στη Συνθήκη των Σεβρών το 1920.
  7. Στον ένοπλο αγώνα κατά των Τούρκων μετείχαν ποικίλων εθνικών προελεύσεων κάτοικοι του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου, των οποίων η εθνική συνείδηση βρισκόταν εν πολλοίς στο στάδιο της διαμόρφωσης. Τόσο ο «Θούριος» του Ρήγα, με τις αναφορές του στο πλήθος των υπόδουλων στους Οθωμανούς εθνοτήτων, όσο και η καταγωγή αρκετών πρωταγωνιστών της Επανάστασης (Αρβανίτες της Υδρας και των Σπετσών, Σουλιώτες, Βλάχοι, σλαβόφωνοι κ.ά.) βεβαιώνουν «του λόγου το ασφαλές».
  8. Και πάλι όχι επειδή οι Σύμμαχοι είναι εξ ορισμού «φιλέλληνες» ή «μεγαλόψυχοι», αλλά επειδή η χώρα ευτύχησε να ακολουθήσει τότε πολιτική σωστών συμμαχιών και ανοιχτών οριζόντων (αντί να παίξει τον ρόλο της μικρής «ανάδελφης» που κάθεται και κλαίει), η Ελλάδα υπήρξε η μεγάλη ευνοημένη από τη «μοιρασιά» στα Βαλκάνια μεταξύ 1910 και 1920. Έτσι η Θεσσαλονίκη έγινε «συμπρωτεύουσα» της Ελλάδας, αν και το 1912 ο πληθυσμός τής πόλης περιλάμβανε περίπου 40% Εβραίους, 25% Τούρκους, 20% Έλληνες και 15% άλλους.
  9. Όταν μιλάμε συνεχώς και με τόση ευκολία για «χαμένες πατρίδες», καλό θα είναι να μην ξεχνάμε πως «χαμένες πατρίδες» υπάρχουν για όλους εκείνους τους οποίους αφορούσε η ανταλλαγή πληθυσμών, και όχι μόνο για τους Έλληνες. Χρήσιμη, από αυτή την άποψη, θα ήταν και η παράθεση ορισμένων στοιχείων που συστηματικά αγνοούμε ή αποσιωπούμε, όπως ότι στα τέλη του 19ου αιώνα στο Ρέθυμνο οι μουσουλμάνοι ήταν περισσότεροι από τους χριστιανούς, ότι τα Γιαννιτσά ήταν μία από τις ιερές πόλεις των Τούρκων ή ότι το 1913 ο ελληνικός πληθυσμός του Κιλκίς ήταν λιγότερο από 5%!
  10. Τέλος, όταν γίνεται λόγος για την εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών από την «προαιώνια κοιτίδα» τους Μικρά Ασία, μπορεί το σχήμα αυτό να χαϊδεύει τα αφτιά των κάθε λογής «ελληνόψυχων» και «πατριδολάγνων», αλλά - δυστυχώς και πάλι γι' αυτούς - η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Με εξαίρεση ορισμένους συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, κυρίως στον Πόντο και στην Καππαδοκία, οι περισσότεροι από τους Έλληνες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κάτω από δραματικές συνθήκες τη Μικρά Ασία το 1922-23 ήταν οικογένειες που, αναζητώντας καλύτερη τύχη, είχαν μεταναστεύσει εκεί από την ηπειρωτική Ελλάδα και από τα νησιά του Αιγαίου κατά τον 19ο αιώνα.
Αυτά, και μην ξεχνάμε: κάθε φορά που ο πειρασμός, με το πρόσωπο ενός αγγελικού στην όψη αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνου ψευδοπατριωτισμού, χτυπά την πόρτα, ας τον ξορκίζουμε... με τη φράση του Σολωμού.

Του Ανδρέα Παππά, επιμελητή εκδόσεων και μεταφραστή. Διδάσκει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης (ΕΚΕΜΕΛ). Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο του «Υπο-γλώσσια, B´».
Από το ΤΟ ΒΗΜΑ του Σαββάτου 25 Μαρτίου 2006


Το άλλο 1821

Όσα δεν έγραψαν ποτέ τα σχολικά βιβλία



Ειδικό αφιέρωμα της εφημερίδας VETO, ένθετο στην εφημερίδα της Κυριακής 28 Μαρτίου 2010.

Μύθος ή θρύλος το Κρυφό σχολειό;

Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Ήπειρο δυσκολευόμουν πάντα να πιστέψω αυτό που τον τελευταίο καιρό με έμφαση υποστηρίζουν οι Ιστορικοί: ότι το «Κρυφό σχολειό» είναι καθαρός μύθος, με τη σημερινή έννοια της λέξης.


