Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Ιδιοφυΐα πάση θυσία!

Το φυσικό ταλέντο, η πρωτοτυπία και η δημιουργικότητα αποτελούσαν ανέκαθεν αξιοθαύμαστα, και σχετικά σπάνια, χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πώς όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τέτοιες ασυνήθιστες εκδηλώσεις της ανθρώπινης νοημοσύνης; Άραγε, είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ή να μετρήσουμε την «ευφυΐα» ενός ιδιαιτέρως προικισμένου ατόμου; Κι αν η απάντηση είναι θετική, πόσο σκόπιμες ή ωφέλιμες θα ήταν αυτές οι μετρήσεις για το ίδιο το ιδιοφυές άτομο ή για την κοινωνία στην οποία ζει;

Πάντως, για να μετρήσουμε πόση ευφυΐα ή ταλέντο διαθέτει κάποιος ή κάποια, θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι ακριβώς μετράμε. Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες, αφού ακόμη και σήμερα δεν διαθέτουμε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό της νοημοσύνης, της ευφυΐας ή του ταλέντου, πόσο μάλλον έναν κοινά αποδεκτό τρόπο για την καταμέτρησή τους. Το τι θεωρείται ως εκδήλωση μεγάλης «ευφυΐας» ή «ταλέντου» εξαρτάται από τις επιστημονικές, φιλοσοφικές ή και πολιτικές προκαταλήψεις του ερευνητή.

Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι υπάρχουν αναρίθμητοι ορισμοί και, επομένως, αναρίθμητοι τρόποι μέτρησης των νοητικών ή δημιουργικών μας ικανοτήτων. Ίσως γι' αυτό οι περισσότεροι ερευνητές αποφεύγουν συστηματικά να περιορίσουν σε έναν ορισμό τις πολύμορφες εκδηλώσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Εντούτοις, ορισμένοι ειδικοί δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να συνοψίσουν σε έναν ορισμό το περίπλοκο αντικείμενο της έρευνάς τους.

Για παράδειγμα, ένας ορισμός της ευφυΐας που έχει προταθεί είναι ο εξής: «Η ικανότητα να μαθαίνουμε από την εμπειρία και να εφαρμόζουμε αυτή τη γνώση για την αποτελεσματικότερη προσαρμογή μας στο περιβάλλον». Πρόκειται προφανώς για έναν απελπιστικά ευρύ ορισμό ώστε να έχει κάποια πρακτική χρησιμότητα. Στο άλλο άκρο βρίσκουμε τους πραγματιστικούς ορισμούς, όπως αυτόν που έδωσε ο Αμερικανός πειραματικός ψυχολόγος Edwin Boring (1886-1968), ο οποίος δεν δίστασε να «ορίσει» ως ευφυΐα ό,τι μετριέται από τα κατάλληλα τεστ! Στην πραγματικότητα, όμως, τέτοιοι πραγματιστικοί ορισμοί όχι μόνο δεν μας λένε απολύτως τίποτα για την ίδια την ευφυΐα, αλλά και περιορίζουν ασφυκτικά το νόημά της. Εξάλλου, από τα αναρίθμητα «τεστ νοημοσύνης» δεν υπάρχουν έστω και δύο που να μετράνε το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Ένας μάλλον ικανοποιητικός, αν και καθαρά περιγραφικός, ορισμός του ιδιοφυούς ατόμου δόθηκε από τον Γερμανό παιδοψυχολόγο Detlef Η. Rost, έναν από τους διασημότερους σήμερα ειδικούς σε αυτό τον τομέα. Σε πρόσφατο άρθρο του ορίζει ως ιδιοφυές: «Ένα πρόσωπο που έχει τη δυνατότητα να αφομοιώνει ταχύτατα περιεχόμενα και διαδικασίες. Το πρόσωπο αυτό είναι σε θέση να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά τις γνώσεις του για να επιλύει νέα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις, όπως στο σχολείο, στην οικογένεια, στον ελεύθερο χρόνο, στον επαγγελματικό χώρο. Το ιδιοφυές άτομο είναι ικανό να μαθαίνει γρήγορα από τις εμπειρίες του σε αυτές τις καταστάσεις. Επιπλέον, μπορεί να διακρίνει σε ποιες καταστάσεις και σε ποια προβλήματα βρίσκουν εφαρμογή οι νέες γνώσεις και πότε δεν πρέπει να γίνεται αυτό. Το ιδιοφυές άτομο είναι σε θέση να τα κάνει όλα αυτά με τρόπο κατά πολύ καλύτερο απ' ό,τι η πλειοψηφία της ομάδας των ατόμων με τα οποία συγκρίνεται, π. χ. με άτομα της ίδιας ηλικίας».

