Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Ιάννης Ξενάκης: Ο επιστήμονας της μουσικής

29 Μαΐου 1922 ~ 4 Φεβρουαρίου 2001

Μουσικός, αρχιτέκτονας, μαθηματικός και φιλόσοφος, αναζήτησε διεξοδικά –και ενίοτε παράτολμα- τα «κλειδιά» στην περίπλοκη σχέση της επιστήμης με την τέχνη, ενώ παράλληλα έδωσε με τη ζωή του και τις ποικίλες ενασχολήσεις του μια εντυπωσιακή, δίχως άλλο, σύγχρονη εκδοχή του homo universalis …


Oυμανιστής και ιδεολόγος, ανήσυχος και τολμηρός, αγωνιστής και επινοητικός. Ο Ιάννης Ξενάκης προσάρμοσε τη νέα τεχνολογία στη σύγχρονη μουσική και υπήρξε πρωτοπόρος στην αρμονική σύζευξη της επιστήμης με την τέχνη.

Ήταν από τους ελάχιστους που κατάφεραν να συνδυάσουν, να συνδιαμορφώσουν και να συγχωνεύσουν αυτά τα δύο τόσο ώστε να μην μπορείς να διακρίνεις εάν η τέχνη παύει να ανταποκρίνεται στους νόμους της επιστήμης ή εάν η επιστήμη δεν εμπεριέχει κάτι από τη σαγήνη και τη μαγεία της τέχνης. Δύο όψεις του ίδιους νομίσματος ή κάτι τελείως διαφορετικό;

Η περίπτωση Ξενάκη είναι από κάθε άποψη ασυνήθιστη, ξεχωριστή και εν τέλει συναρπαστική, με τον ίδιο να συνδυάζει ετερόκλητες φαινομενικά ιδιότητες (τη μουσική, τα μαθηματικά, τη φυσική, τη φιλοσοφία και την αρχιτεκτονική), να τις συσχετίζει και να τις παρουσιάζει ως πτυχές του ίδιου πράγματος, ως εκφάνσεις, δηλαδή, μιας θαυμαστής ενότητας πίσω από την πολυδαίδαλη ανθρώπινη νοημοσύνη. Και αυτό από μόνο του υπήρξε ένα ιστορικής σημασίας επίτευγμα, πέραν από τη διαχρονική αξία της μουσικής του.

Ο Ιάννης (Γιάννης) Ξενάκης γεννήθηκε το 1922 στη Βράιλα της Ρουμανίας και ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά του Κλέαρχου Ξενάκη και της Φωτεινής Παύλου, εύπορων Ελλήνων της διασποράς. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας του, όταν ήταν μόλις πέντε ετών. Αλλά εκείνη πρόλαβε να του εμφυσήσει την αγάπη της για τη μουσική και να του χαρίσει ένα φλάουτο.

Μερικά χρόνια αργότερα ο πατέρας του τον έστειλε μαζί με τα αδέλφια του στην Αναργύρειο Σχολή Σπετσών, όπου και έμελλε να παρακολουθήσει τα πρώτα του μαθήματα μουσικής αρμονία και πιάνο. Ήδη, δηλαδή, από εκείνην την εποχή δείχνει ότι πρόκειται για μια πολυσύνθετη προσωπικότητα με ποικίλα ενδιαφέροντα. «Άρχισα να θέλω να κάνω μουσική από όταν ήμουνα παιδί. Ξεκίνησα από μια ανησυχία και μια βαθύτατη ευαισθησία που είχα προς τους ήχους. Ασχολήθηκα, όμως, και με την αρχαιότητα και τη φιλοσοφία», θα πει σε συνέντευξή του.

Στο μεταξύ, το 1938, μετακομίζει στην Αθήνα για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Παράλληλα, μελετάει αρμονία και αντίστιξη, πραγματοποιεί τις πρώτες του απόπειρες σύνθεσης, διαβάζει τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ενώ ήδη επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σχέση των μαθηματικών με τη μουσική, προσπαθώντας να βρει πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν μαθηματικά μοντέλα στην τέχνη της φούγκας του Μπαχ.