Προτιμούσα να το θεωρώ θρύλο, πιστεύοντας ότι πρέπει να κρύβεται κάποια αλήθεια πίσω από τις λαϊκές διηγήσεις που ακούει κανείς συχνά από τους Καλογέρους ή την Εκκλησάρισσα, όταν επισκεφτεί, παράδειγμα, τη Μονή των Φιλανθρωπινών στο Νησί, της λίμνης των Ιωαννίνων κι άλλους πολλούς παρόμοιους τόπους ­ μια αλήθεια που βέβαια δεν τη φανταζόμουν να ταυτίζεται με το "Φεγγαράκι μου λαμπρό", ούτε με "Το κρυφό σχολειό" του Ν. Γύζη (1886) και το ομώνυμο ποίημα του Ι. Πολέμη (1900). Ότι δεν υπάρχουν ρητές μαρτυρίες, σύγχρονες με τη λειτουργία του Κρυφού σχολειού, το θεωρούσα πολύ φυσικό: ποιος και γιατί θα κατάγραφε στα χρόνια της δουλείας μια πατριωτική πράξη, που γινόταν άτυπα κι εθελοντικά πίσω από την πλάτη της τουρκικής εξουσίας;

Τελευταία, η αντίθετη άποψη υποστηρίχτηκε με πολλή γνώση και πειστικότητα από τον Άλκη Αγγέλου, στο βιβλίο του "Το κρυφό σχολειό: Χρονικό ενός μύθου", Αθήνα (Εστία) 1997· τα επιχειρήματά του με είχαν σχεδόν πείσει, και ήμουν έτοιμος να δεχτώ ότι ο «μύθος» δημιουργήθηκε και διαδόθηκε ακριβώς όπως το περιγράφει, όταν η τύχη το ‘φερε να διαβάσω ένα παλιό γαλλικό βιβλίο του R. Puaux, με τον τίτλο «Δυστυχισμένη Ήπειρος»1.

Ο συγγραφέας ήταν το 1913 ανταποκριτής της παρισινής εφημερίδας "Καιροί", και το 1914 δημοσίεψε τις ανταποκρίσεις του από την απελευθερωμένη Ήπειρο. Στις 11 του Μάη επισκέφτεται το Αργυρόκαστρο, και στις 13 καταγράφει τα βιώματα και τις εντυπώσεις του. Μεταφράζουμε:
… Λίγο αργότερα, την ώρα που έγραφα, ο Μ. Ζωτίδης, που με φιλοξενούσε ­ ένα αξιαγάπητο ηλικιωμένο γεροντοπαλίκαρο, που είχε κληροδοτήσει, όπως μου διηγήθηκαν, με τη διαθήκη του ολόκληρη την περιουσία του στα ελληνικά σχολεία του Αργυροκάστρου, και που είχε ακόμα φροντίσει το σπίτι του να χτιστεί έτσι, ώστε να μπορεί, αμέσως μετά το θάνατό του, να μετασχηματιστεί σε διδακτήριο ­ μου ανάγγειλε την επίσκεψη μιας αντιπροσωπείας.

Φόρεσα γρήγορα το φοκόλ μου, γραβάτα και σακάκι, και συνάντησα τους επισκέπτες στο σαλόνι. Ήταν ο δάσκαλος, η δασκάλα, και μερικοί μαθητές. Πρέπει να είχαν διαλέξει τα αγοράκια και τα κοριτσάκια που είχαν τα πιο καινούρια ρούχα. Όταν ρώτησα να μου πουν το επάγγελμα των γονιών τους, πληροφορήθηκα ότι δύο από τα τέσσερα αγόρια είχαν πατέρα ράφτη! Την ώρα που γυρόφερνε, σύμφωνα με το έθιμο, ο δίσκος με τα γλυκά, κουβεντιάζω με τους εκπαιδευτικούς. Η περιγραφή των προσπαθειών τους να συντηρήσουν την ελληνική ιδέα κάτω από τουρκική εξουσία ­ προσπάθειες που τις περιγράφαν απλά, σαν να ήταν για κάτι τελείως φυσικό ­ αποκάλυπταν χαρακτηριστικά αξιοθαύμαστα. Θα μπορούσε κανείς να αφιερώσει ένα ωραίο κεφάλαιο στο σώμα των ελλήνων δασκάλων της Ηπείρου που, αντιμετωπίζοντας τόσες αντιξοότητες και ταπεινώσεις, δεν έπαυαν γι’ αυτό να προχωρούν το πατριωτικό τους έργο. Κανένα ελληνικό βιβλίο δε γινόταν δεκτό, αν είχε τυπωθεί στην Αθήνα. Επρεπε όλα να έρθουν από την Κωνσταντινούπολη. Η ελληνική ιστορία ήταν απαγορευμένη. Έτσι έκαναν συμπληρωματικές μυστικές παραδόσεις
2, όπου χωρίς βιβλίο, χωρίς τετράδιο, ο μικρός Ηπειρώτης μάθαινε να γνωρίζει την πατρίδα μητέρα του, τον εθνικό του ύμνο, τα ποιήματα και τους ήρωές του. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή των δασκάλων τους. Ενας λόγος αστόχαστος ή μια καταγγελία θα ήταν μοιραία. Δε μας συγκινούν αυτά τα διακόσια αγοράκια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια, που αποδέχονταν τις ώρες της συμπληρωματικής διδασκαλίας ­ σε ηλικία, όπου τα παιδιά τόσο αγαπούν τα διαλείμματα ­, για να μιλήσουν για την Ελλάδα, κι ύστερα γύριζαν σπίτι τους με σφραγισμένα χείλη και με το μυστικό ενθουσιασμό στην καρδιά τους;