Η σοβαρότερη αντίρρηση σε αυτό τον τελευταίο ορισμό είναι ότι περιγράφει αποκλειστικά τη γνωστική ιδιοφυΐα: ασυνήθιστα υψηλές επιδόσεις και μεγάλη πρωτοτυπία κατά την επίλυση γνωστικών προβλημάτων. Συνέπεια αυτού του περιορισμού είναι ότι όλες οι άλλες εξαιρετικές εκφράσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας, όπως η μουσική, οι καλές τέχνες ή τα αθλήματα, χαρακτηρίζονται απλώς ως «ταλέντα».

Το πρόβλημα δυστυχώς παραμένει ανοιχτό: τι σημαίνει «με τρόπο κατά πολύ καλύτερο» από την πλειοψηφία και πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς αυτή τη διαφορά; Ο ίδιος ο D.Η. Rost νοιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει ότι, συνήθως, θεωρείται «ιδιοφυής» όποιος ή όποια επιδεικνύει έναν Δείκτη Ευφυΐας (IQ) μεγαλύτερο από 130. Οπότε, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, θα έπρεπε να μιλάμε για «ιδιαίτερα ευφυή» και όχι για «ιδιοφυή» άτομα.

Αν και ομολογουμένως εντυπωσιακή, αυτή η λεπτή διάκριση δεν καταφέρνει να μας διαφωτίσει επαρκώς για τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των «ιδιοφυών» και των «ιδιαίτερα ευφυών» ατόμων. Και ας μην πιστέψει κανείς ότι η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη όσον αφορά στη διάκριση μεταξύ των «ιδιοφυών» και των «φυσιολογικών» ατόμων.

IQ: ένας Δείκτης Ανοησίας

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή σύγχυση των ιδεών ως προς το ποια πρέπει να θεωρούνται τα τυπικά γνωρίσματα της «υψηλής» νοημοσύνης, θα πρέπει να ανατρέξει στις προγενέστερες προσπάθειες κατασκευής μιας κλίμακας αξιολόγησης των ικανοτήτων του ανθρώπινου νου. Μιας κλίμακας που, σύμφωνα με τους επινοητές της, θα μας επέτρεπε να διακρίνουμε με ασφάλεια ποιοι από τους συνανθρώπους μας είναι ιδιοφυείς, φυσιολογικοί ή πνευματικά ανεπαρκείς.

Οι πρώτες ανθρωπομετρικές προσπάθειες προσδιορισμού της ανθρώπινης ευφυΐας έγιναν από τους «φυσιογνωμιστές» του 18ου αιώνα. Αυτοί πίστευαν ότι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου αντανακλούν τα ιδιαίτερα εσωτερικά-ψυχικά του χαρακτηριστικά. Μια σειρά από ανόητες και ρατσιστικές προκαταλήψεις που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στη δημώδη ψυχολογία προέρχονται από αυτές τις αφελείς αντιλήψεις.

Το πέρασμα από τις «φυσιογνωμικές» στις μετέπειτα «φρενολογικές» επιστημονικές δοξασίες φαίνεται, επομένως, απολύτως λογικό. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν σαφές ότι όλες οι πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου έχουν την έδρα τους στο εσωτερικό του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και η φρενολογία ήταν μια πρόωρη εμπειρική προσπάθεια εντοπισμού των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου πάνω στο ανθρώπινο κρανίο. Πάνω στο εξωτερικό περίβλημα του εγκεφάλου, δηλαδή πάνω στο κρανίο κάθε ατόμου, αποτυπώνονται όλες οι ιδιαίτερες πνευματικές του δυνατότητες και αδυναμίες! Και σύμφωνα με τους φρενολόγους, η λεπτομερής εξέταση του κρανίου τούς επιτρέπει να αξιολογούν τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.

Τα εμφανή αδιέξοδα και οι αποτυχίες αυτής της επιφανειακής προσέγγισης οδήγησαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα σε πιο «εκλεπτυσμένες» ψυχομετρικές μεθόδους. Εκείνη την εποχή εμφανίζεται το πρωτοποριακό έργο του Alfred Binet. Αυτός ο Γάλλος ψυχολόγος, εγκαταλείποντας οριστικά τις αναγωγιστικές φρενολογικές δοξασίες, θα επινοήσει ένα σύστημα ικανό να συγκρίνει τις νοητικές ικανότητες και κυρίως τις γνωστικές αδυναμίες των μαθητών. Η κλίμακα αξιολόγησης των γνωστικών ικανοτήτων ενός μαθητή προέκυπτε από τη σύγκριση της «νοητικής ηλικίας» του με την πραγματική «χρονολογική ηλικία» του. Η μέτρηση του IQ βασίζεται σε αυτήν ακριβώς τη διάκριση: διαιρώντας τη «νοητική ηλικία» δια της «χρονολογικής ηλικίας» και πολλαπλασιάζοντας επί 100.

