Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ. ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ. Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων

Η οδυνηρή μαρτυρία του Γιάννη Σταθόπουλου, του ανθρώπου που έθεσε σε λειτουργία τα κρεματόρια στο Αουσβιτς.
Μια άγνωστη σελίδα του μεγάλου πολέμου: Χιλιάδες έλληνες χριστιανοί βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι περισσότεροι στα κρεματόρια του Αουσβιτς. Τα φρικιαστικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας γίνονταν στα κολαστήρια υπό τους ήχους μπάντας, επικεφαλής της οποίας ήταν στο Νταχάου ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Στην παρατήρηση του ισραηλινού καθηγητή Jehuda Bauer ότι «μπορεί να μην ήσαν όλα τα θύματα εβραίοι, αλλά πάντως όλοι οι εβραίοι υπήρξαν θύματα», η οποία διατυπώθηκε στη Διάσκεψη του Λονδίνου το 1998, η περίπτωση της χώρας μας αποτελεί ένα δυσάρεστο παράδειγμα αφού, πλην των Αθιγγάνων της, υπήρξε και μια μερίδα του πληθυσμού της, περί τις 7.000 ψυχές ελλήνων χριστιανών, που βρήκαν οι περισσότεροι μαρτυρικό θάνατο στα κρεματόρια του Αουσβιτς. Ενας από αυτούς που ευτυχώς διέφυγε τον θάνατο και του οποίου η μαρτυρία καταγράφεται παρακάτω ήταν και ο νεαρός τότε φοιτητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Γιάννης Σταθόπουλος από την Πάτρα. Τον Σταθόπουλο κατέδωσε στους Γερμανούς ο συμπολίτης του, μετέπειτα υπουργός Παιδείας της χούντας, Ν. Σιώρης ως επονίτη. Συνελήφθη και μέσω Κορίνθου, Βελιγραδίου και από εκεί σιδηροδρομικώς οδηγήθηκε στο Νταχάου. Θύμα καταναγκαστικής εργασίας στο εργοστάσιο της BMW, παρέμεινε ως τη λήξη του πολέμου έγκλειστος στο Νταχάου. Ηταν αυτός που λόγω των σπουδών του στη Σχολή Μηχανολόγων του ΕΜΠ επελέγη και οδηγήθηκε στο Αουσβιτς προκειμένου να θέσει, εν αγνοία του, σε λειτουργία τα κρεματόρια. «Δεν γνώριζα τι είχαν σκοπό να κάνουν με αυτά» είπε στη γράφουσα σε μαγνητοσκοπημένη δίωρη συνέντευξη που του πήρε πριν από λίγους μήνες, στις 13 Οκτωβρίου 2007. «Πολύ αργότερα έμαθα...» είπε κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του.
Ο Σταθόπουλος στις 25 Ιανουαρίου 1945, και ενώ όλα έδειχναν ότι οι Σύμμαχοι κέρδιζαν τον πόλεμο, έπεσε θύμα ιατρικών πειραμάτων από τον γιατρό Μπέκερμαν. Οταν τον Μάιο μπήκαν τα αμερικανικά στρατεύματα στο Νταχάου το τραύμα του ακόμη πυορροούσε. Οι Αμερικανοί τον υπέβαλαν σε νέα χειρουργική επέμβαση και σώθηκε χάρη στη δυνατή αντιβίωση με πενικιλίνη. Εζησε με έναν νεφρό ως τα 82 του. Από το περασμένο καλοκαίρι υποβαλλόταν σε συνεχείς αιμοκαθάρσεις. Πέθανε λίγες ημέρες μετά, το μεσημέρι της Κυριακής 28 Οκτωβρίου, ήσυχα. Χαιρόταν που η πολιτεία είχε δείξει ενδιαφέρον να ζητήσει τη μαρτυρία του. «Τώρα μπορώ να πεθάνω...» είπε μετά το τέλος της συνέντευξης. Και το έκανε.
Περηφανευόταν για την ελληνική Αντίσταση στους συγκρατουμένους του, περιέγραψε όμως με τα μελανότερα χρώματα τον ρόλο του Ζαχαριάδη μέσα στο στρατόπεδο που απολάμβανε ειδικά προνόμια από τους Γερμανούς: ήταν υπεύθυνος για την καθημερινή επιλογή κρατουμένων για τα τάγματα εργασίας και συνόδευε ως επικεφαλής την μπάντα για την εκτέλεση των μελλοθανάτων. Το παρακάτω απόσπασμα αναφέρεται στο μαρτύριό του ως θύματος ιατρικών πειραμάτων των ναζιστών [διατηρήθηκε, κατά τη μεταφορά του κειμένου, η ζώσα γλώσσα του θύματος].
