Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Λίγη Ιστορία. Περί της καταγωγής (μου) των Αρβανιτών (και Βλάχων)- μέρος 2

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΒΛΑΧΩΝ ΚΑΙ ΑΡΒΑΝΙΤΩΝ

(Παρέμβαση)

Το Σάββατο, 31 Μαρτίου 2001, δημοσιεύεται στο "ΕΘΝΟΣ" η παρακάτω παρέμβαση η οποία παρουσιάζεται αυτούσια. Υπογράφει πάλι ο Κάρολος Μπρούσαλης.

Διακόπτεται σήμερα η ροή της αφήγησης για τα «Βαλκάνια - 4000 χρόνια» ώστε να παραχωρηθεί η στήλη αυτή σε μια σημαντική παρέμβαση από την Επιτροπή Ενημέρωσης για τα Εθνικά Θέματα. Το κείμενο υπογράφει ο ειδικός επιστημονικός σύμβουλος της Επιτροπής καθηγητής Ρομανιστής – Βαλκανολόγος κος Αχιλλέας Λαζάρου και προσυπογράφει ο πρόεδρος της Επιτροπής, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κος Νικόλαος Θέμελης: ‘‘Με αφορμή το δισέλιδο της έγκριτης εφημερίδας σας «Έθνος» (24/2/2001 σελ.68-69) επιγραφόμενο «ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΕΠΟΙΚΟΙ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ», παρακαλούμε να επιτρέψετε την συμβολή μας στην ενδεδειγμένα πληρέστερη παρουσίαση μερικών σημείων. Προς χάριν δε αναγνωστών, που επιθυμούν περισσότερα ενημερωτικά στοιχεία, πρόχειρα υποδεικνύουμε εκτενέστερα μελετήματά μας δημοσιευμένα στα περιοδικά (1)’’.