Το 1940 εισάγεται στο Πολυτεχνείο, παρόλο που δεν ήθελε ιδιαίτερα να γίνει πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας. Αλίμονο, όμως, οι καιροί ήταν δύσκολοι και οι σπουδές αναβάλλονται λόγω της εισβολής των ιταλικών στρατευμάτων: «Εκείνη την εποχή διάβαζα Πλάτωνα, την Πολιτεία. Η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν τόσο ασφυκτική ώστε έπρεπε να βρει κανείς διεξόδους. Επίσης, διάβαζα και αποδεχόμουν τις θέσεις του μαρξισμού, τις έβλεπα ως ένα είδος παραμόρφωσης των πλατωνικών ιδεών. Ενστερνιζόμουν τις θέσεις περί ισοτιμίας των πολιτών, περί ελευθερίας του ατόμου. Έγινα μαρξιστής από τις ανάγκες της καθημερινότητας».

Κάπως έτσι άρχισε η έντονη δράση του ως καθοδηγητή της ομάδας «Λόρδος Βύρων» και γραμματέα της ΕΠΟΝ του Πολυτεχνείου, ενώ σύντομα εντάσσεται στο, παράνομο τότε, Κομμουνιστικό Κόμμα. Μάλιστα, κατά την ενεργό συμμετοχή του στα επεισόδια των Δεκεμβριανών τραυματίστηκε σοβαρά από θραύσμα οβίδας (Πρωτοχρονιά του 1945), με αποτέλεσμα ένα μεγάλο προσωπικό τίμημα: Να χάσει το αριστερό του μάτι και να παραμορφωθεί η αριστερή πλευρά του προσώπου του.

Από τα συντρίμμια τον ανέσυρε ο ίδιος ο πατέρας του, για να ακολουθήσουν επώδυνες χειρουργικές επεμβάσεις.

Τελικά, τα καταφέρνει και το 1947 περατώνει τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο ?μετ’ εμποδίων, λόγω της αντιστασιακής του δράσης. Είναι μια σκοτεινή εποχή που επιφυλάσσει τα χειρότερα για τους ηττημένους αριστερούς. Για να αποφύγει την εξορία στη Μακρόνησο, δραπετεύει με πλαστό διαβατήριο στο Παρίσι. Αυτό που αφήνει πίσω του είναι μια καταδίκη ερήμην σε θάνατο για «πολιτική τρομοκρατία». Και εκείνο που ανοίγεται μπροστά του δεν είναι άλλο από μια ζωή με προοπτική.

Και πράγματι, στο μεταπολεμικό Παρίσι θα ανακαλύψει αυτά που έψαχνε στις μελέτες της κλασικής Αρχαίας Ελλάδας: Μια αρμονία, έναν αναβρασμό στις ιδέες, τις τέχνες, την πολιτική, ένα γνήσιο και ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο, τις εκφραστικές δυνατότητες, την ελευθερία ως αγαθό. Μερικούς μήνες μετά την εγκατάστασή του στη γαλλική πρωτεύουσα και έπειτα από τη μεσολάβηση του πολεοδόμου Γιώργου Κανδύλη, ο Ξενάκης θα προσληφθεί από τον παγκοσμίου φήμης αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ, με τον οποίον συνεργάστηκε για τα επόμενα δώδεκα χρόνια.

Δεν έχει ξεχάσει, όμως, το παλιό του πάθος, τη μουσική. Έτσι, αναζητεί δασκάλους για να συνεχίσει τα μαθήματα σύνθεσης: Ο πρώτος που κατάλαβε τις μουσικές ιδιαιτερότητες του Ξενάκη, ήταν ο Ολιβιέ Μεσιάν, που του είπε ότι δεν χρειάζεται να μελετήσει αρμονία και αντίστιξη. «Έχεις την τύχη να είσαι αρχιτέκτονας και με γνώσεις εφαρμοσμένων μαθηματικών. Εκμεταλλεύσου τα αυτά. Κάν’ τα στη μουσική σου», τον παροτρύνει. Τα μόνα μαθήματα που του πρότεινε να παρακολουθήσει μαζί του ήταν μουσική αισθητική και ανάλυση.