«Πιο αδικημένοι ήταν οι Ανατολικοεβραίοι. Αυτοί είχαν προτεραιότητα στον θάνατο. Ακόμα κι εκεί κάνανε διακρίσεις... Εγώ υπέστην βανδαλισμούς. Ημουν ένα από τα σοβαρά θύματα. Μου πήραν ένα νεφρό. Οι Γερμανοί κάνανε επεμβάσεις σε νέους ανθρώπους. Ημουν νέο και γερό παιδί. Στις 25 Γενάρη του 1945 γυρίζοντας από το εργαστήριο της BMW που δουλεύαμε νυχτερινή βάρδια, γυρίσαμε στις 7 το απόγευμα οδοιπορώντας και, αντί να μπούμε με βήμα κανονικό, μας ζήτησαν να κάνουμε σημειωτόν. Δεν ξέραμε το γιατί. Εφτασε η σειρά η δική μου. Περνάει ένας με άσπρη ρόμπα, κάνει έτσι και δείχνει εμένα. Στο τέλος περάσανε, μπήκανε όλοι μέσα στο στρατόπεδο όσοι εργαζόσαντε στη βάρδια και είχαμε μείνει κάπου 80, όλοι νέοι, Ρώσοι, Πολωνοί, το 'να τ' άλλο, ήτανε κι ένας Ουγγαρέζος, δεν κάνανε διάκριση εδώ, μόνο σωματική, έψαχναν τους γερούς.
Μας πήγαν στο νοσοκομείο του στρατοπέδου (σταματάει για λίγο)... Μπέκερμαν το όνομα του γιατρού, έχω αρχίσει λίγο να ξεχνάω. Μας πήγαν στην κεντρική αίθουσα του νοσοκομείου, μια παράγκα που αριστερά είχε φαρμακείο και δεξιά εργαλεία χειρουργικά. Μας βάζουν στο κέντρο, εγώ όμως σαν έλληνας πονηρός πήγα και στάθηκα κοντά στο μοναδικό παράθυρο που υπήρχε. Στο μεταξύ ανοίγει η πόρτα και καλούν μέσα δυο-τρεις. Μετά μισή ώρα παίρνουν κι άλλους. Μ' έπιασε η πονηριά... Τι γίνεται; Τι τους κάνουν; Ανοίγω το παράθυρο, σκύβω ύπτια προς τα έξω, κάνω αριστερά δεν βλέπω τίποτε, κάνω δεξιά και κόπηκε η καρδιά μου! Είδα πτώματα χωρίς κεφάλια, άλλους ανοιγμένους στο στήθος, τώρα τι έλειπε ποιος ξέρει. Τα κεφάλια, όμως, οπωσδήποτε! Κλείνω αμέσως το παράθυρο και λέω: "Παναγιά μου, μάνα μου, πώς θα σωθώ;". (βουρκώνει) Τι έκανα; Αρχίζει και δουλεύει στο μυαλό μου η σκέψη της απόδρασης.
