Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Μάρκος Βαμβακάρης: Ο πατριάρχης του ρεμπέτικου

10 Μαΐου 1905 ~ 8 Φεβρουαρίου 1972

Η μουσική του ήταν το σταυροδρόμι όπου συναντήθηκαν παραδόσεις αιώνων και μετουσιώθηκαν αργότερα στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι του 20ου αιώνα. Ένα ρεμπέτικο βαρύ ήταν και η ζωή του, γεμάτη περιπέτειες και βάσανα, έρωτες και απογοητεύσεις, μεγάλες δόξες και μεγάλες αδικίες …

Τράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να τη δω γραμμένη και να τη διαβάσω από την αρχή ως το τέλος σαν να ήταν άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να έχει στη δική του την ιστορία.

Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτέ μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια, την ορφάνια και την ξενιτιά του».

Έτσι ξεκινάει η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου ηλικιωμένου, άρρωστου, απογοητευμένου, που νιώθει το τέλος να πλησιάζει. Aυτός ο άνθρωπος, όμως, είναι ο μόνος που δικαιούται να πει τη φράση: «Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα...».

Είναι η αλήθεια. O Μάρκος Βαμβακάρης ήταν η φωνή των φτωχών, των κατατρεγμένων, των ανυπότακτων. Γι’ αυτό το όνομά του ταυτίστηκε με το ρεμπέτικο τραγούδι και έγινε σύμβολο μιας εποχής. Την αυτοβιογραφία του επιμελήθηκε (χωρίς πραγματική γνώση του θησαυρού που είχε στα χέρια της) μια Ελληνοαμερικανίδα, η Αγγελική Kάιλ. Tον πλησίασε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και κέρδισε την εμπιστοσύνη του, προσφέροντάς του το τελευταίο όνειρο: Ένα ταξίδι στην Αμερική που δεν έγινε ποτέ. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι το ταξίδι του Μάρκου Bαμβακάρη στη ζωή.
  • M’ έβγαλες απ’ τα σπλάχνα σου μέσ’ από την καρδιά σου και ξακουστό σού το ’κανα, Σύρα μου, τ’ όνομά σου.
«Eγγενήθηκα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην ωραία Σύρα, και συγκεκριμένα σε μια φτωχική συνοικία της Άνω Χώρας, ονομαζόμενη Σκαλί το έτος 1905 στις 10 Μαΐου ημέρα Τετάρτη και ώρα τρίτη πρωινή από γονείς πάμφτωχους. Όνομα πατρός Δομένικος, όνομα μητρός Ελπίδα, το γένος Προβελέγγιου. Αγαπήθηκαν και παντρεύθηκαν, δύο φτωχοί. Ήταν η μάνα όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή.

O πατέρας ήταν ένας καλός εργάτης, άτεχνος. Έκανε δουλειές του ποδαριού. Ως πρωτότοκος υιός, αφού ολίγο κατ’ ολίγο εμεγάλωνα, άρχισα να ακολουθώ τον πατέρα μου σε διάφορες δουλειές. Αγαπούσα τον πατέρα μου και τον ακολουθούσα στους κόπους του σαν το σκυλάκι. Ίσως μας συνέδεσε τόσο στενά η γκάιντά του. O πατέρας δεν ξέρω από ποιον έμαθε την γκάιντα. Ξέρω, όμως, ότι ήτανε τρία αδέλφια και οι τρεις παίζανε την γκάιντα».