Δεν είμαι ειδικός· δεν ξέρω καν αν οι Ιστορικοί μας τις έχουν ήδη εκμεταλλευτεί τις άμεσες και σημαντικές πληροφορίες που δίνουν οι ανταποκρίσεις του Puaux και οι πολύτιμες φωτογραφίες που ο ίδιος τράβηξε και αναδημοσίεψε στα βιβλία του·3 ­ Υποθέτω ναι. Όμως η συγκεκριμένη μαρτυρία βλέπω να αντιστοιχεί απόλυτα στην ιστορική αλήθεια για το Κρυφό σχολειό, όπως την φανταζόμουν.

Σίγουρα, οι τουρκικές αρχές επιτρέπαν τη λειτουργία ελληνικών σχολείων στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ναι, και μόνο στα Γιάννινα, από το 1647 ως το 1805 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πέντε τουλάχιστον ονομαστές σχολές! Σημαίνει αυτό ότι οι δάσκαλοί τους είχαν την ελευθερία να διδάξουν ελληνικό πατριωτισμό και μαχόμενη Ορθοδοξία από την έδρα; ­ ή μήπως θα το θεωρούσαν περιττό; Δεν είναι φυσικό πέρα από τα επίσημα μαθήματα να γίνονταν και κάποιες περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες, άτυπες και κρυφές, «συμπληρωματικές παραδόσεις», σαν αυτές που ο Puaux διαπίστωσε ότι γίνονταν στο Αργυρόκαστρο στις αρχές του αιώνα; ­ ή μήπως ο δάσκαλος κι η δασκάλα του Αργυροκάστρου βρήκαν, με την προσωρινή απελευθέρωση του τόπου τους, την ευκαιρία να πουν ψέματα στον ξένο δημοσιογράφο, διεκδικώντας για τον εαυτό τους τις τιμές που ο σχηματισμένος ήδη «μύθος» του Κρυφού σχολειού είχε αποδώσει στους πατριώτες δασκάλους και ιερωμένους της Τουρκοκρατίας; Δεν είναι πιο λογικό να πιστέψουμε ότι οι εκπαιδευτικοί του Αργυροκάστρου θέλησαν τότε, πιστεύοντας πως ο τόπος τους είχε οριστικά απελευθερωθεί, να αποκαλύψουν στο Γάλλο ανταποκριτή τα βάσανα και τους κινδύνους που είχαν περάσει, όσο με τη σειρά τους συνέχιζαν την πατριωτική παράδοση των προκατόχων τους; Δεν ήταν άλλωστε αυτή ακριβώς η «άγραφη» διδακτική παράδοση που κράτησε στους σκοτεινούς αιώνες αναμμένη, απ’ άκρη σ’ άκρη της υπόδουλης Ελλάδας, τη σπίθα του Ελληνισμού και το κεράκι της Ορθοδοξίας;

Πολύ θα θέλαμε να ακούσουμε τη γνώμη των Ιστορικών.
  1. Rene Puaux, Malheureuse Epire, Paris (Librairie Academique) 1914. Τώρα μαθαίνω ότι το βιβλίο έχει μεταφραστεί από τον Αχ. Γ. Λαζάρου, Δυστυχισμένη Ηπειρος, Αθήνα (Τροχαλία) χ.χ.
  2. Alors on tenait des classes supplementaires secretes…(Λοιπόν, κρατούσαμε τις συμπληρωματικές μυστικές παραδόσεις)
  3. Από την Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού μαθαίνω ότι έχει ακόμα δημοσιέψει ανταποκρίσεις με τίτλους: Εις τα Βαλκάνια, 1912-13 (1914), Από Σόφιας εις Τσατάλτζαν (1914), και Ο Αγγλικός στρατός επί της Ηπειρωτικής γης (1916).
Του Φάνη Ι. Κακριδή, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 22 Φεβρουαρίου 1998.


Τα αμφιλεγόμενα του 1821

Πόσο είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κριτικά την Ελληνική Επανάσταση;



Αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στον "ταχυδρόμο", περιοδικό που συνοδεύει "ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο". Δυστυχώς, δεν θυμάμαι την Ημερομηνία.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Η Μετεωρολογία σε ...γραμματόσημο

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Μετεωρολογίας στις 23 Μαρτίου ...
διαβάστε ένα πολύ ωραίο αφιέρωμα για τον ...
Μετεωρολογικό φιλοτελισμό!