Η Ιλλυρική Graecia

ΘΕΜΑ Α’ : Οι όροι Αλβανός, Αλβανία, Αρβανίτης, Αρβανιτιά δεν είναι ξένοι προς την ελληνική γλώσσα σε διαχρονικό επίπεδο. Οι ρίζες δε των δύο πρώτων, ανευρίσκονται σε περισσότερες γλώσσες και πρωτίστως στη λατινική. Ως γεωγραφικοί και εθνωνυμικοί χρησιμοποιούνται από τον Πατέρα της Γεωγραφίας Στράβωνα για περιοχή του Καυκάσου, γειτονική της Αρμενίας και της Γεωργίας, όπου αναφέρονται και οι Αλβανικές ή Καυκάσιες πύλες. Στα βόρεια της ελληνικής χερσονήσου μαρτυρείται επιγραφικά η Αλβανόπολις, αλλά ο εντοπισμός της παραμένει επίμαχος. Κατά την αρχαιότητα η χερσόνησος του Αίμου, Βαλκανική Ευρώπη μόλις από το 1806, όπως την ονομάζει τον 6ο μ.Χ. αι. ο Ιωάννης Λυδός, διοικητής της και καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως, πολύ σχηματικά κατοικείται: ΒΔ από Ιλλυριούς, ΒΑ από Θράκες, νότια Έλληνες. Τα εθνωνύμια Αλβανός και Αλβανία, ελληνικής προελεύσεως, είναι συμβατικά και επικαλύπτουν πολυάριθμα ποικιλώνυμα φύλα, μεταξύ των οποίων και ελληνικά. Η οροθετική γραμμή των Ελλήνων του συμπαγούς Ελληνισμού από τοΤαίναρο και άνω, με τους άλλους συνοίκους τους, ορίζεται από τον Στράβωνα στην Εγνατία, η οποία παρά το Ρωμαϊκό όνομά της, είναι πανάρχαια. Έχει δύο αφετηρίες στην Αδριατική, τις πόλεις Απολλώνια και Επίδαμνο. Η δεύτερη εξαιτίας προλήψεων των Ρωμαίων μετονομάζεται σε Δυρράχιο. Μετά πέντε αιώνες επιβεβαιώνεται η πληροφορία του Στράβωνος από τον ιστορικό του 6ου μ.Χ. αι. Προκόπιο και πρόσφατα, το 1988, από τον ιλλυρολόγο Ylad Popovic. Η παρουσία Ελλήνων και εντός του ιλλυρικού εδάφους υποδηλώνεται και με τον τίτλο Grecita adriatica, συγγραφής του συγχρόνου μας Lorenzo Braccesi. Επιπλέον η Ljuba Ognenova, την επί μισό αιώνα πιστευτή σαν «ιλλυρική» επιγραφή της Χρυσουπόλεως, Σκουτάρεως – Σκόδρας, την αποδεικνύει ελληνική – χριστιανική των 6ου – 7ου αι. κατά τους οποίους, από τον πανεπιστήμονα επίσκοπο της Σεβίλλης Ισίδωρο, ολόκληρο το Ιλλυρικό ονομάζεται Graecia ! Τον μόλις παρελθόντα αιώνα, εικοστό, ο Ρουμάνος ακαδημαϊκός Vasile Parvan αναλύοντας την δαλματική – ρωμανική γλώσσα αποκαλύπτει την τριπλή σύνθεσή της, ιλλυρικά, λατινικά και ελληνικά. Παράλληλα, κατά τον ακαδημαϊκό Milutin Garasanin, όπου στην Ιλλυρία προϋπήρξαν και επέδρασαν Έλληνες, επήλθε ταχύτερα ο εκρωμαϊσμός, του οποίου πάντως τις απαρχές ο Ρουμάνος καθηγητής των Πανεπιστημίων του Βουκουρεστίου και του Μπόχουμ, Cicerone Poghire, εντοπίζει στη Βόρειο Ήπειρο, εκλαμβάνει δε ως συνέχειά τους, τους σημερινούς Βλάχους..Επειδή η άσκηση της Ρωμαϊκής επίδρασης στους Αλβανούς, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Σκυπιτάροι, είναι ομολογουμένως ανεπαίσθητη, σύμφωνα με τα εγκυρότερα πορίσματα μελετών ειδικών επιστημόνων διεθνούς κύρους, αποκλείονται ταυτόχρονα αφενός μεν η αυτοχθονία τους τόσο στη Βόρειο Ήπειρο, ελληνική από τους Μυκηναϊκούς χρόνους(2), όσο και βορειότερα κατά μήκος των Αδριατικών ακτών, αφετέρου δε η καταγωγή τους από Ιλλυριούς.

Η αλβανική καταγωγή

Εύλογα η κοιτίδα τους αναζητείται στην Βαλκανική ενδοχώρα, ιδίως στη Δαρδανία, όπου σ’ αντίθεση με τους Ρουμάνους επέτυχαν να αποφύγουν τον πλήρη εκρωμαϊσμό, κατά τον Κροάτη ρομανιστή – βαλκανολόγο, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ, Petar Skok, ο οποίος συνάμα ετυμολογεί το Σκυπιτάρ από το τοπωνύμιο Scupis (¨Shkyp), πρωτεύουσα της Δαρδανίας, Σκόπια. Παρόμοια πρεσβεύει και ο Ιταλός Ρωμανιστής – Βαλκανολόγος Carlo Tagliavini, κατά τον οποίο Σκυπιτάροι κατοικούν τα προ της εγκαταστάσεως των Σλάβων κεντρικά μέρη της χερσονήσου. Αργότερα δε, την περί τα Σκόπια εμφάνιση των Σκυπιτάρων, την χρονολογεί από την αρχαιότητα. Στους Σλάβους είχε αποδώσει και ο Τσέχος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σόφιας και υπουργός Παιδείας της Τσεχίας Konstantin Jirecek, την προς Νότο απώθηση των Σκυπιτάρων, οι οποίοι γίνονται αισθητοί στο Δυρράχιο τον 11ο αι.