Υστερα από λίγο λέω σε κάτι ρωσάκια: "Τι κάνουν;". Αυτοί όμως δεν μιλάγανε. Ανοίγω το παράθυρο που μ' έβρισκε ως τη μέση και πέφτω στα χιόνια. Είχε χιόνια τότε. Κατευθείαν πάω κάτω από την παράγκα γιατί είχε ύψος, δεν εφαπτόταν στο χώμα. Και ξεκινάω από την παράγκα 1 κι έφτασα στην παράγκα 14, εκεί που έμεναν οι δικοί μου. Λέω, το πρωί που θα σηκωθούν αυτοί στις 5 - τέτοια ώρα ξυπνούσαμε - θα βρεθώ εκεί και δεν θα καταλάβουν τίποτε. Εκανε κρύο μεγάλο. Αυτό που φοράγαμε τι ήταν; Τίποτε. Ενα πουκάμισο και το σακάκι. Κουλουριάζομαι όσο μπορούσα κι έφτασα να γλείφω τα πόδια μου! Αρχισα να ελπίζω! Θα σωθώ! Δεν έγινε έτσι όμως. Υστερα από δύο ώρες ακούστηκαν σκυλιά! Με βρίσκουνε. Ερχονται κατεπάνω μου και με δαγκώνουν. Βγαίνω έξω. "Raus, raus! " φώναζαν. "Ich werde dich tοten", θα σε σκοτώσω! Βγαίνω λοιπόν ανάποδα. Με πιάνουν από τον ώμο, με σέρνουν και με πάνε κατευθείαν στο χειρουργικό κρεβάτι. Εκεί είδα πραγματικά την αλήθεια. Γυάλες μεγάλες που είχαν μέσα κεφάλια. Αλλο κεφάλι με κλειστά μάτια, άλλο με τραβηγμένο πίσω στόμα, σαν να γελούσε (δείχνει), άλλο έτσι, άλλο αλλιώς. Ο,τι πρόλαβα είδα. Με ξαπλώσανε στο κρεβάτι και λέω: "Χριστέ μου, Παναγιά μου, μάνα μου", η μάνα μου ήταν στην πρώτη βαθμίδα γιατί έτσι πρέπει να είναι (κλαίει πολύ)... Την αγαπούσα τη μάνα μου! Ηλθανε και μου βάλανε τη μάσκα (της νάρκωσης) και έφυγα από τη ζωή. Δεν έφυγα όμως. Εζησα! Ποιος παρακάλεσε για αυτό; Ο γιατρός; Δεν ξέρω. Σκέφτηκε να μου κόψει τον λαιμό; Να με ανοίξει; Ημουνα τυχερός.
Ο δόκτωρ Drost, Ολλανδός, ο οποίος ήταν προϊστάμενος του νοσοκομείου, μου 'γνεψε να ξαπλώσω, γιατί μόλις ξύπνησα ανασηκώθηκα, πονούσα αλλά κάνοντας έτσι βλέπω έναν αναίσθητο δίπλα μου. Μου είπαν ότι ήταν Ολλανδός από την Ελβετία. Τον είχαν πιάσει την ίδια μέρα με εγγλέζικη στολή. Ηταν αεροπόρος κι ήταν εκείνη η μέρα που κατέστρεψαν το Μόναχο οι Αγγλοαμερικάνοι. Τον φέρανε στο στρατόπεδο, του κάνανε πειράματα και τον είχανε διασωληνωμένο. Μετά λίγο ανοίγει τα μάτια του. Κάνω έτσι και τον βλέπω. "What happened? " του λέω. Μου κάνει έτσι, "μη μιλάς!". Ηλθε τότε ο δόκτωρ Drost - το γραφείο του ήταν υπερυψωμένο για να ελέγχει τους πάντες - και μου λέει: Κάτσε καλά. Θα σου πω μετά (στα γερμανικά), είσαι ο πιο τυχερός! (πάλι στα γερμανικά). Αυτός εδώ δεν θα ζήσει. Του κάνουνε πειράματα με πενικιλίνες. Το μυστικό όπλο των Συμμάχων ήταν οι πενικιλίνες και ψάχνανε και οι Γερμανοί.
Εκαναν πειράματα στην Bayer για να βρούνε κι αυτοί την πενικιλίνη αλλά δεν τα καταφέρανε. Εμένα πάντως η πενικιλίνη με έφερε στη ζωή. Πώς; Συνεχίζω να ζω. Εμεινα οκτώ ημέρες στο νοσοκομείο. Το τραύμα δεν έκλεινε. Πυορροούσε. Ο δόκτωρ Drost με περιποιείτο. Μου έλεγε: "Οχι αυτό το νερό! Θα το βράζεις, αλλιώς το νερό αυτό θα σε σκοτώσει!". Ετσι έκανα έως ότου ήλθαν οι Αμερικάνοι και το πρώτο που μας έφεραν ήταν νερό και τροφές στη μεγάλη αίθουσα. Ηλθα στα πόδια μου λιγουλάκι, αλλά το τραύμα έρρεε, βγήκα όμως έξω με τους άλλους να χτυπήσω τους Γερμανούς. Δεν άντεχα. Οι άλλοι όμως πήραν εκδίκηση. Δέκα μέρες κράτησε το μακελειό. Τους βάζανε έναν έναν στη μέση οι Ρώσοι, κάνανε κύκλο και μετά άρχιζε το ξύλο. Εχετε ακούσει που λένε μπλε μαρέν;..». Ολόκληρη η συνέντευξη είναι συγκλονιστική. Ο Σταθόπουλος ζήτησε σε πέντε ημέρες να με ξαναδεί για συμπληρωματικά στοιχεία. Ελειπα στο εξωτερικό. Δεν πρόλαβα. Πέθανε και η στενοχώρια δεν λέει να με αφήσει. Ολόκληρη η μαρτυρία του μαζί με τις φωτογραφίες του Γιώργου Πηλιχού θα περιληφθούν σε ειδική έκδοση.