Το αφιέρωμα είναι του Παναγιώτη Γιαννόπουλου, φυσικού-μετεωρολόγου της Ε.Μ.Υ., και δημοσιεύτηκε την 15η Μαρτίου 2008 στο περιοδικό "Έψιλον" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Τα γενέθλια του Αίαντα της μπάλας

Γεννημένος την αυγή του 20ου αιώνα στις 18 Μαρτίου του 1900 από μία παρέα σπουδαστών στο Άμστερνταμ, ο Άγιαξ έμελλε να κάνει στις αρχές της δεκαετίας του '70 την πιο μεγάλη ποδοσφαιρική επανάσταση.

Η ίδρυση αυτής της τεράστιας ομάδας μπαίνει με χρυσά γράμματα στην ιστορία του ποδοσφαίρου, που ποτέ δεν θα ήταν πια το ίδιο από την ώρα που ο επιθετικός προσδιορισμός «ολοκληρωτικό» θα προστίθετο μπροστά του.
Το να παίζεις ποδόσφαιρο δεν είναι τέχνη. Τέχνη είναι να κάνεις πράγματα με την μπάλα που άλλοι δεν φαντάζονται.
Ο Γιόχαν Κρόιφ χρησιμοποιούσε πολλές φορές αυτή τη φράση για να δείξει τη διαφορά σε αυτό που κάποιοι έβλεπαν, αλλά λίγοι καταλάβαιναν. Και με την φυγή του άρχισε η πτώση της τελευταίας αληθινής αυτοκρατορίας που είδε το σπορ. Ο μεγάλος Άγιαξ τελείωσε από πείσμα και εγωισμό! Εκείνος ο Αγιαξ, που δεν υπήρχε στον χάρτη μέχρι που ανέλαβε τις τύχες του ο αείμνηστος Ρίνους Μίχελς στην δεκαετία του '60, έμελλε να αλλάξει για πάντα το ποδόσφαιρο με τη συνεχή κίνηση, το τεχνητό οφσάιντ και το ανηλεές πρέσινγκ. Η τριετία 71-73 έδωσε στον κόσμο την ευκαιρία να δει το πλησιέστερο στην τελειότητα ποδοσφαιρικό σύνολο που φάνηκε ποτέ.

Χρόνια αργότερα, ο Γκερντ Μιούρεν, ένας εξαιρετικός φορ που μεταγράφηκε το καλοκαίρι του '75 στη Βαλένθια, έκανε την πιο σκληρή αυτοκριτική για κείνη την ομάδα. «Είμασταν μία παρέα στην αρχή, αλλά μετά ο καθένας πήρε το δρόμο του. Γίναμε αλαζόνες και γελάγαμε με τον αντίπαλο. Θυμάμαι πως, όταν διαπιστώσαμε ότι η Γιουβέντους μας έτρεμε στο Βελιγράδι στον τελικό του 1973, κάναμε πλάκα στα αποδυτήρια. Και ο καθένας πίστευε πώς ήταν ένας μικρός Θεός. Ο Κρόιφ όμως έκανε τη διαφορά. Και μόλις έφυγε, χάσαμε τη γη κάτω από τα πόδια. Αν μέναμε μαζί πιστεύω πως θα φτάναμε έξι, ακόμη και επτά Κύπελλα σερί». Ακούγεται υπερφίαλο. Μπορεί όμως να μην ήταν. Γιατί ο μέσος όρος ηλικίας του Άγιαξ τότε ήταν μόλις 25 ετών! Εκπληκτικό και συνάμα πολύ εκφοβιστικό για τους υπόλοιπους.

Ο Άγιαξ δεν έγινε από μόνος του ένα θαύμα. Η νευρωτική ανάγκη των Ολλανδών να φτιάχνουν χώρο, σε μία χώρα που λογικά θα ήταν κάτω από το νερό χωρίς τα φράγματα, οδήγησε σε μία ολική επανάσταση τη δεκαετία του '6O. Η ολοκληρωτική αρχιτεκτονική και το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο είχαν στενή σχέση. Δημιουργήθηκαν ολόκληρες πόλεις από το πουθενά και, σε μίνιμουμ χώρο, ένα αεροδρόμιο, το Schipholl, που αποτελεί ακόμη και σήμερα την πιο τέλεια εκδοχή στον τομέα του. Ταυτόχρονα, η μαθηματική προσέγγιση στο ποδόσφαιρο έφερε το ολοκληρωτικό στην πλήρη εφαρμογή του. Όταν ο Ρίνους Μίχελς συνέλαβε τη λογική πως οι διαστάσεις του γηπέδου είναι πάντα 105 επί 68, αλλά μπορούν να αλλάξουν κατά τη διάρκεια του ματς, πολλοί τον είπαν τρελό! Αυτό που εννοούσε ήταν ότι όταν αμύνεσαι πρέπει να μεταβάλεις το γήπεδο σε 70 επί 30, πρεσάροντας όλους τους χώρους, ενώ όταν επιτίθεσαι να κερδίζεις κάθε γωνία με αποτέλεσμα να «μεγαλώνεις» τις διαστάσεις σε 130 επί 90! Αυτό ακούγεται κάπως φυσιολογικό σήμερα, αλλά πριν από τριάντα χρόνια ήταν αιρετικό! Ο Αγιαξ άλλαξε τα πάντα. Και αυτό που μπέρδευε ακόμη περισσότερο τον αντίπαλο ήταν τα τρελά νούμερα! Οχι από το 1 έως το 11, αλλά ό,τι ήθελε ο καθένας, με τον Κρόιφ να διαλέγει το 14! Ηταν η απόλυτη επανάσταση!

