Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Χιώτης Mambo!

21 Μαρτίου 1921 ~ 20 Μαρτίου 1970

Πίσω από τη γνώριμη φιγούρα με το σμόκιν, το μπουζούκι ανά χείρας και το λεπτό μουστάκι ξετυλίγεται η πραγματική ζωή ενός πραγματικού μάγκα. Ο Μανώλης Χιώτης έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συντελούν σε ένα μύθο. Πείσμα, έμπνευση, καινοτομίες, μα πάνω απ’ όλα ένα σκληρό κώδικα στη στάση ζωής …

Τα βαρετά στερεότυπα

Τα κλισέ και τα στερεότυπα για την περίπτωση του Μανώλη Χιώτη είναι δεκάδες και δεν παύουν να μας πλήττουν. “… Έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια …”, “… πρόδωσε το τρίχορδο με την πρόσθεση μιας χορδής …”, “… είναι ο μπουζουξής του Θεοδωράκη …”, “… είναι ο σολίστας του έντεχνου λαϊκού …”. Τριάντα οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του, σε μια εποχή που ο τραγουδιστής αντικατέστησε τον δημιουργό, ο σκηνοθέτης και ο στυλίστας αντικατέστησαν τον μαέστρο των κέντρων, τα σχολικά πούλμαν πήραν τη θέση των πιάτων και των παραγγελιών, κανείς τωρινός μουσικός δεν συνδυάζει τα κομμάτια που συνεργούν σε ένα μύθο σαν του Χιώτη. Σήμερα οι πιο πολλοί έχουν φάει τα χρόνια τους στα ωδεία, παίζουν πιο γρήγορα απ’ τον …ίσκιο τους, κανείς όμως δεν παρουσιάζει μια πολλαπλή υπόσταση. Ποια; Μα αυτή του συνθέτη, του δεξιοτέχνη, του εκτελεστή επιτυχιών άλλων δημιουργών, του σοβαρού μάγκα που σέβεται τους μουσικούς του, της ιδιοφυΐας που αφήνει εμβληματικά παιξίματα πίσω της και που πειραματίζεται με αλλότριους ήχους, αφού πρώτα έχει εξαντλήσει μέχρι κεραίας τις δυνατότητες του τρίχορδου οργάνου. Α, και όσον αφορά το τετράχορδο: ο Στέφανος Σπιτάμπελος, δάσκαλος του Χιώτη και πολλών άλλων, είναι ένας από τους πρώτους που πρωτοχρησιμοποίησε πλακέ μπουζούκι με 4 διπλές χορδές. Ο Χιώτης το καθιέρωσε. Όχι για να αποδομήσει την τρίχορδη έκφραση, αλλά για να ανοίξει νέους δρόμους. Έτσι και αλλιώς, ο ίδιος είναι που τίμησε δεόντως τις τρεις χορδές, αφήνοντας μετεξεταστέους πολλούς παίκτες της εποχής! Αν άλλαξε κάτι ο Χιώτης, αυτό ήταν ο τρόπος κουρδίσματος. Επίσης σύμφωνα με μαρτυρία του σολίστα Γιάννη Σταματίου-Σπόρου, ο Χιώτης είναι και ο πρώτος εμπνευστής του ηλεκτρικού μπουζουκιού.

