Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Αλέξης Δαμιανός: Ο ποιητής της εικόνας

1921 ~ 4 Μαΐου 2006

Ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σύμφωνα με πολλούς η πιο εμβληματική μορφή του ελληνικού κινηματογράφου, παρότι γύρισε μόνο τρεις ταινίες. Αδιαπραγμάτευτες αξίες καθορίζουν το έργο καθώς και τον βίο του, σε περιόδους αυτοεξορίας να διανθίζουν τον μύθο ενός από τους αυθεντικότερους δημιουργούς του τόπου ...

Από το 1945, τη βραδιά της πρεμιέρας του πρώτου του θεατρικού έργου, «Το Καλοκαίρι θα θερίσουμε», όταν βρέθηκε σε μια φτωχική παράγκα στις πρώην Στέρνες, του είχε καρφωθεί η ιδέα. Ήπιαν φτηνό κρασί με ψωμί - μεγάλη ανέχεια, ακριβώς μετά τον πόλεμο - συντροφιά με ένα ζευγάρι, εκείνη κορίτσι του Λούνα Παρκ, κι όταν ξημέρωσε, είδε σε μια μάντρα επάνω, ξερολιθιά, ούτε στάλα νερό, ένα ραδίκι που είχε ανθίσει μόνο με τον ήλιο! Εκείνη η εικόνα, ενός αγριοράδικου, που επιζούσε χωρίς τίποτα, η Ελλάδα δηλαδή, μαζί με ένα άλλο συμβάν, είκοσι χρόνια αργότερα σε μια παραλία του Σχοινιά -μια λαϊκή κοκότα με τον φίλο της, νταβατζόφατσα, καβάλα σε μηχανάκι να προκαλούν μια παρέα Αμερικανών πεζοναυτών- έγιναν τα ερεθίσματα για την «Ευδοκία», την πιο θρυλική ταινία του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία που στοίχειωσε με την «αισθητική της μπαναλιτέ» τις συγκλονιστικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών της και την αξεπέραστη μουσική της μια ολόκληρη γενιά. Που για τον δημιουργό της, ηθοποιό, συγγραφέα και σκηνοθέτη Αλέξη Δαμιανό, υπήρξε το ανυπέρβλητό του αριστούργημα.

Γεννημένος στην Αθήνα, στα Πατήσια, τον Ιανουάριο του 1921, με πατέρα γυμνασιάρχη και ψάλτη στην εκκλησία, ο Δαμιανός φοίτησε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, παράλληλα με τη Φιλοσοφική, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Αιμίλιο Βεάκη, στον οποίο και όφειλε τη βαθιά και ουσιαστική θεατρική του παιδεία.

Ως νέος ηθοποιός συμμετείχε σε παραστάσεις του Εθνικού, μέχρι να μεταπηδήσει το 1945 στους «Ηνωμένους Καλλιτέχνες», θίασο πρωτοπορίας, κολεκτίβα ηθοποιών ενταγμένων στην Αριστερά. Υπό την καθοδήγηση σκηνοθετών όπως ο Γιώργος Σεβαστίκογλου και ο Γιαννούλης Σαραντίδης, έπαιξε ρόλους ρεπερτορίου, κάνοντας παράλληλα και τις πρώτες συγγραφικές του απόπειρες. Όλοι μιλούσαν για ένα παθιασμένο παιδί του θεάτρου, σπινθηροβόλο, ευαίσθητο, ένας σοβαρός νέος με αγωνίες για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη κοινωνική δικαιοσύνη.

Συμμετείχε στο ιστορικό ανέβασμα του «Ματωμένου Γάμου» του Λόρκα, το 1948 από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι και σκηνικά κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος αποδείχτηκε ο πιο οξυδερκής συμβουλάτοράς του στο χτίσιμο του ρόλου του ως φεγγάρι και παρέμεινε σημαντικός του φίλος έκτοτε. Κάτι που δεν συνέβη με τον Κουν, με τον οποίο ήρθε σε ιδεολογικού, κυρίως, τύπου ρήξη και τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για τη νόθευση του ελληνικού θεατρικού έργου και την «παραπλάνηση» του κοινού από την άκριτη επιλογή εισαγόμενων έργων.

