Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 54 – Η Ελλάδα που γερνάει

Η χώρα ζήλεψε τη δόξα του Μαθουσάλα. Ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που για τα ασφαλιστικά ταμεία μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα και ταυτόχρονα αναδεικνύει την ανίερη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Συνάμα και μια πρόκληση που μπορεί να αποβεί θετική, αν ξεπεραστούν τα αρτηριοσκληρωτικά στερεότυπα που βάζουν τους ηλικιωμένους στο περιθώριο της ζωής ...

Η Ελλάδα είναι σήμερα η πιο γερασμένη χώρα στην Ευρώπη μετά την Ιταλία, βάσει στοιχείων της Eurostat, ενώ σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 2020 θα είναι η δεύτερη γηραιότερη χώρα του πλανήτη μετά την Ιαπωνία.

Ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξάνεται διαρκώς, την ώρα που οι γεννήσεις μειώνονται, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται η φυσική αναπλήρωση των γενεών, συνθέτοντας για τη χώρα ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κάθε νέα οικογένεια που δημιουργείται σήμερα αντιστοιχούν 1,3 παιδιά -όταν ο ίδιος δείκτης τη δεκαετία του ‘50 ήταν 2,3-, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2001 οι Ελληνες της τρίτης ηλικίας (πάνω από 65) αποτελούν το 18% του > συνολικού πληθυσμού, ξεπερνώντας κατά 11 μονάδες το όριο (7%) του ΟΗΕ για τη φυσική αναπλήρωση των γενεών. Το πρόβλημα δεν είναι σημερινό, αφού το 1971 οι Ελληνες άνω των 65 ετών αποτελούσαν το 11% του γενικού πληθυσμού, το 1981 το 13% και το 1991 το 14%, ενώ υπολογίζεται ότι το 2025 θα αποτελούν το 23% του πληθυσμού και το 2050 το 33%.

Η εικόνα αυτή σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει ότι στα 11 και κάτι εκατομμύρια πληθυσμού της χώρας το 2007 αντιστοιχούν πάνω από 2 εκατομμύρια ηλικιωμένων. Την ίδια στιγμή, τα άτομα ηλικίας έως 14 ετών προσεγγίζουν τα 2,2 εκατομμύρια, όταν για να επιτυγχάνεται η φυσική αναπλήρωση των γενεών θα έπρεπε το μέγεθος αυτό να είναι διπλάσιο! Με αυτά και με εκείνα, η Ελλάδα είναι μια χώρα που γερνάει και από το γεγονός αυτό αναδύεται πλήθος προβλημάτων αλλά και προκλήσεων.

«Το ποσοστό του παιδικού πληθυσμού ηλικίας έως 14 ετών μειώνεται διαρκώς στη χώρα», λέει ο Διονύσης Μπαλούρδος, οικονομολόγος, δημογράφος και διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). Είναι ο επιστήμονας που την τελευταία τετραετία επιμελήθηκε την έρευνα «Η δημογραφική κατάσταση στην Ελλάδα», ακτινογραφώντας ουσιαστικά το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις.

Ο ίδιος μας εξηγεί ότι «ενώ το 1981 τα παιδιά ηλικίας έως 14 ετών αποτελούσαν το 24% του συνολικού πληθυσμού, το 2005 η αναλογία τους μειώθηκε στο 14%. Συγκεκριμένα, ενώ το 1981 για κάθε 100 παιδιά στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 54 ηλικιωμένοι, το 2005 για κάθε 100 παιδιά αντιστοιχούν 126 ηλικιωμένοι. Δηλαδή, μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια η αναλογία ηλικιωμένων προς παιδιά διπλασιάστηκε. Και σίγουρα, η στροφή αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη μείωση της γενικής θνησιμότητας, που αύξησε το προσδόκιμο ζωής για τους Ελληνες στα 79 έτη κατά μέσο όρο, σε σχέση με τα 69 έτη που ήταν τη δεκαετία του ’60. Οι Ελληνες κάνουν λιγότερα παιδιά. Αυτό είναι το καθοριστικό».

