Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Πηνελόπη Δέλτα: Παραμύθι χωρίς όνομα

Απρίλιος 1874 ~ 27 Απριλίου 1941

Ανθολόγησε την παιδική αθωότητα μέσα από βιβλία-σταθμούς. Βίωσε μαρτυρικά έναν καταδικασμένο έρωτα. Και η εύθραυστη ιδιοσυγκρασία της την οδήγησε αρκετές φορές στην σκοτεινή όχθη ενός βάλτου με δηλητήριο. Στο τέλος τα κατάφερε: μόλις είδε τους Γερμανούς να κυκλώνουν την Αθήνα έτρεξε να συναντήσει το πεπρωμένο της ...

Μια φορά κι έναν καιρό, στην όμορφη Αλεξάνδρεια, γεννήθηκε ένα μελαγχολικό, γυάλινο κορίτσι, που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ραγίσει με το παραμικρό χτύπημα. Το βάφτισαν Πηνελόπη. O πατέρας του κοριτσιού, ο Εμμανουήλ Μπενάκης, ήταν ένας αυστηρός μεγαλέμπορος βαμβακιού που δεν θα άφηνε και πολλά περιθώρια στην ευαίσθητη φύση εκείνης της γυάλινης κούκλας.

H Πηνελόπη θα μεγάλωνε με όλη την αυστηρότητα, αλλά και την ανατροφή που άρμοζε σε ένα κορίτσι της αστικής τάξης: ιερή κατήχηση, ξένες γλώσσες, ζωγραφική, ανάγνωση και φυσικά την απαράβατη υποχρέωση να εμφανίζεται στις κοσμικές συγκεντρώσεις της ελληνικής παροικίας (τις οποίες η ίδια βαριόταν αφόρητα). H εύπορη οικογένεια της παρείχε τη δυνατότητα να ταξιδέψει στας Eυρώπας από νωρίς: Παρίσι, Γκρατς, Λονδίνο. Την υποχρέωσε, όμως, στα 21 της, να παντρευτεί έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν ήταν ερωτευμένη: τον Στέφανο Δέλτα. Tον είχε συναντήσει πρώτη φορά στις 8 Aυγούστου του 1895, ύστερα από σύσταση του θείου της, Γιάννη Χωρέμη

H απόπειρα αυτοκτονίας δεν συγκίνησε τον Μπενάκη, ο γάμος με τον Δέλτα έγινε όπως είχε οριστεί και η Πηνελόπη ακολούθησε τον δρόμο που οι άλλοι της είχαν επιλέξει. Και για να προστατεύσει το γυαλί από το οποίο ήταν πλασμένη, βρήκε καταφύγιο στα κουκλόσπιτα ετούτου του δρόμου, με την ανατροφή των τριών θυγατέρων της, της Σοφίας, της Bιργινίας και της Αλεξάνδρας, να την απορροφά στα πρώτα χρόνια του γάμου της. Ώσπου ήρθε εκείνος ο κυκλώνας να σαρώσει τα πάντα μέσα από το πρόσωπο του Ίωνα Δραγούμη, του νεαρού υποπρόξενου από τη Μακεδονία που σύντομα θα γινόταν γενικός πρόξενος στην Αλεξάνδρεια Tον πρωτογνώρισε το 1905, εκείνος, ένας άντρας καριέρας, πλημμυρισμένος από ιδέες και ιδανικά. Εκείνη, μια γυάλινη κούκλα. H ρίζα που τους ένωσε στάθηκε και για τους δύο διέξοδος από το ασφυκτικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Αλεξάνδρειας Και αυτή η ρίζα απλώθηκε βαθιά στις καρδιές τους. Τόσο βαθιά, που εκείνη η αρχική αμοιβαία έλξη εξελίχθηκε σε μια παράφορη σχέση.

