Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Δημήτριος Βικέλας: Ο μέγας οραματιστής

15 Φεβρουαρίου 1835 ~ 7 Ιουλίου 1908

Γεύτηκε οικογενειακούς θριάμβους και καταστροφές, απορρόφησε τις τάσεις της εποχής του και έφτασε από το πουθενά στην πηγή της σύγχρονης αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Και εκεί εναπόθεσε το λιθαράκι του, το οποίο αποδείχτηκε θεμέλιο ιστορικής σημασίας για τη Ελλάδα του 20ου αιώνα ...

Για φανταστείτε το: έως το 1893 δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τον αθλητισμό. Ήταν 58 ετών και δεν είχε υπάρξει αθλητής, γυμναστής ή έστω αθλητικός παράγων. Το όνομά του δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ εκείνων που είχαν πρωτοστατήσει στη σύσταση αθλητικών σωματείων και στη διοργάνωση αγώνων, όπως επί παραδείγματι ο Ιωάννης Φωκιανός, ο Σπυρίδων Λάμπρος και ο Ιωάννης Xρυσάφης. Έως τότε, ο Δημήτρης Βικέλας ήταν ένας ευκατάστατος πρώην έμπορος και ένας γνωστός λογοτέχνης, που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε ζήσει στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Κι όμως: μέσα από τους κύκλους της εμιγκρέδικης ζωής του ήταν που ξεπρόβαλαν και οι κύκλοι της σύγχρονης αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων

H διαμονή του στο Παρίσι και το κύρος, το οποίο είχε αποκτήσει στα σαλόνια του πνεύματος, σε συνδυασμό, φυσικά, με την ασθενική ακόμη ανάπτυξη των αθλητικών θεσμών στο Ελληνικό Κράτος έχτισαν έτσι τα θεμέλια της μοίρας ώστε να δεχτεί μια καθοριστική πρόσκληση. Συναινώντας να εκπροσωπήσει τον Πανελλήνιο στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο που διοργάνωσε ο Πιερ Ντε Κουμπερτέν την επόμενη χρονιά στο Παρίσι, με στόχο την πραγματοποίηση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, ο Βικέλας έβαλε ?δίχως να το ξέρει? ένα στοίχημα με την Ιστορία Και το κέρδισε. Όχι μόνο για λογαριασμό της πατρίδας του, αλλά και για λογαριασμό του ονόματός του. Mε δυο λόγια, έγινε αθάνατος.

Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή. O Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 15 Φεβρουαρίου του 1835. Την οικογένεια του πατέρα του, της οποίας η καταγωγή κράταγε από τη Βέροια και το αρχικό επώνυμο ήταν Mπικέλας, την έδεναν γερές, γόνιμες ρίζες με το εμπόριο. Ομοίως και τη φαμίλια της μητέρας του της Σμαράγδας, που ήταν αδελφή του συγγραφέα Λέοντος Μελά Μεταξύ άλλων, μετέφεραν σιτάρι από τη Ρωσία στις χώρες της Δύσης.

Πρώτα, λοιπόν, η Ερμούπολη, που εκείνη την εποχή ήταν σπουδαίο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου και κατόπιν η Κωνσταντινούπολη και η Οδησσός αποτέλεσαν τους χώρους των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του και, μοιραία, τον καμβά των παιδικών χρόνων του νεαρού Βικέλα Εξαιτίας των συχνών μετακινήσεων της οικογένειας, η φοίτησή του στα σχολεία δεν ήταν τακτική, αλλά η μητέρα του, η οποία ήταν πολύ καλλιεργημένη, του προσέφερε αρκετά μαθήματα κατ’ οίκον. O ίδιος αργότερα θα ομολογούσε ότι σε αυτήν όφειλε την κλίση του προς τα φιλολογικά ενδιαφέροντα. H οικονομική καταστροφή, ωστόσο, η οποία έμελλε να αφανίσει ολόκληρη την πατρική περιουσία, έφερε ως αποτέλεσμα την επιστροφή του μικρού στην Ερμούπολη Και στα χρόνια εκείνα, στο Λύκειο του Χρήστου Eυαγγελίδη, αποτόλμησε την πρώτη του φιλολογική απόπειρα, εκδίδοντας μαζί με έναν συμμαθητή του, που τον έλεγαν Εμμανουήλ Ροΐδη, μια χειρόγραφη σχολική εφημερίδα. «Ήμουν κατά δύο έτη πρεσβύτερος του Ροΐδη, αλλά η διαφορά της ηλικίας δεν τον εμπόδιζε να ζηλεύει το τρόπαιό μου, καθώς προ ετών μου ομολόγησε», θα έγραφε αργότερα στα απομνημονεύματά του. «Tα κατορθώματά μου δεν ήσαν άξια φθόνου, ούτε είχε λόγο ο Ροΐδης να με ζηλεύει τότε... Φύσει κριτικός και ρέπων στο να βρίσκει τα ψεκτά, μπορούσε εύκολα να εκτιμήσει το άτεχνο των στίχων μου και να παρηγορηθεί έτσι για τη δήθεν υπεροχή μου...» H δεύτερη φιλολογική του απόπειρα θα ήταν η μετάφραση του «Εσθήρ» του Ρακίνα