Το μπουζούκι στα σαλόνια

Όσον αφορά στα “σαλόνια” τώρα: το “μπουζούκι στα σαλόνια” είναι από εκείνα τα σχήματα που καθιερώνονται για να συμπυκνώσουν μια κατάσταση. Πηγάζουν κυρίως από ημιμάθεια, επιπολαιότητα και επιφανειακή εμπλοκή με το χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Το μπουζούκι πήρε ένεση φρεσκάδας από ανθρώπους σαν τον Χιώτη ή τον Τσιτσάνη και διεμβόλισε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Πιο απλά, ανοίχτηκε πέρα από την μικρή περιοχή του. Τίποτε που κάνει επιτυχία δεν είναι τυχαίο. Και αλήθεια, αναρωτήθηκε κανείς, αν στο πάρτι των μικροαστικών σπιτιών του 1960 με τα μωσαϊκά, ο ευφυής κύριος με το λεπτό μουστάκι ήλθε απρόσκλητος; Πόσοι πριν απ’ αυτόν ή μετά δεν επιχείρησαν κάτι ανάλογο; Πόσοι έφυγαν κλοτσηδόν; Πόσοι δεν έγιναν γραφικοί; Και εν πάση περιπτώσει, αν σήμερα στα κυριλέ μαγαζιά καλούνται τα χτεσινά παιδιά των δυτικών προαστίων της Αθήνας –με μια μικρή και «απ’ τα πάνω» απόπειρα να επιβληθούν πολιτιστικά στις κυρίες με τις γούνες-, ο Χιώτης δεν παρέλαβε ποτέ καμιά πρόσκληση. Η καθολικότητα της αποδοχής του έργου του οφείλεται σε όλους αυτούς τους λόγους που κάνουν ένα έργο μεγάλο. Τόσο απλά. Κάτω απ’ τη μαρκίζα με τ’ όνομά του πολλές ψυχές βρήκαν καταφύγιο κι αυτό είναι που μετράει.

Αν θες να δεις ποιος είναι αυτός …

Ο Χιώτης υπήρξε ο πρώτος κοσμοπολίτης του ήχου με πάνω από 350 επιτυχίες, με δεκάδες παροιμιώδεις εκτελέσεις, με στιβαρή παρουσία στα κέντρα ανάμεσα στις συμπληγάδες των μπράβων, των ανερχόμενων μικροαστικών στρωμάτων και του παλιού κόσμου της προπολεμικής εποχής με το σκουριασμένο κώδικα των ρεμπετών. Αναγνωρίσιμος ήχος, πρωτοποριακός τρόπος παιξίματος, καθοριστικό στίγμα, συμβολή στο μωσαϊκό του λαϊκού τραγουδιού, πολύμορφη συνθετική γκάμα (από ζεϊμπέκικα μέχρι τσα-τσα και μάμπο). Αν σήμερα κάποιος επιχειρήσει να σκιαγραφήσει τις πέντε βασικές σχολές δεξιοτεχνίας του εθνικού μας οργάνου, αυτές δεν είναι άλλες από των Τσιτσάνη, Ζαμπέτα, Χιώτη, Μακρυδάκη, Παλαιολόγου. Δεν είναι τυχαία, επίσης, δύο από τα παιξίματα του Χιώτη (“Φλόγα” και “Δευτερόλεπτα”) που έχουν τη θέση εμβλημάτων για κάθε νέο οργανοπαίκτη. Δεν είναι τυχαία η καθοριστική συμβολή του σ’ ένα μνημειώδες έργο, όπως αυτό του “Επιτάφιου” του Θεοδωράκη, αλλά κι η διεθνής αναγνώριση όταν, το 1966, ο πρόεδρος των Η.Π.Α., Λύντον Τζόνσον, του απένειμε τιμητικό δίπλωμα και τον ονόμασε “επίτιμο κάτοικο της Αμερικής”, αλλά και όταν ο πολύς Τζίμι Χέντριξ φώναζε “I’ m not number one, Hiotis is!”. Πολύ περισσότερη αξία απ’ αυτή που του αναγνώρισε ο κύριος με το άφρο μαλλί και την δαιμονισμένη κιθάρα, είναι η χαρά που έδωσε σε δεκάδες σπιτάκια με πικάπ, σε δεκάδες πελάτες των κέντρων που παρουσιαζόταν, σε δεκάδες θεατές των ταινιών που συμμετείχε. Αυτά όλα, μα πάνω απ’ αυτά, 49 χρόνια μιας ζωής πολλών Johnny Cash, μιας ζωής μικρής διάρκειας με μια παροιμιώδη ένταση, τρεις γάμους (με την Ζωή Νάχη, την Μαίρη Λίντα και την Μπέμπα Κυριακίδου) δολοφονημένο πατέρα, ατελείωτες ώρες πρόβας, τελειομανία, φιλοδοξία με θετικό πρόσημο, ανεπανάληπτες επιτυχίες, συμβολή στην αλλαγή της αφήγησης του λαϊκού τραγουδιού, ντύσιμο στην πένα, αλληλεγγύη στους μεροκαματιάρηδες μουσικούς, κόντρα στους διαδρόμους των δισκογραφικών. Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν ότι το 1961 ο Χιώτης πρωτοστάτησε στη δημιουργία Σωματείου Δημιουργών, μαζί με τον Παπαϊωάννου, σε μια εποχή που η συνδικαλιστική έκφραση ήταν στα όρια του απαγορευμένου;

