Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Εντατικά μαθήματα ...Μποντολογίας

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΜΥΘΟΣ

«Άβε Τζέιμς! Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν!» Η ατάκα από το ντελιριακό «Επιχείρηση Γης Μαδιάμ» (1969) του Θανάση Βέγγου, τη δεύτερη από τις πρωτοποριακές παρωδίες ταινιών του Τζέιμς Μποντ με τον «πράκτορα Θου-Βου», αποδείχτηκε σχεδόν προφητική. Κι αυτό γιατί στα ψυχροπολεμικά 60’s η μικρή και η μεγάλη οθόνη είχαν γεμίσει από κάθε λογής δαιμόνιους πράκτορες, πολυπλόκαμες μυστικές οργανώσεις, σέξι διπλές κατασκόπους, πανίσχυρα υπερόπλα, στοιχεία που καθόρισαν με στυλ, τεχνολογία και συνωμοσιολογία ένα απόλυτα επιτυχημένο είδος για την εποχή, που γρήγορα όμως ξεπεράστηκε. Όλοι τους λοιπόν θυμίζουν πια φιγούρες από το παρελθόν και μόνο ο 007 κατάφερε να επιβιώσει μέχρι σήμερα, αισίως στην 22η συνέχειά του, η οποία έχει μάλλον και τον πιο δύσκολο προς απομνημόνευση τίτλο της ιστορίας του: «Quantum of Solace».

ΘΕΜΑ 1o: ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΜΠΟΝΤ

Ο πραγματικός Τζέιμς Μποντ, ένας διάσημος ορνιθολόγος φίλος του συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ, μάλλον ελάχιστη σχέση είχε με το απολύτως «κουλ» άρρεν πρότυπο που αναπτύχθηκε μέσα από τον κινηματογραφικό 007. Ο ίδιος ο Φλέμινγκ, που λανσάρισε τον ήρωά του από το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Καζίνο Ρουαγιάλ», το 1953, (που έγινε τηλεοπτικό πρόγραμμα «Casino Royale», το 1954, με πρωταγωνιστή τον Μπάρι Νέλσον και ταινία, εκτός σειράς, «Casino Royale/Καζίνο Ρουαγιάλ», το 1967, με πρωταγωνιστές τον Ντέιβιντ Νίβεν και τον Πίτερ Σέλλερς) δεν πολυέβλεπε με καλό μάτι τον Σκοτσέζο Σον Κόνερι, επιλογή στο «νήμα», μπροστά από τους σαφώς εμπειρότερους Τζέιμς Μέισον και Κάρι Γκραντ, για την πρώτη κινηματογραφική απόπειρα, τον«Dr. No /Τζέιμς Μποντ εναντίον Δόκτορα Νο», το 1962. «Θα ήθελα έναν στρατηγό, όχι έναν κασκαντέρ», υποστήριζε ο πρώην αντιπλοίαρχος του Βρετανικού Ναυτικού, Φλέμινγκ, υποδεικνύοντας –ως ενδεδειγμένους- τους Ντέιβιντ Νίβεν και Ρότζερ Μουρ. Τελικά, η απρόσμενα μεγάλη επιτυχία του «Δόκτορα Νο» έκανε τον Φλέμινγκ, λίγο προτού φύγει απ’ τη ζωή (1964), να αλλάξει γνώμη για τον Κόνερι. Ο «Σκοτσέζος» Μποντ πρωταγωνίστησε και στις επόμενες 4 ταινίες της σειράς -στη «From Russia With Love/Από τη Ρωσία με Αγάπη», το 1963, στη «Goldfinger/Ο Χρυσοδάκτυλος», το 1964, στο «Thunderball/Το Ντόμινο του Κεραυνού», το 1965 και τη «You Only Live Twice/Ζεις Μονάχα δυο Φορές», το 1967- και στη συνέχεια θέλησε να αποσυρθεί από τον ρόλο, φοβούμενος τη «επανάληψη και τυποποίηση», που, έτσι και αλλιώς, είχαν ήδη επέλθει.