Οι Σκυπιτάροι

Ασφαλώς σφάλλουν όσοι ακόμη εμμένουν στην χρονολόγηση της πρώτης μνείας του εθνικού, Αλβανός, βασισμένης στην εξέγερση του Γεωργίου Μανιάκη στην Κάτω Ιταλία (1040 – 1043). Και αυτό γιατί τότε ο προαναφερόμενος τύπος και θεωρούμενος σαν αρχικός δεν δηλώνει τον ομώνυμο μετέπειτα πληθυσμό της ελληνικής χερσονήσου και δεν πρόκειται για τοπικό ή εθνικό όνομα αλλά αποδεδειγμένα προσηγορικό, που σημαίνει επήλυδες. Είναι τεχνικός όρος και γράφεται με α μικρό, αλβανοί. Βέβαια το 1078/79 ο Μιχαήλ Ατταλειάτης εννοώντας λαό της ελληνικής χερσονήσου χρησιμοποιεί το όνομα Αρβανίται. Η δε Άννα Κομνηνή περιλαμβάνει στη συγγραφή της τους όρους Άρβανον – Άρβανα και Αρβανίται. Η γραφή Άλβανον – Άλβανα και Αλβανίται παρουσιάζεται δύο αιώνες μετά, από τον Ατταλειάτη. Τρεις δε αιώνες μετά τον ίδιο συγγραφέα, τον 14ο αι, αρχαΐζοντες ομότεχνοι του εισάγουν τον τύπο Αλβανοί. Από Σκυπιτάρους δαρδανικής προελεύσεως που φτάνουν στην οροσειρά και ευρύτερο χώρο, Άρβανον –Άρβανα ή Άλβανον – Άλβανα, προεκτάται το οπωσδήποτε προϋπάρχον όνομα και δίκην επιδημίας διαδίδεται η γλώσσα τους, η οποία διακρίνεται σε δύο διαλέκτους, βόρεια γκεκική και νότια τοσκική. Της δεύτερης δε ιδίωμα είναι τα Αρβανίτικα. Ήδη στα μέσα του 19ου αι. ο επίμονος μελετητής της τοτσκικής Johan von Hahn συμπεραίνει ότι οι χρήστες της εφαρμόζουν σύνταξη, η οποία ομοιάζει πολύ με την ελληνική. Επειδή δε αντίθετα με τα λεξιλογικά στοιχεία δεν δανείζονται τα συντακτικά – δομικά, όπως επισημαίνεται από τον Βούλγαρο ακαδημαϊκό και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, Vladimir Georgiev, συνάγεται ο βαθμιαίος γλωσσικός εξαλβανισμός των ακριτών Ελλήνων, Βορειοηπειρωτών, διαπιστωμένος επιτόπια και από τον Γάλλο L. Heuzey.Εξάλλου, επειδή, κατά τον K. J. Beloch, κυρίως δε τον G. Weigand, συνήθως στην πολιτική κρίνουν από τη γλώσσα για την εθνότητα και δεν πρέπει η επιστήμη να ικανοποιείται από την άποψη αυτή, αφού η γλώσσα είναι κάτι εξωτερικό και μεταβλητό και δεν πρέπει μόνη αυτή να λαμβάνεται ως βάση για την κρίση, αλλά και πνευματικές και σωματικές ιδιότητες και ήθη και έθιμα, επιβάλλεται να θυμηθούμε τον περιηγητή, σύγχρονο της πρώτης «εποικήσεως» των Αρβανιτών, Simon Simeonis, ο οποίος το 1332 “επιμένει με έμφαση στην τέλεια ταύτιση των ελληνικών και αλβανικών ηθών και εθίμων”(3) Σύγχρονος πάλι «εποικήσεως», ο Γάλλος Philippe de Commynes διαβεβαιώνει ότι οι υπηρετούντες τότε τη Βενετία, οπουδήποτε κι αν στρατολογούνταν, είτε στο Ναύπλιο είτε στο Δυρράχιο, «άπαντες ήταν Έλληνες» κατά μετάφραση Σπ. Λάμπρου. Αποστομωτική δε αληθινά είναι η επίδειξη της ελληνικότητας των «στραδιωτών» και στο απώτερο άκρο της Δύσεως, στην υπηρεσία του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας, τον 16ο αι. όπως μας πληροφορεί αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς, ο περιηγητής Νίκανδρος Νούκιος, που διασώζει όσα προς εμψύχωση των ανδρών του είπε προ της μάχης ο αρχηγός τους Θωμάς Αργείος. Αλλά και σε μνημεία ειρήνης και πίστεως εναποθέτουν την ελληνικότητά τους. Ο Μιχαήλ Μπούας και ο Αλέξανδρος Μοσχολέων το 1597 στην Ελληνική Εκκλησία της Νεαπόλεως Ιταλίας προβάλλουν τους τίτλους τους, Magistri Cappellani, φανερώνοντας και την ελληνικότητά τους, nationis graecae !Ως προς τον αριθμό των «εποίκων» ο ακαδημαϊκός Αντ. Δ. Κεραμόπουλος σε διεθνές συνέδριο ανακοινώνει 10.000 πρόσωπα και όχι...οικογένειες : “Ήδη κατά τον 14ο αι. 10.000 Αλβανοί, ορθόδοξοι χριστιανοί μεθ’ ελληνικών του Βορρά λέξεων εις την γλώσσα των, εκ φόβου προς τους Τούρκους ή ένεκα τυραννίας των γειτόνων ή πενίας, μιμούμενοι δ’ άλλους φυγόντας πρότερον, ήλθον εις Θεσσαλίαν και Μακεδονίαν και Βοιωτίαν και έπειτα και Αττικήν, κατέφυγον δε τω 1392 και εις Πελοπόννησον προς τους ομοφύλους και ομοθρήσκους Έλληνας και εγένοντο δεκτοί υπό Θεοδώρου του Παλαιολόγου”. Εξίσου ενδιαφέρουσα μαρτυρία της ελληνικότητας των νησιωτών Αρβανιτών διαφυλάσσεται στο Εγκόλπιο του Ρήγα :