Κανείς δεν σβήνει την φλόγα του

Τα εμβληματικά πρόσωπα αφομοιώνουν συνήθως δύο κόσμους. Τον παλιό που παραλαμβάνουν και τον νέο που επιβάλλουν. Μετά τον Χιώτη το μπουζούκι δεν θα ήταν ποτέ πια το ίδιο. Η διασκέδαση (σε συνδυασμό με ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες) το ίδιο. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους τους μουσικούς, τα τραγούδια του ακούγονται ακόμη σε όλα τα κέντρα, επιτυχίες που διασκευάζονται (ιδού οι Ιμάμ Μπαϊλντί με τον «Πασατέμπο»), τα παιξίματά του διδάσκονται σε δεκάδες σχολές μπουζουκιού που φυτρώνουν με έναν ιλιγγιώδη ρυθμό στις γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της επαρχίας. Κι αυτό είναι η πιο γλυκιά του εκδίκηση. Η πιο γλυκιά ανταμοιβή.

Ζωή σαν Road Movie (Ναύπλιο – Κυψέλη – Αμερική)

Για την ιστορία, το 1938 ο Χιώτης ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια «Καινούργια Νιώθω τη Ζωή» και «Παλιά Αγάπη». Ένα χρόνο πριν ξεκινάει και η καριέρα του στα κέντρα και το πρώτο που εμφανίζεται είναι το «Δάσος» στον Βοτανικό, δίπλα στον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα για τους ρεμπέτες της εποχής. Η πρώτη του επιτυχία έρχεται το 1940 με το τραγούδι «Το Χρήμα δεν το Λογαριάζω». Ακολουθεί η λαμπρή πορεία του στα καλύτερα κέντρα της εποχής, με σημείο αναφοράς το «Πιγκάλς» της Πατησίων, με πρωτοπόρες εμφανίσεις και άρτιες ορχήστρες. Το 1949 παντρεύεται τη Ζωή Νάχη και κάνουν δύο παιδιά, τον Διαμαντή και την Μαρία, ενώ το 1954 αρχίζει η συνεργασία του με τον Καζαντζίδη, που με την Καίτη Γκρέϋ τραγουδούν -μεταξύ άλλων- ένα από τα αριστουργήματα του 20ου αιώνα: το «Απόψε Φίλα με». Γύρω στο 1956 ανατέλλει το ντουέτο Χιώτης-Λίντα, που αφήνει εποχή σε κέντρα, δισκογραφία και ταινίες. Το 1959 αρχίζει την συνεργασία του με τον Θεοδωράκη και παίζει στα έργα «Επιτάφιος» «Αρχιπέλαγος», «Λιποτάκτες» και μέρος από τις «Πολιτείες Α! και Β!». Ταυτόχρονα παίζει και σε τραγούδια του Χατζιδάκι. Το 1958 τα «Ηλιοβασιλέματα» γράφουν την δική τους ιστορία, το 1963 ο Χιώτης αναλαμβάνει Καλλιτεχνικός διευθυντής της Coloumbia και την τριετία 1964-1967 γνωρίζει την αποθέωση στην Αμερική παίζοντας στα διασημότερα κέντρα. Το 1968 επιστρέφει στην Ελλάδα, δουλεύει σε διάφορα κέντρα και στις 20 Μαρτίου του 1970 πεθαίνει από έμφραγμα σε ηλικία 49 ετών . Στην κηδεία του ο Γιάννης Καραμπεσίνης, ο Πάνος Πετσάς και ο Γιάννης Δέδες παίζουν πάνω από τον τάφο του τα «Ηλιοβασιλέματα» εν μέσω πλήθους καλλιτεχνών και απλού κόσμου.