Ο Αυστραλός Τζορτζ Λάζενμπι προτιμήθηκε από τον μόλις 23χρονο τότε Τίμοθι Ντάλτον και ανέλαβε να τον αντικαταστήσει για μία και μόνο ταινία, στη «On Her Majesty's Secret Service/Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος», το 1969, επιλογή που πέρασε εν πολλοίς στην ιστορία των Μποντ ως «ανέκδοτο», κυρίως επειδή ο Λάζενμπι αρνήθηκε να υπογράψει μακροχρόνιο συμβόλαιο 7 συνεχειών, φοβούμενος ότι η «μπογιά» του 007 είχε ήδη περάσει. Ο Λάζενμπι πέρασε γρήγορα στη λήθη –αν και κάποιοι θεωρούν την ταινία από τις καλύτερες της σειράς- κι έπειτα από μια σύντομη (αν και βαρύθυμη) επανάκαμψη του Κόνερι με τη «Diamonds Are Forever/Τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά», το 1971, ο ρόλος πέρασε στον πρώην τηλεοπτικό «Άγιο», Ρότζερ Μουρ, ο οποίος κατάφερε να κρατήσει ζωντανό τον ήρωα, παρά το προχωρημένης ηλικίας ντεμπούτο του (46 ετών), με τη «Live and Let Die/Ζήσε και Άσε Τους Άλλους να Πεθάνουν», το 1973, καταγράφοντας το μακροβιότερο σερί (12 χρόνια) έως τα 58 του, υποδυόμενος τον 007, κατά σειρά, στη «The Man with the Golden Gun/Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», το 1974, τη «The Spy Who Loved Me/Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε», το 1977, τη «Moonraker/Επιχείρηση Μουνρέικερ», το 1979, τη «For Your Eyes Only /Για τα Μάτια σου Μόνο», το 1981, τη «Octopussy/Επιχείρηση Οκτάπουσυ», το 1983 και τη «A View to a Kill /Κινούμενος Στόχος», το 1985.

Τη σκυτάλη πήρε στη συνέχεια ο Τίμοθι Ντάλτον (με έντονα χαρακτηριστικά, γωνίες του προσώπου, ρυτίδες κ.λ.π.), ο οποίος «πήρε τη μπουκιά από το στόμα» του ισχυρού υποψηφίου Πιρς Μπρόσναν, κλείνοντας την δεκαετία του 1980 με δύο ταινίες, την «The Living Daylights/Με το Δάχτυλο Στη Σκανδάλη», το 1987, και τη «Licence to Kill /Προσωπική Εκδίκηση», το 1989. Όμως η «στροφή προς το ρεαλιστικότερο» της πλοκής αφαίρεσε αρκετά στοιχεία από τις μυθικές διαστάσεις του πράκτορα. Τις οποίες ανέλαβε να αποκαταστήσει άλλος ένας πρώην υποψήφιος, ο Ιρλανδός Πιρς Μπρόσναν, σε μια έτσι κι αλλιώς νοσταλγική, αλλά και «πολιτικά ορθή» εποχή, με 4 ταινίες, την «GoldenEye /Επιχείρηση Χρυσά Μάτια», το 1995, τη «Tomorrow Never Dies/Το Αύριο Ποτέ Δεν Πεθαίνει», το 1997, τη «The World is Not Enough/Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός», το 1999 και τη «Die Another Day/Πέθανε Μια Άλλη Μέρα», το 2002. Παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις των «φανατικών» κατάφερε κι εκείνος να δικαιολογήσει τον λόγο ύπαρξης του πράκτορα.

Ο Ντάνιελ Κρεγκ, ο Μποντ της νέας εποχής, με εντελώς διαφορετικά, πιο «σκληρά» χαρακτηριστικά από τον Μπρόσναν και με σενάρια βασισμένα στα πρωτότυπα κείμενα του Φλέμινγκ, υπήρξε μια έτσι κι αλλιώς τολμηρή επιλογή, όμως γενικά, τα πήγε περίφημα στη «Casino Royale/Καζίνο Ρουαγιάλ», το 2006, που θεωρήθηκε ίσως η πιο άρτια (αλλά και η πιο πεσιμιστική) ταινία του πιο ανθεκτικού κινηματογραφικού franchise όλων των εποχών. Στη «Quantum of Solace/Quantum of Solace», του 2008, μας αποδεικνύει ότι τον «έχει» πραγματικά τον ήρωα …

ΘΕΜΑ 2o: ΟΙ «ΚΑΚΟΙ»