O μικρός αγάπησε και τα γράμματα, δεν κατάφερε όμως να πάει παραπάνω από την Τετάρτη δημοτικού. Προτού την τελειώσει, ο πατέρας του έφυγε φαντάρος και αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο για να ριχτεί στη βιοπάλη.
  • Όλες τις τέχνες που ’κανα ακούστε που τις λέω, τις γράφω και σαν θυμηθώ μου ’ρχεται για να κλαίω.
Πρώτη του δουλειά δίπλα σε έναν χασάπη, ύστερα εφημεριδοπώλης, κατόπιν βοηθός σε μπακάλικο, ώσπου κάνει «μια κουτσουκέλα»: Πετάει έναν βράχο από ένα ύψωμα που σκάει μέσα σε ένα σπίτι. Οι κάτοικοι έλειπαν, αλλά η αστυνομία αναζητεί τον δράστη. Ο μικρός φοβήθηκε, μπήκε λαθρεπιβάτης σε ένα βαπόρι και βρέθηκε στον Πειραιά.

Εκεί έπιασε δουλειά δίπλα σε κάτι πατριώτες του γαιανθρακεργάτες. Τότε για πρώτη φορά παίρνει πραγματικά λεφτά και αγοράζει επιτέλους παπούτσια. Θα αντέξει μερικά χρόνια τη σκληρή δουλειά του χαμάλη, αργότερα θα πάει να δουλέψει στο τελωνείο και θα καταλήξει εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά. Η ζωή του, όμως, έχει πάρει τον «κατήφορο» και ο γάμος του χειροτερεύει την κατάσταση, με τους καβγάδες και τις απιστίες της γυναίκας του.

Τον νου του, όμως, είναι το τραγούδι και εκείνο το μαγικό όργανο, το μπουζούκι. «Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924, στην αρχή ή το ’25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Aϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι του, το οποίο τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι, θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί».
  • Είμαι παιδάκι έξυπνο, παίζω και μπουζουκάκι / Όλος ο κόσμος μ’ αγαπά γιατ’ είμαι Συριανάκι
O Μάρκος Βαμβακάρης είναι το σταυροδρόμι όπου συναντιούνται η μουσική που έφεραν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία («πρώτα εδώ πέρα είχαμε τα δημοτικά, ενώ αυτοί αρχίσανε τα δικά τους τσιφτετέλια, συρτά, μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα»), τα παραδοσιακά που άκουγε από τον πατέρα του αλλά και οι μουσικές από τα ζεϊμπέκικα και τα χασάπικα που χορεύανε οι κουτσαβάκηδες στη Σύρα.

Aυτές οι μουσικές με όργανο το μπουζούκι μετουσιώθηκαν στα πρώτα ρεμπέτικα τη δεκαετία του ’30 (τότε ακόμη δεν είχαν αυτή την ονομασία). Αργότερα εξελίχθηκαν με τις λαϊκές καντάδες του Tσιτσάνη και με τραγουδοποιούς όπως ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης, αργότερα ο Χιώτης και αρκετοί ακόμη και μπόλιασαν τη μουσική των μεγάλων συνθετών του έντεχνου, όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις

Tα «χρυσά χρόνια» για τον Μάρκο ήταν από το 1933 ως το ‘37. Αφού γίνεται πασίγνωστος στα στέκια της νύχτας με το μπουζούκι του, συναντιέται με τους άλλους τρεις της περίφημης «τετράδας του Πειραιά», τον Mπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελλιά. Παίζουν για πρώτη φορά «επίσημα» σε ένα μαγαζί, μια παράγκα κοντά στον Άγιο Διονύσιο, στην Ανάσταση του Πειραιά.
  • Μια φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά / Λες και μάγια μου ’χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά.
Σιγά σιγά η φήμη του ξεπερνάει τα στέκια του Πειραιά και τον ανακαλύπτουν οι δισκογραφικές εταιρείες. Ξεκινάει τις ηχογραφήσεις το 1933, έχει όμως ξεκινήσει να γράφει τραγούδια δύο χρόνια πριν. Mε τα λεφτά που κερδίζει ανοίγει ένα δικό του μαγαζί στην περιοχή Aσπρα Xώματα.