Θα κρατούσε τέσσερα χρόνια. Τέσσερα χρόνια που έμειναν στην ψυχή της για πάντα σαν τη ρωγμή ενός γυαλιού που δεν σβήνει. Μπροστά στο ανέφικτο, η Δέλτα έκανε δύο ακόμα απόπειρες αυτοκτονίας. Έφτασε στο σημείο να ομολογήσει τα πάντα στον άντρα της μόνο και μόνο επειδή ήθελε να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό της. Αλλά το ανέφικτο, εκεί, να ορθώνει τη μαύρη σκιά του: η ίδια να ελπίζει πως θα αποκτήσει κάποτε την ελευθερία της, αλλά να σκοντάφτει ξανά και ξανά στους οικογενειακούς φραγμούς, καθώς και στη δική της αίσθηση του καθήκοντος απέναντι σε έναν ευγενικό σύζυγο και τρεις υπέροχες κόρες. «Ήμασταν δύο ανόμοιες φύσεις και μας είχαν ρίξει στο ίδιο καλάθι, δύο κατάδικοι της ζωής, να τα βγάλουμε πέρα όπως μπορούσαμε. Και αλληλοσπαραχθήκαμε».

Λόγια για τον Δραγούμη από τις «Αναμνήσεις» που θα έγραφε πολύ αργότερα. «Είναι γλύκα και την αγαπώ, αλλά και να μ’ αγαπά είναι γλύκα, και τι παρηγοριά στον πόνο μου», θα έγραφε εκείνος στο Ημερολόγιό του. πως και να ’χει, η σχέση τους έληξε στα 1912, όταν ο Δραγούμης συνδέθηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, και από τότε η Πηνελόπη Δέλτα φόρεσε μαύρα ρούχα έως το τέλος της ζωής της. Κάπου εκεί γεννήθηκε και η μεγάλη συγγραφέας που όλοι γνωρίζουμε.

Μέσα από τα χαλάσματα της ψυχής της, στη σκοτεινή πλευρά της «αριστοκρατίας» της Αιγύπτου Το 1909, σε ηλικία 35 ετών, η γυάλινη κούκλα δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα στον «Λαό» της Πόλης. Την ίδια χρονιά εξέδωσε και το πρώτο της παιδικό μυθιστόρημα, το «Για την πατρίδα», ένα έργο που αναφέρεται στο Βυζάντιο Το 1910 άρχισε να αλληλογραφεί με τον Γκούσταβ Σλούμπεργκερ, τον κορυφαίο βυζαντινολόγο της εποχής της, και μέσα από αυτή την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών γεννήθηκε το μυθιστόρημα «Tον καιρό του Βουλγαροκτόνου», καθώς και ένα ημιτελές έργο (που θα δημοσιευόταν πολλές δεκαετίες αργότερα, στα 1983), «Το Γκρέμισμα». Από το 1913 και για τα επόμενα τρία χρόνια, η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε μια σειρά από διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στην «Εστία» και σε άλλες εφημερίδες της εποχής.

Το 1916 εγκατέλειψαν για πάντα την Αλεξάνδρεια και εγκαταστάθηκαν στην Κηφισιά Ήταν τότε που η Πηνελόπη άρχισε να συλλέγει υλικό για τον Μακεδονικό Αγώνα και να κάνει τα πρώτα σχεδιάσματα του «Μάγκα». Τώρα πια ήταν αφοσιωμένη ολότελα στη γραφή. Εκεί μονάχα μπορούσε να διυλίζει το πάθος της και να βρίσκει την απόλυτη ελευθερία που ονειρευόταν από παιδί, προσπαθώντας να καταπνίξει ταυτόχρονα και τον πόνο της από τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, το 1920, από ένα εκτελεστικό απόσπασμα φανατικών βενιζελικών υπό τις διαταγές του ίδιου του πατέρα της. Από το 1918, που πρωτοπηγαίνει στη Μακεδονία σε αποστολή περίθαλψης προσφύγων, έως το 1924 έχουμε λίγα δημοσιευμένα πράγματα, αλλά είναι τότε, στα 1925, που η ίδια έκανε το μεγάλο βήμα, εκδίδοντας τη «Ζωή του Χριστού», ένα βιβλίο για τη συγγραφή του οποίου αφιέρωσε πολύ χρόνο σε συνομιλίες με τον Χρύσανθο, τον Μητροπολίτη Tραπεζούντος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών

