Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Τα όνειρα που στοίχειωσαν και έγιναν εφιάλτες...

Δεν βρίσκω τον λόγο να αλλάξω ούτε λέξη από το κομμάτι που έγραψα πριν από ένα χρόνο για την τραγωδία του «Χίλσμπορο». Κυρίως επειδή, αν και πέρασαν 19 χρόνια, το μυαλό ακόμα αδυνατεί να συλλάβει το μέγεθος της τραγωδίας εκείνου του απογεύματος. Η κακιά στιγμή αρκεί να φέρει όσα δεν μπορεί ο χρόνος. Θέλεις να ξεχάσεις την τραγωδία, αλλά ο νους που σαλεύει μπορεί να μην το επιθυμεί. Θα ήταν καλύτερα, λες, να επέλεγε την απώθηση των εφιαλτικών αναμνήσεων στο βάθος του εγκεφάλου. Προσδοκώντας τη λήθη. Τη βουβή παρηγοριά. Είναι, όμως, χρέος όσων από εμάς ζήσαμε τον εφιάλτη να μην τον αφήνουμε να στοιχειώσει στη λησμονιά. Να μη μένουν στη σκιά αυτά τα γεγονότα που οδηγούν στην καταστροφή.

Είναι η υπόσχεση που δίνω στον εαυτό μου κάθε φορά που περνάω από το μνημείο που υπάρχει έξω από το «Ανφιλντ». Κάνω τον σταυρό μου, αναλογιζόμενος τις 96 ψυχές που χάθηκαν λίγα λεπτά μετά τις τρεις το μεσημέρι στις 15 Απριλίου 1989. Ανθρώπους που δεν ήθελαν τίποτα περισσότερο από το να δουν ένα παιχνίδι. Την αγαπημένη τους ομάδα. Αν νικούσε κιόλας, κάτι πολύ συνηθισμένο εκείνη την εποχή, ακόμα καλύτερα. Ο τραγικός φόρος αίματος δεν θα ήταν μόνο οι 89 άνδρες και οι 7 γυναίκες που άφησαν την τελευταία τους πνοή στην πιο ακατάλληλη γηπεδική εξέδρα της εποχής, στο «Λέπινγκς Λέιν» του «Χίλσμπορο» στο Σέφιλντ. Θα ήταν και οι εκατοντάδες τραυματίες και οι πληγωμένες ψυχές που θα άφηναν πίσω τους εκείνα τα δραματικά δευτερόλεπτα. Ανθρωποι που δεν άντεξαν τους επόμενους μήνες από τον χαμό των δικών τους. Κάποιοι που άρχισαν να παίρνουν αντικαταθλιπτικά χάπια. Κάποιοι άλλοι που επιχείρησαν να δώσουν τέλος στο βάσανό τους επιλέγοντας τον δρόμο της αυτοκτονίας. Τα σημάδια στην πόλη του Λίβερπουλ είναι χαραγμένα βαθιά. Στην ιστορία της ομάδας μία ακόμα μαχαιριά. Επειτα από εκείνη της αυτοχειρίας, που αμαύρωσε το όνομά της με τις ενέργειες εγκληματικών στοιχείων κάποιων οπαδών της την αποφράδα νύχτα του «Χέιζελ».

Η εγκληματική αμέλεια της Αστυνομίας, που σε μία ήδη γεμάτη εξέδρα στον ημιτελικό του Κυπέλλου Αγγλίας Λίβερπουλ – Νότιγχαμ άφησε να εισέλθουν πάνω από 1.000 υπεράριθμοι οπαδοί χωρίς εισιτήριο, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Στην εποχή που τα απαρχαιωμένα αγγλικά γήπεδα είχαν κάγκελα το «Χίλσμπορο» ήταν από τα χειρότερα. Η καθυστερημένη αντίδραση, όταν διαφάνηκε πως υπήρχε πρόβλημα και ο κόσμος πηδούσε μέσα στο γήπεδο για να γλιτώσει, ήταν ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα που έσπασε. Η πολύ αργοπορημένη κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού αποτέλεσε το επόμενο σκαλοπάτι ενός αργού και βασανιστικού θανάτου (από ασφυξία) των πιο πολλών θυμάτων!

Αλλά και πάνω από το αίμα τους παίχτηκε ένα πόκερ εντυπώσεων. Μία φυλλάδα (η «Sun») επιδίωξε να βγάλει χούλιγκαν αυτούς τους ανθρώπους! Την ώρα που δεν είχαν προκαλέσει το παραμικρό πρόβλημα. Και αυτή η ηλιθιότητα αναπαράγεται κατά καιρούς και στην Ελλάδα! Ο τότε πρόεδρος της ΟΥΕΦΑ, ο Γάλλος Ζακ Ζορζ, παρασυρόμενος από το αντιβρετανικό μένος των συμπατριωτών του βιάστηκε να μιλήσει για «ζώα»! Την επόμενη μέρα αναγκάστηκε να καταπιεί τη γλώσσα του και να ζητήσει συγγνώμη.

