Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Μελίνα Μερκούρη: H τελευταία Ελληνίδα θεά

18 Οκτωβρίου 1920 ~ 6 Μαρτίου 1994

Ως πρωταγωνίστρια σημάδεψε την οθόνη και το σανίδι μέσα από ρόλους ανεξίτηλους. Ως Ελληνίδα πολέμησε τη χούντα θέτοντας ακόμα και τη ζωή της σε κίνδυνο. Ως υπουργός αποκατέστησε το χαμένο κύρος του ελληνικού πολιτισμού. Η ζωή της Μελίνας είχε πάθος, έρωτα, αγώνες ... Όμως, περισσότερο απ’ όλα, είχε άρωμα Ελλάδας ...

που στα μέσα της δεκαετίας του 1920, ένα κορίτσι αδύνατο σαν κλαράκι στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και σκαρώνει πόζες αβάστακτου δράματος, κοπιάροντας τις δακρυσμένες πρωταγωνίστριες του βωβού κινηματογράφου. Αυτό που ξέρει είναι ότι έτσι και καταφέρει τελικά να στάξει δάκρυα μπροστά στους δικούς της, τότε θα τους πείσει να της αγοράσουν μια πάνινη κούκλα που έχει βάλει στο μάτι. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι οι βιογράφοι του μέλλοντος θα έπαιρναν εκείνα τα καμώματα μπροστά στον καθρέφτη και θα τα ενέπλεκαν με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, κατηγοριοποιώντας τα ως την πρώτη πρόβα ενός πλάσματος που έμελλε πολύ αργότερα να χαρακτηριστεί «η τελευταία Ελληνίδα θεά».

Το κορίτσι, που το έχουν βαφτίσει Αμαλία-Μαρία αλλά το φωνάζουν Μελίνα, δεν θα αποκτήσει ποτέ τη συγκεκριμένη πάνινη κούκλα, ίσως επειδή οι γονείς της δεν πείθονται από εκείνο το πρωτόλειο ξέσπασμα υποκριτικής μανίας. Εκείνος ο καθρέφτης, όμως, θα καταγράψει πράγματι τα πρώτα ίχνη μιας φλόγας που πλημμυρίζει την ψυχή της και τη θρέφει με όνειρα, ελπίδες, αγωνίες και αγώνες. Παρακινούμενη από τούτη τη φλόγα, η Μελίνα θα ταξιδέψει μια ολόκληρη χώρα στον αστερισμό εκείνου του ονειροπόλου κοριτσιού και το τέλος του ταξιδιού της θα τη βρει μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 20ου αιώνα.

Μέσα από τα όνειρα διαγράφει μια εκτυφλωτική τροχιά ως ηθοποιός. Μέσα από τις ελπίδες ορθώνει το δικό της τείχος αντίστασης απέναντι στο σκότος των συνταγματαρχών. Μέσα από τις αγωνίες γίνεται πολιτικός και σημαδεύει με την παρουσία της τον πολιτισμό της Ελλάδας. Μέσα από τους αγώνες φέρνει τον πολιτισμό στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων, κάνοντας τους πάντες να πιστέψουν ότι η Τέχνη δεν είναι παρά η βαριά βιομηχανία της χώρας μας, ένα εξαγώγιμο προϊόν που πρέπει να αναδεικνύεται.

Αυτή λοιπόν είναι η Μελίνα. Η Μελίνα που δεν χρειάζεται καν επώνυμο για να συστηθεί, αφού είναι η Μελίνα όλων των Ελλήνων. Είναι το κορίτσι που γεννιέται στις 18 Οκτωβρίου του 1920 και μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια όπου η πολιτική έχει απλώσει ρίζες βαθιές. Ο πατέρας της είναι ο Σταμάτης Μερκούρης, βουλευτής για περισσότερα από τριάντα χρόνια, με θητεία ως υπουργός Δημοσίας Τάξεως και Δημοσίων Έργων Ο αγαπημένος της παππούς είναι ο Σπύρος Μερκούρης, ένας από τους μακροβιότερους και δημοφιλέστερους δημάρχους στην ιστορία των Αθηνών.