Ο Άγιαξ έπαιξε έναν τελικό το '69 όπου συνετρίβη από τη Μίλαν του Ριβέρα με 4-1, αλλά ήταν το καλύτερο μάθημα! Ο Βάσοβιτς ήταν ο αρχηγός και ταυτόχρονα ο προπονητής μέσα στο γήπεδο. Τον είχε πάρει ο Άγιαξ από την Παρτιζάν Βελιγραδίου και ήταν ο άνθρωπος που το 1971 σήκωσε το τρόπαιο στο Γουέμπλεϊ με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό. Ήταν μπακ, αλλά έβγαινε μαζί με τον Σουρμπίρ με εξαιρετική ταχύτητα μπροστά. Ο Μπάρι Χουλσόφ με τον Γερμανό Χορστ Μπλάκενμπουργκ μπορούσαν να κατεβάσουν την μπάλα. Τερματοφύλακας ήταν ένας χοντρούλης και λίγο βαρύς, ο Στούι, που όμως είχε τρομερό μυαλό. Η μπάλα, όταν γύριζε πίσω, δεν πιανόταν με τα χέρια, αλλά αμέσως με τα πόδια έφευγε για πάσα και η ομάδα κέρδιζε έναν παίκτη παραπάνω! Η πρώτη φουρνιά στα χαφ είχε τον Πιτ Κάιζερ και τον Σάακ Σβαρτ, τον ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία του Άγιαξ, καθώς και τον Άρι Χάαν, που μπήκε αλλαγή και σκόραρε –με την άθελη βοήθεια του Άνθιμου Καψή- στον τελικό του '71, αποτελώντας μία άλλη φοβερή περίπτωση με το πέρασμα των χρόνων. Ικανός σουτέρ, αλλά και μπαλαδόφατσα, μπορούσε να είναι φορ και λίμπερο με την ίδια άνεση!

Τον Ιούλιο του 1971 έφτασε στον Αγιαξ ο Στέφαν Κόβατς, αφού ο Μίχελς αποφάσισε να πει «ναι» στη μυθική πρόταση της Μπαρτσελόνα. Για τον Ρουμάνο ο (χαρισματικός φορ που ξεπετάχτηκε επί των ημερών του) Τζόνι Ρεπ δήλωνε: «Ο Μίχελς εφηύρε το Total Voetball, αλλά χωρίς τον Κόβατς δεν θα ήμασταν υπερομάδα». Ο ευφυής Κόβατς χαμογελώντας σχολίασε για αυτό: «Ο Άγιαξ ήταν το τέλειο αυτοκίνητο. Εγώ απλά έβγαλα το χειρόφρενο!» Το 1971-72 έμελλε να είναι η πιο τέλεια σεζόν. Δεύτερο πρωταθλητριών (2-0 επί της Ίντερ), το πρώτο Σούπερ Κύπελλο της ιστορίας, με δυο νίκες επί της σκωτσέζικης Ρέιντζερς και το Διηπειρωτικό Κύπελλο επί της κορυφαίας ομάδας εκείνης της δεκαετίας στη Λατινική Αμερική, της Ιντεπεντιέντε. Καμία ομάδα ποτέ στο μέλλον δεν κατάφερε να πάρει τέτοια γκάμα τίτλων σε μία χρονιά, δηλαδή τρεις στη χώρα της (Νταμπλ και σουπερ Κύπελλο), δυο ευρωπαϊκούς και έναν διηπειρωτικό! Το 1972-73 η ωριμότητα ακουμπούσε το τέλειο. Το 4-0 επί της Μπάγερν και οι δύο νίκες επί της Ρεάλ στα ημιτελικά ακολουθήθηκαν από το άνετο 1-0 με την Γιουβέντους στον τελικό. Αν το ποδόσφαιρο είναι τέχνη, τότε αυτό που παίζει ο Αγιαξ είναι μπαλέτο και πίνακας ζωγραφικής μαζί, επέμενε ο Γαλλοαλγερινός συγγραφέας και λάτρης της μπάλας Αλμπέρ Καμί!