Ο υπολογισμός του IQ μας επιτρέπει να καταλάβουμε αν ένας μαθητής έχει επαρκείς πνευματικές ικανότητες για να ακολουθήσει το σχολικό πρόγραμμα ή αν αντίθετα πρέπει να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Με άλλα λόγια το IQ, στην αρχική του εκδοχή, ήταν μόνο ένας ασφαλής τρόπος διάγνωσης της νοητικής καθυστέρησης, και όχι μια μέθοδος αξιολόγησης κάποιων υποτίθεται εξαιρετικών νοητικών ικανοτήτων!

Τις επόμενες δεκαετίες όμως η μέτρηση του IQ θα μετατραπεί σε απόλυτη κλίμακα αξιολόγησης της νοημοσύνης, και το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα μετέπειτα τεστ νοημοσύνης. Όλα επινοήθηκαν σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, τις προκαταλήψεις και κυρίως την ιδεολογία της αμερικανικής κοινωνίας.

Η υστερία της ιδιοφυΐας

Στη σύγχρονη ψυχολογία υπάρχουν τόσα τεστ για την καταμέτρηση της νοημοσύνης και της δημιουργικότητας όσοι και οι ερευνητές που επινοούν αυτά τα τεστ. Και μολονότι η επιστημονική σοβαρότητα αυτών των τεστ αμφισβητείται από όλους σχεδόν τους ειδικούς, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υπερηφανεύονται για τις υψηλές επιδόσεις τους σε αυτά. Πράγματι, οι περισσότεροι από εμάς έχουν υποβληθεί σε κάποιο ανάλογο ψυχομετρικό τεστ, ακόμη και σε αμφίβολης σοβαρότητας «τεστ νοημοσύνης» που βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο ή σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας.

Διασκεδαστική, αλλά και άκρως αποκαλυπτική της μαζικής υστερίας με τη ιδιοφυΐα, είναι η περίπτωση της διάσημης ηθοποιού Sharon Stone, η οποία είχε δηλώσει κατ' επανάληψη ότι ήταν μέλος της MENSA, της σχετικά ολιγομελούς παγκόσμιας εταιρείας των ατόμων με πολύ υψηλό δείκτη «νοημοσύνης»: πάνω από 131 στην κλίμακα βαθμολόγησης, σύμφωνα με το επίσημο τεστ της εταιρείας.

Με τη δήλωσή της αυτή η S. Stone ήθελε προφανώς να αποδείξει ότι εκτός από τα εμφανή σε όλους σωματικά της προσόντα διαθέτει και εξίσου πλούσιες διανοητικές αρετές. Παρά τις ευγενικές της προθέσεις, η MENSA διέψευσε τον ισχυρισμό της Stone και η τελευταία συντετριμμένη αναγκάστηκε να το παραδεχτεί. Όσο όμως τραγελαφικό κι αν ακούγεται αυτό το επεισόδιο, είναι αρκετά διαφωτιστικό για την συνήθως ανομολόγητη γοητεία που ασκούν τα ιδιοφυή άτομα στο φαντασιακό μας.

Ωστόσο, κάθε άλλο παρά διασκεδαστική είναι η ευρύτατη πλέον χρήση ανάλογων τεστ αξιολόγησης των διανοητικών ή ψυχολογικών ικανοτήτων όσων επιθυμούν να προσληφθούν ή να προαχθούν στις μεγάλες επιχειρήσεις. Όμως, ακόμη πιο ανατριχιαστική και εξίσου αυθαίρετη πρέπει να θεωρείται η υιοθέτηση και η συστηματική χρήση τέτοιων τεστ στον τομέα της εκπαίδευσης. Σε πολλές «αναπτυγμένες» χώρες της Δύσης, τόσο η εκπαιδευτική κατεύθυνση όσο και οι μελλοντικές επαγγελματικές επιλογές των παιδιών προδιαγράφονται συνήθως από τέτοια «συμβουλευτικά» τεστ.