Δίπλα στον «Μεγάλο Σπύρο», όπως τον φωνάζουν όλοι στους δρόμους, η Μελίνα θα μάθει δύο πράγματα: αφενός τους κανόνες της δημοκρατικότητας από τους οποίους οφείλει να διέπεται κάθε προοδευτικός πολίτης, και αφετέρου την τέχνη τού να μπορείς να συνομιλείς ισότιμα με όλους. Και τους δύο αυτούς κανόνες η Μελίνα θα τους τηρούσε πιστά σε όλη της τη ζωή. Γιατί μπορεί να λατρεύει τους γονείς της, και ιδιαίτερα τη μητέρα της, την Ειρήνη Λάππα, η οποία ανήκει σε μια από τις καλύτερες αθηναϊκές οικογένειες, αλλά εκείνος ο παππούς με το τρυφερό βλέμμα και την καλοσυνάτη καρδιά, θα ασκήσει την ισχυρότερη επιρροή πάνω της. Εξάλλου, όταν χωρίζουν οι γονείς της, η Μελίνα δεν καταλήγει με κάποιον από τους δύο. Σπεύδει να ζήσει με τον παππού της. Και είναι εκείνα τα χρόνια κοντά του που αρχίζει να καλλιεργεί όλες τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της κι ένα μυαλό προσηλωμένο σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα μαθήματα. Αυτές οι ανησυχίες θα την οδηγήσουν, σε ηλικία δέκα ετών, στην καρδιά ενός καφενείου στις Σπέτσες, όπου θα σκαρώσει ένα αυτοσχέδιο σκετσάκι, μπροστά σε καμιά εικοσαριά θαμώνες που χειροκροτούν με θέρμη. Αλλά η παράσταση δεν θα έχει happy end.

Μόλις η μητέρα της μαθαίνει τι γίνεται στο καφενείο, τρέχει εκεί και αφού φιλοδωρεί την κόρη της με ένα μεγαλοπρεπές χαστούκι, τη μαζεύει σηκωτή για το σπίτι. Μονάχα ο παππούς μπορεί να την καταλάβει. Μονάχα εκείνος την ενθαρρύνει σε κάθε της βήμα. Γι’ αυτό και όταν ο Μερκούρης πεθαίνει, η μικρή Μελίνα αισθάνεται για πρώτη φορά προδομένη.

Ο «Μεγάλος Σπύρος» την είχε κάνει να πιστέψει πως είναι αθάνατος. Ο χαμός του την προσγειώνει στην πραγματικότητα Μια πραγματικότητα που θα προσπαθήσει να την ξορκίσει με κάθε τρόπο, όντας πιασμένη και στο αγκίστρι μιας οδυνηρής εφηβείας. Ένας από αυτούς τους τρόπους είναι και ο έρωτας. Στο πρόσωπο του Πάνου Χαροκόπου. Ο Χαροκόπος έχει αντιληφθεί το πάθος της για το θέατρο και της υπόσχεται πλήρη ελευθερία να ασχοληθεί με το πάθος της. Θα τηρήσει την υπόσχεσή του. Αφού παντρεύονται κρυφά, στέλνουν ένα λακωνικό τηλεγράφημα στις οικογένειές τους.

Το τηλεγράφημα λέει: «Γάμος ετελέσθη». Φυσικά, ο γάμος τους δεν θα κρατήσει για πάντα, αλλά το νερό έχει μπει στο αυλάκι: αυτό που θα κρατήσει για πάντα, είναι εκείνο το πάθος. Για το θέατρο. Για την Τέχνη. Για το σύννεφο μέσα από το οποίο οι άνθρωποι γίνονται αθάνατοι.

Όταν δίνει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου, απαγγέλλει ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη. Ανάμεσα στους εξεταστές της δεσπόζει και ο μεγάλος Βεάκης του οποίου το αυστηρό βλέμμα την τρομάζει. «Δεν πέρασα», λέει σε μια φίλη της με το που βγαίνει από την παγερή αίθουσα. Φυσικά, πέφτει έξω. Όχι μόνο περνάει, αλλά γίνεται δεκτή πανηγυρικά. Την αναλαμβάνει ένας άλλος μεγάλος, ο Δημήτρης Ροντήρης, που μεταφράζει την εύθραυστη αλλά και παθιασμένη ιδιοσυγκρασία της ως σημάδι υποσχόμενης τραγωδού. Υπό τις οδηγίες του, η Μελίνα δουλεύει σκληρά, ώσπου αποφοιτά το 1944. Αμέσως εντάσσεται στο δυναμικό τού Εθνικού Θεάτρου, όπου ερμηνεύει μικρούς ρόλους τόσο στην Κεντρική Σκηνή όσο και στη σκηνή του Πειραιά. Και κάπου εκεί αρχίζει η απογείωση. Το 1945 υποδύεται τη Λαβίνια στο έργο του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα». Αυτός είναι ο πρώτος της πρωταγωνιστικός ρόλος και κρίμα που δεν ζει ο «Μεγάλος Σπύρος» να την καμαρώσει.