Η Αστυνομία δεν έδωσε ποτέ στη δημοσιότητα τους φακέλους με το τι αληθινά συνέβη εκείνο το δραματικό μεσημέρι. Και επί σειρά ετών οι δικηγόροι των οικογενειών και οι δύο οργανώσεις που φτιάχτηκαν μετά το τραγικό συμβάν, η «Hillsborough Justice Campaign» και η «Hillsborough Family Support Group», πάλεψαν με τα κύματα για να οδηγηθούν στο εδώλιο οι υπεύθυνοι. Ο Τρέβορ Χικς, γέννημα θρέμμα Linerpudlian, έχασε εκείνη τη μέρα και τις δύο κόρες του! Πρωτοστατεί από τότε στην προσπάθεια να αποδοθεί δικαιοσύνη και, όπως λέει, αυτό τον κρατά ζωντανό! Στα περσινά εντός έδρας ματς στο Τσάμπιονς Λιγκ με την Μπαρτσελόνα, την Αϊντχόφεν και την Τσέλσι, ο κόσμος βρήκε την ευκαιρία να φωνάξει εν χορώ «Justice for the ’96». Το ίδιο και την Κυριακή με την Μπλάκμπερν.

Φυσικά ενοχλεί η μη απονομή δικαιοσύνης, αλλά η πικρή αλήθεια είναι πως δεν θα έφερνε πίσω αυτούς που χάθηκαν τόσο άδικα. Οπως άλλωστε το ίδιο συμβαίνει σε κάθε τόπο που ένα τέτοιο γεγονός σημάδεψε ένα παιχνίδι. Μία διασκέδαση. Στη θύρα 7, στο «Χέιζελ», στην Κορσική, στη Μόσχα, στη Γλασκώβη, στη Λίμα, στην Ακρα. Αλλάζουν τα μέρη, η γλώσσα, το χρώμα. Ο αριθμός των θυμάτων. Αλλου 340 ψυχές, αλλού 126, αλλού 318, αλλού 40, αλλού 21. Ο πόνος όμως είναι ο ίδιος. Το βουβό κλάμα της μάνας που δεν θα ξαναδεί το παιδί της. Του πατέρα που χάνει το βλαστάρι του. Του γιου και της κόρης που δεν θα αγκαλιάσουν ξανά τον γονιό. Της χήρας που ξαφνικά μένει μόνη. Το τιτίβισμα από τις χαρούμενες φωνές που γιορτάζουν μία νίκη μετατρέπεται σε οδυρμό. Ο θόρυβος από τα αρπακτικά πτηνά, σαν σε ταινία του Χίτσκοκ, που σου παγώνει το αίμα και έρχεται από πολύ μακριά. Ψυχές χαρωπές μέχρι πριν από λίγο, τις οποίες έρχεται ο μακάβριος βαρκάρης να πάρει στον κάτω κόσμο.

Εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι όσοι βρέθηκαν στην εξέδρα «Λέπινγκς Λέιν» πέρασαν χωρίς να ξέρουν όχι την πόρτα ενός ποδοσφαιρικού σταδίου, αλλά τις Πύλες της Κολάσεως. Εχω ξαναγράψει πως όλοι νομίζαμε με το σφύριγμα της σέντρας ότι μας χώριζαν 90 αγωνιστικά λεπτά από το «Γουέμπλεϊ». Αποδείχτηκε μακάβρια στην πράξη πως 96 αθώες ψυχές ήταν απλώς μόλις έξι λεπτά μακριά από έναν τραγικό θάνατο!

ΥΓ.: Τον Τζέιμι τον είχα γνωρίσει παιδάκι και είχε γίνει έφηβος πια όταν εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό πήγε νωρίς στο Σέφιλντ, γιατί ο παππούς του τού είχε κάνει δώρο καλό εισιτήριο και πρώτη θέση στο τρένο για τα πρόσφατα γενέθλιά του! Ποιος ξέρει; Αν δεν πήγαινε από τους πρώτους στο γήπεδο, μπορεί να ήταν ακόμα στη ζωή, ολόκληρος άνδρας. Ονειρευόταν πάντα να δει τη Λίβερπουλ πρωταθλήτρια Ευρώπης. Τα ερωτήματα σχετικά με το πώς έφυγε από τη ζωή, όπως και οι άλλοι 95, παραμένουν αναπάντητα. Κοιτώντας προς τον ουρανό το βράδυ της «επικής» ανατροπής στην Πόλη τον Μάη του 2005, την ώρα που σήκωνε ο Στίβεν Τζέραρντ το Κύπελλο, είμαι απολύτως βέβαιος ότι τον πήρε το μάτι μου να χαμογελά...

Του Χρήστου Σωτηρακόπουλου από την "SportDay" της Τρίτης, 15 Απριλίου 2008