Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Ευάγγελος Παπαστράτος: Το χαρμάνι της Ιστορίας

Δεκέμβριος 1884 ~ Μάρτιος 1973

Ένα τσιγάρο δρόμος ήταν η ζωή του, μόνο που μες στο φύλλο του το χαρμάνι ανέδιδε την Ελλάδα του 20ου αιώνα. Εκείνος πήρε αυτό το χαρμάνι από το Αγρίνιο και το ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Έτσι γέννησε τον μύθο και τον θρύλο του. Τον μύθο ενός ανθρώπου που κόπιασε πολύ. Και τον θρύλο ενός ανθρώπου που έκανε πραγματικότητα το όραμά του...

Χρόνια προτού το τσιγάρο αρχίσει να περιθωριοποιείται από την ίδια την αισθητική των καιρών, η καπνοβιομηχανία δεν όριζε απλώς τις κυρίαρχες τάσεις στην παγκόσμια οικονομία. Λειτουργούσε και ως στοιχείο διαμόρφωσης των κοινωνικών τάσεων μέσα από μια συνήθεια που έμελλε να καθορίσει ένα από τα πλέον σημαντικά έθιμα (ή κουσούρια, κατ’ άλλους) του 20ού αιώνα.

αυτό το έθιμο ταύτισε το επιχειρηματικό του ταξίδι ο Eυάγγελος Παπαστράτος, «το ελληνόπαιδο που πρόκοψε δουλεύοντας», όπως έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του. Και αν σήμερα λογίζεται ως «μεγάλος δάσκαλος» είναι επειδή άρχισε από το μηδέν και έφτασε στην κορυφή, δίχως να βάλει ποτέ το προσωπικό κέρδος πάνω απ’ όλα. Aυτό που τον συγκινούσε περισσότερο ήταν η λαχτάρα της δημιουργίας. Το να δουλεύει «για την εμπειρία και τη γνώση και όχι για τα λεφτά», όπως υποστήριζε από την εποχή ακόμα που ήταν απλός υπάλληλος στο Αγρίνιο

O ίδιος κάπνισε το πρώτο του τσιγάρο το καλοκαίρι του 1895, στην πλατεία του Αγρινίου Ήταν έντεκα χρονών, ο μικρότερος από τα αδέλφια Παπαστράτου, αλλά και ο τολμηρότερος. Ήθελε να τα δοκιμάζει όλα, να τα γεύεται όλα. Ήταν, λοιπόν, εκεί, στη μικρή πλατεία της πόλης, ένα ζεστό απομεσήμερο στη δύση του αιώνα, που τα αδέλφια αποφάσισαν να ενδώσουν λαθραία στη γοητεία του καπνίσματος, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο.

O Βαγγέλης το έστριψε και πρώτος το έβαλε στο στόμα του, αλλά μόλις έκανε να ρουφήξει τον καπνό, τα αμάθητα παιδικά πνευμόνια του δεν άντεξαν, ζαλίστηκε, έπεσε χάμω κι έτσι όλοι έμαθαν τα κατορθώματά του. Στο σπίτι τον περιέλαβε ο θείος του και η τιμωρία που έμελλε να υποστεί, τον έπεισε, κατά κάποιον τρόπο, να μην ξανακαπνίσει για τα επόμενα έντεκα χρόνια. Στο μεταξύ, η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Παπαστράτου είχε ήδη αρχίσει να ταυτίζεται με τον καπνό και το τσιγάρο, αφού από τον επόμενο χρόνο κιόλας, ο μικρός Βαγγέλης έγινε υπάλληλος στην καπνεμπορική εταιρεία «Pόζης και Βαρνάβας».

Από δώδεκα ετών στη βιοπάλη, ορφανός από πατέρα, να βλέπει τη μητέρα του να προσπαθεί να μεγαλώσει τα παιδιά της και εκείνος να μάχεται στον κόσμο των ενηλίκων, εγκαταλείποντας το σχολείο και γνωρίζοντας ότι τα μεγάλα όνειρα των σπουδών μακριά από την πόλη δεν επιτρέπονται σε παιδιά σαν κι αυτόν.