Ο χρόνος φθείρει, αλλά αυτή η ενδεκάδα ακόμη ήταν σε ακμή. Και φρόντισε μόνη της να βγάλει τα μάτια της! Μετά από απουσία χρόνων, η ομάδα που δημιούργησε ο Κρόιφ ως προπονητής το '87 με τον Μάρκο Φαν Μπάστεν αρχηγό πήρε στην Αθήνα ένα Κύπελλο Κυπελλούχων και ξαναμπήκε στα σαλόνια. Ο Φαν Γκάαλ, με ένα ΟΥΕΦΑ το '92 και το Τσάμπιονς Λιγκ το '95, έφερε και πάλι στην κορυφή τον Αίαντα με τους αδελφούς Ντε Μπουρ, τον Λίτμανεν, τον Κλάιφερτ, τον Ντάβιντς και τον Φαν ντερ Σάαρ. Σαν την ιστορία που επαναλαμβάνεται ως φάρσα ή τραγωδία, όπως και το '73, η ενδεκάδα διαλύθηκε γρήγορα. Ο νόμος Μποσμάν σκόρπισε στους πέντε άνεμους μία ομάδα που έδειχνε ικανή για νέο κύκλο. Την φανέλα του Άγιαξ τα τελευταία χρόνια φόρεσαν ο Νίκος Μαχλάς, που παραμένει η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του συλλόγου του Άμστερνταμ, ο Γιάννης Αναστασίου και ο Άγγελος Χαριστέας, δίνοντας ελληνικό χρώμα σε αυτό το τεράστιο κλαμπ.

Η ιστορία συνήθως γράφεται μετά από χρόνια. Για τον Άγιαξ είναι αλήθεια πως δεν χρειάστηκε καιρός για να απονεμηθεί έπαινος για αυτά που είχε καταφέρει!

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Ελλήνων κραυγή απόγνωσης

ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Έξι στους δέκα Έλληνες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη ζωή στην Ελλάδα, την ώρα που πάνω από το 48% των συνανθρώπων μας υποστηρίζει ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Τουλάχιστον το 75% του ενεργού πληθυσμού δεν νιώθει ικανοποιημένο από το έργο της παρούσας κυβέρνησης, το 81,6% δυσφορεί με τις συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, ενώ πάνω από το ήμισυ των συμπολιτών μας εκφράζει απαισιοδοξία για το μέλλον.

Η ποιότητα της ζωής στην Ελλάδα το έτος 2010, μέσα από τις απαντήσεις των πολιτών για κρίσιμα εθνικά και προσωπικά ζητήματα, είναι το αντικείμενο της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το τμήμα Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή και πρόεδρο του τμήματος, Επαμεινώνδα Ε. Πανά. Η έρευνα με τίτλο «Ποιότητα ζωής στην Ελλάδα - Ερευνα 2010» εστιάζει στο πόσο ικανοποιημένοι δηλώνουν οι Έλληνες για τις εκφάνσεις του καθημερινού τους βίου, όπως αυτός διαμορφώνεται στις παρούσες δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 6/12/2010 έως 12/12/2010 σε δείγμα πληθυσμού 1.462 ατόμων άνω των 18 ετών απ' όλη τη χώρα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και χρήση ερωτηματολογίου.

Πώς μετράται η ποιότητα της ζωής;

Παραθέτοντας μια σειρά αποσπασμάτων από απόψεις αρχαίων Ελλήνων και σύγχρονων προσωπικοτήτων για την έννοια της «ποιότητας ζωής» (όπως ο ορισμός της ευδαιμονίας κατά τον Αριστοτέλη και η επίτευξή της μέσα από την ικανοποίηση ορισμένων συνθηκών, ή η άποψη της Αμερικανίδας φιλοσόφου, Martha Nussbaum, που είπε ότι η βελτίωση των συνθηκών της ζωής δεν είναι συνυφασμένη με την αύξηση του ΑΕΠ), οι ερευνητές μάς εισάγουν στο κυρίως μέρος της έρευνας, συγκεκριμενοποιώντας το ερώτημα: «Ποια είναι η ποιότητα ζωής των Ελλήνων;». Δίνεται, άραγε, μέσα από τα στοιχεία του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, των ρυθμών μείωσης του πληθωρισμού ή από άλλες μετρήσεις; «Ο όρος "ποιότητα ζωής" είναι μια πολυδιάστατη έννοια και μπορεί να οριστεί μέσω της περιγραφής τομέων ζωής που είναι αναγκαίοι για τη συμπεριφορά των ατόμων ως ανεξάρτητων και αυτόνομων όντων», αναφέρει ο καθηγητής Ε. Πανάς. Στη συγκεκριμένη έρευνα η μέτρηση της ποιότητας ζωής πραγματοποιείται με τη βοήθεια υποκειμενικών δεικτών που αντικατοπτρίζουν τις αντιλήψεις των πολιτών για την εικόνα της ποιότητας ζωής: το δείκτη ατομικής ποιότητας ζωής (που μετράει τις απόψεις των πολιτών για την ικανοποίησή τους από τη ζωή τους) και το γενικό δείκτη ποιότητας ζωής (που έχει να κάνει με την ικανοποίηση των πολιτών από τη ζωή στην Ελλάδα).

Όπως σημειώνεται στη σύνοψη της μελέτης, η ελληνική κοινή γνώμη κατά το διάστημα διεξαγωγής της έρευνας αντιμετώπιζε έναν καταιγισμό αρνητικών γεγονότων -σκάνδαλο Βατοπεδίου, σκάνδαλο Siemens, οικονομική κρίση, διαφθορά, ατιμωρησία. «Αντιμετωπίζοντας καθημερινώς τη βροχή των σκανδάλων και του πανικού που υφίσταται ο κάθε Έλληνας πολίτης, οι ερωτηθέντες αποκαλύπτουν τις αληθινές συνιστώσες της ζωής στην Ελλάδα, συνιστώσες που, προφανώς, δεν τις αποκαλύπτουν διάφορα μεγέθη, όπως το ΑΕΠ, ο πληθωρισμός και άλλες οικονομικές παράμετροι».

