Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Γιώργος Ζογγολόπουλος: Ο γλύπτης που σμίλεψε τον χρόνο

1903 ~ 10 Μαΐου 2004

Είχε την τύχη να ξεπεράσει τον έναν αιώνα ζωής, αλλά και την ικανότητα να παραμείνει πάντα πρωτοπόρος και δημιουργικός. Η απάντηση στο πόσο σημαντικός καλλιτέχνης ήταν ο Γιώργος Ζογγολόπουλος βρίσκεται δίπλα μας. Στα έργα που ομορφαίνουν τις πλατείες, τους σταθμούς, τους δρόμους και τελικά την ίδια τη ζωή μας ...

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1903. Το σπίτι του ήταν στην οδό Δεληγιώργη, πολύ κοντά στην Ομόνοια, την πλατεία που μισό αιώνα αργότερα θα κληθεί να αλλάξει τη μορφή της - αυτήν που τώρα θυμόμαστε, δυστυχώς, μόνο από τις παλιές ταινίες. Ήταν ένα ζωηρό, ατίθασο παιδί, που δεν έδινε και μεγάλη σημασία στα μαθήματα. Κάθε λίγο και λιγάκι την κοπανούσε από το σχολείο και εξαφανιζόταν στην εξοχική... Κολοκυνθού

O αυστηρός, κατά τα άλλα, δάσκαλός του έδειχνε μεγάλη κατανόηση, κυρίως γιατί ο μικρός Γιώργος μπορούσε να σχεδιάσει στον πίνακα πολύ καλύτερα από τον ίδιο. «Ποτέ δεν ζωγράφισα όπως ζωγραφίζουν όλα τα παιδιά. Από την πρώτη στιγμή θυμάμαι ότι ζωγράφιζα σαν μεγάλος, σαν ζωγράφος τελειωμένος. Αντέγραφα με ακρίβεια ό,τι έβλεπα. Αντέγραφα επίσης ζωγραφιές από βιβλία. Είχα αυτή την ικανότητα».

Mε τον τρόπο αυτό είχε εξασφαλίσει τη σχετική... ασυλία στο σχολείο και ακολουθώντας τη φυσική του κλίση, παρά τις αντιδράσεις των δικών του -προερχόταν από οικογένεια νομικών, έχασε πάντως πολύ νωρίς τον πατέρα του- το 1924 θα ξεκινήσει τις σπουδές του στη γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών

Πριν ακόμη τελειώσει τη σχολή προσλαμβάνεται στη Διεύθυνση Αναστηλώσεως Αρχαίων και Βυζαντινών Μνημείων του υπουργείου Παιδείας, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική. Το 1930 μπαίνει στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα του υπουργείου και αποκτά τη δυνατότητα να μελετήσει και να συμμετάσχει στο χτίσιμο σχολικών συγκροτημάτων και εκκλησιών.

«Tι άλλο να κάνεις από το να γίνεις ζωγράφος ή καλλιτέχνης, αν η παρέα σου ήταν όπως η δική μου. O Πικιώνης, ο Μητσάκης, ο Ρουσόπουλος, ο Κόντογλου, ο Παπαλουκάς: αυτοί ήταν η παρέα μου, αυτοί οι επιρροές μου! Εγώ βέβαια ήμουν πιο νέος, αλλά τους βοηθούσα στα πάντα και έτσι δούλεψα 15 χρόνια σχεδιάζοντας σχολικά κτίρια».

Μια κρίσιμη απόφαση

Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ποτέ δεν πήρε το πτυχίο του στην Αρχιτεκτονική Εκείνος σχεδίαζε και οι πτυχιούχοι φίλοι του έβαζαν την υπογραφή τους. Είναι η εποχή που πρέπει να πάρει μια απόφαση όμως. H δουλειά στο υπουργείο τού προσφέρει την απαραίτητη εξασφάλιση, αλλά η καλλιτεχνική ψυχή του άλλα ζητάει.

Το 1936 γνωρίζει και στη συνέχεια παντρεύεται τη ζωγράφο Ελένη Πασχαλίδου, φεύγουν για ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι και... ξεχνάει να γυρίσει. Προτιμάει να παρακολουθήσει από κοντά τις εξελίξεις της σύγχρονης γλυπτικής. Όταν κάποτε επιστρέφει, οι πόρτες του υπουργείου είναι ακόμη ανοιχτές, αλλά και πάλι, με την επίμονη προτροπή της Ελένης, επιλέγει να αφοσιωθεί στη γλυπτική.

«Aυτή η δουλειά θέλει πολύ χρόνο. H καλλιέργεια του ματιού είναι πολύ μακρά διαδικασία. Kαι δύσκολη. Θυμάμαι όταν άρχισα να καταλαβαίνω κάποια πράγματα. Ήταν όταν είχα δει την "Γκερνίκα" του Πικάσο, στο ισπανικό περίπτερο, το 1937. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Έτσι είναι. Πρέπει να μπεις σε αυτό τον κόσμο. Είτε δεν σε ενδιαφέρει και έτσι δεν μπαίνεις καθόλου είτε σιγά σιγά καταλαβαίνεις τι γίνεται».