Το μαγαζί γεμίζει, αλλά η αστυνομία δεν λέει να τον αφήσει σε ησυχία. «Ηπρεπε να γενώ εγώ άνθρωπός τους. Δηλαδή να λέγω ό,τι βρομοδουλειά έκαναν οι μάγκες και ό,τι εγίνονταν και παράνομα μέσα στο μαγαζί. Αλλά εγώ ημπορούσα να κάνω τέτοια πράγματα; Οι μάγκες θα με σκότωναν».

Όταν χάνει και την τελευταία ελπίδα ότι θα πάρει άδεια για το μαγαζί, τα παρατάει και φεύγει για τη Σύρα. Επιστρέφει έπειτα από είκοσι χρόνια και μένει γύρω στους δύο μήνες. Εκεί εμπνέεται (ο θρύλος λέει από μια γυναίκα που δεν είδε καν το πρόσωπό της) και όταν γυρίζει στον Πειραιά γράφει τη «Φραγκοσυριανή». H εποχή της δόξας δεν διαρκεί πολύ. Το ρεμπέτικο, παρ’ όλη την αγάπη του κόσμου, κηρύσσεται παράνομο από το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά

«Έγραψα πολλά μέχρι το ’36. Μετά παρέλαβε ο Μεταξάς και γράφαμε αλλιώτικα. Στις αρχές μου δίναν οδηγίες εμένα και μου λέγανε. Μάρκο, πρέπει να γράψεις καλύτερα. Κι αν δεν μπορείς, να τα φέρεις εδώ να σ’ τα γράφουμε εμείς. Δεν πήγα όμως εγώ. Eσταμάτησα. Έγραφα εκείνα που έπρεπε να γράψω».

Στη διάρκεια του πολέμου του ‘40 επιστρατεύεται για λίγο. Όταν επιστρέφει, αναγκάζεται να «συμμαζευτεί» ακόμη περισσότερο. Τότε είναι που απαλλάσσεται από τον «βραχνά» της πρώτης του γυναίκας και παντρεύεται μια νεαρή γειτόνισσά του, τη Βαγγελιώ, που θα σταθεί στο πλάι του ως το τέλος. Το ‘44 γεννήθηκε ο γιος του ο Βασίλης, που έγινε ναυτικός, και το ‘47 ο Στέλιος, που μαζί με τον Δομένικο, γεννημένος δύο χρόνια αργότερα, ακολούθησαν τα χνάρια του πατέρα τους.

Tα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘50, δύσκολα χρόνια για τους περισσότερους, γίνονται πιο δύσκολα για τον Μάρκο όταν αρρωσταίνει από αρθριτικά και μένει στο κρεβάτι ανήμπορος να βγει για μεροκάματο, να παίξει το αγαπημένο του μπουζούκι. Όταν θα συνέλθει, οι εποχές έχουν αλλάξει.

Το ρεμπέτικο δεν «πουλάει» πια οι εταιρείες, τα κέντρα και οι προτιμήσεις του κόσμου έχουν υποστεί την εισβολή των ινδοαραβικών τραγουδιών, των οποίων τη μουσική κλέβουν ασύστολα διάφοροι συνθέτες και την πλασάρουν για δική τους.

Οι εταιρείες τον θυμούνται πάλι στις αρχές του ‘60, όταν του ζητούν τραγούδια για να τα πει ο Mπιθικώτσης. Θέλουν τη μουσική του, και δεν είναι λίγοι αυτοί που την κατακλέβουν για να την πλασάρουν με δικούς τους στίχους, αλλά όχι τον ίδιο τον Μάρκο Το όνομά του είναι πολύ βαρύ για να προσαρμοστεί στα μέτρα της εποχής.

Στο μέσον της δεκαετίας μια παρέα φοιτητών από τον χώρο της Αριστεράς ανακαλύπτει τον Μάρκο Οργανώνουν μια συναυλία και μερικές εμφανίσεις σε μπουάτ. Είναι ένα μικρό βάλσαμο στις ταλαιπωρίες, ψυχικές και σωματικές, που έχει υποστεί. Oι δυνάμεις του είναι λιγοστές όμως.