Πολλοί διάσημοι και άγνωστοι, επιφανείς καρατερίστες και «καλτ» φιγούρες ήταν αυτοί που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τους ρόλους των αρχιερέων του εγκλήματος, ενσαρκώνοντας τη «Νέμεση» του 007 μέσα στα χρόνια. Ο Ντόναλντ Πλέζανς, σημαντικός και ακαταπόνητος Άγγλος ηθοποιός, έπαιξε το ρόλο του κλασικού εχθρού του Μποντ, Έρνστ Στάβρο Μπλόφελντ, στη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές», ενώ ο Γερμανός Κουρτ Γιούργκενς, ένας από τους τυπικότερους «Ναζί» της μεγάλης οθόνης (αν και ο ίδιος πέρασε αρκετό καιρό κατά τη διάρκεια του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης), ήταν ο ψυχοπαθής μεγιστάνας Καρλ Στρόμπεργκ στη «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε». Μια απόλυτα καταχθόνια «φάτσα», ο περίφημος Αυστριακός ηθοποιός Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, αφού έπαιξε τον ίδιο τον «όξω απ’ εδώ» στο άρτιο «Μεφίστο» του Ίστβαν Σζάμπο, το 1981, βρέθηκε να παίζει ένα πρώιμο διαδραστικό παιχνίδι «παγκόσμιας κυριαρχίας» στην one off επιστροφή του Σον Κόνερι στην, εκτός σειράς, «Never Say Never Again/Ποτέ Μη Ξαναπείς Ποτέ», το 1983, έχοντας στο πλευρό του την Μπάρμπαρα Καρέρα, ένας από τους ορισμούς της «σεξοβόμβας» της εποχής.

Σε άλλους περίφημους «κακούς» περιλαμβάνονται ο Κρίστοφερ Λι, αλλά και ο νεότερος συνονόματός του, Κρίστοφερ Γουόκεν (πολύ αιμοβόρος στη «Κινούμενος Στόχος»), ο Ολλανδός Τζέροεν Κράμπε, στη «Με το Δάχτυλο στη Σκανδάλη», όπως και ο Βρετανός σύγχρονος «τρελός», Ρόμπερτ Καρλάϊλ , στη «Ο Κόσμος δεν Είναι Αρκετός», όπου απάγει την επίσης φθονερή Σόφι Μαρσό. Πιο πρόσφατα η αναζήτηση χαρισματικών «κακών» έχει μετακινηθεί προς το «παγερό» πρότυπο του ευρωπαϊκού Βορρά και τους Δανούς Μαντς Μίκελσεν, στη «Καζίνο Ρουαγιάλ», του 2006 και του Γιέσπερ Κρίστενσεν, στη ίδια ταινία αλλά και στη «Quantum of Solace», αν και ο ρόλος του «αρχι-κακού» στη «Quantum of Solace» πήγε τελικά στον Γάλλο Ματιέ Αμαλρίκ, ο οποίος υποστηρίζει ότι εμπνεύστηκε το παίξιμό του από την «τρέλα» του Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος «… συμπεριφέρεται θαρρείς και παίζει σε ταινία του Μποντ». Αξέχαστες «καλτ» φυσιογνωμίες «κακών» αναμφίβολα υπήρξαν επίσης, το δίδυμο της σαρδόνιας Λότε Λένια και του γιγαντόσωμου Ρόμπερτ Σο, στη «Από τη Ρωσία με Αγάπη», ο Ιαπωνο-αμερικάνος Χάρολντ Σακάτα, στο ρόλο του …Κορεάτη με το λεπιδοφόρο καπέλο στη «Ο Χρυσοδάκτυλος», ο πολύ «υποχθόνιος» νάνος Ερβέ Βιλσέζ, στην «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», αλλά και ο γίγαντας με τα ατσάλινα δόντια και τα τεράστια σαγόνια, Ρίτσαρντ Κίελ, που υποδυόταν, ακριβώς, τον «Σαγόνια» στη «Ο Κατάσκοπος Που μ’ Αγάπησε» και στη «Επιχείρηση Μουνρέικερ».