Μπιρκενάου
Η άγνωστη εξέγερση των ελλήνων

«Σαν Ελληνας είμαι υπερήφανος γιατί Ελληνες οργάνωσαν αυτήν την επανάσταση» γράφει στα απομνημονεύματά του ο Χάιντς Κούνιο από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος σε ηλικία 15 ετών οδηγήθηκε στο Αουσβιτς όπου και κρατήθηκε ως το τέλος του πολέμου με τον αριθμό 109565. Τον Οκτώβριο του 1944, στο στρατόπεδο Αουσβιτς ΙΙ (Μπιρκενάου) εκδηλώθηκε εξέγερση κρατουμένων της ομάδας Sfnderkommando (περί τους 1.000, οι περισσότεροι Ελληνες, αλλά και αρκετοί Ρώσοι), με αφορμή τη θανάτωση αρχικά 200 κρατουμένων και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από σημείωμα της 7ης Οκτωβρίου 1944, άλλων 700 μελών της ομάδας. Το σύνθημα της εξέγερσης ήταν:
«Δεν επιθυμούμε να πεθάνουμε χωρίς αντίσταση. Ο κόσμος πρέπει να μάθει για τα εγκλήματα των SS διά μέσου του θανάτου στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι». Η εξέγερση απέτυχε γιατί έγινε, χωρίς καλή προετοιμασία, την ώρα του φαγητού που υποτίθεται ότι οι κρατούμενοι ήταν σε θέση να «καθαρίσουν» τους λιγοστούς σκοπούς. Κάποιος όμως φαίνεται ότι είχε προδώσει το σχέδιο και οι SS, αντί να βρίσκονται στην τραπεζαρία, δεν είχαν φύγει. Ωστόσο, με το σφύριγμα του συνθήματος η έκρηξη έγινε και οι ζημιές ήταν τόσο μεγάλες ώστε για πολύ καιρό τα κρεματόρια έμειναν αχρησιμοποίητα. Ολοι οι κρατούμενοι πέθαναν. Ο ηρωισμός τους όμως έγινε παράδειγμα για τους υπολοίπους στον αγώνα κατά τωνναζιστών. Η μικρή Ελλάδα είχε ακόμη μία φορά δείξει στον κόσμο ότι γεννά ήρωες...

Αουσβιτς,
το στρατόπεδο του θανάτου

Οδοιπορικό σε έναν από τους πιο φριχτούς τόπους της Γης με αφορμή την 27η Ιανουαρίου, Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος Τρόμος και φρίκη: οι λέξεις αυτές ταιριάζουν όχι μόνο στις μαρτυρίες από τις αφηγήσεις των διασωθέντων αλλά και στο τι αισθάνεται ο σημερινός επισκέπτης του Αουσβιτς. Λέγεται ότι από το 1944 οι Σύμμαχοι γνώριζαν τι γινόταν στα στρατόπεδα του θανάτου από μέλη της πολωνικής αντίστασης. Από τον Ιούνιο ήδη του 1944 οι εβραϊκές οργανώσεις ζητούσαν από τους Συμμάχους να βομβαρδίσουν το Αουσβιτς-Μπιρκενάου.