Μια άγνωστη ιστορία

1942: ο Μανιάτης Φώτης Μουρκάκος έχει μόλις αποφυλακιστεί και περνάει την πόρτα του νυχτερινού κέντρου του Βασίλη Πετρόπουλου στη γωνιά της 3ης Σεπτεμβρίου. Στο πάλκο βρίσκεται ο Μανώλης Χιώτης, ο Μπαγιαντέρας, ο βιολιτζής Λορέντζος και ο κιθαρίστας Κώστας Καρίπης. Ο μεγάλος σολίστας του μπουζουκιού μόλις αντιλαμβάνεται την παρουσία του 23χρονου ποινικού σταματά να παίζει και κατεβαίνει. Λίγο αργότερα ο Μουρκάκος αποχωρεί. Ο κώδικας του κομψού βιρτουόζου από το Ναύπλιο είναι σκληρός και επαναφέρει μια παλιά και τραγική ιστορία που συνδέει «υπόγεια» τους δύο. Ας πάμε, λοιπόν, μερικά χρόνια πριν. Είναι τέλη του 1938 και ο Διαμαντής Χιώτης, πατέρας του Μανώλη, ανοίγει την ταβέρνα «Τα Παγώνια» στη συμβολή των οδών Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου, πολλά χρόνια πριν το κέντρο της Αθήνας μεταμορφωθεί σε πολιπολιτισμικό μωσαϊκό με deals και Νιγηριανές πόρνες. Ο Φώτης Μουρκάκος πουλάει χασίς έξω από την πόρτα του μαγαζιού. Ο Διαμαντής, έπειτα από καυγά, τον χαστουκίζει, αλλά σε μια τραγική επαλήθευση του «Εγκλήματος και Τιμωρίας», που θυμίζει τον τρόπο που δολοφονείται ο Αλ Πατσίνο στον «Καρλίτο», ο νεαρός Μανιάτης επιστρέφει μετά από μια βδομάδα και σκοτώνει τον πατέρα του Μανώλη. Έτσι κι αλλιώς, ο μετέπειτα «επαναστάτης» της μουσικής, ο αναμορφωτής του μπουζουκιού, ο θεμέλιος λίθος του λαϊκού τραγουδιού δεν διένυσε έναν ανώδυνο και εύκολο βίο. Πολύ πριν τον θαυμάσει ο Χέντριξ, πολύ πριν τον καλέσει ο Μίκης Θεοδωράκης να γράψουν τον «Επιτάφιο», πολύ πριν αφήσει τις αμέτρητες επιτυχίες του και τα ασύγκριτα σόλο, ο Μανώλης Χιώτης έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συντελούν σε ένα μύθο. Πείσμα, έμπνευση, καινοτομίες, μα πάνω απ’ όλα ένα σκληρό κώδικα στη στάση ζωής.

Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη. Από τον «ταχυδρόμο», τεύχος Νο 453, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» του Σαββάτου, 1 Νοεμβρίου 2008. ΠΗΓΗ: «ΟΚΤΩ ΛΑΪΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ», του Γιώργου Αλτή, Εκδόσεις «Λαϊκό Τραγούδι»