Παρ’ όλα αυτά, η ψυχή του είναι φτιαγμένη από σίδερο και σύντομα κάνει βήματα μπροστά: από «κράχτης» σε εκείνο το τοπικό κατάστημα, εξελίσσεται σε άνθρωπο της εμπιστοσύνης του εργοδότη του, πράγμα που τον καθιστά καλοπληρωμένο υπάλληλο. Και στα δεκαεφτά του, πετυχαίνει τον πρώτο άθλο: μια δυνατή μετεγγραφή για μία από τις σημαντικότερες εμπορικές και εισαγωγικές εταιρείες της περιοχής.

Όταν, πέντε χρόνια αργότερα, ανακοινώνει την απόφασή του να παραιτηθεί προκειμένου να ιδρύσει τη δική του επιχείρηση, δεν προκαλεί μοναχά τη λύπη των συνεργατών του αλλά και τον τρόμο των ανταγωνιστών του. Όλοι ξέρουν ότι είναι παθιασμένος με τη δουλειά και ότι γνωρίζει καλά τον καπνό. Συν τοις άλλοις, είναι και η εποχή: η γεωργική μονοκαλλιέργεια του καπνού αποτελεί πλέον ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, ανοίγοντας μακρινούς ορίζοντες.

το βλέμμα στραμμένο σε αυτούς τους ορίζοντες, ο εικοσιδιάχρονος Παπαστράτος γίνεται μέτοχος της εταιρείας «Aυγερινός-Παπαστράτος», τον Ιούλιο του 1906, με αρχικό κεφάλαιο 6.000 δραχμών (από τις οποίες οι 3.000 ήταν δανεικές) και βασικό μέλημά του από την πρώτη στιγμή γίνεται η συστηματοποίηση και η οργάνωση της αγοράς του καπνεμπορίου, που εκείνη την εποχή προσφέρει κατάλληλο πεδίο για κάμποσους κερδοσκόπους και τυχοδιώκτες.

Στα είκοσι δύο του, ο Παπαστράτος δεν γίνεται μοναχά ο νεότερος καπνέμπορος της Ελλάδας Αλλάζει και τη μοίρα των καπνών του Αγρινίου, αναδεικνύοντάς τα στις ξένες αγορές, κυρίως στη Γερμανία, την Ολλανδία και την Αίγυπτο Συν το ότι έχει αφήσει πίσω του και το φάντασμα της τιμωρίας του θείου του και φουμάρει κανονικά.

Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η εντυπωσιακή ιστορία εκείνης της προπολεμικής γενιάς του επιχειρηματικού κόσμου. τον Παπαστράτο να ξυπνάει κάθε μέρα στις πέντε το πρωί για να μαθαίνει αγγλικά (καλλιεργώντας όσο μπορεί την περιορισμένη του μόρφωση). τον Παπαστράτο να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις δυνατότητες των εξαγωγών και να μην αρκείται στην επιτυχία του εντός των συνόρων. Και με τον Παπαστράτο να καλεί τα αδέλφια του, που μέχρι τότε ακολουθούν ο καθένας τον δικό του δρόμο, να συμμετάσχουν στο προσωπικό του όραμα, ιδρύοντας την ομόρρυθμη εταιρεία «Αδελφοί Παπαστράτου» στα 1913, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σ. Aυγερινός και η επιχείρηση των δύο διαλύεται (έχοντας να επιδείξει, μέσα σε έξι χρόνια, κέρδη 150.000 δραχμών, ποσό λίαν ικανοποιητικό για την εποχή). Όλοι μαζί, λοιπόν. O Eυάγγελος, ο Σωτήρης, ο δικηγόρος Γιάννης και ο μαθηματικός Επαμεινώνδας ενώνουν τις δυνάμεις τους και σπρώχνουν το όνειρο ακόμα πιο μακριά. Και όλοι πλέον μιλούν για τα τέσσερα αδέλφια που δεν αφήνουν ποτέ τον ανταγωνισμό να φθείρει τις σχέσεις τους.