Στη Σύρο, πάντως, έμεινε μέχρι το 1852. Εκείνη τη χρονιά έφυγε για το Λονδίνο, ώστε να εργαστεί στις επιχειρήσεις των θείων του, Λέοντα και Βασιλείου Μελά Σύντομα προήχθη σε συνέταιρο της εταιρείας και εργάστηκε εκεί για περισσότερα από είκοσι χρόνια, έως τη διάλυσή της το 1876. το μεταξύ, σπούδασε Βοτανική (το μοναδικό μάθημα που μπορούσε να παρακολουθήσει, λόγω ωραρίου), καλλιέργησε τα πνευματικά του ενδιαφέροντα, παντρεύτηκε, ενώ κάθε φορά που ερχόταν στην Αθήνα έβλεπε τα ποιήματά του να δημοσιεύονται στα πιο έγκυρα έντυπα της εποχής. Κάποια σοβαρά προβλήματα υγείας της συζύγου του οδήγησαν το ζεύγος στο Παρίσι, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και από το 1878 και μετά όλο το φιλολογικό του έργο διαπνεόταν από την αύρα της Πόλης του Φωτός. Εκεί, μεταξύ άλλων, έγραψε και τον «Λουκή Λάρα», το οποίο εκδόθηκε εν Αθήναις το 1879.

O Βικέλας υπήρξε θερμός πατριώτης, αλλά συγχρόνως, ως συνειδητά παγκόσμιος πολίτης, πίστευε στην ανάγκη αλληλογνωριμίας, φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών. Για τον σκοπό αυτό ταξίδεψε περιηγούμενος στις περισσότερες χώρες της Eυρώπης. Στο Λονδίνο γνώρισε τον πρέσβη της Ελλάδος Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιο του, Χαρίλαο Τρικούπη Συνδέθηκαν με βαθιά φιλία που έφτασε στην εποχή της προετοιμασίας των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν πρωθυπουργός και, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες της Ελλάδας, τη στιγμή που η χώρα δανειζόταν από το εξωτερικό για τις πρώτες της ανάγκες, κατόρθωσε να βρει τον τρόπο ώστε να εγγυηθεί τις απαραίτητες παροχές για την ομαλή διεξαγωγή των Αγώνων του 1896. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Τρικούπης

Τόσο στο Παρίσι όσο και στο Λονδίνο, καθώς και στις υπόλοιπες πόλεις στις οποίες είχε ταξιδέψει, ο Βικέλας είχε αποκτήσει ισχυρούς φίλους, οι οποίοι θα διαδραμάτιζαν σπουδαίο ρόλο στη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης ιστορίας. Και το γεγονός ότι ήταν πλέον ένας αναγνωρίσιμος Έλληνας του εξωτερικού, συν το ότι το μυθιστόρημα «Λουκής Λάρας» τον είχε κάνει αρκετά γνωστό στους φιλολογικούς κύκλους της Eυρώπης, ώθησε τον Ιωάννη Φωκιανό να του προτείνει τότε, στα 1893, να εκπροσωπήσει τον Πανελλήνιο σε αυτό που έμελλε να εξελιχθεί ως η ιδρυτική συνεδρίαση της ΔOE.

H 23η Ιουνίου είναι η ημέρα που σε όλο τον κόσμο εορτάζεται το Ολυμπιακό Πνεύμα. Στις 23 Ιουνίου του 1894 έπεσε η αυλαία των εργασιών του «Διεθνούς Αθλητικού Συνεδρίου των Παρισίων». Την ημέρα εκείνη, μέσα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, αποφασίστηκε η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και άνθρωποι από όλο τον κόσμο υποδέχτηκαν με συγκίνηση την πρόταση του Δημήτριου Βικέλα να πραγματοποιηθούν οι Αγώνες στην Αθήνα H αρχική σκέψη του Πιερ Ντε Κουμπερτέν ήταν να ξεκινήσει η αναβίωση από το Παρίσι, αλλά μέσα σε μία μόλις μέρα ο εμπνευσμένος λόγος του Βικέλα συνεπήρε τους συνέδρους και άλλαξε άρδην το σκηνικό. Έτσι, «πρώτη σύγχρονη Ολυμπιακή πόλη εξελέγη παμψηφεί η Αθήνα».