Tον ίδιο-χρόνο ίδρυσε το «Πειραματικό Θέατρο», για να ανεβάσει τα δικά του «Τ’ αγρίμια» και «Το σπιτικό μας», έργα στα οποία η κριτική της εποχής, διέκρινε μια πένα και μια ψυχοσύνθεση -που έμελε να απογειωθεί. Γύρω στα 1956 αποτραβιέται από το θέατρο και ασχολείται για μια τετραετία με αργαλειούς! Με εξαίρεση ένα ραδιοφωνικό «ανέβασμα» του έργου του «Τ’ άλογα», δεν ήταν παρά το 1961, έτος ίδρυσης του «Θεάτρου Πορεία», που η μέχρι τότε διαδρομή και εμπειρία του μορφοποιήθηκαν σε πλήρη καλλιτεχνική αρτιότητα και καθολική αποδοχή. Με «Το ανοιχτό κλουβί», ακόμα ένα έργο γραμμένο από τον ίδιο, κέρδισε τον χώρο της κωμωδίας, ενώ με το «Γεύση από μέλι» της Σίλα Ντελάνι και τις «Μικρές αλεπούδες» της Λίλιαν Χέλμαν, του αναγνωρίστηκε η σκηνοθετική ωριμότητα. Προσωπικοί θρίαμβοι που δυστυχώς δεν σήμαιναν και ανάλογες εισπρακτικές επιτυχίες. Ετσι, αναγκάστηκε να ανεβάσει ένα έργο που ελάχιστα εκτιμούσε, καθώς το θεωρούσε κλεμμένο - αντιγραφή ενός ξένου, «Τα κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού. Χάρη σ’ αυτό ξελάσπωσε οικονομικά, παίζοντάς το τρεις συνεχόμενες σεζόν. Ήταν όμως τέτοια η απαρέσκεια του γι’ αυτό, που όταν του πρότειναν να το μεταφέρει στον κινηματογράφο, αρνήθηκε. Μα πώς να έκανε μια τέτοια παραχώρηση ένας καλλιτέχνης με το ήθος και το ανάστημα του Δαμιανού; Θα ήταν εντελώς αντίθετο στις αρχές του -την αναζήτηση της αλήθειας και της ελευθερίας, τη μάχη για απεγκλωβισμό από τις δοξασίες που προκαλεί η φτώχεια και η έλλειψη παιδείας, οι ιστορικές και κοινωνικές συνισταμένες-, για τις οποίες μαχόταν λυσσαλέα στη ζωή και στο θέατρο. Μια μάχη που ήξερε ότι ήταν άνιση σε όλα τα επίπεδα.

Καθώς με το «Πορεία» δεν πήγαινε άλλο και κινδύνευε να πάει φυλακή από τα χρέη, το 1964 το έκλεισε. Είχε ήδη στραφεί σε εμπορικούς θιάσους για να επιβιώσει, σκηνοθετώντας και παίζοντας στο εμβληματικό «Οργισμένα νιάτα» του Τζον Όσμπορν με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και στο «Ένα μπλουζ για τον Τσάρλι» του Τζέιμς Μπόλντουιν με τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τον Μάνο Κατράκη.

