Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Γιώργος Σεφέρης: Ο ποιητής της ψυχής

29 Φεβρουαρίου 1900 ~ 20 Σεπτεμβρίου 1971

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα, απόδειξη η βράβευσή του από την Σουηδική Ακαδημία, το 1963, με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είδε, όσο ελάχιστοι δημιουργοί, την ουσία της συλλογικής μνήμης μέσα από την ατομική εμπειρία και την διατύπωσε με μια φωνή καθαρή και στέρεη, γεμάτη πληρότητα ουσίας …

Κατάφερνε να ισορροπεί υποδειγματικά ανάμεσα στην πρωτοπορία και στην παράδοση, στην ιθαγένεια και στον κοσμοπολιτισμό, στη μοναξιά και στη συμμετοχή, στην εγγενή εσωστρέφειά του και τη βαθιά συναίσθηση των αλλαγών που συντελούνταν στον κοινωνικό του περίγυρο. Ένας ποιητής των αντιθέσεων; Όχι ακριβώς. Μάλλον ο κατεξοχήν δημιουργός που μπορούσε να συγκεράσει -σε τέτοια έκταση και με τόση δεξιοτεχνία- την ελληνική και την ευρωπαϊκή παράδοση σε αντιστοιχία πάντα με τα νεωτεριστικά ρεύματα της εποχής του. Στην πραγματικότητα, αυτό που άφησε ο Γιώργος Σεφέρης με το έργο του δεν αποτελεί μόνο ένα αξιοθαύμαστο και διαχρονικό επίτευγμα προσωπικής μυθολογίας, αλλά και μια συναρπαστική και τολμηρή σύλληψη ενός ενιαίου οράματος του ελληνισμού, καταγεγραμμένης με λιτά και άκρως υποβλητικά μέσα.

O Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900 και μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. O πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, ήταν δικηγόρος και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρδου Βύρωνα Αλλά και η μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ξεχωριστή ευαισθησία και την καλλιέργειά της. Εξάλλου και τα τρία παιδιά της οικογένειας Σεφεριάδη -ο Γιώργος, ο Άγγελος και η Ιωάννα ασχολήθηκαν με τη λογοτεχνία και τα γράμματα.

Ήταν όμως ο Γιώργος που ήδη από το καλοκαίρι του 1914 έγραφε τους πρώτους του στίχους. Βέβαια, τότε κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα επακολουθούσε. Στο μεταξύ, ο A’ Παγκόσμιος Πόλεμος έρχεται να ανατρέψει την ηρεμία της καθημερινής ζωής και αναγκάζονται οικογενειακώς να μετακομίσουν στην Αθήνα μακριά από τον «τόπο που βλάστησαν τα παιδικά του χρόνια». Είναι μια δύσκολη εποχή για όλους.

Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών μεταβαίνει στο Παρίσι, το 1918, για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή και να κάνει έτσι πραγματικότητα το όνειρο του πατέρα του, ο οποίος επίσης είχε εγκατασταθεί στη γαλλική πρωτεύουσα αναζητώντας καλύτερη τύχη ως δικηγόρος. «Είχα μπει τον Ιούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Νοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Το δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Τις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος», θα σημειώσει αργότερα, ανακαλώντας μια φοιτητική περίοδο διχασμένη ανάμεσα στα νομικά και την ποίηση - την υποχρέωση προς τον πατέρα και το πάθος μιας ζωής. Είναι, ωστόσο, η περίοδος κατά την οποία ο ποιητής προσανατολίζεται σταθερά, πια, προς τη λογοτεχνία και κατατρύχεται βασανιστικά από την αγωνία και την αμφιβολία της γραφής: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Το συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Κάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν». Υπό μία έννοια, λοιπόν, προτιμούσε την ανυπαρξία από την ατέλεια.

