Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Το ρίζωμα του φόβου

Τα φοβικά συναισθήματα είναι άκρως τοξικά. Μολύνουν όχι μόνο τις ζωές των μεμονομένων ατόμων αλλά και της κοινωνίας συνολικά. Δολοφονίες, κλοπές, τρομοκρατικές ενέργειες προκαλούν ένα γενικευμένο, αν και μάλλον αόριστο, αίσθημα ανασφάλειας και τρόμου. Άνδρες των ΜΑΤ σε όλες τις κεντρικές πλατείες, τηλεκάμερες παντού μας επιτηρούν καθημερινά για να μας προστατέψουν από έναν εχθρό που ίσως δεν υπάρχει. Μια προστασία αναποτελεσματική, εκ των πραγμάτων, αφού ποτέ δεν καταφέρνει να αποτρέψει τα εγκλήματα.
Επομένως, ένα εξαιρετικά επίκαιρο και αποφασιστικό σήμερα ερώτημα είναι:
Που βασίζεται - και τι τελικά εξυπηρετεί- αυτή η συστηματική καλλιέργεια του φόβου;


Φανταστείτε ότι επιστρέφετε σπίτι μετά την εργασία σας και πέφτετε πάνω σε μια σκηνή ανείπωτης βίας: κάποιες διμοιρίες ΜΑΤ συγκρούονται με ομάδα νεαρών διαδηλωτών. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, καμιά δεκαριά άνδρες των σωμάτων ασφαλείας έχουν πέσει πάνω σε δύο νεαρούς μαθητές και τους χτυπούν αλύπητα. Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σας, ενώ παρακολουθείτε αυτή τη σκηνή παράλογης βίας;

Ενα αίσθημα απώθησης και μεγάλης ταραχής σάς συνταράσσει. Η καδιά σας χτυπά σαν τρελή, η αναπνοή σας επιταχύνεται, ιδρώνετε έντονα μολονότι δεν κάνει ζέστη, τα άκρα σας αρχίζουν να τρέμουν: όλος ο οργανισμός σας έχει καταληφθεί από ένα έντονο αίσθημα φόβου και αγωνίας. Το πώς ακριβώς θα αντιδράσετε σε αυτή τη σκηνή αποτρόπαιης βίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όμως το αίσθημα του φόβου θα είναι η πρώτη άμεση αντίδρασή σας.

Ο φόβος και η αγωνία αποτελούν δύο από τις πιο στοιχειώδεις αντιδράσεις των ανθρώπων, αλλά και των περισσότερων ζώων, σε απρόβλεπτες και απειλητικές καταστάσεις. Η λειτουργία τους είναι να αποτελούν ένα σήμα κινδύνου που κινητοποιεί τους μηχανισμούς άμυνας ή και φυγής του οργανισμού όταν βρίσκεται απέναντι σε μια πραγματική ή και κατά φαντασία απειλητική κατάσταση: γιατί βέβαια η σκέψη και μόνο μιας απειλής μπορεί να προκαλέσει φόβο ή πανικό στους ανθρώπους.

Ενώ, όμως, ο φόβος αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για την αυτοσυντήρηση πολλών οργανισμών, στα θηλαστικά, και ειδικότερα στα πρωτεύοντα, εκδηλώνεται με εξαιρετικά σύνθετα πρότυπα συμπεριφοράς. Οσο για τους ανθρώπους, αυτοί εκδηλώνουν φοβικές αντιδράσεις παντελώς άγνωστες ακόμη και για τους ανθρωπόμορφους πιθήκους.