Η προσωπική ποιότητα ζωής

Μάλλον «λιγότερη» ποιότητα ζωής νιώθουν πως έχουν το 2010 οι Έλληνες πολίτες, συμμετέχοντες στην έρευνα. Καθόλου ή λίγο ικανοποιημένο από τη ζωή του νιώθει το 29,2% των ερωτηθέντων, απαντώντας στο ερώτημα «πόσο ικανοποιημένος θα λέγατε ότι είστε γενικά». Μικρότερο ποσοστό ικανοποίησης, μάλιστα, παρουσιάζεται στις γυναίκες και στις ηλικίες 45-59, την ώρα που πιο ικανοποιημένοι απ' όλους εμφανίζονται οι νέοι κάτω των 29 ετών. Η αίσθηση ευαρέσκειας φαίνεται να σχετίζεται με το επίπεδο εκπαίδευσης (όσο υψηλότερο είναι τόσο πιθανότερο να παρατηρείται μεγαλύτερη ικανοποίηση) και με την οικονομική κατάσταση κάθε ερωτηθέντος.

Σε ό,τι αφορά το επίπεδο διαβίωσης, φαίνεται πως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είναι κατά τι περισσότερο ικανοποιημένοι από τους νεότερους. Έξι στους 10, δε, δηλώνουν γενικά ικανοποιημένοι από την υγεία τους, αν και το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν «μη ικανοποιημένοι» ξεπερνά το 16% -αυξημένο σημαντικά σε σχέση με το αντίστοιχο του 2009, που ήταν στο 9%. Το 54,3% των ερωτηθέντων δηλώνει ευχαριστημένο με ό,τι έχει πετύχει στη ζωή του (στη σχετική ερώτηση την απάντηση «πολύ» έδωσε το 12,7% και «αρκετά» το 41,6%), ενώ το 17,5% εμφανίζεται μη ικανοποιημένο. Το ποσοστό των «μη ικανοποιημένων» αυξήθηκε σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, που ήταν στο 11%.

Απαισιόδοξοι για το μέλλον τους δηλώνουν οι ερωτηθέντες σε ποσοστό 52%, σημειώνοντας αύξηση 20 μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση του 2009 - τότε ήταν στο 32%. Ποσοστό 29,3% δεν νιώθουν ούτε αισιοδοξία ούτε απαισιοδοξία, ενώ οι μόνοι... οπτιμιστές (σε ποσοστό 18%) είναι, φυσικά, οι οικονομικώς πιο ευκατάστατοι.

Θετικά μηνύματα, εν τούτοις, φέρνει η ερώτηση για την ελευθερία της έκφρασης πνευματικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, αφού το 65% του δείγματος δηλώνει ικανοποιημένο, ειδικά οι νεότεροι σε ηλικία.

Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές σχέσεις, περισσότερο ικανοποιημένοι πσρουσιάζονται οι πολίτες 30-44 ετών, ενώ το βαθμό ικανοποίησης επιτείνει το ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο και η οικονομική άνεση.

Η αίσθηση ασφάλειας που νιώθει το 41% των πολιτών δεν είναι ικανοποιητική -με τις γυναίκες να δηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό ότι νιώθουν λιγότερο ασφαλείς- ενώ, μάλιστα, το 60% των ερωτηθέντων πιστεύει πως στο μέλλον θα αισθάνεται μάλλον ανασφαλές. Πάντως, πολλοί ερωτηθέντες (το 34% του δείγματος) αισθάνονται «ενεργά και αποδεκτά μέλη» της κοινότητας στην οποία ανήκουν -σημειώνεται ότι στην προηγούμενη έρευνα το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 45%.

Από τα ποσοστιαία δεδομένα που εξήχθησαν από τις απαντήσεις «ικανοποίησης» των συμμετεχόντων στην έρευνα (με βάση το φύλο, την ηλικία, το επίπεδο εκπαίδευσης, κ.λπ.) αναδείχθηκε ένας «δείκτης» ποιότητας ζωής, ο οποίος κινείται σε μια νοητή κλίμακα μεταξύ 0 και 100 -όπου τιμή μεγαλύτερη από το 50 δείχνει θετική στάση, ενώ τιμή μικρότερη από το 50 δηλώνει το αντίθετο. Έτσι, ο πιο υψηλός δείκτης ικανοποίησης είναι εκείνος της ελευθερίας έκφρασης (69,9 μονάδες), ενώ ακολουθεί ο δείκτης της υγείας (65,3) και ο δείκτης των προσωπικών σχέσεων (64,2). Στον αντίποδα, ο χαμηλότερος δείκτης είναι εκείνος της μελλοντικής αίσθησης ασφάλειας (29,7) και ο δείκτης της αισιοδοξίας (36,1). Ο συνολικός δείκτης («γενική ικανοποίηση») είναι στο 50,9, βρίσκεται δηλαδή στο μέσον της κλίμακας.