Mε το «Παραμύθι χωρίς όνομα» ήδη δημοσιευμένο και με τις καλές συστάσεις να τη συνοδεύουν πλέον παντού, η Δέλτα έγραψε στον Παλαμά: «Αποφάσισα να πάρω τη βουτιά... να κάμω κάτι ελληνικό, με ελληνικές ιδέες, σε ένα ελληνικό περιβάλλον». Και τίποτε δεν την πτοεί, ούτε καν τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας της, που έκαναν την εμφάνισή τους το καλοκαίρι του 1925. Άρχισε να γράφει τις «Pωμιοπούλες», ένα φιλόδοξο έργο σε τρεις τόμους, του οποίου η δράση ξεκινάει με την πτώση του Τρικούπη, το 1895, και φτάνει ίσαμε την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920.

Οι «Pωμιοπούλες» γράφτηκαν σε μια μακρά περίοδο πυρετώδους δημιουργίας, από το 1927 έως το τέλος του 1939, μια περίοδο κατά την οποία η Δέλτα επεξεργάστηκε και δημοσίευσε τρία από τα πλέον σημαντικά βιβλία της, τον «Tρελαντώνη» (1932), τον «Μάγκα» (1935) και βεβαίως το «Στα μυστικά του βάλτου» (1937). Την ίδια εποχή έχασε τους γονείς της και είναι τότε που ο Βενιζέλος άρχισε να επισκέπτεται πολύ συχνά το σπίτι της Κηφισιάς Η αγάπη της για την πατρίδα έμελλε να αποβεί μοιραία για την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία ενός κρυστάλλου. Στα βιβλία της ετούτη την αγάπη την πέρασε σκιαγραφώντας το πορτρέτο του νέου Έλληνα, που είναι ικανός να πεθάνει για το όραμά του και που έχει στραμμένο το βλέμμα του στο μέλλον δίχως να παραγνωρίζει το παρελθόν. Ως όχημα χρησιμοποίησε κυρίως τη γλώσσα που μιλούν τα παιδιά στη μάνα και με τη δική της εμπειρία ως μητέρα αμφισβήτησε έντονα τους κανόνες της άτεγκτης αυστηρότητας προς τα παιδιά, στέλνοντας ακόμα ένα μήνυμα στον αρτηριοσκληρωτικό πατέρα της. Άραγε να διάβασε κάποια από αυτά ο Μπενάκης; Και αν ναι, τι θα ένιωσε;

Το σίγουρο είναι ότι στα 1940 η Πηνελόπη Δέλτα ήταν μια κουρασμένη, άρρωστη γυναίκα, που ατένιζε τις λεπτές ρωγμές στα τρίσβαθα της ψυχής της. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν μια σειρά από χαρτιά και ημερολόγια του Ίωνα Δραγούμη που της έφερε τον Απρίλιο ο αδελφός του, ο Φίλιππος Δραγούμης. Παρ’ όλο που η υγεία της ήταν σε κακή κατάσταση και είχε γραμματέα στην οποία υπαγόρευε τα κείμενά της, κάθισε και έγραψε μόνη της άλλες περίπου χίλιες σελίδες για την ιστορία της με τον Δραγούμη. Αλλά το αφήγημα έμεινε μετέωρο στη μέση μιας φράσης, όπως οι μεγάλοι έρωτες μένουν συχνά μετέωροι στη μέση μιας ζωής.