Έτσι συνεχίζει μια καλλιτεχνική πορεία που τον ανέδειξε ως έναν από τους σημαντικότερους γλύπτες της νεότερης Ελλάδας, πορεία πάντως στο ξεκίνημα της οποίας χρειάστηκε να πουλήσει το... σακάκι του για να εξασφαλίσει φαγητό για λίγες μέρες. Tα χρόνια του Εμφυλίου ήταν αναπόφευκτη η εμπλοκή του στην Αριστερά

«Πάντα αριστερές ήταν οι παρέες μου. Κοντά τους σε όλα. Nα τους βοηθήσω στα πάντα. Nα έρθουν στο ατελιέ μου τον Δεκέμβριο του ‘44 και να πετάνε τα όπλα τους πάνω στον καναπέ μου, αλλά εγώ ποτέ δεν πήρα μέρος σε όλα αυτά. Γενικώς ποτέ δεν συμπάθησα τα όπλα».

Στη συνέχεια πότε με υποτροφία της γαλλικής και πότε της ιταλικής κυβέρνησης και τη δεκαετία του 1950 με υποτροφία του Ελληνικού Iδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (IKY), ταξιδεύει στη Γαλλία και στην Ιταλία, όπου συνεχίζει τις μελέτες του στις τεχνικές της χαλκοχυτικής, στη γλυπτική και στην ετρουσκική τέχνη.

Από το 1936 είχε κάνει ήδη την πρώτη του έκθεση σε αθηναϊκή γκαλερί και έκτοτε συνέχισε για έξι δεκαετίες να εκθέτει δικά του έργα, να συμμετέχει σε πλήθος συλλογικών εκθέσεων και να κατασκευάζει έργα βραβευμένα σε διαγωνισμούς ή με απευθείας αναθέσεις.

Ενδεικτική αναφορά από το τεράστιο έργο του: Μνημείο Ζαλόγγου, Γλυπτό από Cor-ten στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η Ασπίδα στο Eυρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, οι περίφημες Ομπρέλες στην παραλία Θεσσαλονίκης και στη Λεωφόρο Κηφισίας, οι Ολυμπιακοί Κύκλοι στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και τα γλυπτά του στην Ομόνοια και στους σταθμούς του μετρό στο Σύνταγμα και στον Eυαγγελισμό.

Από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του ήταν η βράβευση υδροκινητικού έργου με τίτλο «Ομπρέλες», στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό για το Cour d’ Honneur, και η εγκατάστασή του στο κτίριο του Συμβουλίου Yπουργών της Eυρωπαϊκής Eνωσης στις Bρυξέλλες το 1995.

Bραβεία και αντιδράσεις

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο οποίος συνέχισε να δημιουργεί ακόμη και μετά τα ενενήντα του χρόνια, παρακολούθησε δημιουργικά όλες τις καλλιτεχνικές μεταλλάξεις του 20ού αιώνα. Το έργο του χαρακτηρίζουν συνεχείς πειραματισμοί με νέα υλικά (ανοξείδωτο μέταλλο, πλεξιγκλάς) και αντικείμενα (φακοί, ελατήρια, ομπρέλες, σωλήνες) και μια αδιάκοπη έρευνα για τη σχέση του γλυπτού με τον δημόσιο χώρο.

Σύμφωνα με τον ιστορικό και κριτικό τέχνης Τένη Ζαχαρόπουλο: «O Ζογγολόπουλος μαζί με μερικούς καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες θα προσπαθήσει χωρίς δημαγωγικά μηνύματα, χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις, να συμμετάσχει στην καθημερινή ζωή του τόπου, συνδέοντας άρρηκτα την αισθητική του πρακτική με την κοινωνική πραγματικότητα».

O καλλιτέχνης που είπε κάποτε «Είσαι νεκρός όταν εκδίδεις στο κατεστημένο γούστο και στην ομοιομορφία», συνάντησε, όπως είναι φυσικό, πολλές αντιδράσεις μέχρι να αναγνωριστεί η αξία των έργων του. Μόλις τα τελευταία χρόνια η πολιτεία αποφάσισε ότι άξιζε να δώσει στην καθημερινή μας ζωή μια μικρή πινελιά μοντέρνας τέχνης και να αξιοποιήσει τα γλυπτά του Ζογγολόπουλου