Λόγω της αναπτυγμένης νοημοσύνης και της αυτοσυνειδησίας του, ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί το πλέον φοβισμένο πλάσμα μέσα στο ζωικό βασίλειο. Και, επομένως, η διαχείριση του αισθήματος του φόβου έπαιξε και παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο στις ατομικές όσο και στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Η βιολογία του φόβου

Αν η έννοια «φόβος» περιγράφει το εσωτερικό αίσθημα που προκύπτει ως απάντηση σε κάποια εξωτερικά ερεθίσματα, που γίνονται αντιληπτά ως πραγματικές ή δυνητικές απειλές, τότε ποιοι νευροβιολογικοί μηχανισμοί επιτελούν αυτή τη ζωτική λειτουργία;

Μια από τις πρώτες προσπάθειες επιστημονικής κατανόησης της λειτουργίας του φόβου πραγματοποιήθηκε από τον Κάρολο Δαρβίνο. Το 1872, ο πατέρας της εξελικτικής θεωρίας, με το βιβλίο του «Η έκφραση των αισθημάτων στον άνθρωπο και τα ζώα», επιχειρεί την πρώτη συστηματική αντιπαραβολή της ανθρώπινης με τη ζωική συμπεριφορά.

Αυτές οι πρώτες συγκριτικές μελέτες, μολονότι έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη της ειδικής επιστήμης που μελετά τη συμπεριφορά των ζώων (Ηθολογία), εντούτοις δεν είναι άμοιρες ανθρωπομορφισμών και συχνά αυθαίρετων αναλογιών μεταξύ ανθρώπινης και ζωικής συμπεριφοράς. Μόνο σχετικά πρόσφατα, κατά τα τέλη του 20ού αιώνα, έγινε εφικτή η επιστημονική διερεύνηση του βιολογικού υποστρώματος του φόβου, δηλαδή των βιοχημικών και εγκεφαλικών μηχανισμών που κινητοποιούνται όποτε υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή μας ή τη ζωή των συνανθρώπων μας.

Αραγε, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό σας όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακραίες εκδηλώσεις βίας, όπως π.χ. αυτές που έζησαν κατά τις τελευταίες ημέρες αρκετοί συμπολίτες μας; Απέναντι στη θέα μιας διμοιρίας ΜΑΤ που τρέχει απειλητικά προς το μέρος σας ή που τη βλέπετε δίπλα σας να χτυπά μέχρι θανάτου έναν ανυπεράσπιστο μαθητή, ο οργανισμός σας αντιδρά με μια θύελλα χημικών σημάτων.

Αυτά τα χημικά σήματα θέτουν τον εγκέφαλό σας σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» και σε επιφυλακή για το ποια είναι η καταλληλότερη αντίδραση: να τραπούμε σε άτακτη φυγή ή να υπερασπιστούμε, αν μπορούμε, τον άτυχο νεαρό.

Στη θέα μιας σοβαρής απειλής, το σώμα σας απελευθερώνει αμέσως αγγειοσυσταλτικές ορμόνες -αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη και κορτιζόλη. Αυτές αυξάνουν τον καρδιακό ρυθμό. Η αυξημένη ροή αίματος συνοδεύεται από την έντονη δραστηριότητα των νεύρων. Το δέρμα σας ψύχεται, ενώ τα μάτια διαστέλλονται για να βλέπουν καλύτερα. Παράλληλα, οι περιοχές του εγκεφάλου που ευθύνονται για την άμεση λήψη αποφάσεων δέχονται επειγόντως σήματα για άμεση «δράση».

Οι νευρολογικές και βιοχημικές λεπτομέρειες του μηχανισμού του φόβου, που κινητοποιείται σε περίπτωση κινδύνου, έχουν ήδη αρχίσει να αποκαλύπτονται εδώ και μερικά χρόνια. Ετσι, έγινε γνωστό ότι στο επίκεντρο αυτού του πολύπλοκου μηχανισμού βρίσκεται μια μικρή, αλλά αποφασιστικής σημασίας δομή του εγκεφάλου: η αμυγδαλή. Πρόκειται για μια δομή που προκύπτει από την οργάνωση διαφορετικών πυρήνων που βρίσκονται στο βάθος του εγκεφάλου και η οποία συντονίζει τις αποκρίσεις του εγκεφάλου σε όλα τα συγκινησιακά φορτισμένα ερεθίσματα.