Πάντως, εκείνα τα χρόνια δεν θα σημαδευτούν μόνο από μια καλλιτεχνική αμφιβολία και ανασφάλεια, αλλά και από τον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής του. Το 1923 γνωρίζει στο Παρίσι τη Zακλίν, μία όμορφη, ευγενική πιανίστα, με μια συγκινητική αφοσίωση και τρυφερότητα για τον ποιητή. Είχαν προηγηθεί, αλλά και θα ακολουθούσαν, πολλές γυναίκες στη ζωή του· η Zακλίν όμως έμελλε να κυριαρχήσει τουλάχιστον επί έντεκα χρόνια στη σκέψη του, με το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής του ποίησης να απευθύνεται σε αυτήν: τον ενέπνεε και τον καταλάβαινε. O δεσμός -παρά τους χωρισμούς και τις σκόρπιες ερωτικές του περιπέτειες με άλλες γυναίκες- θα κρατήσει πολύ, αλλά δεν έφτασε σε γάμο. O Σεφέρης δεν επιθυμούσε να παντρευτεί, αν και ποτέ του δεν θα την ξεχνούσε: «Είναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν...»

Το καλοκαίρι του 1924, πτυχιούχος πλέον της Νομικής, ταξιδεύει στο Λονδίνο με σκοπό την τελειοποίηση των αγγλικών του και λίγους μήνες μετά -αρχές του 1925- επιστρέφει στην Αθήνα Εκείνη τη χρονιά διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και πεθαίνει η μητέρα του. Αισθάνεται μόνος και απελπισμένος. Ενδεικτικές της σκοτεινής του διάθεσης είναι οι αντίστοιχες σελίδες του ημερολογίου του: «Ανάγκη να μιλήσω. Κανείς Ίσως εγώ να φταίω. Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Αδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Πρόκειται για την ιδιαίτερα οδυνηρή φάση που -κατά κανόνα- προηγείται της έντονης δημιουργικότητας. Tα έργα που θα τον καθιέρωναν, σε παγκόσμια κλίμακα, δεν θα αργούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους.

Και πράγματι, τα αμέσως επόμενα χρόνια επιφυλάσσουν τις εκφραστικές εκείνες κατακτήσεις που θα άλλαζαν για πάντα το τοπίο της εγχώριας ποίησης. Tον Τούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Βαλερί «Μια βραδιά με τον Kο Τεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Άλλωστε, οι επιρροές από τους Γάλλους συμβολιστές -και κυρίως από τον Βαλερί και τον Λαφόργκ- ήταν έκδηλες στα πρώτα του δείγματα ποιητικής γραφής. Ώσπου, τον Mάιο του 1931 γίνεται η επίσημη εμφάνισή του στον χώρο της λογοτεχνίας: εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα -ανάμεσα στα οποία και το φημισμένο «Ζωτικός λόγος» εμπνευσμένο από την ερωμένη του, Zακλίν- ένα έργο σημαδιακό που ωθούσε στα άκρα τις παραδοσιακές στιχουργικές δυνατότητες και το οποίο υπαινισσόταν μια αλλαγή πορείας της νεοελληνικής ποίησης. Την ίδια χρονιά διορίζεται υποπρόξενος στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου. Εκεί, περιφέροντας τους ατομικούς του συλλογισμούς μέσα στην κίτρινη ομίχλη -τη «στυφή γεύση του θανάτου»-, πνιγμένος μέσα σε συνειρμούς φθοράς και διάλυσης, θα παρακινηθεί από μία αντίδραση ακαθόριστη και θα οραματιστεί την Ελλάδα απογυμνωμένη και ολοκάθαρη μέσα στην αγγλική καταχνιά. Το πρώτο αυτό προσωπικό όραμα θα διαποτίσει τις μικρές και αποσπασματικές εικόνες που διαμορφώνουν τα κλειστά και δωρικά τοπία του «Μυθιστορήματος» (1935): σπασμένες πέτρες, λίγα πεύκα διάσπαρτα, πικροδάφνες, γυμνές ακρογιαλιές, σπίτια θαμμένα στον ασβέστη, βράχοι, κολόνες τραγικές και ακρωτηριασμένα αγάλματα κάτω από το διαβρωτικό ελληνικό φως.

Εδώ ο Σεφέρης μέσα από μια απλή, στέρεη και απέριττη διατύπωση οργανώνει ποιητικά έναν κόσμο, ένα τοπίο, μια προβολή καταστάσεων και απόψεων που ήταν άγνωστη πριν από αυτόν. Μία εντελώς διαφορετική ποιητική φωνή, σε στίχο ελεύθερο, με εμφανείς συμβολισμούς οι οποίοι προέρχονται τόσο από την ελληνική παράδοση όσο και από τα πρωτοποριακά ευρωπαϊκά ποιητικά ρεύματα της εποχής. Απ’ την άλλη, πρώτος αυτός με την ποίησή του έδωσε -με τρόπο ιδιοφυή- την ελληνική εκδοχή της απαισιοδοξίας, της μοναξιάς, της υπόγειας μελαγχολίας και της παρατεταμένης ηθικής κρίσης του σύγχρονου ανθρώπου.