Τέλος, καθοριστική υπήρξε και η συμβολή δύο «δικών μας» πρεσβευτών του «κακού»: του ελληνικής καταγωγής Τέλι Σαβάλας στο ρόλο του Μπλόνφελντ, στη «Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος» και του Άγγλου Τζούλιαν Γκλόβερ στο ρόλο του λαθρέμπορου Αριστότελς Κριστάτος, ο οποίος συγκρούεται με τον Μποντ και την Μελίνα, που υποδύεται η Καρόλ Μπουκέ, στα Μετέωρα, στη «Για τα Μάτια σου Μόνο». Στη «Quantum of Solace» εμφανίζεται και ένας τρίτος, Βρετανός ελληνικής καταγωγής (από την Αντίπαρο), ονόματι Σάιμον Κασιανίδης, στο ρόλο του μοιραίου Γαλλο-αλγερινού εραστή Γιουσέφ.

ΘΕΜΑ 3o: ΤΑ «BONDGIRLS»

Και μόνο ο όρος «Bondgirls» καταδεικνύει την δυναμική και την εμπορευσιμότητα του όλου «πακέτου Μποντ», αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι γυναίκες-ηθοποιοί που ερμήνευσαν, κατά καιρούς, «τα κορίτσια του Μποντ», προκειμένου να ξεφύγουν από την αμφιλεγόμενη ταμπέλα. Ελάχιστες πέρασαν από το στάτους της στάρλετ σε αυτό της σταρ. Τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα ανήκουν, είτε στο μακρινό παρελθόν, όπως της Ούρσουλα Άντρες,το 1962, στο εξωτικό τοπίο της Τζαμάικα στη «Τζέιμς Μποντ Εναντίον Δόκτορα Νο», είτε στο πολύ πρόσφατο, όπως της Χάλι Μπέρι, το 2002, στο «Πέθανε Μια Άλλη Μέρα». Λίγοι θυμούνται τα ονόματα, της Ονόρ Μπλάκμαν στο ρόλο της Πούσι Γκαλόρ, στη «Ο Χρυσοδάκτυλος», η οποία έγινε γνωστή, κυρίως, από τον τηλεοπτικό της ρόλο ως η πράκτορας Κάθι Γκέιλ στους «Εκδικητές», της Κλοντίν Οζέ, στο ρόλο της Ντόμινο, στη «Το Ντόμινο του Κεραυνού», παραλίγο Μις Κόσμος του 1958, ή της Τσάϊ Τσιν, που υποδύεται την Κινέζα συνεργάτη του Μποντ, στη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές», αναγνωρίσιμη κατόπιν μόνο ως σατανική κόρη του Φου Μαντζού=Κρίστοφερ Λι. Πολύ πιο διάσημες, η Νταϊάνα Ριγκ, στη «Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος», πασίγνωστη –τηλεοπτικά- ως Νταϊάνα Πιλ στους «Εκδικητές» και με τεράστια καριέρα στο θέατρο, η Τζέιν Σέιμουρ, στον ρόλο της ενορατικής Σόλιτερ, πρώτου αμόρε του Ρότζερ Μουρ στη «Ζήσε και Άσε τους Άλλους να Πεθάνουν» και η Μπριτ Έκλαντ, η Σουηδέζα σύζυγος, για 3 χρόνια, του Πίτερ Σέλλερς, πρωταγωνίστρια στην «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», συμμαχώντας με τον Μποντ ενάντια στον υποχθόνιο Φρανσίσκο Σκαραμάγκα=Κρίστοφερ Λι.

Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αγνοούνται μεταξύ b-movies, λήθης και φωτογραφήσεων για το Playboy, στοιχειοθετώντας έτσι την θεωρία της «κατάρας» που κατατρέχει τις «μοιραίες γυναίκες» του Μποντ και τις προοπτικές καριέρας τους, μετά το «φιλί του θανάτου» από τον 007.

ΘΕΜΑ 4o: Η «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΝΤ» - ΕΞΩΤΙΣΜΟΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΓΚΑΤΖΕΤ, ΕΙΣΠΡΑΞΕΙΣ