“Ω Υδριώται κι εσείς Ψαριανοί άνδρες Σπετσιώται και υπόλοιποι Γραικοί.......

Οι Βλάχοι είναι «Έλληνες το γένος»

ΘΕΜΑ Β’ : Όσον αφορά την καταγωγή των Βλάχων, δεν νοείται η παραγνώριση της αλήθειας, την οποία προσκομίζει ο πρώτος Έλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Κούμας (1777 – 1836), διδάκτωρ δύο γερμανικών Πανεπιστημίων και αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Μονάχου και Βερολίνου. Στον τόμο ΙΒ’ του συγγράμματός του «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων» (Βιέννη 1832) αποδεικνύει ότι οι λεγόμενοι Βλάχοι, αυτοαποκαλούμενοι Αρμάνοι, είναι “Έλληνες το γένος”. Επιπλέον αποσαφηνίζει πληρέστατα : “Εν γένει οι Βλάχοι συμπεριφέρονται αδελφικώς με τους Γραικούς ως Γραικοί και δεν δείχνουν ούτε εκείνοι, ούτε ούτοι, καμμίαν εθνικήν διαφοράν προς αλλήλους, καθώς και τω όντι είναι αμφότεροι οι λαοί μιας πατρίδος τέκνα”. Κατά την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ελευθερία Ι. Νικολαϊδου(4) “τη θέση αυτή, που διατύπωσε πρώτος ο Κων. Κούμας, «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων» (Βιέννη 1832, τόμ.12, σελ.520-521) υποστηρίζει σθεναρά κι ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» (Θεσσαλονίκη 1974, β’ έκδοση, τόμ.1, 35κ.εξ.) κι επαναβεβαιώνει με σοβαρά επιχειρήματα ο Λαζάρου «Η Αρωμουνική» (ο.π. σελ.91-114) και η Μαρία Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, «Συμβολή στην έρευνα για την εθνολογική κατάσταση της Μακεδονίας πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους» (Δωδώνη, 1991, τεύχ.Α’, τ.20, σελ.351).

