Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Λίγη Ιστορία. Περί της καταγωγής (μου) των Αρβανιτών (και Βλάχων) - μέρος 1

ΒΑΛΚΑΝΙΑ 4000 ΧΡΟΝΙΑ

ΟΙ «ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ» ΕΠΟΙΚΟΙ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ (1315 – 1468)

Όταν η Άννα Κομνηνή (γεννήθηκε το 1083) κλείστηκε σε μοναστήρι, καθώς απέτυχε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα αδελφό της, έγραψε την «Αλεξιάδα», μια απομίμηση της Ιλιάδας στα μέτρα του πατέρα της Αλέξιου Κομνηνού. Στο κείμενο αυτό γίνεται η πιο παλιά αναφορά, που εμείς γνωρίζουμε, στο όνομα Αρβανίτης. Περιγράφεται ως Αλβανικής καταγωγής κάτοικος της αυτοκρατορίας που μιλά μη ελληνική γλώσσα. Έως τον ΙΓ’ αι. οι Αρβανίτες ζούσαν νομαδικά ως βοσκοί και κτηνοτρόφοι σε πρόσκαιρους οικισμούς στην Ήπειρο και στην Θεσσαλία. Ήταν Τόσκηδες που κατέβαιναν να ξεχειμωνιάσουν και δεν ξαναγύριζαν στις ταραγμένες από τους πολέμους πατρίδες τους. Οι πρώτοι μόνιμοι οικισμοί αναφέρονται στην Θεσσαλία το 1315. Στα 1320, είχαν πλημμυρίσει την πεδιάδα εκτός από τις περιοχές, όπου υπήρχαν κάστρα που κατείχαν Καταλανοί και Βυζαντινοί. Ζούσαν σε φάρες (πατριές). Όταν πια η Θεσσαλία δεν τους χωρούσε, άρχισαν να κατεβαίνουν προς την Φθιώτιδα. Οι τόποι ήταν ρημαγμένοι από τους αδιάκοπους πολέμους και οι Αλβανοί απλά έστηναν τα σπιτικά τους σε ερημωμένες περιοχές. Η προκοπή τους έγινε αιτία να διαδοθεί πως ήταν και πολύ καλοί γεωργοί.

Ο εποικισμός της Πελοποννήσου

Ο δεσπότης (1348 – 1380) του Μιστρά Μανουήλ Κατακουζηνός, έχοντας ανάγκη από εργατικά χέρια στην επίσης έρημη Πελοπόννησο, προσκάλεσε Αλβανούς να την εποικίσουν. Ανταποκρίθηκαν 10.000 οικογένειες, που εγκαταστάθηκαν σε χωριστούς οικισμούς και εργάζονταν στα χωράφια «για ένα κομμάτι ψωμί». Ο Κατακουζηνός αναφέρει πως ανάμεσα στους Αλβανούς του Μοριά υπήρχαν οι Μπούιοι, Μαλακάσιοι και Μεσαρίται και πως ζούσαν στα βουνά και σε δυσπρόσιτα χωριά. Ο επίσης δεσπότης (1383 – 1407) του Μιστρά Θεόδωρος Α’ κάλεσε άλλες 10.000 οικογένειες Αλβανών, καθώς οι προηγούμενοι δεν επαρκούσαν. Ο γενικός επίτροπος των δουκάτων της Ανατολικής Στερεάς Φίλιππος Νταλμό διακήρυξε πως, όποιος ήθελε να καταλάβει εγκαταλελειμμένη γη στα εδάφη του, θα είχε για δύο χρόνια «προνόμιο ασυδοσίας» (απαλλαγή από κάθε είδους φορολογία).