Το 1998 η Θεσσαλονίκη δέχτηκε με ενθουσιασμό τις «Ομπρέλες» στην παραλία της, το μακρινό 1966 όμως η εγκατάσταση του γλυπτού στη ΔEΘ προκάλεσε σοκ και δέος στους όχι και ιδιαίτερα εξοικειωμένους με τη μοντέρνα τέχνη. Χαρακτηριστική η οργισμένη επιστολή κάποιου Δ. Αγραφιώτη, προέδρου της ενώσεως Β. Ελλάδας «Πολύγνωτος Παιώνιος» στον Τύπο της εποχής: «Μια ολόκληρη πολιτεία το αποστρέφεται, το καταδικάζει, αγανακτεί, εξοργίζεται, απορεί, το χλευάζει, ζητά το άμεσο σήκωμά του (...) Ζήτω ο λαός της Θεσσαλονίκης με το ανεπτυγμένο γούστο, που θα διώξει από την πόλη το σκιάχτρο που στήθηκε μπροστά στη ΔEΘ, για να μην μπορούν τα παιδάκια να περνούν από ‘κει κοντά».

Δεν ήταν ο μόνος - το έργο είχε προκαλέσει... εμφύλιο εκείνη την εποχή στον πνευματικό κόσμο της συμπρωτεύουσας και δεν είναι η μοναδική περίπτωση που ο μοντερνισμός του Ζογγολόπουλου εμφανιζόταν πολύ προχωρημένος για τις ιδεοληψίες των συμπατριωτών του. Όπως έγραφε αργότερα ο ίδιος ο γλύπτης σε μια επιστολή του στον μελετητή του έργου του Tώνη Σπητέρη: «Ακολούθησε ένα υβρεολόγιο επί χρόνο, πολύ πρόστυχο, και ούτε τα άρθρα Φατούρου, Ανδρόνικου, Καραντινού, Ρήσου κατόρθωσαν να πείσουν τους υβριστάς (μεταξύ αυτών και ένας κρεοπώλης). Tέλος δεν το βγάλανε όπως ελέγετο».

Το μνημείο πάντως της Αντίστασης στον Γοργοπόταμος (συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Τομπάζη) όπως και ένα έργο για την πλατεία Κλαυθμώνος, παρόλο που πήραν το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό, ποτέ δεν στήθηκαν στη θέση τους. Την ίδια... έλλειψη τύχης είχε και το έργο «Ποσειδώνας» που προοριζόταν για την Ομόνοια

Eυτυχώς αυτό το ατίθασο παιδί έζησε αρκετά για να γνωρίσει την έστω και καθυστερημένη αναγνώριση, παρόλο που ποτέ, όπως ο ίδιος έλεγε, δεν κυνήγησε την αναγνώριση ή τη δημοσιότητα. Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, όταν τον ρωτούν πως αντιμετωπίζει τον θάνατο, απαντά: «Όταν έχεις ζήσει εκατό χρόνια, ξέρετε, έρχεται μια στιγμή που σκέφτεσαι: Basta! Αρχίζουν οι δυνάμεις να ελαττώνονται και με φοβίζει περισσότερο αυτό το γεγονός παρά ο θάνατος». Στην ίδια συνέντευξη παραπονιέται που η αντοχή του του επιτρέπει να πηγαίνει σε μία μόνο (!) έκθεση την ημέρα και όχι σε περισσότερες όπως παλιά.

Έφυγε πλήρης ημερών τον Μάιο του 2004. Tον Δεκέμβριο του 2008 το περίφημο «Πεντάκυκλο» πήρε τη θέση του στην Ομόνοια H «εκδίκηση» ενός καλλιτέχνη που έβλεπε πέρα από την εποχή του είναι ότι τα έργα του θα μας συντροφεύουν για πολλά ακόμη χρόνια.

Τέχνη και ζωή

«Βλέπεις ένα έργο και από αυτό εσύ δημιουργείς κάτι άλλο. Eμένα γι’ αυτό μου αρέσει αυτό που κάνω. Γιατί δεν νιώθω μόνος. Υπάρχουν οι άλλοι, γι’ αυτό υπάρχω. Aυτοί είναι η αφορμή μου. Δεν πιστεύω σε ό,τι έρχεται από τον ουρανό, αλλά σε ό,τι είναι πλάι μου και κινείται μαζί με μένα».

Το καινούργιο στην τέχνη

«Ποιότητα είναι μια μαύρη τελεία που γίνεται όταν τη βλέπεις ουρανός γαλάζιος, θάλασσα. Ποιότητα είναι ακριβώς η αιτία του διαλόγου. Ποιότητα είναι η καλλιέργεια των ματιών, των αυτιών, των αισθήσεων. Μόνο έτσι μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το καινούργιο. Σήμερα υπάρχει μια τρομοκρατία. Πρέπει να είμαστε όλοι του ιδίου γούστου, αλλιώς καταδικαζόμαστε στη μοναξιά. Σήμερα όλοι, οι περισσότεροι, αμύνονται μπροστά σε κάτι νέο με αξία».

Του Γρηγόρη Παπαδογιάννη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 364, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 15 Φεβρουαρίου 2009.