Οι επόμενες μέρες

Ποιο σκηνικό δημιουργούν όλα αυτά για τα ασφαλιστικά Ταμεία της χώρας; Αυτή είναι η ερώτηση που θέσαμε σε έναν εκπρόσωπο της ασφαλιστικής αγοράς. Ο Τριαντάφυλλος Λυσιμάχου, γενικός διευθυντής ασφαλιστικών εργασιών της Τράπεζας Πειραιώς, απαντά ότι οι παράμετροι αυτές «συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που τείνει να καταστρέψει τα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.

Συγκεκριμένα, η γήρανση του πληθυσμού είναι ένας από τους δύο βασικούς παράγοντες που δημιουργούν το πρόβλημα επιβίωσης της κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας, ενώ ο άλλος είναι η αναποτελεσματική διαχείριση των συνταξιοδοτικών Ταμείων και των Ταμείων υγείας. Γιατί ένα υγιές ασφαλιστικό σύστημα προϋποθέτει να αντιστοιχεί ένας συνταξιούχος ανά τέσσερις εργαζομένους». Ποια είναι η πραγματική κατάσταση; Στο ερώτημα αυτό απαντά ο Δ. Μπαλούρδος: «Η σχετική αναλογία είναι 3 συνταξιούχοι για κάθε 5 εργαζόμενους το 2005, ενώ προβλέπεται να αντιστοιχούν 4 συνταξιούχοι ανά 4 εργαζόμενους το 2025 και 6 Ελληνες ηλικίας 65 ετών και άνω ανά 2 Ελληνες παραγωγικής ηλικίας το 2050». Εφιαλτικό σενάριο!

Και από το δημογραφικό πρόβλημα που αποκαλύπτουν οι αριθμοί, περνάμε στις εικόνες της καθημερινότητας που βρίσκονται πίσω από αυτούς. Τι σημαίνει σήμερα να γερνάς στην Ελλάδα, ρωτάμε την κοινωνιολόγο του Δικαίου Ασπασία Τσαούση, επίκουρη καθηγήτρια στο κολέγιο Alba. Μας απαντά ότι το να έχεις γιορτάσει, τουλάχιστον, τα 65α γενέθλιά σου στην Ελλάδα σημαίνει ότι βρίσκεσαι αντιμέτωπος με την προκατάληψη και την περιθωριοποίηση από τον κοινωνικό σου περίγυρο. Η προκατάληψη εις βάρος ηλικιωμένων προσώπων είναι σιωπηλή αλλά διάχυτη. Το ότι δεν είναι κραυγαλέα από πλευράς αυτών που τη συντηρούν και την κατευθύνουν δεν την κάνει λιγότερο οδυνηρή για όσους την υφίστανται, επισημαίνει η ίδια και προσθέτει: «Σημαντικοί φορείς κοινωνικοποίησης, όπως είναι η οικογένεια, το εργασιακό περιβάλλον και το κράτος, έχουν εκτοπίσει τους ηλικιωμένους από την ενεργό δράση, δηλαδή από τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής. Οταν τα ΜΜΕ προβάλλουν συστηματικά πρότυπα ζωής, δράσης και ψυχαγωγίας που προσιδιάζουν μόνο σε νεαρά άτομα, περνούν ένα ισχυρό μήνυμα στην κοινωνία: ότι η ζωή είναι μόνο για τους νέους. Οι πιο μαχητικοί εκπρόσωποι της τρίτης ηλικίας, όσοι και όσες συνεχίζουν μια επαγγελματική δραστηριότητα που τους κρατά ακμαίους, είναι οι λιγότερο ευάλωτοι. Ομως, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι έχουν λόγω συνταξιοδότησης και προβλημάτων υγείας εκτοπιστεί σε μια ιδιωτική σφαίρα, αθέατη από τους υπόλοιπους».