H αρρώστια θα τον νικήσει στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 και θα μείνει ανεκπλήρωτο το τελευταίο όνειρο. «Και βέβαια, αν ερχόμουν στην Αμερική, θα ήταν ακόμη καλύτερα. Θα έκανα εμφανίσεις, θα έκανα ρεσιτάλ και θα έπαιρνα όσα ήθελα εγώ. Θα μου τα ’δίναν Γιατί θα τραγούδαγε ο Mάρκος και θα ξέραν ότι αυτός που τραγουδάει είναι ο αρχηγός της λαϊκής μουσικής».

Ένα ποίημα για τον μύθο
Τον εξέθρεψε η στενοχώρια,
τα βάσανα τον στήριξαν.
Οι πίκρες και ο πόνος τον ήκαμαν βέρο και ντρέτο.
Ο έρωτας και τα αγαπητηλίκια τον έμπασαν
στον κήπο της Εδέμ και στη κόλαση.
Σπάραξε ως άνθρωπος.
Έμεινε άνθρωπος και εμεγαλούργησεν,
ως αρχιμάστορας,
σ' αυτό που τον έταξεν η μοίρα.
-Ο συγγραφέας Γιώργος Χριστοφιλάκης για τον Μάρκο Βαμβακάρη στη σειρά " Μύθος Ρεμπέτικος"

Ο θεμελιωτής

«Παραδοσιακές, βυζαντινές και αρχαίες ρίζες είχαν, λοιπόν, πολλά τραγούδια του Bαμβακάρη. O ίδιος, βέβαια, είχε σαφέστατη επίγνωση της καταγωγής των τραγουδιών του, γι’ αυτό αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχε πει: «Τα τραγούδια τα δικά μου είναι βυζαντινά, αρχαία...».

«Hταν (ασυνείδητα) ένας κοινωνός ενός θησαυρού που αποτελούνταν από τα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, τα αστικά λαϊκά των πόλεων αλλά και τους βυζαντινούς ύμνους. O Mάρκος, λοιπόν, αν και...αγράμματος (ακαδημαϊκά), είχε το χάρισμα να ενσαρκώνει, με βάση το υλικό θησαυρό που προανέφερα, καινούρια τραγούδια, τα ρεμπέτικα, τα οποία ο λαός αποδέχθηκε αμέσως, αφού προέρχονταν από τη δική του κληρονομιά. Δίκαια ο Mάρκος είναι ο αναμφισβήτητος θεμελιωτής του ρεμπέτικου-λαϊκού τραγουδιού».

- Πάνος Σαββόπουλος: «Περί της λέξεως ρεμπέτικο το ανάγνωσμα... και άλλα», εκδόσεις Oδός Πανός, 2006

Πηγές
  • Αγγελική Βέλλιου- Κάϊλ: "Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία", εκδόσεις Παπαζήση, 1978.
  • Πάνος Σαββόπουλος: "Περί της λέξεως 'ρεμπέτικο' το ανάγνωσμα ...και άλλα", εκδόσεις Οδός Πανός, 2006.
  • Κώστας Βλασίδης: "Όψεις του ρεμπέτικου", εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004.
  • Γκέϊλ Χολστ: "Δρόμος για το ρεμπέτικο", εκδόσεις Denise Harvey, 1977.
  • Stathis Gauntlett: "Ρεμπέτικο Τραγούδι, συμβολή στην επιστημονική προσέγγιση", εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001.
  • Ηλίας Καπετανάκης: "Μάγκες Αλήστου Εποχής", εκδόσεις Μετρονόμος, 2005.
  • Κώστας Φέρρης: Ρεμπέτικο φόρουμ, www.rembetiko.gr
Του Γρηγόρη Παπαδογιάννη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 375, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 3 Μαΐου 2009.