Ο μεγαλύτερος Έλληνας ιστορικός του 20ου αι. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Τρικαλινά, 20, 2000, 614), σε σύντομο μελέτημά του, επιγραφόμενο «ο γλωσσικός εκλατινισμός των κατοίκων της Ηπειρωτικής Ελλάδος» (Θεσσαλονίκη, 1983, σελ.49-50), πέρα της αποδοχής των πορισμάτων του Κ. Κούμα για εκλατινισμό Ελλήνων, γενέσεως Βλάχων, δοθέντος ότι ο όρος σημαίνει λατινόφωνο, επικαλείται και την πολύτιμη μαρτυρία του Βυζαντινού χρονογράφου, Ιωάννου Λυδού, κατά τον οποίο οι Έλληνες της Ευρώπης ελατινοφώνησαν, αν και δημογραφικά υπερτερούσαν των συνοίκων λαών. Κατά δε τον ονομαστό βυζαντινολόγο, E. Stein, σχεδόν η ίδια δημογραφική κατάσταση παρατηρείται έως και τον 11ο αι. Επομένως πολλή πράγματι έρευνα χωρεί για ιχνηλατήσεις παραλλαγμένων γλωσσικά, θρησκευτικά, εθνικά Ελλήνων, όπως προκύπτει από αποκαλυπτικές συγγραφές(5) και όχι για δήθεν εξελληνισμένους ξένους, των οποίων μάλιστα ομολογείται η .....ελληνική συνείδηση τους! Όταν πλέον περί Αρβανιτών και Βλάχων διαχρονικά διατηρούνται διεπιστημονικά δεδομένα, όπως τα προηγούμενα, δεν έχουν λόγο ύπαρξης οι Ευρωδίαιτοι - και όχι μόνο - μειονοτητολόγοι συνεδριομανείς(6) . Διότι τόσο οι Αρβανίτες, όσο και οι Βλάχοι, είναι εξαιρετικά δοκιμασμένοι Έλληνες, ώστε να μη χρειάζονται, μήτε ανέχονται “προστάτες”, οι οποίοι τους προσβάλλουν σε ότι πιο ιερό, την εθνική ταυτότητά τους, τον πατριωτισμό τους, με προκλητικές απόπειρες αποκοπής τους από τον Ελληνισμό !

Κύριε διευθυντά, καιρός είναι οι λεγόμενοι αρμόδιοι και οι νεόκοποι μειονοτητολόγοι, συνάμα δε κάθε λογής ανακριβολόγοι, να προλάβουν τον κοχλάζοντα θυμό των θυμάτων τους.... Με την πεποίθηση ότι κατανοείται την σοβαρότητα των θεμάτων και διαβλέπετε τις ενδεχόμενες αντιδράσεις Αρβανιτών και Βλάχων, παρακαλούμε να μας συμπαρασταθείτε στην προσπάθεια έγκαιρης και έγκυρης ενημερώσεως, την οποία η Επιτροπή μας έχει κύριο σκοπό.

Με προσήκουσα τιμή και ευχαριστίες

Γλωσσάριο

Αλβανοί : Λαός που το όνομά του πρωτοεμφανίστηκε τον Β’ μ.Χ. αι. και περιλαμβάνει τους γύρω από τις Αλβανικές Άλπεις Γκέκηδες του Βορρά ως διαδόχους των Ιλλυριών, και τους Τόσκηδες του Νότου, από τους οποίους φέρονται ότι κατάγονται οι Αρβανίτες. Μιλούν αντίστοιχα το γκεκικό και το τοτσκικό ιδίωμα της αλβανικής γλώσσας και έχουν επικρατέστερο θρήσκευμα τον μουσουλμανισμό.

Αρβανίτες : Βαλκανικής καταγωγής (Τόσκηδες) μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στην κυρίως Ελλάδα και εξελληνίστηκαν αλλά συνέχισαν για καιρό να μιλούν το αλβανικό ιδίωμα. Όλοι με ελληνική εθνική συνείδηση.

Βλαχία : Περιοχή ανάμεσα στις Τρανσυλβανικές Άλπεις, τον Δούναβη, και τον παραπόταμό του Σερέτη (αρχαίος Άραρος). Σήμερα τμήμα της Ρουμανίας.