Η μεγάλη επιτυχία έρχεται έναν χρόνο αργότερα, με το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Γουίλιαμς. Η Μελίνα παίρνει το σύννεφο της Μπλανς Ντυμπουά και το επιστρέφει στην πλατεία όπως ακριβώς το είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας: πλημμυρισμένο από την ποίηση μιας καταραμένης ψυχής. Και το κοινό υποκλίνεται. Δεκάδες άνθρωποι τη χειροκροτούν όρθιοι κάθε βράδυ. Ανάμεσά τους και ο Κάρολος Κουν, που τη φαντάζεται ιέρεια του δικού του πρωτοποριακού οράματος. Και η φαντασία γίνεται πραγματικότητα μέσα από το σύννεφο του Θεάτρου Τέχνης. Η Μελίνα γοητεύεται από το πάθος του Κουν και τον ακολουθεί στα μονοπάτια του Άλντους Χάξλεϊ, του Άρθουρ Μίλερ, του Φίλιπ Τζόρνταν και του Αντρέ Ρουσέν. Και το ελληνικό θέατρο γυρίζει σελίδα στην Ιστορία.

Η δεκαετία του ‘50 τη βρίσκει πρωταγωνίστρια στο σανίδι, γοητευτική, ταλαντούχα, αλλά και πάντα ανήσυχη. Φεύγει για το Παρίσι. Εκεί γνωρίζει τον Μαρσέλ Ασάρ, εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή της Πόλης του Φωτός σε μπουλβάρ δικά του, παίζει στο «Le Moulin de la Galette» και στο «Il etait une gare», μπαίνει στον κύκλο του Ζαν Κοκτώ, διασκεδάζει με τη θρυλική Κολέτ και πίνει καφέ με τη Φρανσουάζ Σαγκάν, τη συγγραφέα του «Καλημέρα θλίψη» που την ίδια εποχή γίνεται ταινία με τον Ντέιβιντ Νίβεν. Επιστρέφει στην Ελλάδα χορτασμένη και με τους ορίζοντές της διάπλατα ανοιχτούς, και πρωταγωνιστώντας στο θέατρο Κοτοπούλη βουτάει σε όλο το φάσμα του δραματολογίου, διαγράφοντας μια τροχιά που ξεκινάει από τον Σέξπιρ και φτάνει στον Ανούιγ. Την ίδια εποχή ανακαλύπτει και το γονίδιο των Μερκούρηδων μέσα της και το πρώτο της βήμα είναι να στραφεί ενεργά στον θεατρικό συνδικαλισμό.

Στα 1955 δέχεται πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε κινηματογραφική ταινία. Πρόκειται για τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια». Η ταινία γίνεται μεγάλη επιτυχία και φτάνει στο Φεστιβάλ των Καννών ως το αουτσάιντερ που μπορεί να κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Παρότι το αξίζει δεν την κάνει τελικά, αυτό όμως δεν μειώνει τον διεθνή αντίκτυπο που προκαλεί η ερμηνεία της Μελίνας. Κι όσο για το βραβείο; Ψιλά γράμματα. Αυτό που κερδίζει η Μελίνα από τη «Στέλλα» είναι κάτι παραπάνω από έναν Χρυσό ή έναν Ασημένιο Φοίνικα. Δεν είναι καν ένας ρόλος που τη σημαδεύει. Είναι ο αγαπημένος της Τζούλης. Γιατί εκεί, στις ηλιόλουστες Κάννες, κι ενώ το ημερολόγιο είναι καρφωμένο στη σελίδα της 18ης Μαΐου, γνωρίζει τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασσέν, στο πλευρό του οποίου όχι μονάχα θα γράψει την πραγματική της ιστορία στο σινεμά, αλλά θα ζήσει και την υπόλοιπη ζωή της. Για τη Μελίνα ο Ντασσέν γίνεται σύζυγος, σύντροφος, εραστής, φίλος και όλα αυτά ορθώνουν το σύννεφο μέσα από το οποίο η Τέχνη ακολουθεί τη ζωή. Και το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Η αρχή γίνεται με το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Ακολουθεί το «Ποτέ την Κυριακή» με τις Κάννες αυτή τη φορά να υποκλίνονται (βραβείο γυναικείας ερμηνείας).