«Το πρώτο που έμαθα στη ζωή μου», έλεγε ο Eυάγγελος Παπαστράτος έως το τέλος του βίου του, «ήταν πόσο υπέροχη ευλογία είναι η οικογενειακή σύμπνοια και η αλληλεγγύη. H αγάπη ανάμεσα στα αδέλφια, όσο κι αν διαφέρουν οι χαρακτήρες τους, αποτελεί μια δύναμη ανεκτίμητη». Από το 1921 έως και το 1929 ο οίκος Παπαστράτου εξάγει κατά μέσο όρο ετησίως 3.382 τόνους καπνών, καλύπτει δηλαδή το 1/10 του συνόλου των εξαγωγών καπνού. Τους πρώτους μήνες του 1930, περιορίζονται οι συναλλαγές με τη γερμανική αγορά και λαμβάνεται μια ιστορική απόφαση: «να πραγματοποιήσουμε», όπως γράφει ο ίδιος ο Eυάγγελος Παπαστράτος στα απομνημονεύματά του, «το σχέδιο που χρόνια μελετούσαμε. ιδρύσουμε στην Ελλάδα ένα πρότυπο εργοστάσιο σιγαρέτων, που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας».

Πράγματι, τον Ιούλιο του 1930 δημιουργείται η Παπαστράτος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Σιγαρέτων και δέκα μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1931, πραγματοποιούνται τα εγκαίνια του εργοστασίου στον Πειραιά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο «Είναι ένα έργο αισιοδοξίας και πίστης», λέει ο Eυάγγελος Παπαστράτος με σπασμένη φωνή από τη συγκίνηση. Φυσικά, το όνειρο δεν σταματάει εκεί. Δύο χρόνια αργότερα, το 1933, τα αδέλφια δημιουργούν στο Βερολίνο το δεύτερο εργοστάσιό τους, το Hellas-Zigaretten Fabrik. Όμως ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία και το κλίμα είναι εχθρικό για όλους τους ξένους. Έτσι, στο εργοστάσιο του Bερολίνου μπαίνει λουκέτο με τη ζημιά να εκμηδενίζει τα κέρδη μιας δεκαετίας. Tον Σεπτέμβριο του 1940, παραμονές του πολέμου, η οικογένεια θα δεχτεί ένα ακόμα πλήγμα, αυτή τη φορά πολύ σοβαρό: πεθαίνει ο Σωτήρης Παπαστράτος. αδέλφια του τον θρηνούν νιώθοντας ότι έχουν χάσει έναν κρίκο. Tον κρίκο μιας αλυσίδας. Ωστόσο δεν το βάζουν κάτω κι ας είναι δύσκολοι οι καιροί.

τον Eυάγγελο Παπαστράτο να παραμένει πάντα η κινητήρια δύναμη της ομάδας των αδελφών, η εταιρεία ψάχνει παντού για ανοίγματα και συνεργασίες, ώσπου το σκοτάδι μιας ολόκληρης χώρας τυλίγει και τα καπνά στο σκοτάδι. H γερμανική κατοχή βυθίζει στο έρεβος κάθε όνειρο. « Nαζήδες δέσμευσαν αμέσως όλα τα αποθέματα καπνών», γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. «Όταν ο πόλεμος τελειώνει, τα αδέλφια στρώνονται και πάλι στη δουλειά, μα ούτε τώρα είναι εύκολα τα πράγματα. Μπορεί η κατανάλωση τσιγάρων να φτάνει στο εσωτερικό της χώρας σε ικανοποιητικά επίπεδα, στον παγκόσμιο χάρτη όμως έρχονται να επικρατήσουν τα american blends, που συστήνουν στο κοινό νέες μάρκες τσιγάρων κάνοντας το «ASSOS», το παλαιότερο και πιο δυναμικό σήμα της εταιρείας, να φαίνεται ξεπερασμένο.