Το μικρόβιο του κινηματογράφου το άρπαξε συμμετέχοντας στο «Τζίμης ο Τίγρης», την πρώτη μικρού μήκους ταινία του Παντελή Βούλγαρη, στο «Σύντομο διάλειμμα» του Ντίνου Κατσουρίδη και στον θαυμάσιο «Φόβο», την τελευταία ταινία του Κώστα Μανουσάκη. Σκέφτηκε ότι αυτό που ήθελε να πει, θα το έλεγε στο σελιλόιντ. Γι’ αυτό και γυρίζει το 1966 το «Μέχρι το πλοίο», ταινία βασισμένη στο «Δαχτυλίδι» του Σπήλιου Πασαγιάννη, τη «Νανότα» του Γρηγόρη Ξενόπουλου και ένα δημοτικό τραγούδι. Πρόκειται για την κατάβαση ενός άντρα από το βουνό στον κάμπο κι από εκεί στο λιμάνι προκειμένου να φύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Ένα φιλμ σκληρής ποίησης -καταγραφή αρχέτυπων συμπεριφορών, ένας ύμνος σε πανάρχαιες δομές, μια ελεγεία?με φόντο την ελληνική φύση και πρόσωπα ανθρώπων της υπαίθρου και του μόχθου. Η ταινία κέρδισε παμψηφεί το πρώτο βραβείο ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ της Ιέρ και εξασφάλισε διανομή στο Παρίσι. Οι Γάλλοι κριτικοί παραληρούσαν για το σπάνιο κινηματογραφικό διαμάντι από την Ελλάδα, αναγκάζοντας τους Έλληνες κριτικούς να εναρμονιστούν με τις απόψεις τους.

Ένα χρόνο μετά έρχεται η δικτατορία των συνταγματαρχών. Ο Αλέξης Δαμιανός με τη σύζυγό του Άρτεμη και τα τρία παιδιά τους μετακομίζουν για έναν χρόνο στην Αγγλία. Το σενάριο με τίτλο εργασίας «Η πόρνη και ο στρατιώτης» μπαίνει στην τελική ευθεία. Παραγωγοί ο ίδιος με τη γυναίκα του, ωστόσο αποφάσισαν να βρουν έναν Άγγλο συμπαραγωγό ώστε να προστατεύσουν την ταινία από κάθε λογής επιπλοκές στην Ελλάδα. Ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι, αυθόρμητο, καθόλου χυδαίο, ερωτικό μέσα από την αθωότητα που εξέπεμπε, η Μαρία Βασιλείου, κυπριακής καταγωγής, από τις λαϊκές συνοικίες του Λονδίνου, επιλέχθηκε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ο λοχίας βρέθηκε σε ένα γιαπί στον Πειραιά. Ένα αγόρι 21 χρόνων, ο Γιώργος Κουτούζης, ωραίος, ψηλός, αψεγάδιαστης αντρικής συμπεριφοράς, έσφυζε από νιάτα και δύναμη, όπως οι Έλληνες μιας άλλης εποχής. Η «Ευδοκία», όπως ήταν ο τελικός τίτλος της ταινίας, το όνομα της ηρωίδας αλλά και το όνομα της μάνας του Δαμιανού, γυρίστηκε στα αγγλικά. Στην ελληνική εκδοχή, η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά ντουμπλάρισε τον κεντρικό ρόλο, με βραχνή φωνή -κράμα χυδαιότητας και πίκρας-, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ερμηνεία της Βασιλείου. Η μουσική του Μάνου Λοΐζου, βασισμένη σε βυζαντινά μοτίβα που έψαλε ο ίδιος ο Δαμιανός για να τον καθοδηγήσει, καθαγιάζει την ταινία. Μερικές εικόνες που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη: το αυθαίρετο σπίτι στα Άνω Λιόσια λουσμένο στο φως (εκπληκτική η φωτογραφία του Χρήστου Μάγκου), με το μπανάλ εσωτερικό του, η ιεροτελεστική επίδειξη ασκήσεων με τη γυμνή διμοιρία κάτω από το λιοπύρι, το τραμπάλισμα με τη σχοινένια κούνια στην Πάρνηθα και το σπαραχτικό γέλιο της Ευδοκίας.

Αυτή η θεϊκή ταινία, λιτή αλλά με την αρχιτεκτονική σύγχρονης τραγωδίας, στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης του 1971 χαντακώθηκε, με εξαίρεση το βραβείο α΄ γυναικείου ρόλου, ενώ πέρασε από άπειρες επιτροπές λογοκρισίας, μέχρι να της δοθεί άδεια προβολής. Παρ’ όλα αυτά, το στοίχημα είχε κερδηθεί, για να δικαιωθεί πλήρως το 1985, όταν η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, την ανακήρυξε σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών!