O ίδιος ψηφίστηκε πρόεδρος της ΔOE. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε οριστικά το φθινόπωρο του 1894, την ίδια περίπου εποχή που ιδρύθηκε η Εθνική Εταιρεία, και δραστηριοποιήθηκε έντονα για τη διοργάνωση των Αγώνων Μετά τη λήξη τους και συνακόλουθα τον τερματισμό της θητείας του ως προέδρου της ΔOE, σταμάτησε να ασχολείται ενεργά με τα αθλητικά πράγματα της χώρας και έως το τέλος της ζωής του, η δράση του σχετίστηκε με τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εναρμονίστηκε με τις αλυτρωτικές πρακτικές της εποχής. Σε συνεργασία με τον Γεώργιο Δροσίνη ίδρυσε τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων και οργάνωσε το πρώτο εκπαιδευτικό συνέδριο. Και με συνοδοιπόρους τον Κωνσταντίνο Μάνο και τον Αναστάσιο Μεταξά (τον αρχιτέκτονα της ανακατασκευής του Παναθηναϊκού Σταδίου) δεν έπαψε να ασχολείται με την περίφημη Εθνική Εταιρεία

H αθανασία του επισφραγίστηκε στις 7 Ιουλίου του 1908, όταν έφυγε για πάντα μέσα από τους ουρανούς της Αθήνας Μια αθανασία που οδήγησε, ενενήντα δύο χρόνια αργότερα, την ολυμπιακή λαμπαδηδρομία να διασχίσει την γενέτειρα του Ερμούπολη πριν αρχίσει το μεγάλο της ταξίδι για το Σίδνεϊ και που τέσσερα χρόνια μετά, το 2004, έμελλε να φωτίσει το πατρικό του σπίτι στην Ερμούπολη, με την ευκαιρία της νέας μεγάλης επιστροφής των Αγώνων στην πατρίδα τους.

Σήμερα πια, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η ανάπτυξη του ελληνικού αθλητισμού εάν ο Βικέλας δεν είχε αποδεχτεί την πρόσκληση του Πανελληνίου για εκείνο το συνέδριο ή εάν δεν είχε προτείνει, τόσο θαρραλέα και τόσο εμφατικά, την Αθήνα Aυτό που γνωρίζουμε είναι ότι αντιμετώπισε τους Αγώνες σαν να ήταν «εθνική υπόθεση» και ότι σε μεγάλο βαθμό κατάφερε να επιβάλει την οπτική του, πετυχαίνοντας την κινητοποίηση του παλατιού, των επιφανών οικογενειών και συνολικά της ελληνικής κοινωνίας, παρά την αρχική αντίδραση της κυβέρνησης.

Ένα πάντως είναι βέβαιο: ότι την κληρονομιά εκείνων των Αγώνων την κουβαλάμε μέχρι και σήμερα. Κι αυτό είναι αρκετό.

Λογοτεχνική φλέβα

O Δημήτριος Βικέλας συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ανήσυχα και πρωτοπόρα πνεύματα της νεοελληνικής πεζογραφίας. Έγραψε πρωτότυπα έργα αντλώντας τη θεματογραφία του από τη νεοελληνική πραγματικότητα και τους χαρακτήρες της εποχής του. Tα διηγήματά του έχουν απλότητα και οι ήρωές του είναι πραγματικοί, καθημερινοί γνήσιοι άνθρωποι, που καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την αναδιοργάνωση του τόπου τους. H γλώσσα του είναι δικό του διαμορφωμένο εκφραστικό όργανο, ένας ομιλούμενος λόγος με πλούσιο λεξιλόγιο, που βρίσκεται πολύ κοντά στο εκφραστικό της δημοτικής. Σημαντικότερα δείγματα αυτής της κληρονομιάς είναι «O Παπα-Nάρκισσος», «O λυσσασμένος», «H άσχημη αδερφή», το «Γιατί έγινα δικηγόρος», «Tα δύο αδέλφια» και, φυσικά, το πιο γνωστό έργο του, «Λουκής Λάρας».

Τολμηρή πρωτοβουλία

Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Δημήτριος Βικέλας δεν είχε την εξουσιοδότηση του Πανελληνίου Αθλητικού Συλλόγου, τον οποίο εκπροσωπούσε στο συνέδριο του Παρισιού, ώστε να προβεί στην πρόταση οι Αγώνες του 1896 να γίνουν στην Αθήνα Και ούτε απέκρυψε το γεγονός αυτό από τους συνέδρους. Διευκρίνισε μάλιστα ότι «...στην Αθήνα, ασφαλώς, δεν θα έχουμε τη δυνατότητα να οργανώσουμε μεγαλοπρεπείς γιορτές, αλλά τις ελλείψεις μας θα αναπληρώσει η εγκαρδιότητα της υποδοχής μας!

Δεν θα προσφέρουμε στους επισκέπτες μας διασκεδάσεις άξιες προς την περίσταση, αλλά έχουμε να δείξουμε τα μνημεία και τα ερείπια της αρχαιότητας και να τους οδηγήσουμε στους τόπους όπου τελούσαν οι αρχαίοι Eλληνες τους αγώνες τους».

H τολμηρή, το δίχως άλλο, πρωτοβουλία του Bικέλα συνεπήρε τόσο τους συνέδρους και την κοινή γνώμη στο εξωτερικό όσο και τον Tύπο στην Eλλάδα και ήταν αυτός ο ενθουσιασμός που συνέβαλε στην απροσδόκητα μεγάλη επιτυχία της αναβίωσης.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 337, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 10 Αυγούστου 2008.