Στη δεκαετία του πενήντα ο Οίκος καλείται να συμπλεύσει με τη μόδα των καιρών και έτσι, στα 1957, κυκλοφορεί το πρώτο του τσιγάρο με φίλτρο. Οκτώ χρόνια αργότερα, θα ξαναρίξει στην αγορά το θρυλικό «Old Navy». Tο 1966 θα αρχίσει να παράγει και το «Astor» για λογαριασμό της γερμανικής Reemtsma. Στη δεκαετία του ’70, θα επιτευχθεί μία ακόμα ιστορική συνεργασία: η Παπαστράτος θα συμπλεύσει με τη Philip Morris και αυτό που θα γεννηθεί είναι η κυκλοφορία του Marlboro στην Ελλάδα Χιλιάδες νέοι θα ανταποκριθούν και το κόκκινο πακέτο θα γίνει το σήμα-κατατεθέν της Ελλάδας των μεταπολιτευτικών χρόνων.

O Eυάγγελος Παπαστράτος πέθαινε σε ηλικία 89 ετών, το 1973, αλλά το όραμά του δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται, παρά τις διαφοροποιήσεις των καιρών. Απομένουν τα λόγια της ψυχής του να μας θυμίζουν μια ζωή γεμάτη αγώνες και σκληρή δουλειά. Λόγια όπως αυτά: «Ας αρχίζουμε, ακόμη και αν ξέρουμε ότι δεν θα προλάβουμε να αποτελειώσουμε το έργο μας. Αν το έργο αξίζει, το να είναι αρχινισμένο θα βοηθήσει να το ολοκληρώσει κάποιος άλλος, που έρχεται κατόπιν. Χάρη σε αυτές τις προσπάθειες έφτασε ο άνθρωπος σιγά-σιγά, από τα βάθη της ζούγκλας του, ως εδώ που βρίσκεται σήμερα».

Χάρη σε αυτές τις προσπάθειες, θα συμπληρώναμε εμείς, έφτασε εκείνο το εντεκάχρονο αγόρι, στην πλατεία του Αγρινίου, να μνημονεύεται σήμερα, εκατόν δεκατρία ολόκληρα χρόνια έπειτα από το καλοκαιρινό απομεσήμερο που δοκίμασε να καπνίσει πρώτη φορά.

Μια μεγάλη οικογένεια

O Επαμεινώνδας Παπαστράτος έφυγε από τη ζωή στα 1953, σε ηλικία 73 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα πέθανε και ο έτερος αδελφός Ιωάννης, σε ηλικία 79 ετών. O Σωτήρης είχε σβήσει το 1940, λίγο πριν από την εισβολή των Γερμανών. Έτσι, από το 1958 και έπειτα, ο Eυάγγελος έμεινε μόνος του στα ηνία της εταιρείας, μέχρι το 1973 όπου πέθανε. H μεγάλη οικογένεια των Παπαστράτων ευτύχησε να αποκτήσει πολλά παιδιά αλλά λίγους γιους και για αρκετά χρόνια, κατά το παρελθόν, επιτελική θέση είχε αναλάβει ο Θάνος Kαψάλης, γιος της αδελφής των Παπαστράτων, Aλεξάνδρας.

Αρχές και αξίες

H οικογενειακή αύρα που διαπότιζε πάντα την επιχείρηση έφτασε κάποια στιγμή να ασπαστεί και ως ιδεολογία από τον Eυάγγελο Παπαστράτο. Tέτοια ήταν η αμετακίνητη θέση του ως προς την αξία της οικογένειας. Mάλιστα, λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε πει: «Kαθώς ήμασταν μια καθαυτό οικογενειακή επιχείρηση που οφείλει την προκοπή της στη στενή αλληλεγγύη των τεσσάρων αδελφών μελών της, θελήσαμε να συγκεντρώσουμε γύρω μας και να προωθήσουμε τους διάφορους συγγενείς μας τόσο από την πατρική όσο και από την πλευρά της μητέρας μας, ακόμα κι όταν αυτό δεν μας ήταν τόσο πολύ οικείο».

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 327, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 1 Ιουνίου 2008.