Η Μελίνα ξεσηκώνει την κρουαζέτ με τα γλέντια της και το φιλμ του Ντασσέν φτάνει να είναι υποψήφιο για 5 Οσκαρ. Σειρά έχει η «Φαίδρα». Και μετά το «Τοπκαπί», ανάμεσα στον Πίτερ Ουστίνοφ και τον Μαξιμίλιαν Σελ. Η διεθνής καταξίωση είναι γεγονός. Η Ιταλία εξάγει την Κλαούντια Καρντινάλε, η Γαλλία την Μπριζίτ Μπαρντό και η Ελλάδα τη Μελίνα. Και η Μελίνα παίζει, μόνο που απέναντί της δεν βρίσκεται ένας καθρέφτης αλλά η αφρόκρεμα των σκηνοθετών, από τον Βιτόριο Ντε Σίκα μέχρι τον Καρλ Φόρμαν και τον Νόρμαν Τζούισον.

Από το 1960 μέχρι το 1967 οι ταινίες διαδέχονται η μία την άλλη και το ελληνικό θέατρο βιώνει τη δική του Μελίνα, με αποκορύφωμα το «Γλυκό πουλί της νιότης» σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν και με συμπρωταγωνιστή τον Γιάννη Φέρτη. Όμως οι ορίζοντές της είναι ακόμα πιο μακρινοί κι έτσι, στα 1967, ανοίγει τα φτερά της πάνω από το Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης για να παίξει στο «Ιλια Ντάρλινγκ», πάντα με τον Τζούλη στο πλευρό της. Εκεί, στο Μανχάταν, θα δεχτεί ένα τηλεφώνημα από τον Μάνο Χατζιδάκι που θα της αλλάξει τη ζωή. Το τηλέφωνο χτυπάει μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου και η φωνή από την πατρίδα ακούγεται ραγισμένη, σαν να έγινε κάτι τρομερό. Και πράγματι, έχει γίνει κάτι τρομερό.

Λίγες μέρες αργότερα, οι τηλεοπτικές κάμερες καταγράφουν μια διαφορετική Μελίνα. Είναι χλωμή και οργισμένη. «Σας παρακαλώ, μην πάτε στη χώρα μου», λέει κλαίγοντας στους δημοσιογράφους. Για τη δήλωση αυτή, η χούντα τής αφαιρεί την ελληνική ιθαγένεια. Εκείνη σπεύδει να απαντήσει με το ιστορικό πλέον, «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας». Από το Νοέμβριο του 1967 και για τρεις μήνες, το FBI την παρακολουθεί παντού. Υπάρχει μάλιστα και προειδοποίηση ότι θα γίνει δολοφονική απόπειρα εναντίον της. Τίποτα όμως δεν την πτοεί.

Το σύνθημα για αντιδιδακτορική δράση έχει δοθεί και μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Ζυλ Ντασσέν και άλλους φίλους, η Μελίνα θα γίνει ένας από τους εφιάλτες της χούντας. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς γνωρίζει και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και τότε είναι που αφυπνίζεται μέσα της το ένστικτο της γνήσιας πολιτικής δράσης. Επισκέπτεται την Αυστρία, την Ολλανδία, την Ελβετία, τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, και παντού μιλάει για το αίσχος της δικτατορίας. Συμμετέχει σε διαδηλώσεις, απεργίες πείνας, συναυλίες και πάσης φύσεως πολιτικές εκδηλώσεις.

Η χούντα αντιδρά, δεσμεύει την περιουσία της και απαγορεύει ταινίες, τραγούδια, οτιδήποτε δικό της. Και ο τρόμος μοιάζει σχεδόν ανείπωτος όταν εκείνη η προειδοποίηση για δολοφονική απόπειρα βγαίνει αληθινή. Στις 7 Μαρτίου του 1969, στο θέατρο της Γένοβας, εκρήγνυται βόμβα με στόχο τη Μελίνα, ευτυχώς χωρίς θύματα. Λίγους μήνες αργότερα, το ίδιο συμβαίνει και στο Βέλγιο από φασιστική οργάνωση. Ο θάνατος του πατέρα της τη βρίσκει στη ξενιτιά. Όταν, στα 1972, θα πεθάνει και η μητέρα της, της επιτρέπεται η είσοδος στην Ελλάδα για μερικές ώρες. Τίποτε παραπάνω. Η Μελίνα παραμένει χωρίς ιθαγένεια και χωρίς ελληνικό διαβατήριο.