Εάν το «Μυθιστόρημα» λυτρώνει αισθητικά τον Σεφέρη, τα κατοπινά του ποιήματα -«Γυμνοπαιδία» (1936), «Τετράδιο γυμνασμάτων» (1940), «Μοιρολόγια Καταστρώματος A΄» (1940), «Ημερολόγια Καταστρώματος B΄» (1944) και «Κίχλη» (1947)- δίνουν μια νέα διέξοδο στην υπαρξιακή αγωνία του, η οποία τελικά είναι και η μόνιμη ποιητική του κατάσταση.

Στην ιδιωτική του ζωή -έπειτα από τον γάμο του με τη Μάρω Zάννου το 1941- αποκτά μια απρόσμενη σταθερότητα μέχρι τέλους, ενώ ανοίγεται περισσότερο στον περίγυρό του. Παράλληλα, σχεδόν σε όλη του τη διπλωματική καριέρα δεν θα σταματήσει να ταξιδεύει και να αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Κορυτσά, Αλεξάνδρεια, Νότια Αφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα κρίσιμα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους.

Το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έμελλε να ξεφύγει οριστικά από τα όρια της Ελλάδας: του απονέμεται από τη Σουηδική Ακαδημία το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται έτσι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με τη σημαντικότερη διάκριση του κόσμου. Ωστόσο, η υγεία του κλονίζεται και τα τελευταία χρόνια θα αντιμετωπίσει αρκετές δυσάρεστες περιπέτειες. Όταν παρ’ όλα αυτά κηρύσσεται, το 1967, η δικτατορία των συνταγματαρχών, ο Γιώργος Σεφέρης θα εκφραστεί απερίφραστα εναντίον της, μέσα από κείμενα και δηλώσεις του. Ενικά χρόνια αργότερα, το 1971, έκλεισε για πάντα τα μάτια του. H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να πάρει τον χαρακτήρα μιας συγκλονιστικής αντιδικτατορικής εκδήλωσης, μιας πάνδημης κραυγής για την ανάκτηση της ελευθερίας.

Υπόδειγμα ευρυμάθειας

Οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις κάθε άλλο παρά εξαντλούνται στη δική του ποίηση. H βαθιά του γνώση της ελληνικής της ευρωπαϊκής παράδοσης είναι εμφανής και στο μεταφραστικό του έργο. Εκτός από τη μετάφραση της «Έρημης χώρας» του Έλιοτ και τις -κατά καιρούς- μεταφράσεις ξένων ποιητών, απέδωσε στη νεοελληνική γλώσσα το «Άσμα ασμάτων» και την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη Όσο για το δοκιμιακό του έργο, αποτελεί υπόδειγμα ευρυμάθειας και οξυδέρκειας, με κείμενα για τον Καβάφη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Θεόφιλο και βέβαια τον Μακρυγιάννη, που θαύμαζε απεριόριστα.

Περί ειλικρίνειας

«Ένας καλλιτέχνης όχι μόνο δημιουργεί το έργο του, αλλά και δημιουργείται από αυτό. Είναι άδικο να σκεφτόμαστε ότι ένας καλλιτέχνης πράττει μόνον. Υπάρχει ένας διάλογος, μία ανταλλαγή μεταξύ του έργου και του ανθρώπου που το δημιουργεί. Aυτή η σχέση αμοιβαιότητας είναι η πιο σημαντική στη ζωή του, γιατί του επιτρέπει να έχει αυτό που ονομάζουμε ?ειλικρίνεια του καλλιτέχνη?: εμπιστοσύνη, δηλαδή, στο έργο που έχει ολοκληρωθεί, αλλά και στο έργο που βρίσκεται στη φάση της δημιουργίας. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με άλλον τρόπο την ειλικρίνεια ενός καλλιτέχνη. Δεν γίνεται με αυτόν τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Γιατί αυτός βλέπει, πρέπει να φτάσει στο βάθος», θα πει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του.

Του Γιώργου Βαϊλάκη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 354, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 7 Δεκεμβρίου 2008.