Ο Δαμιανός έκανε είκοσι χρόνια να επιστρέψει στον κινηματογράφο. Στα χρόνια που ακολούθησαν την «Ευδοκία», επέλεξε να αποτραβηχτεί στο χωριό Βασιλικά στη Βόρεια Εύβοια, όπου επιδόθηκε σε βιολογικές καλλιέργειες και το 1979 ανέβασε το «Ανοιχτό κλουβί» με τσοπάνους και αγρότες, παράσταση που είχε να λέει πως ήταν από τις πιο μαγικές στιγμές της καριέρας του! Τόσο αγαπούσε τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, δηλαδή τον απλό άνθρωπο. Μέχρι που μια καταστροφική φωτιά του στέρησε την αγροικία του και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Αυτό για το οποίο αγωνιούσε πια ήταν να αφηγηθεί την τραγωδία τής σύγχρονης Ελλάδας. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια γυρισμάτων και την ολική οικονομική καταστροφή του, καθώς το επίσημο κράτος ήταν απόν και σ’ αυτό το εγχείρημα του σπουδαίου καλλιτέχνη και Έλληνα Ο «Ηνίοχος» ολοκληρώθηκε το 1995, χάρη στη συνδρομή εκατοντάδων επαγγελματιών και ερασιτεχνών, «ένα κίνημα» όπως το αποκαλούσε ο ίδιος. Μια ταινία αφάνταστου λυρισμού, ανυπέρβλητης αισθητικής, ένας αφηγηματικός λαβύρινθος που θα περάσουν χρόνια μέχρι να εκτιμηθεί.

Το τελευταίο του σενάριο δε θα γυριστεί ποτέ. Είναι η ιστορία του Ερυσίχθονα, ενός μυθικού ήρωα που μέσα από την αλαζονεία και τη βουλιμία του φτάνει να φάει τις ίδιες του τις σάρκες, όπως ακριβώς ο σύγχρονος άνθρωπος. Θα ήταν μια ακόμη τεράστια συμβολή του Δαμιανού αν δεν τον είχαν προλάβει οι περιπέτειες της υγείας του και ο πρόωρος θάνατος της κόρης του.

Έφυγε στις 4 Μαΐου 2006, σε ηλικία 85 χρονών. Στην κηδεία του, όλοι εκείνοι που όσο ζούσε αδυνατούσαν να τον συνδράμουν, ήταν εκεί!

Ο πολιτισμός των τάξεων

"Εγώ ήμουν αριστούχος στο Εθνικό, και δίπλα μου προχωράγανε άνθρωποι που όταν τους ρώταγες «ποιος έγραψε την Αντιγόνη», σου απαντούσαν «ο Κρέων!». Κι αυτοί οι άνθρωποι, αυτά τα παιδιά, χαράζανε μετά και πορεία στον πολιτισμό μας Πάντως, όταν η ιθύνουσα τάξη, που σας έλεγα, κυριάρχησε πια πέρα ως πέρα, η τάξη η λαϊκή την ακολούθησε, την πρόδωσε κι αυτή την ουσία της. Πρόδωσε τον ιδρώτα που έχυνε και χύνει, την αγνότητα και την ευπρέπειά της. Αυτοί που θα ‘πρεπε να συνεχίσουν να είναι οι δημιουργοί μιας αγάπης αυτόματης. Σαν ν’ αποθέσανε κάτω τη γυμνή τους την ψυχή, χωρίς πια να γυρίσουν πίσω, χωρίς να ξανακοιτάξουν προς τις ρίζες τους. Κι έγινε ό,τι έγινε, πάθαμε ό,τι πάθαμε, κι έχει φτάσει πια ο πολιτισμός μας εκεί που ‘χει φτάσει. Μας κοροϊδεύανε οι άλλοι, κι εμείς πήραμε την κοροϊδία τους για κουλτούρα, για πολιτισμό. Να: αυτό έγινε!»
Aπόσπασμα από συνέντευξή του στον Σ. Κακίση (Νέα 7/4/2001)

Του Χρήστου Παρίδη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 361, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 25 Ιανουαρίου 2009.