Ισως να είχαν διαφύγει κάμποσες χιλιάδες τον οικτρό θάνατο και τα βασανιστήρια, έστω κι αν έχαναν τη ζωή τους τελικά με τους βομβαρδισμούς. Επειδή όμως όλα όσα συνέβαιναν εκεί ακούγονταν υπερβολικά, οι Σύμμαχοι επέλεξαν να μη βομβαρδίσουν τα στρατόπεδα για να διαπιστώσουν τι πραγματικά διαδραματιζόταν μέσα σε αυτά. «Βλέπαμε τα αεροπλάνα των Εγγλέζων και των Αμερικανών να πετούν από πάνω μας και ούτε μία βόμβα! Ελπίζαμε, μα τίποτε... Μας είχε ξεχάσει ο Θεός, μας είχαν ξεχάσει κι οι άνθρωποι» αφηγείται διασωθείσα. Το κρύο, η έλλειψη φαγητού και οι αρρώστιες θέριζαν όσους δεν οδηγούνταν αμέσως στον θάνατο (γυναίκες, κυρίως, μικρά παιδιά και γέροντες) και κρίνονταν ικανοί για εργασία. Αλλά και αυτοί με την παραμικρή αφορμή, επειδή έπιασαν από κάτω ένα τσιγάρο ή γιατί χρειάστηκε τη συγκεκριμένη στιγμή να πάνε στην τουαλέτα, εκτελούνταν επί τόπου. Αλλοι, προκειμένου να λυτρωθούν, έτρεχαν να πέσουν πάνω στα ηλεκτροφόρα σύρματα. Και τους άφηναν για να τους συλλάβουν την τελευταία στιγμή οδηγώντας τους στο κτίριο του θανάτου, όπου υπέκειντο σε σκληρά βασανιστήρια προτού τους εκτελέσουν. Στους τοίχους υπάρχουν ακόμη σήμερα τα σημάδια από τα νύχια των θυμάτων που απεγνωσμένα έψαχναν τρόπο να διαφύγουν. Οταν οι κρατούμενοι προς τον θάνατο ήταν 50-100, τους ζητούσαν να γδυθούν και τους άφηναν να περάσουν σ' ένα μικρό διπλανό δωμάτιο. Τους εκτελούσαν έναν έναν και κατόπιν από την πίσω πόρτα τούς οδηγούσαν κατευθείαν στο κρεματόριο. Οταν ήταν ακόμη λιγότεροι, δεν χαλάλιζαν ούτε σφαίρες. Τους έβαζαν ζωντανούς στους φούρνους, όπως τον μικρότερο γιο της οικογένειας των Ρότσιλντ. Οι κραυγές πόνου έσκιζαν τον αέρα. Τα κρεματόρια δεν έπαψαν να λειτουργούν από την ημέρα που τέθηκαν σε λειτουργία ούτε μέρα ούτε νύχτα, ακόμη κι όταν έβρεχε ή χιόνιζε. Homo homini lupus... Η περιοχή του Αουσβιτς δεν επελέγη τυχαία. Οπως κατέθεσε στη δίκη του ο διοικητής του στρατοπέδου Ρούντολφ Χες, «το θέρος του 1941, δεν μπορώ να θυμηθώ το ακριβές χρονικό σημείο, διατάχθηκα ξαφνικά να παρουσιασθώ στον αρχηγό των Ες Ες στο Βερολίνο. Αντίθετα προς τα ειωθότα, μου δήλωσε άνευ παρουσίας υπασπιστού τα εξής: ο Φύρερ διέταξε την οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος και εμείς, τα Ες Ες, πρέπει να εκτελέσουμε τη διαταγή αυτή. Οι υφιστάμενες υπηρεσίες εξόντωσης στην Ανατολή δεν είναι σε θέση να εκτελέσουν τις σκοπούμενες ενέργειες μεγάλης κλίμακας. Ως εκ τούτου, όρισα για τον σκοπό αυτόν το Αουσβιτς, αφενός λόγω της ευνοϊκής θέσης από απόψεως συγκοινωνιακής τεχνικής, αφετέρου επειδή η περιοχή εκεί είναι δυνατόν να περιφραχθεί και να καμουφλαρισθεί εύκολα...». Αυτό εξηγεί και το γιατί οι Σύμμαχοι άργησαν να εντοπίσουν το Αουσβιτς, το οποίο εντελώς τυχαία κάποιος αμερικανός πιλότος φωτογράφισε πετώντας προς Γερμανία. Στη λύση με τα αέρια κατέληξε ο Αντολφ Αϊχμαν, διευθυντής Ασφαλείας του Ράιχ, «ως τη μέθοδο με τα περισσότερα πλεονεκτήματα». Αμέσως μετά, σε μυστική σύσκεψη τον Ιανουάριο του 1942 σε προάστιο του Βερολίνου, ο Χάινριχ Μύλερ, διευθυντής της Γκεστάπο, έβαλε σε εφαρμογή το «σχέδιο τελικής λύσης του εβραϊκού ζητήματος» δίνοντας εντολή «να χτενιστεί η Ευρώπη από τα δυτικά στα ανατολικά».

Της Φωτεινή Τομαή, προϊσταμένης της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών. Από το "BHMA της Κυριακής", 27 Ιανουαρίου 2008