Όπως και έγινε: Ο Ξενάκης άρχισε να παρακολουθεί το 1952 μαθήματα στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού, ενώ στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του συνέθετε. Εκείνην την περίοδο γνώρισε και τη γυναίκα του, τη γνωστή σήμερα μυθιστοριογράφο Φρανσουάζ Ξενάκη, με την οποία παντρεύτηκε το 1953 και απέκτησε μία κόρη, τη Μάχη. Εκ των υστέρων, βλέποντας κανείς την εξέλιξη που είχε ως συνθέτης και, βέβαια, την αναγνώρισή του θα νόμιζε ότι η αρχιτεκτονική υπήρξε για εκείνον κάποιας μορφής πάρεργο. Κάθε άλλο όμως, αφού το 1954 σχεδιάζει μαζί με τον Λε Κορμπιζιέ το περίφημο μοναστήρι της Λα Τουρέτ, με τον Ξενάκη να εφαρμόζει στη δυτική πρόσοψη του κτιρίου γραφικές αποδόσεις μουσικών δομών.

Ακολουθεί μια σειρά πρωτοποριακών κατασκευών που του είχε αναθέσει ο σπουδαίος αρχιτέκτονας, με σημαντικότερο το περίπτερο της Philips για τη Διεθνή Έκθεση των Βρυξελλών του 1958. Η διεκδίκηση ωστόσο της πατρότητας αυτού του έργου θα επιφέρει τη ρήξη με τον Λε Κορμπιζιέ.

Από εκείνην τη χρονική περίοδο και μετά ο Ξενάκης αφιερώνεται αποκλειστικά στη σύνθεση. Είχε προηγηθεί η παρουσίαση του έργου του «Μεταστάσεις» (1955), το οποίο προκάλεσε αίσθηση, σηματοδοτώντας την απαρχή της διεθνούς φήμης του, ενώ τις αλλεπάλληλες συνθέσεις του συνοδεύουν κείμενά του σε διάφορα περιοδικά, εκφράζοντας τη φιλοσοφία του για τη μουσική.

Σταδιακά άρχισε να διαμορφώνει μια καθαρά προσωπική ιδέα για τη σχέση τέχνης και επιστήμης, σε αντιστοιχία πάντα με τη δική του πολυδιάστατη εμπειρία. Είχε ασχοληθεί με την αρχαιότητα και τη φιλοσοφία, είχε πολιτική δράση, έπειτα φοίτησε στο Πολυτεχνείο επειδή τον ενδιέφεραν οι επιστήμες και τα μαθηματικά.

Στην αρχή, όλα αυτά ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά σιγά σιγά έβλεπε ότι υπήρχε μια πολύ στενή σχέση. Όλοι αυτοί οι τομείς ήταν εκφράσεις της ενότητας του ανθρώπινου μυα λού: «Η μουσική είναι και αυτή μια έκφραση, δεν μπορεί παρά να απαρτίζεται από τις άλλες εκφράσεις. Επομένως, χωρίς φιλοσοφία, χωρίς μαθηματικά, χωρίς την ιστορία, η μουσική δεν μπορεί να υπάρξει, δεν έχει νόημα.

Τα μαθηματικά άλλωστε χωρίς μουσική, χωρίς φιλοσοφία, δεν μπορούν να υπάρξουν. Δεν μπορούν να υπάρχουν χωρίς τις εικαστικές τέχνες, χωρίς την τέχνη γενικά», εξηγεί για να καταλήξει με έμφαση: «Ίσως αυτή είναι η σπουδαιότερη συνεισφορά μου: Η τέχνη και η επιστήμη δεν είναι χωρισμένες, ιδίως στη μουσική? αντίθετα, η μία ζει μέσα στην άλλη».

Από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα θα παρέμενε στο προσκήνιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής, εστιάζοντας σταθερά στη σχέση μαθηματικών, μουσικής και αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, με έναν προσωπικό, επαναστατικό αλλά και μάλλον αφόρητα μοναχικό τρόπο, που άλλοτε δίχαζε, άλλοτε προκαλούσε τον θαυμασμό, μερικές φορές ?ίσως? την έντονη αμφισβήτηση, αλλά πάντοτε το αμείωτο ενδιαφέρον.