Οι «Αρβανίτες» της Αττικής

Πολλοί σπεύσανε, οι περισσότεροι Αλβανοί. Στα 1380, μεγάλα τμήματα του αλβανικού λαού μετακινήθηκαν νότια με αρχηγούς τον (Γκίνη) Πέτρο Μπούα Σπάτα και τον Πέτρο Λιόσια. Έφτασαν ως την Αττικοβοιωτία. Νέο ρεύμα Αλβανών μεταναστών έφτασε στην Αττική το 1402. Κάποια στιγμή, οι Αλβανοί είχαν κατακλύσει τις περιοχές Αττικής, Μεγαρίδας, Άνδρου, Νότιας Εύβοιας, Ύδρας, Σπετσών, Σαλαμίνας, Αίγινας, Αργολίδας, Κορινθίας, Ανατολικής Αχαΐας, Βόρειας Αρκαδίας, Βόρειας Καρύταινας, Πύλου, Κορώνης, Ταϋγέτου και Κάβο Μαλλιά (Βάτικα), όπως αναφέρει ο Σπυρίδων Λάμπρου. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, οι Αλβανοί μετανάστες είχαν γίνει «Αρβανίτες»: Χριστιανοί που μιλούσαν ιδίωμα Αλβανικό και ένιωθαν υπερήφανοι υπήκοοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και Έλληνες. Άλλωστε, δεν έμειναν όλοι εργάτες. Κάποιοι, μη βρίσκοντας δουλειά παρά την πρόσκληση και τα έρημα εδάφη, έγιναν ληστές. Κάποιοι άλλοι πρόκοψαν. Στα τέλη του ΙΔ’ αι. ο γιος του Πέτρου, Ιωάννης Σπάτας, αναγορεύτηκε ηγεμόνας στην περιοχή της Αιτωλίας, γύρω από το Αγγελόκαστρο και την ομώνυμη λίμνη (παλιά Λυσιμαχεία). Έδιωξε τους Ανδεγαυούς αποίκους, κυρίευσε την Άρτα και την Ναύπακτο και απλώθηκε σε ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία. Το κράτος άντεξε στις Τουρκικές επιθέσεις έως τα 1450. Το φρούριο της Ναυπάκτου έως το 1499.

Τα αλβανικά αυτόνομα κράτη

Άλλοι Αρβανίτες αντιστάθηκαν τόσο σθεναρά, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Βόρεια Πελοπόννησο (1423), ώστε ο στρατηγός τους Τουραχάν, πριν να αποχωρήσει, έβαλε και έφτιαξαν μια πυραμίδα από 800 αρβανίτικα κεφάλια. Αλλά και μετά την πτώση της Πελοποννήσου δεν υπέκυψαν. Στα 1463, η Βενετία πολεμούσε την Οθωμανική αυτοκρατορία και κάλεσε τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Ξεσηκώθηκαν Μανιάτες, Λακεδαιμόνιοι και Αρκάδες, Έλληνες (με αρχηγό τον Μιχαήλ Ράλλη) και Αρβανίτες ( με αρχηγό τον Πέτρο Μπούα). Κράτησαν μέχρι το 1468, όταν οι δυτικοί σύμμαχοι τους εγκατέλειψαν. Η αρβανίτικη φρουρά που υπεράσπιζε το Άργος σφάχτηκε από τους Τούρκους, ενώ ο Ράλλης βρήκε φριχτό θάνατο με παλούκωμα.