Βλάχοι (Κουτσόβλαχοι, Τσίντσαροι, Αρωμούνοι) : Λατινογενής, κυρίως, λαός των Βαλκανίων, από τον οποίο προέρχονται και οι Ρουμάνοι. Απλώθηκαν σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο και απέκτησαν την κρατούσα εθνική συνείδηση των περιοχών, όπου εγκαταστάθηκαν.

Δάκες – Δακία : Θρακικός λαός που ζούσε στη βόρεια του Δούναβη, χώρα τους, Δακία, σχεδόν ίδια με την σημερινή Ρουμανία. Μετά τον Α’ μ.Χ. αι. , υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους και εκρωμαϊστηκαν. Ρωμαϊκή επαρχία από το 106 μ.Χ.

Ήπειρος : Ορεινή περιοχή στα δυτικά των Βαλκανίων. Δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο και την Αδριατική και ανατολικά ορίζεται από την ραχοκοκαλιά της Πίνδου. Σήμερα, η νότια, που βρέχεται από το Ιόνιο (9.253 Km2) ανήκει στην Ελλάδα, και η βόρεια, που βρέχεται από την Αδριατική, ανήκει στην Αλβανία. Πήρε το όνομά της από την κόρη της μυθικής Αγαύης και, στην αρχαιότητα, όριζε την περιοχή από την Ιλλυρία έως την Αιτωλία.

Θεσσαλία : Πεδινή περιοχή που ορίζεται από τα όρη : B. τον Όλυμπο και τα Καμβούνια (Χάσια), Α. τον Κίσαβο (Όσσα) και το Πήλιο, Ν. την Όθρη και Δ. την Πίνδο. Η ανατολική πλευρά της βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος και νότια δεσπόζει ο Παγασητικός κόλπος. Επιφάνεια, 13.904 Km2. Οφείλει το όνομά της στον μυθικό ήρωα Θεσσαλό, γιο του Αίμωνα.

Σημειώσεις

(1). Balkan Studies 28/2/1987, 373-389 και 29/2/1988, 309-340. Επετηρίς Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών Αα 1988, 643-665, Ββ 1995, 1253-1282 και Γβ 2000, 355-368. Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 1990, 5-44, 1992, 433-451, 1993-1994, 1-53, 1997, 5-39. Νέα Εστία 132, 1571, 1992,128-143 και Χριστούγεννα 1994 80-97. Παρνασσός 34, 1992, 3-26, 37, 1995, 3-39 και 41, 1999, 47-87. Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 49, 1994-1996, 89-113.Τρικαλινά 16, 1996, 99-119, 17, 1997, 33-47 και 19, 1999, 231-280. Περραιβαία 62-65, 1996, 23-41. Πλάτων 49, 1997, 186-187 και 51, 1999-2000, 119-131. Ηπειρωτικά Χρονικά 33, 1998-1999, 9-48, Ελλοπία 50. 2000, 26-31, 51, 2000, 39-43 και 52, 2001, 42-45, καθώς και ανάτυπά τους ευχρηστότερα, λόγω ευρετηρίων.

(2). N.G.L. Hammond, F. Papazoglou, O. Masson, P. Cabanes, Yl. Georgiev.

(3). Στην ίδια διαπίστωση καταλήγουν και μεταγενέστεροι Έλληνες και ξένοι π.χ. ο μέγας διδάσκαλος του Γένους Αθανάσιος Ψαλίδας, A. Dumond, E. Stanford, J.Cvijie, R. Paux, Κ.Δ. Στεργιόπουλος, Αλ.Χ. Μαμμόπουλος, Ν. Τωμαδάκης....

(4). «Η Ρουμάνικη προπαγάνδα στο Βιλαέτι Ιωαννίνων και στα Βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου», τ.Α’, μέσα 19ου αι.-1900, Ιωάννινα 1995, 22 σημ. 1.

(5). Π.χ. των G. Armadori- Virgili, E. Pittard, N. Banescu, D.M. Pippidi, R. Vulpe κ.α.

(6). Πβ, ΚΕΜΟ ΣΤΗ Λάρισα, στη Λιβαδειά και παρ’ ολίγον στο ΥΠ.ΕΞ.