Όπως συμπεραίνουν οι ερευνητές, όλοι ανεξαιρέτως οι δείκτες παρουσιάζουν πτώση σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, με το δείκτη της αισιοδοξίας να κατακρημνίζεται κατά 10,5 μονάδες από το 2009 και κατά 16,4 μονάδες σε σύγκριση με το 2008.

Σε σχέση με τον εθνικό δείκτη

Η ποιότητα της ζωής στην Ελλάδα, με βάση το μέσο όρο ικανοποίησης στις σχετικές θεματικές ενότητες (οικονομική κατάσταση, φυσικό περιβάλλον, κυβέρνηση, κ.λπ.) πέφτει αρκετά κάτω από το 50 στη σχετική κλίμακα 0-100, ενώ η μεγαλύτερη δυσαρέσκεια εκφράζεται για την οικονομική κατάσταση της χώρας και την επιχειρηματική πορεία. Όλοι οι δείκτες, βέβαια, παρουσιάζουν πτώση σε σχέση με τη μέτρηση του 2009.

Δυσαρεστημένο για την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα δηλώνει αθροιστικά το 88,3% των ερωτηθέντων («καθόλου» ικανοποιημένο δηλώνει το 70,2% και «λίγο ικανοποιημένο» το 18,1%), συνολικό ποσοστό το οποίο αυξήθηκε κατά 11 μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση.Οι 8 στους 10 ερωτηθέντες υποστηρίζουν πως δεν είναι ικανοποιημένοι με την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, και οι νεότεροι ηλικιακά εμφανίζονται πιο δυσαρεστημένοι. Οι πιο ευάλωτοι οικονομικά, οι γυναίκες και οι πιο μεγάλοι στην ηλικία είναι και οι πλέον ενοχλημένοι από τις συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία (συνολικά το ποσοστό των ενοχλημένων ανέρχεται στο 81,6%).

Ενδιαφέρον προκαλεί η μέτρηση που έχει να κάνει με το βαθμό ικανοποίησης από την κυβέρνηση: στην ερώτηση «πόσο ικανοποιημένοι νιώθετε από την κυβέρνηση» το 75,4% των πολιτών επέλεξε να απαντήσει είτε «καθόλου» είτε «λίγο» -το 2009 το ποσοστό των ίδιων αρνητικών απαντήσεων ήταν μικρότερο από 55%. Μέτρια ικανοποιημένο από την παρούσα κυβέρνηση είναι το 13,9% ενώ εκείνοι που δηλώνουν «πολύ ικανοποιημένοι» δεν αγγίζουν ούτε τις τρεις ποσοστιαίες μονάδες (2,8%). Πιο δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση είναι οι πολίτες άνω των 60 ετών, οι οικονομικά ασθενέστεροι και οι εκπρόσωποι του γυναικείου φύλου.

Προβληματικό φαίνεται να είναι το πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα, κάτι που επισημαίνουν με τις απαντήσεις τους οι πολίτες -το 84% φτάνουν οι δυσαρεστημένοι με την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, ενώ περίπου το ίδιο ποσοστό καταλαμβάνουν και οι μη ικανοποιημένοι από την κοινωνική ασφάλιση. Καθόλου ή λίγο ικανοποιημένο δηλώνει το 77,5% σχετικά με την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και, τέλος, αναφορικά με το βαθμό ικανοποίησης από τη ζωή στην Ελλάδα προκύπτει ότι έξι στους δέκα δεν είναι ευχαριστημένοι, με τους χαμηλόμισθους, τις γυναίκες και τους νέους έως 44 ετών να εκφράζουν τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Δείκτες για την ποιότητα ζωής

Με βάση τις ποσοστιαίες μετρήσεις των απαντήσεων στις παρακάτω «συνιστώσες» (θεματικές ενότητες) υπολογίζονται οι δείκτες για την ποιότητα της ζωής.

Στον Δείκτη Ατομικής Ποιότητας Ζωής μετράται ο βαθμός ικανοποίησης από:

  • το επίπεδο διαβίωσης
  • την υγεία των ερωτηθέντων
  • τι έχουν πετύχει στη ζωή τους
  • τις προσωπικές σχέσεις
  • την αίσθηση ασφάλειας
  • την αίσθηση διασύνδεσης με την κοινότητα
  • τη μελλοντική ασφάλεια
  • την ελευθερία της έκφρασης.

Στον Γενικό Δείκτη Ποιότητας Ζωής μετράται η ικανοποίηση από:

  • την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα
  • την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος στη χώρα
  • τις συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία
  • την κυβέρνηση
  • την επιχειρηματική πορεία στη χώρα
  • την παρεχόμενη κοινωνική ασφάλεια
  • την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας
  • τη ζωή στη χώρα.