Στις ταινίες του 007, η σκηνοθεσία, στην οποία κυρίως τυποποιήθηκαν οι Βρετανοί Τέρενς Γιανγκ, Γκάι Χάμιλτον και Τζον Γκλεν, ήταν κυρίως διεκπεραιωτική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το βέβαιο είναι η δυνατότητα του Τζέιμς Μποντ να αλλάζει σκηνικά, από τις μεγάλες μητροπόλεις σε μαγικά νησιά και αντίστροφα, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ατμόσφαιρα κοσμοπολιτισμού. Από την Τζαμάικα και τις Μπαχάμες, στην «Τζέιμς Μποντ Εναντίον Δόκτορα Νο» και «Το Ντόμινο του Κεραυνού», μέχρι την Άπω Ανατολή, στο Χονγκ-Κονγκ με την Ιαπωνία, για τη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές» και Μακάο, Ιαπωνία και Ταϊλάνδη για την «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι». Κάνοντας ένα πέρασμα από, την Αίγυπτο για την «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε», την Βραζιλία για την «Επιχείρηση Μουνρέικερ», την Κέρκυρα και τα Μετέωρα, στη «Για τα Μάτια σου Μόνο» και ενδιάμεσα με ένα θεαματικό κυνηγητό στον Πύργο του Άιφελ για την «Κινούμενος Στόχος», η Γη μας έμοιαζε πολύ μικρή για τον Μποντ. Ο οποίος, αφού περιηγήθηκε ξανά στην Ασία για την «Το Αύριο Ποτέ δεν Πεθαίνει», η χάρη του έφτασε μέχρι την Ισλανδία, για τη «Πέθανε Μια Άλλη Μέρα» και τη Αφρική για την «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006, ενώ στη «Quantum of Solace» βρέθηκε και πάλι με φόντο σκηνικά από την Καραϊβική και την Νότια Αμερική (Αϊτή και Βολιβία), έστω κι αν τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στον Παναμά και το Μεξικό αντίστοιχα …

Η μουσική υπόκρουση υπήρξε ένα άλλο συστατικό επιτυχίας, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, αφού πέρα από το –κυριολεκτικά- εμβληματικό «Θέμα του Τζέιμς Μποντ» του Τζον Μπάρι, που σφραγίζει κάθε ταινία της σειράς από την εποχή που ήταν αδιανόητη η έκτασή της (δηλαδή από τον «Δόκτορα Νο»), κάμποσα μικρά ή μεγάλα «κομμάτια» που αναπαράγονται σταθερά μέχρι σήμερα προώθησαν παραπέρα την μυθολογία του 007. Το ξεκίνημα έγινε κυρίως με εξαίρετες συνθέσεις του ίδιου του Μπάρι, ερμηνευμένες από «μεγάλες κυρίες» όπως, η Σίρλει Μπάσει με τα «Goldfinger», «Diamonds are forever» και το «Moonraker», η Νάνσι Σινάτρα με το «You only live twice» και η Λούλου με το «The man with the golden gun». Η στροφή σε πιο ποπ ρυθμούς σηματοδοτήθηκε από την πιο εμπορεύσιμη «σόλο» στιγμή του Πολ Μακάρτνι στο «Live and let die», και έγινε εντονότερη στη δεκαετία του 1980, με νεαρούς, τότε, ποπ σταρ, σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης –και- της νεόκοπης, τότε, βιομηχανίας των βιντεοκλίπ, με την Σίνα Ίστον στο «For your eyes only», τους Duran-Duran στο «A view to a kill» και τους A-ha στο «The living daylights». Στη συνέχεια, όπως η δεκαετία του 1990 επέτασσε γενικότερα, επιχειρήθηκε πρόσκαιρα μια αναβίωση του κλίματος του 1960, με κυρίες της σύγχρονης σόουλ σε όψιμη άνοιξη της καριέρας τους, όπως την, Γκλάντις Νάιτ με το «Licence to kill» και την Τίνα Τέρνερ με το «Goldeneye», για να επιστρέψουμε και πάλι σε top stars της εποχής , όχι πάντως στις καλύτερες στιγμές τους, με την Σέριλ Κρόου στο «Tommorow never dies», τους The Garbage με το «The world is not enough» και την Μαντόνα στο «Die another day». Τελευταία στάση, μια πιο «ροκ» στροφή με τον Κρις Κορνέλ (πρώην τραγουδιστή των Soundgarden και των Audioslave) να ερμηνεύει το «You know my name» στο «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006 και τον Τζακ Γουάιτ (του «καυτού» συγκροτήματος των White Stripes) να υπογράφει τη σύνθεση και την ερμηνεία, μαζί με την σύγχρονη r’n’b τραγουδίστρια Αλίσια Κις, στο κεντρικό τραγούδι του «Quantum of Solace», με τίτλο «Another way to die».