Με την πάροδο του χρόνου κέρδιζε τιμές, τίτλους και βραβεία, όμως εκείνος συνέχιζε απερίσπαστος να ερευνά, να ανακαλύπτει τις καινούριες εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών, να αξιοποιεί τις νέες προκλήσεις: Μέσα από τις αστείρευτες πρωτοποριακές μουσικές μεθόδους του συσχέτιζε με ευρηματικότητα τη μουσική και την αρχιτεκτονική με τα μαθηματικά, τη φυσική και την τεχνολογία. Επιχειρούσε να εφαρμόσει στη μουσική τους φυσικούς νόμους που διέπουν διάφορα φαινόμενα, όπως η οχλοβοή μιας διαδήλωσης ή το θρόισμα των φύλλων ενός δέντρου.

Αυτή εξάλλου η επινοητικότητα και η μόνιμη διάθεση που είχε ο Ιάννης Ξενάκης να ανακαλύπτει συνεχώς νέες κατευθύνσεις δεν θα τον εγκατέλειπαν μέχρι τον θάνατό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2001, αφού ήταν στην τέχνη που είχε βρει πειστικές απαντήσεις σε όλα εκείνα τα βασανιστικά ερωτήματα που τον κατέτρεχαν, ήδη από την εποχή της ταραγμένης νεότητάς του. Άλλωστε όπως είχε πει χαρακτηριστικά κάποτε: «Η τέχνη είναι το μέσον που οδηγεί τον άνθρωπο στο να απελευθερώσει την πιο δημιουργική του φαντασία και πράξη. Η τέχνη, με άλλα λόγια, μπορεί να λειτουργήσει ως η απελευθερωτική δύναμη του κόσμου»...

Με τα μάτια της συζύγου του

«Ο Ξενάκης είναι μοναχικός, συχνά σιωπηλός, επιθετικός, δεν δέχεται εύκολα συζητήσεις. Αυτό είναι το καβούκι του, προσπαθεί να κρύψει τραύματα και υπερηφάνεια που τον παραλύουν. Δεν μπορεί, δεν ξέρει να πλησιάσει τους ανθρώπους. Δεν υπήρξε ούτε μία συναυλία που να μη μου πει: Αυτήν τη φορά θα αντιληφθούν ότι δεν αξίζει τίποτα. Ούτε οι καλές κριτικές ούτε οι νέοι που τον πλησίαζαν για να μελετήσουν ούτε οι διατριβές ούτε οι συναυλίες σε ολόκληρο τον κόσμο καμία ένδειξη αναγνώρισης δεν τον ζεσταίνει, δεν τον καθησυχάζει. Δεν κατάλαβε ποτέ ούτε είδε ότι το κοινό τον αγαπούσε, ακόμα κι όταν κάποιες φορές τον είδα συγκινημένο από τον κόσμο που είχαν οι συναυλίες του. Η αμφιβολία τον κυρίευε αμέσως: Κι αν κάνουν λάθος;»...

Η τεχνολογία στην τέχνη

«Η τεχνολογία απειλεί το πνεύμα και την τέχνη όταν αυτός που τη χρησιμοποιεί είναι ηλίθιος. Η τεχνολογία είναι κι αυτή κατασκεύασμα του ανθρώπου, όπως, για παράδειγμα, τα μαθηματικά, η τέχνη, τα ήθη και τα έθιμα. Σε όλα υπάρχουν πράγματα που πρέπει να τα αποφεύγει κανείς. Και άλλα, όμως, τα οποία μπορεί να τα ακολουθήσει, τουλάχιστον μέχρι ένα ορισμένο σημείο».

«Ισως αυτή είναι η σπουδαιότερη συνεισφορά μου: Η τέχνη και η επιστήμη δεν είναι χωρισμένες, ιδίως στη μουσική αντίθετα, η μία ζει μέσα στην άλλη»

ΙΑΝΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Του Γιώργου Βαϊλάκη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 376, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο, ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 10 Μαΐου 2009.