Στη συνέχεια η Α. Τσαούση με εμφανή την απογοήτευσή της για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων ηλικιών στην Ελλάδα, μας εκμυστηρεύεται το παράπονό της ως χαρακτηριστική εκπρόσωπος όλων εκείνων των Ελληνίδων εργαζομένων και μητέρων που απολαμβάνουν τη συμπαράσταση των μεγαλύτερων ηλικιών: «Και όμως, πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι που ακόμη προσφέρουν πολλά. Πόσες και πόσες γιαγιάδες και παππούδες δεν μεγαλώνουν σήμερα τα εγγόνια τους; Δεν ξέρω πραγματικά ποια θα ήταν η ζωή μας χωρίς τη στήριξη αυτών των ανθρώπων, όταν στις σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης ενός νοικοκυριού και οι δύο γονείς είναι υποχρεωμένοι να αφιερώνουν πολύ χρόνο στην εργασία τους». Τι δείχνουν όλα αυτά για την ωριμότητά της ελληνικής κοινωνίας; Αυτή είναι και η επόμενή μας ερώτηση.

Η απάντησή της μοιάζει με καταπέλτη: «Η κοινωνία που περιθωριοποιεί τους ηλικιωμένους και τους αποστερεί ρόλους είναι μια κοινωνία άρρωστη,> που πάσχει από βαθύτατη κρίση αξιών. Η ελληνική κοινωνία και αυτή νοσεί: εξαίρει τον καταναλωτισμό και έχει παραγκωνίσει τον άνθρωπο. Έχει πάψει να αποζητά την ποιότητα στις ανθρώπινες σχέσεις και προσμετρά μόνο την ποσότητα. Έχει υποπέσει στην ολέθρια πλάνη να εξισώνει την παραγωγική ικανότητα ενός ανθρώπου με την κοινωνική αξία του. Οι ηλικιωμένοι αποτελούν για κάθε κοινωνία πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο που θα έπρεπε να αξιοποιείται για τη μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων στους νεότερους και κυρίως για την εμπέδωση κοινωνικών αξιών όπως είναι ο σεβασμός, η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη. Χωρίς ουσιαστική αλληλεπίδραση με άτομα της τρίτης ηλικίας δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, που είναι μια δια βίου διεργασία για τον κάθε άνθρωπο. Ωστόσο και στην Ελλάδα φαίνεται να έχουμε απολέσει τους μηχανισμούς που είναι απαραίτητοι για κάτι τέτοιο. Μέσα στη γενικότερη σύγχυση των αξιών, μπερδεύουμε τον οίκτο με την ηθική υποχρέωση συμπαράστασης. Ίσως έτσι μας βολεύει. Διότι τον οίκτο προς τους συνταξιούχους των 400 ευρώ τον βιώνουμε βαθύτατα από τον καναπέ μας, ενώ την ανάγκη να βοηθήσουμε όσους δεν μπορούν πλέον να βοηθήσουν μόνοι τους τον εαυτό τους, την έχουμε πολύ βολικά αναθέσει στο κράτος και στα ειδικά ιδρύματα».

Η ρεβάνς των συνταξιούχων

Οι εικόνες μίλησαν με τον Ανδρέα Ριζόπουλο, έναν άνθρωπο που υπηρετεί τον χώρο των Μέσων και της Επικοινωνίας πάνω από 40 έτη. Ο ίδιος πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Μυαλά Ορθάκλειστα» (All Media, 2008) και είναι γνωστός για το καυστικό του ύφος, με όποιο θέμα και αν ασχολείται. Μιλήσαμε μαζί του για το πώς αντιλαμβάνεται εκείνος την Ελλάδα που γερνάει -χωρίς να περιορίσουμε τη σκέψη του με ερωτήσεις- και σας παραθέτουμε αυτούσια την άποψή του: «Έχει αναφερθεί πολλές φορές ότι η ζωή μιμείται την τέχνη, αλλά και το αντίθετο. Η αλήθεια είναι ότι η ζωή και η τέχνη είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