Φανταζόμαστε τη σκηνή καθώς ξημερώνει η 27η Απριλίου του 1941 και ο ήλιος χαϊδεύει τους πυκνόφυτους λόφους της Κηφισιάς Μια γυναίκα στέκεται στο παράθυρο και γράφει για τον μεγάλο, τον ανεκπλήρωτο, τον καταδικασμένο έρωτα που τη στοιχειώνει τριάντα χρόνια. Θυμάται και ξαναθυμάται και το οξυγόνο λιγοστεύει στα σωθικά της μέσα από τους στεναγμούς για τον χρόνο που δεν μπορεί να γυρίσει πίσω και τον άντρα που δεν μπορεί να ξαναζωντανέψει. Και την ίδια ώρα βλέπει από το παράθυρό της. Βλέπει τους Γερμανούς στρατιώτες να πλημμυρίζουν τους δρόμους. Τις μοτοσικλέτες να χαλάνε τον κόσμο. Tα άρματα μάχης του κατακτητή να συνθλίβουν τα λουλούδια στις άκρες των ελληνικών δρόμων. Ένας έρωτας που τη σκοτώνει μέρα με την ημέρα και τώρα μια πατρίδα που πεθαίνει, που χάνεται, που βουλιάζει με τα μυστικά της στον βάλτο της Ιστορίας Αλλάζει χαρτί εγκαταλείποντας μια φράση στη μέση και σπεύδει να γράψει κάτι άλλο. «Παιδιά μου, ούτε παπά ούτε κηδεία. Παραχώσετέ με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δε ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον Πατέρα σας. Tον φιλώ σφιχτά». Αφήνει την πένα και σπεύδει στο μυστικό σημείο όπου έχει πάντα φυλαγμένο ένα μπουκάλι δηλητήριο. Και αυτήν τη φορά τα καταφέρνει να ρίξει την αυλαία.

Το γυάλινο κορίτσι, που έχτισε θεμέλια γερά στα παντοτινά αναγνώσματα των παιδιών, τρέχει να συναντήσει το πεπρωμένο της. Εκεί όπου την περιμένει η αιωνιότητα μιας ανεκτίμητης λογοτεχνικής αξίας και η λήθη ενός μαρτυρίου αγάπης που δεν την άφησε ποτέ να ζήσει το δικό της παραμύθι χωρίς όνομα.

Σε χρόνους δίσεκτους

Το 1882 η οικογένεια Μπενάκη εγκατέλειψε την Αίγυπτο, υπό τον φόβο της εθνικοποίησης της τεράστιας περιουσίας της, και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα O γάμος της Πηνελόπης με τον Δέλτα έγινε στην Αθήνα Μετά, όμως, την εθνική καταστροφή του 1897 και την επιστροφή του Δέλτα από τον πόλεμο, η οικογένεια επαναγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου τα πράγματα είχαν ηρεμήσει. Αργότερα, στην Ελλάδα πια, η Πηνελόπη Δέλτα θα βρισκόταν παγιδευμένη στη δίνη μιας θανάσιμης πολιτικής διαμάχης, εκείνης των οπαδών του Βενιζέλου με τους υποστηρικτές του Λαϊκού Κόμματος, που κατέληξε στην διαπόμπευση του Eμμανουήλ Mπενάκη από τους δεύτερους (1916), και την τραγική δολοφονία του Iωνα Δραγούμη στα 1920.

Η Ελλάδα που αλλάζει σε μια σελίδα

H Πηνελόπη Δέλτα δεν ήταν μόνο η αγαπημένη αδελφή του Aντώνη Mπενάκη, ούτε μόνο η πιστή φίλη του Eλευθέριου Bενιζέλου, αλλά μια απελευθερωμένη προσωπικότητα η οποία διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο κατά την ταραγμένη περίοδο από τους Bαλκανικούς Πολέμους έως τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. O ρόλος αυτός προβάλλει ανάγλυφα μέσα από τον όγκο των γραπτών της, τα βιβλία της, την απέραντη αλληλογραφία της, τις σημειώσεις και τα ημερολόγιά της, εκείνο τον ανεκτίμητο θησαυρό μέσα από τον οποίο ξεφυλλίζεται η προσωπική της μοίρα.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 328, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 8 Ιουνίου 2008.