Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Η Ελληνική κόλαση

Πεθαίνει ένας κακός, πάει στη κόλαση. Με έκπληξη του, εκεί διαπιστώνει ότι υπάρχει διαφορετική κόλαση για κάθε χώρα.

Καθ’ ότι Γερμαναράς ο εκλιπών ρωτάει στο information desk τι πρόγραμμα περιλαμβάνει η Γερμανική κόλαση. «Χαλαρό προγραμματάκι» του απαντάει του διαόλου η κόρη. «Ξεκινάμε με την ηλεκτρική καρεκλίτσα για να ζεσταθούμε, μετά ξαπλώνουμε σ’ ένα κρεβατάκι με καρφιά κι έρχεται ο Γερμανός διάολος μετά, ο Χάι Χίτλερ, και σε μαστιγώνει μέχρι να λιποθυμήσεις. Ύστερα σε ρίχνει στο καζάνι, σιγοβράζεις και πίνει το ζουμί σου».

«Να μας λείπει το βύσσινο», μουρμουρίζει ο συγχωρεμένος και την ψάχνει προς Αμερικάνικη κόλαση μεριά. Αλλά παντού τα ίδια βασανιστήρια, τα βεελζεβουλικά.

Κοιτάει προς Ελβετικές κολάσεις, κάτι Σκανδιναβικές που υποτίθεται θα ήταν πιο φιλελεύθερες και ανεκτικές, όμως φίλε μου, η κόλαση είναι κόλαση,. Μια ζωή θα είσαι μέσα στο πυρ το εξώτερο, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις και διαφυγές.

Ξαφνικά, μπροστά του στην Ελληνική κόλαση ατελείωτες ουρές απ’ όλες τις φυλές και τις εθνικότητες. Παίρνει από το μηχάνημα το νούμερο 666 και ρωτάει ψιθυριστά τον μπροστινό του, έναν Αργεντινό: «Ρε συ φίλε, γιατί έχουν μαζευτεί όλοι εδώ; Μήπως έχει κάποιο προγραμματάκι λίγο πιο ανεκτικό;»

«Φιλαράκο μου, τι να σου πω: Έχει ηλεκτρική καρεκλίτσα, κρεβατάκι με καρφιά κι έρχεται κι ο Έλληνας διάολος μετά, σε μαστιγώνει μέχρι να λιποθυμήσεις, σε χώνει στη καζάνα, σιγοβράζεις και το ζουμάκι σου ρουφά». …

«Και καλά, γιατί έχουνε μαζευτεί όλοι εδώ και έχει τέτοια ουρά;»

«Χάαα, διότι φιλαράκο μου το προσωπικό εδώ είναι αραχτό, βαριέται να δουλέψει και τώρα που του μειώνουν και τις συντάξεις κατεβαίνει σε απεργίες. Η ηλεκτρική καρέκλα δεν δουλεύει γιατί αυτοί ενδιαφέρονται μόνο πως θα ξεπουλήσουν τη ΔΕΗ σε άλλη κόλαση. Αστυνομία δεν υπάρχει κι έχουνε κλέψει όλα τα καρφιά απ’ το κρεβάτι.» …

«Και το μαστίγωμα, ο Έλληνας διάολος, το καζάνι, το ζουμί;»(!)

«Χαλαρά φιλαράκο μου, χαλαρά. Αυτά γίνονται μόνο στα χαρτιά. Ο Έλληνας διάολος το μόνο που κοιτάει είναι μήπως ξεπέσει εδώ κάτω κάνας ματσωμένος που δεν βρήκε άκρη να λαδώσει για να πάει στον παράδεισο. Του κάνει κάνα βασανιστηριάκι στην αρχή και μόλις πάρει τη μιζούλα του υπογράφει ότι έγινε λάθος και τον στέλνει πίσω στον παράδεισο μετεγγραφή» …

«Κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι; Που είμαστε άφραγκοι, φτωχαδάκια, πρώην κοινοί θνητοί;»

«Μη χολοσκάς,. Ούτε ο διάολος δεν ενδιαφέρεται για μας! Βάζει κάτι τσιράκια, του διαόλου κάλτσες, που’ ναι τεμπελχανάδες και αργόμισθοι, οι οποίοι πότε έρχονται, πότε δεν έρχονται, χτυπάει ο ένας τη κάρτα του άλλου, υπογράφουν για τη καρέκλα, τα καρφιά, το μαστίγιο και το καζάνι και μετά πάνε κι αράζουνε στο ουζερί απέναντι και γίνονται λιάρδα. Μη σου φύγει κουβέντα δικέ μου: εδώ μέσα θα την περάσουμε ζάχαρη!»