Η αμυγδαλή, όπως έδειξαν οι πρωτοποριακές έρευνες του Joseph Ε. Le Doux, πρωταγωνιστεί τόσο στη ρύθμιση όσο και στην εκδήλωση όλων των βασικών αισθημάτων (φόβος, αγάπη, μίσος, οργή). Αυτό οφείλεται στο ότι συνδέεται στενά με διάφορα εγκεφαλικά κέντρα, με τα οποία και επικοινωνεί ανταλλάσσοντας αμοιβαία πληροφορίες υπό τη μορφή χημικών σημάτων (βλ. εικόνα).

Για παράδειγμα, η άμεση σύνδεση της αμυγδαλής με τον θάλαμο -την εγκεφαλική δομή που δέχεται το μεγαλύτερο μέρος των ερεθισμάτων- αλλά και τον νεοφλοιό, της επιτρέπει να ενημερώνεται διαρκώς για το τι συμβαίνει μέσα και έξω από τον οργανισμό. Ενώ η επαφή της με τον ιππόκαμπο της παρέχει τη δυνατότητα ταχύτατης πρόσβασης σε όλες τις απαραίτητες μνημονικές πληροφορίες.

Ο Le Doux απέδειξε ότι για την επεξεργασία των πληροφοριών η αμυγδαλή ακολουθεί δύο βασικές οδούς: την ταχύτατη «κατώτερη οδό», που της επιτρέπει να λαμβάνει σήματα από τον θάλαμο μέσα σε 12 χιλιοστά του δευτερολέπτου· και την «ανώτερη οδό», όπου η σύνδεσή της με τον νεοφλοιό τής επιτρέπει να επεξεργάζεται μέσα σε 30-40 χιλιοστά του δευτερολέπτου ό,τι συμβαίνει στο παρόν.

Πολλοί ανεξήγητοι φόβοι και παράλογα άγχη μας ίσως να προκύπτουν από αυτήν την ταχύτατη, αλλά μη συνειδητή «κατώτερη οδό» επεξεργασίας. Πάντως, από τις μέχρι σήμερα έρευνες για τους νευροεγκεφαλικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς του φόβου δεν έχει προκύψει η ύπαρξη ενός μοναδικού «κέντρου» του φόβου. Ολα δείχνουν, αντίθετα, ότι ευρύτερες περιοχές του εγκεφάλου συνεργάζονται στενά για την παραγωγή και την αντίληψη των φοβικών αισθημάτων.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008

Καλλιεργώντας τον φόβο

Ο φόβος και η αγωνία αποτελούν ανθρώπινα αισθήματα που έχουν βαθύτατες ρίζες τόσο στη βιολογική όσο και στην προσωπική μας ιστορία. Και ίσως γι' αυτό ελέγχονται τόσο ανεπαρκώς από τον ίδιο τον εγκέφαλο που τα δημιουργεί. Οσο για τα ίδια τα φοβικά αισθήματα, είναι από καιρό γνωστή η τοξικότητά τους. Διαδίδονται και μολύνουν τον ανθρώπινο νου με εκπληκτική ταχύτητα. Για τη διάδοσή τους εκμεταλλεύονται την αρχή της κοινωνικής επιβεβαίωσης: αφού οι άλλοι φοβούνται, πρέπει να φοβάμαι κι εγώ. Κατ' αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα είδος κοινωνικού ντόμινο, που όχι μόνο επιταχύνει αλλά και πολλαπλασιάζει το αίσθημα του φόβου.