Η καταγωγή των Βλάχων

Η αρχαία Δακία απλωνόταν περίπου στα σημερινά όρια της Ρουμανίας. Κατά το Ε’ π.Χ. αι. είχε ήδη δεχθεί την επίδραση των Ελλήνων, οι οποίοι αναπτύξανε μεγάλες εμπορικές συναλλαγές με τους Δάκες. Το 106 μ.Χ. η χώρα υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και από το 395 μ.Χ. αποτελούσε μέρος του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και της μετέπειτα Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όχι για πολύ. Η περιοχή βρίσκεται πάνω στον φυσικό δρόμο όλων των μεταναστών από τα ανατολικά και γνώρισε την κατοχή και τις επιδρομές και εκείνων που πέρασαν τον Δούναβη και εκείνων που δεν έκαναν τέτοιο κόπο. Έως τον Μεσαίωνα ελάχιστοι από τους κατοίκους της αρχαίας Δακίας ένιωθαν Δάκες. Η παλιά τους γλώσσα, ανάμεικτη με τα λατινικά των Ρωμαίων, την ουγγρική και την αρχαία σλοβένικη των Σλάβων, μετατράπηκε σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ρουμάνικη γλώσσα. Εκείνοι που τη μιλούσαν στη διάρκεια του Μεσαίωνα, ονομάστηκαν Βολόκ (Volock) από τους Σλάβους, Βλάχοι από τους Έλληνες. Η Άννα Κομνηνή τους αναφέρει κι αυτούς ρητά στην «Αλεξιάδα» της. Όπως και οι Αρβανίτες, έτσι και οι Βλάχοι ξεκίνησαν να κατεβαίνουν νότια ως βοσκοί και κτηνοτρόφοι στην αρχή. Στη συνέχεια, κύματα μεταναστών έφτασαν έως και την Πελοπόννησο, σε πολλά σημεία πριν να εμφανιστούν οι Αρβανίτες. Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν και πλειοψηφούσαν ως πληθυσμός, τις ονόμασαν Βλαχίες. Τον ΙΑ’ αι. η Θεσσαλία ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία. Τον ΙΒ’ αι. ιδρύθηκε κράτος των Βλάχων στην περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και στον Αίμο, η μετέπειτα Βουλγαρία των Ασάν. Τον ΙΓ’ αι. δημιουργήθηκε η ηγεμονία της Βλαχίας, βόρεια του Δούναβη. Η περιοχή στα ΒΔ της ονομάστηκε Μολδαβία (ρουμανικά Μολντάβα) από τον ποταμό Μολντάβα, επειδή οι εκεί Βλάχοι βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία των Τατάρων. Με την βοήθεια των Ούγγρων, επαναστάτησαν στα 1343 αλλά αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι ήταν υποτελείς στον ηγεμόνα των συμμάχων τους.

Οι Βλάχοι ασπάζονται τον Χριστιανισμό

Στα 1349, ο βοεβόδας Μπογκντάν (Μπογδάν) έδιωξε τους Ούγγρους, από την Βλαχία, απέκτησε αυτονομία και η περιοχή, από τότε, λέγεται και Μπογδανία. Τα ίδια χρόνια, οι Βλάχοι μετανάστες είχαν απλωθεί στις Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Πελοπόννησο και ζούσαν σε πατριές (στρούγκες). Ο θεσμός επέζησε ως τις αρχές του Κ’ αι. Έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί, όπως και εκείνοι της Βλαχίας και της Μολδαβίας που ασπάστηκαν την Ορθοδοξία και αντιστάθηκαν ακόμα και με τη βία στην προσπάθεια του Πάπα να τους περάσει στην Καθολική Εκκλησία. Και όταν ο διάδοχος του Μπογδάν αποπειράθηκε να τους προσηλυτίσει στον καθολικισμό με τη βία, ανατράπηκε, ενώ στη Μολδαβία ιδρύθηκε αρχιεπισκοπή προσαρτημένη στο πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Στα 1396, η Βλαχία έγινε φόρου υποτελής στους Τούρκους αυτόνομη ηγεμονία, ενώ, τέσσερα χρόνια αργότερα (1400), ο ηγεμόνας της Μίρτσεα ανέβασε τον εγγονό του Μούσα στον θρόνο της Μολδαβίας με το όνομα Αλέξανδρος Α’. Η Βλαχία συνέχισε να ζει έως τον ΙΘ’ αι. ως αυτόνομη ηγεμονία κάτω από την επικυριαρχία των Τούρκων, ενώ η Μολδαβία πολέμησε σκληρά εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Μπογκντάν Γ’ (1504 – 1517) ήταν ο τελευταίος ανεξάρτητος ηγεμόνας της. Η Μολδαβία ακολούθησε την τύχη της Βλαχίας.

Το συγκεκριμένο άρθρο το υπογράφει ο Κάρολος Μπρούσαλης στο "ΕΘΝΟΣ" το Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2001.

.....έχει και συνέχεια