Εκτός από τους μόνιμους χαρακτήρες-γκάτζετ της σειράς (η αιωνίως πιστή γραμματέας Μις Μανιπένι και ο διευθυντής μυστικών υπηρεσιών Μ, ρόλο που υποδύεται πλέον η Τζούντι Ντεντς, υπάρχουν και τα πραγματικά γκάτζετ-φετίχ, απαραίτητα συστατικά τόσο του οπλοστασίου όσο και της εικονογραφίας του 007: η σούπερ-βαλίτσα με τα υπερ-εξαρτήματα του Q (θυμηθείτε την βαλίτσα με τα απίστευτα γκάτζετ –οξυζενέ, τσιρότα, μολυβόνερο κ.λ.π.- του Θου-Βου, που ο ίδιος βέβαια την αρνιόταν πεισματικά ως «κολοκοτρωνέικη»), τα ρολόγια που ποτέ δεν ήταν «μόνο» ρολόγια, το περίστροφο Walther PPK που χρησιμοποιείται στο κλασικό λογότυπο του 007, το «χτυπημένο» και όχι «ανακατεμένο» βότκα-Martini του Μποντ, οι αστραφτερές Aston-Martin, οι θεαματικές καταδιώξεις, τα αντίστοιχα πανούργα όπλα των «κακών, τα μυστηριώδη στρατηγεία των οργανώσεών τους, με τα τόσο «πιασάρικα» ονόματα, όπως «Spectra» ή «ATAC», στα πιο απίθανα μέρη (θυμηθείτε μόνο την «αράχνη της θάλασσας» βάση Atlantis στη «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε»).

Όλα αυτά οδήγησαν εύλογα σε μια εξαιρετικά συνεπή, ανεπανάληπτη ως προς την διάρκεια της «αλυσίδα» ταινιών. Και είναι αλήθεια ότι, ακόμα και στην θεωρούμενη ως μέτρια εποχή του Τίμοθι Ντάλτον, κατά την διάρκεια της οποίας προέκυψε και το μεγαλύτερο κενό –διάρκειας 6 ετών- στο γύρισμα περιπέτειας του Μποντ, το franchise ποτέ δεν «μπήκε μέσα». Στην κορυφή της επιτυχίας, με τις απαραίτητες αναπροσαρμογές στα σημερινά δεδομένα, η «Το Ντόμινο του Κεραυνού» απολαμβάνει τη 1η θέση με έσοδα που προσεγγίζουν το 1 δις δολάρια, την ώρα που το κόστος της -και πάλι σε σημερινή αναγωγή- έφτανε τα 39 εκατ. δολάρια, δηλαδή η ταινία «έβγαλε τα λεφτά της» περίπου 25 φορές. Ακόμη εντυπωσιακότερη, ως προς τις αναλογίες αυτές, η πρώτη ταινία, «Τζέιμς Μποντ εναντίον Δόκτορα Νο», έχει προσφέρει μέχρι σήμερα περίπου 50 φορές περισσότερα απ’ όσα επενδύθηκαν πάνω της, 420 εκατ. δολάρια εισπράξεις από επένδυση 8,5 εκατ. δολαρίων περίπου. Οι σύγχρονες απόπειρες είναι σαφώς δαπανηρότερες (138 εκατ. δολάρια ήταν ο προϋπολογισμός της «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006, που έβγαλε εισπράξεις περισσότερα από 630 εκατ. δολάρια), αλλά εφόσον η παραγωγή εξακολουθεί, τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλά.

Να πηγαίνουν τόσο καλά, ώστε ο Ντάνιελ Κρεγκ να απαλλαγεί, μέσω του μοντάζ, από την επανάληψη της πλέον κλασικότερης από τις ατάκες, τη «My name is Bond. James Bond», η οποία απαλείφθηκε από τους παραγωγούς του «Quantum of Solace» ως εντελώς (!) –μα …εντελώς (;)- αχρείαστη …

Δείτε και Διαβάστε -στα Αγγλικά- ότι έχει σχέση για τον πράκτορα 007, James Bond

Του Ανδρέα Κίκηρα. Από τον «ταχυδρόμο», τεύχος Νο 453, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» του Σαββάτου, 1 Νοεμβρίου 2008.