Ας ανατρέξουμε διαχρονικά στα ελαφρολαϊκά τραγούδια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο Μιχάλης Σουγιούλ συνέθετε και οι Χρήστος Γιαννακόπουλος και Αλέκος Σακελλάριος στιχουργούσαν την ελάχιστα αισιόδοξη διαπίστωση «Βρε πώς μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε», όπου γραφικότατα διεκτραγωδούσαν τη σήψη της γενιάς των σαραντάρηδων στην οποία ανήκαν και οι ίδιοι. Είκοσι χρόνια μετά, η κοινωνική αλλαγή εμφανίζεται στο τραγούδι «Ο πενηντάρης» του Γιώργου Ζαμπέτα, όπου τα άτομα αυτής της ηλικίας χαρακτηρίζονταν ως οι νέοι της εποχής. Αλλά το πιο μελετημένο τραγούδι εκφράστηκε τη δεκαετία του ’80 από τη Ρίτα Σακελλαρίου με τη στατιστική εξίσωση: Οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες. Βλέπουμε, λοιπόν, διαχρονικά ότι οι στιχουργοί περιέγραψαν πέρα από τα στατιστικά δεδομένα, όχι μόνο την αύξηση του προσδόκιμου αλλά και τη θαλερότητα των προχωρημένων ηλικιών.

Αυτή όμως η εξέλιξη παρουσιάζει και πολλά αρνητικά. Πριν από σαράντα χρόνια, για να γίνει κάποιος υψηλόβαθμο στέλεχος σε μια επιχείρηση, έπρεπε να βρίσκεται κοντά στα 50. Σήμερα αισθάνεται αποτυχημένος αν δεν έχει γίνει διευθυντής μάρκετινγκ πριν από τα 35. Ταυτόχρονα, επειδή έχει καθιερωθεί ότι ο ενεργός οικονομικά πληθυσμός είναι στο ηλικιακό φάσμα 20 έως 40, οι επιχειρήσεις έχουν την εντύπωση ότι οι συνομήλικοί τους γνωρίζουν καλύτερα το κοινό τους. Τραγικό λάθος, το οποίο αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος. Είναι σχεδόν αδύνατο τα στελέχη κάτω των 40 να κατανοούν χωρίς ιδεοληψίες τους πάνω από τα 65. Αν λοιπόν σύντομα οι επιχειρήσεις είτε πώλησης προϊόντων είτε παροχής υπηρεσιών δεν αντιληφθούν ότι ενδεχομένως όσοι ανήκουν στην κατηγορία πάνω από τα 65 αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία η οποία ενδεχομένως είναι δυναμικότερη οικονομικά, θα χάσουν σύντομα το παιχνίδι. [...]

Πριν από πενήντα χρόνια πράγματι οι «απόμαχοι», όπως τους αποκαλούσαν, έβγαιναν από το σπίτι μόνο για πρέφα και καφέ στο καφενείο και το βράδυ έτρωγαν ένα γιαουρτάκι. Σήμερα είναι συχνότατο το φαινόμενο τον καφέ να τον πίνουν στη Ρώμη, το Λονδίνο ή το Βερολίνο στο πλαίσιο συμμετοχής σε οργανωμένες εκδρομές. Αλλά και όταν βρίσκονται στην Ελλάδα, πάρα πολλοί είναι αυτοί που ακόμα και στα 80 αγοράζουν ακριβά επώνυμα ρούχα. Επίσης, αναρωτιέμαι αν κάποιος έχει σταθμίσει πόσα ακριβά αυτοκίνητα αγοράζονται από συνταξιούχους. Δύο που ξέρω, ενώ πάντα είχαν κάποιο μεσαίο αυτοκίνητο στα 75 αγόρασαν αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού. Η δικαιολογία ήταν διπλή. Αφενός για να απολαύσουν και λίγη πολυτέλεια, αλλά αφετέρου για να αισθάνονται ασφαλέστεροι λόγω μειωμένων αντανακλαστικών [...]». Κοντολογίς, η μη ισότιμη και πολλές φορές ρατσιστική αντιμετώπιση των ηλικιωμένων από την ελληνική κοινωνία, εκτός από απαράδεκτη ηθικά είναι πιθανότατα και ζημιογόνα για πολλούς νεότερους κατοίκους αυτής της χώρας.