Σε κάθε περίπτωση, οι σημερινοί γονείς, αντί να πέφτουν θύματα της απλοϊκής προπαγάνδας για την εκπαίδευση που υποτίθεται ότι προετοιμάζει τους «ηγέτες» και τα «ταλέντα» του αύριο, θα έπρεπε να επενδύουν περισσότερο στην ελεύθερη ανάπτυξη και στην ουσιαστική καλλιέργεια των δυνατοτήτων των παιδιών και να μην επικεντρώνονται αποκλειστικά στις σχολικές τους επιδόσεις. Κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να μην γίνουν όλα τα παιδιά «ιδιοφυή», σίγουρα όμως θα είναι πιο ευτυχισμένα και ισορροπημένα άτομα. Εξάλλου, κάθε πραγματικά ιδιοφυής σκέψη ή έργο «είναι κατά το 95 % προϊόν εφίδρωσης και μόνο κατά το 5% προϊόν έμπνευσης», όπως υποστήριξε ο Thomas Edison, ένας αναμφίβολα ιδιαίτερα ιδιοφυής φυσικός.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 11 Οκτωβρίου 2008

Τα παράδοξα του φαινομένου Flynn

Περισσότερο από χθες και λιγότερο από αύριο, κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς τα αποτελέσματα από τα τεστ νοημοσύνης. Ολα τα μέχρι σήμερα τεστ που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία 50 χρόνια σε είκοσι τουλάχιστον χώρες, για τις οποίες υπάρχουν βέβαια και ελέγξιμα δεδομένα, δείχνουν ότι ο δείκτης νοημοσύνης των παιδιών αυξάνεται σταθερά κατά 3 μονάδες περίπου κάθε 10 χρόνια!

Την εντυπωσιακή αυτή ανακάλυψη έκανε τη δεκαετία του 1980 ο James R. Flynn, ένας άγνωστος τότε καθηγητής πολιτικών επιστημών στη Νέα Ζηλανδία. Συγκρίνοντας και αναλύοντας τα μέχρι τότε διαθέσιμα δεδομένα, ο Flynn κατέληξε στο απροσδόκητο συμπέρασμα ότι: η σταθερή αύξηση, από γενιά σε γενιά, του δείκτη νοημοσύνης είναι ένα χαρακτηριστικό, και ιδιαίτερα εντυπωσιακό, γνώρισμα του 20ού αιώνα.

Αυτή η εκρηκτική και σταθερή τάση αύξησης του IQ ονομάζεται «φαινόμενο Flynn» και η αξιολόγησή του έχει προκαλέσει (και ακόμη προκαλεί) έντονες αντιδικίες μεταξύ των ειδικών. Ο ίδιος ο Flynn υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια γενική αύξηση της ανθρώπινης νοημοσύνης αλλά μάλλον για την προοδευτική αύξηση της ικανότητάς μας να επιλύουμε, ταχύτερα και ευκολότερα απ' ό,τι στο παρελθόν, αφηρημένα προβλήματα.

Δυστυχώς, πιο πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι υπάρχει μια αντιστροφή αυτής της τάσης αύξησης του IQ. Για παράδειγμα, πρόσφατες μετρήσεις σε Αγγλία και Δανία δείχνουν ότι οι νεότερες γενιές παρουσιάζουν μια σαφή πτώση του IQ. Ας ελπίσουμε ότι αυτό δεν συνεπάγεται και μια σαφή πτώση της πραγματικής νοημοσύνης των νέων γενεών.

Περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε στο βιβλίο των J.-Β. Pouy, S. Bloch, και Α. Blanchard με τίτλο "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΩΝ" από τις Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»

Την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου 2008 κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον και πολύ διασκεδαστικό άλμπουμ με τις προσωπογραφίες μερικών από τους πιο ιδιοφυείς και ταυτόχρονα απροσάρμοστους εκπαιδευτικά εκπροσώπους της ανθρώπινης δημιουργικότητας (στο χώρο των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών). Στις σελίδες του παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Καρλομάγνος, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Μπαλζάκ, ο Δαρβίνος, ο Σεζάν, ο Αϊνστάιν, ο Πικάσο, και πολλοί άλλοι. Ενα κοινό βιογραφικό γνώρισμα αυτών των «γιγάντων του πνεύματος» είναι η εξαιρετική τους δυσκολία να προσαρμοστούν στο εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής τους: φύσει και θέσει απροσάρμοστοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Ενα εξαιρετικό ανάγνωσμα για εφήβους και μεγάλα παιδιά.

Επίσης, την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008, στο βιβλιοπωλείο «Ταξιδευτής» (Ιπποκράτους 34, Αθήνα) έγινε η παρουσίαση της σειράς των βιβλίων των εκδόσεων «συνάψεις». Τα βιβλία αυτά, καθώς και το εξαιρετικά ενδιαφέρον περιοδικό «σύναψις», επιχειρούν να διερευνήσουν τις περίπλοκες σχέσεις των νευροεπιστημών και της Ψυχιατρικής με τις επιστήμες του ανθρώπου. Στην εκδήλωση μίλησαν οι Α. Καράβατος, Α. Τζαβάρας, Γ. Νικολαΐδης και Ι. Κυριόπουλος.