Παραδόξως, το να μοιραζόμαστε με τους άλλους τους ίδιους φόβους και τις ίδιες αγωνίες συνιστά έναν μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας, αφού μας επιτρέπει να μη θεωρούμε τον εαυτό μας παρανοϊκό ή φοβικό, ή τουλάχιστον να τον θεωρούμε εξίσου παρανοϊκό ή φοβικό με την πλειονότητα των συνανθρώπων μας. Ομως, η ισχυρότερη εμμονή είναι αυτή που αφορά τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων. Ο φόβος δηλαδή ότι θα πέσουμε θύματα μιας εγκληματικής ενέργειας και ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην έγκαιρη βοήθεια κάποιου. Ο φόβος αυτός διατρέχει το κοινωνικό σώμα στο σύνολό του, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία, την πολιτική τοποθέτηση ή τον τρόπο ζωής. Και αυτός ο διάχυτος φόβος μεγαλώνει επικίνδυνα και μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες κοινωνικές εκδηλώσεις, όταν ο «εχθρός» δεν είναι σαφώς αναγνωρίσιμος ή όταν ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς που υποτίθεται ότι εγγυώνται την ασφάλεια των πολιτών.

Για να παρακάμψουμε, ή και να κατανικήσουμε, τέτοια μαζικά φοβικά φαινόμενα δεν αρκεί βέβαια να τα κατανοήσουμε ορθολογικά· πρέπει ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε ένα συναισθηματικό-ιδεολογικό αντίβαρο ικανό να τα υποκαταστήσει. Μολονότι η στήλη αυτή αποφεύγει τον άμεσο σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας, ας μας συγχωρεθεί, κατ' εξαίρεση, ένα σύντομο πολιτικό σχόλιο.

Η πρόσφατη εν ψυχρώ δολοφονία ενός δεκαεξάχρονου μαθητή από τα «όργανα της τάξης» αποτελεί αναμφίβολα δείγμα βαθύτατης κοινωνικής σήψης. Και δεν αποτελεί ασφαλώς «μεμονωμένη» ή «αψυχολόγητη» ενέργεια. Χρεώνεται, αντίθετα, ως πολιτική επιλογή μιας κυβέρνησης που επέλεξε να κυβερνήσει στηριζόμενη αποκλειστικά στον φόβο που γεννά η ανεξέλεγκτη άσκηση βίας. Οπως όμως απέδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα, η κρατική βία απονομιμοποιείται και απομυθοποιείται όταν ασκείται ανεξέλεγκτα και καταχρηστικά, ενώ ταυτόχρονα γεννά απρόβλεπτες εστίες αντίστασης.

Κάθε σοβαρή κρατική εξουσία θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η κοινωνική διαχείριση του ανθρώπινου φόβου είναι μια εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η απειλή και η αντίδραση του εγκεφάλου

Οι φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου που γεννούν τις αντιδράσεις του φόβου, είναι ήδη γνωστές. Ετσι, όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή, τα οπτικά ερεθίσματα διέρχονται από τον θάλαμο, όπου και υφίστανται μια πρώτη επεξεργασία. Από τον θάλαμο οι πρώτες, σχεδόν ακατέργαστες πληροφορίες μεταδίδονται αμέσως στην αμυγδαλή (σε κόκκινο).

Αυτή η ταχύτατη μετάδοση της πληροφορίας επιτρέπει στον εγκέφαλο να απαντά άμεσα σε κάποιον δυνητικό ή πραγματικό κίνδυνο (πράσινο βέλος). Σχεδόν ταυτόχρονα όμως ο οπτικός φλοιός δέχεται πληροφορίες από τον θάλαμο. Από τον οπτικό φλοιό, η καλά επεξεργασμένη πληροφορία αναμεταδίδεται στην αμυγδαλή προκαλώντας έτσι τις γνωστές φοβικές αντιδράσεις (ταχυκαρδία, αύξηση της πίεσης, μυϊκή σύσπαση). Χάρη σε αυτή τη δεύτερη οδό, οι πληροφορίες σχετικά με την απειλή υποβάλλονται σε λεπτότερη επεξεργασία και εφόσον επιβεβαιωθεί η απειλή, πυροδοτείται η κατάλληλη φοβική αντίδραση (φυγή ή επίθεση).

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 13 Δεκεμβρίου 2008