Κοινός στόχος

  • Ο Κώστας Παντίδος είναι ο ιδρυτής της εταιρείας επιχειρηματικών συμβούλων Love to Fly (www.love-to-fly.eu). Του ζητήσαμε να σκιαγραφήσει το προφίλ των ηλικιωμένων καταναλωτών, που κάθε άλλο παρά αμελητέο μέγεθος θα πρέπει να θεωρούνται. «Οι ηλικιωμένοι ως καταναλωτές δίνουν μεγάλη βαρύτητα στη μάρκα. Τείνουν να αγοράζουν λιγότερα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ή ανώνυμα και απαιτούν εγγυήσεις περισσότερες από ό,τι ο μέσος καταναλωτής. Δοκιμάζουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες κυρίως μετά από σύσταση τρίτων. Τείνουν να κάνουν τα ψώνια τους ως ζευγάρι πολύ πιο συχνά από ό,τι οι νέοι. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι παίζει η ψυχαγωγία και η εμπειρία μέσα στο κατάστημα και η συμβουλή των πωλητών. Τα καταστήματα με υψηλό επίπεδο εξυπηρέτησης και ασφαλές περιβάλλον αποτελούν πόλο έλξης για τους ηλικιωμένους. Αυτό που αποζητούν οι ηλικιωμένοι από τους καταστηματάρχες και τους λιανέμπορους είναι να φροντίζουν ώστε να γίνεται η αγοραστική εμπειρία ευκολότερη και πιο ενδιαφέρουσα, να απολαμβάνουν προσοχής και να τους κάνουν να νιώθουν σημαντικοί».

Ωριμα λόγια

  • «Τα σαράντα είναι τα γηρατειά της νεότητας. Τα πενήντα είναι η νεότητα των γερατειών»
-Βίκτορ Ουγκό. Τη σημερινή εποχή τα όρια έχουν ανέβει.
  • «Να ήταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία»

-Παροιμία. Χάρη στην επιστήμη, οι σαραντάρες είναι ομορφότερες από όταν ήταν είκοσι.

  • «Τα γηρατειά είναι μια σύνοψη εμπειρίας ολόκληρης ζωής».

-Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Γι’ αυτό αξίζει να συζητάμε και να μαθαίνουμε από τους ηλικιωμένους.

  • «Η χειρότερη τύχη είναι το άπορο γήρας»

-Διογένης ο Λαέρτιος. Γι’ αυτό λίγο σεβασμό στους συνταξιούχους του ΙΚΑ.

Αριθμοί

  • 79,5 Τα καλά νέα

Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα έχει αυξηθεί στα 79 χρόνια για τους άνδρες και στα 82 για τις γυναίκες. Τη δεκαετία του ’60 το προσδόκιμο της ζωής ήταν 69 χρόνια για τους άνδρες.

  • 3/5 Τα άσχημα νέα

Η αναλογία συνταξιούχων - εργαζομένων ήταν 3 προς 5 το 2005, ενώ το 2025 εκτιμάται ότι θα είναι 4 προς 4. Η ιδανική αναλογία για να σωθεί το ασφαλιστικό σύστημα είναι 2 προς 4, στόχος που θεωρείται ανέφικτος.

  • 18% Τα ουδέτερα νέα

Το 1971, οι Ελληνες άνω των 65 ετών αποτελούσαν το 11% του γενικού πληθυσμού, το 1981 το 13%, ενώ υπολογίζεται ότι το 2025 θα αποτελούν το 23% του πληθυσμού. Σήμερα το ποσοστό αυτό είναι 18% - 19%.

Πενήντα και βάλε

  • Το 50+ Ελλάς είναι ένας μη κυβερνητικός οργανισμός που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων άνω των 50 στην Ελλάδα, σε μια κοινωνία ισότητας και μέσα από δραστηριότητες που αφορούν όλους τους τομείς της ζωής. Σε συνεργασία με άλλους κοινωνικούς εταίρους, υποστηρίζει τα δικαιώματά τους στην ίση και δίκαιη μεταχείριση σε κοινωνία, εργασία, υγεία, ιατρική περίθαλψη, αυτονομία, αξιοπρεπή διαβίωση ( www.50plus.gr).
Το μέρος Νο 54 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 365, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 22 Φεβρουαρίου 2009.