Όλα αυτά, φυσικά, θα σβήσουν σαν τους εφιάλτες από τους οποίους δραπετεύει κανείς και στις 26 Ιουλίου, δύο μέρες μετά την πτώση της χούντας, η Μελίνα επιστρέφει στην Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι σπεύδουν στο αεροδρόμιο για να τη σηκώσουν στους ώμους. Με το που βγαίνει από το αεροπλάνο κάνει δακρυσμένη το σήμα της νίκης. Και με την οριστική εγκατάστασή της στην Αθήνα, δίνει σάρκα και οστά σε ένα καινούργιο ταξίδι. Στο ταξίδι της πολιτικής.

Το 1974 είναι υποψήφια του ΠΑΣΟΚ στη Β’ Περιφέρεια Πειραιά. Χάνει την έδρα για 33 ψήφους. Στο ΠΑΣΟΚ θα διατελέσει μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Γραφείου, ενώ θα γίνει και εισηγήτρια στον Κοινοβουλευτικό Τομέα Ελέγχου Πολιτισμού. Φυσικά, δεν εγκαταλείπει το θέατρο, αλλά η βασική της προτεραιότητα είναι πλέον η πολιτική. Η εκλογή της ως βουλευτού, το Νοέμβριο του 1977, επισφραγίζει τούτη την προτεραιότητα. Οι μεγάλες στιγμές στο σανίδι δεν θα εκλείψουν. Το 1980 επαναλαμβάνει το «Γλυκό πουλί της νιότης» (πάλι με τον Φέρτη, αλλά αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία Ντασσέν), ενώ επανασυνδέεται με τον Κουν για να ερμηνεύσει την Κλυταιμνήστρα στην «Ορέστεια» σε μια κατάμεστη Επίδαυρο.

Εκλέγεται και πάλι βουλευτής το 1981 και ορίζεται υπουργός Πολιτισμού. Παραμένει στη θέση αυτή και τα οκτώ χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ως υπουργός εφαρμόζει μια έντονη εξωτερική πολιτιστική πολιτική. Οργανώνει πολλές και σημαντικές εκθέσεις σε μουσεία του εξωτερικού, συνομιλεί με σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Πάλμε, η Γκάντι, ο Μιτεράν και ο Αντρεότι, ενώ θέτει για πρώτη φορά το θέμα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα, μετατρέποντας τον στόχο αυτό σε αγώνα ζωής. «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για εμάς», λέει και ξαναλέει.

«Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Ενας φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία». Με αυτήν τη δημοκρατική φιλοσοφία χαραγμένη στην καρδιά της, θα φύγει από τη ζωή στις 6 Μαρτίου του 1994, άρρωστη και κουρασμένη, αλλά με την ψυχή της να ξεχειλίζει από Ελλάδα. «Εφυγε η Στέλλα», θα πουν κάποιοι. Μα ούτε η Στέλλα έφυγε, ούτε η Μπλανς Ντυμπουά, ούτε η Κλυταιμνήστρα. Στην πραγματικότητα, έφυγε εκείνο το κορίτσι μπροστά στον καθρέφτη. Το κορίτσι που λάτρευε τα όνειρα και τους αγώνες και τον παππού της, για να μείνει πίσω, για πάντα μαζί μας, ένα άλλο κορίτσι, διαχρονικό: Η τελευταία Ελληνίδα θεά.

Η παγκόσμια Μελίνα

Η Μελίνα Μερκούρη θεωρείται από πολλούς ξένους η πιο διάσημη και προβεβλημένη προσωπικότητα της Ελλάδας. Πορτρέτα της γυρίστηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς σε ολόκληρο τον κόσμο και περιλάμβαναν συνεντεύξεις της για τον πολιτισμό, το θέατρο, τον κινηματογράφο, για εθνικά θέματα και κυρίως για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Τιμήθηκε με μετάλλια και διακρίσεις από πολλούς αρχηγούς κρατών, από πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις, καθώς και από δήμους ολόκληρης της χώρας μας για την κοινά παραδεκτή προσφορά της στον ελληνικό πολιτισμό.

Πρωτοπόρος του πολιτισμού

Στις 28 Νοεμβρίου του 1983 η Μελίνα κάλεσε τους υπουργούς Πολιτισμού της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και τους έθεσε το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν μια κοινότητα που στερείται την πολιτιστική της διάσταση να μπορεί να αναπτυχθεί;» Αυτό το ερώτημα είναι που οδήγησε στη γέννηση του θεσμού των Πολιτιστικών Πρωτευουσών της Ευρώπης, που υλοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα με πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα την Αθήνα. Σήμερα αυτός ο θεσμός θεωρείται ό,τι πιο σημαντικό έχει να επιδείξει από πολιτιστικής πλευράς η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 320, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 13 Απριλίου 2008.