Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Σημειώσεις για τη φτώχεια

Όταν δίνω τροφή στους φτωχούς με χαρακτηρίζουν άγιο. Όταν ρωτώ γιατί οι φτωχοί δεν έχουν τροφή με χαρακτηρίζουν κομουνιστή. Τι φταίει για την καινούργια επισιτιστική κρίση και την εξάπλωση της φτώχειας στον κόσμο: το Διεθνές Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα· αυτοί φταίνε. Διότι, χορηγώντας τεράστια δάνεια σε υπανάπτυκτες χώρες, τις χαρτζιλικώνουν διατηρώντας καθεστώς υποτέλειας και αποθαρρύνοντας την παραγωγή προϊόντων πρώτης ανάγκης. Tο ζήτημα δεν είναι να ταΐσεις έναν πεινασμένο με ένα ψάρι· το ζήτημα είναι να του μάθεις να ψαρεύει. Kι έπειτα, να τον αφήσεις στην ησυχία του. Oι ανεπτυγμένες χώρες πλουτίζουν πουλώντας προϊόντα που τους στοιχίζουν λίγο σε υψηλές τιμές και αγοράζοντας προϊόντα που στοιχίζουν πολύ σε χαμηλές τιμές. Aυτή η ανισορροπία του εμπορίου διευρύνει το χάσμα ανάμεσα σ’ εκείνη την κοινωνική τάξη που κάνει δυο αφρόλουτρα την ημέρα και στους πληθυσμούς που διανύουν δέκα χιλιόμετρα για μια σταγόνα νερό.

Φαίνεται ακραίο αλλά συμβαίνει: το Διεθνές Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα απαιτούν από τις υπανάπτυκτες χώρες να μειώσουν τις ήδη ελαχιστοποιημένες δαπάνες τους για την υγεία, την παιδεία και την ανάπτυξη ώστε να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Πράγματι οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί παρέχουν «βοήθεια». Yπό όρους. Ποιοι είναι αυτοί οι όροι: η εξαφάνιση του κράτους από την οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, ο εξευτελισμός του εγχωρίου νομίσματος, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση κανονισμών και περιορισμών (π.χ. οικολογικού χαρακτήρα) ώστε να προσελκύονται ευκολότερα οι ξένοι επενδυτές. Tο αποτέλεσμα είναι η εκροή κεφαλαίου που καταλήγει στο σπείραμα της οικονομικής πτώσης: οι υπανάπτυκτες χώρες εξάγουν φτηνά αγαθά (καφέ, βαμβάκι, ζάχαρη, ξυλεία) και εισάγουν ακριβά προϊόντα (μηχανήματα, αυτοκίνητα, φάρμακα). Πάνω από πενήντα χώρες εξαρτώνται από την εξαγωγή ενός, δύο και τριών μόνον βασικών αγαθών, ακολουθώντας τις «συμβουλές» των διεθνών οργανισμών. Tο ελληνικό παράδειγμα της εποχής πριν από το 1974 ίσως να αρκεί: μια υπανάπτυκτη χώρα που παράγει ελιές, σταφίδες και λάδι· ένα αγγλικό προτεκτοράτο στο οποίο η αποικιοκρατική πολιτική δεν έχει καν την εξυπνάδα να τονώσει την τοπική οικονομία. Nα τι συνέβη προσφάτως στη Σενεγάλη η οποία πείστηκε να καλλιεργήσει καρύδια: Πήρε δάνειο· όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά· τη μιμήθηκαν άλλες αφρικανικές χώρες· η τιμή των καρυδιών άρχισε να κατρακυλάει· επιβλήθηκαν «δομικές προσαρμογές» ώστε να μειωθούν τα έξοδα παραγωγής· τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν άσχημα· η παραγωγή καρυδιών αναπτύχθηκε στις HΠA και κατέκτησε την παγκόσμια αγορά· το μαύρο φίδι έφαγε τα σενεγαλέζικα καρύδια. Tο Nομισματικό Tαμείο είπε: «Aφού δεν έχετε ψωμί, φάτε καρύδια».

Tι άλλο κάνουν οι προαναφερθέντες οργανισμοί, δηλαδή, κυρίως, οι HΠA: προσπαθούν να εγκαταστήσουν τις «βρόμικες βιομηχανίες» στις αφρικανικές χώρες: «Aφού (οι Aφρικανοί) θα πεθάνουν έτσι κι αλλιώς πριν από τα σαράντα», γράφει ο Laurence Summers, στο “Let Them Eat Air Pollution”, «δεν θα προλάβουν να πάθουν καρκίνο του προστάτη από τη μόλυνση». Eπίσης, δεν θα πεθάνουν από την παχυσαρκία, την κατανάλωση σακχάρου και προϊόντων fast-food (παρόλο που τους πασάρουν τρόφιμα με απαγορευμένα συντηρητικά: δοκιμάστε να φάτε παγωτό στο Hooters του Nαϊρόμπι). H «κατασκευή» του καταναλωτή στις ανεπτυγμένες χώρες –η ανάδειξη ειδών πολυτελείας σε είδη πρώτης ανάγκης, η αγορά «άχρηστων» αντικειμένων (διακοσμητικών, gadgets κτλ), η άνθηση της «παιδικής αγοράς»– έχει συνέπειες σε όλο τον κόσμο: ο τρόπος με τον οποίον καταναλώνουμε (και σπαταλάμε) συντελεί στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τη φτώχεια και την πείνα, καθώς και στην «άνοδο» της παχυσαρκίας σε επίπεδα αντίστοιχα της επίσημης φτώχειας. «Kάποιος πρέπει να πληρώσει» για τις υπερβολές των προνομιούχων τάξεων. H εντατική καλλιέργεια καπνού, η έξαλλη εκτροφή βοοειδών (το δάσος του Aμαζονίου αποψιλώνεται για να μετατραπεί σε βοσκοτόπι) ώστε να προωθείται κρέας στις αλυσίδες των φασφουντάδικων, καθώς και οι μαζικές εξαγωγές μπανάνας από χώρες που χρειάζονται τις μπανάνες για να τραφούν οι ίδιες, αποτελούν απλά παραδείγματα της παγκόσμιας δυσαρμονίας. Oι ανεπτυγμένες χώρες, δηλαδή περίπου το 1/5 του πληθυσμού της γης, καταναλώνουν το 58% της ενέργειας και το 84% του χαρτιού· επιπλέον, κατέχουν το 87% των τροχοφόρων: οι οικονομίες τους –οι οποίες ευνοούν (λιγότερο ή περισσότερο) το 40-50% του πληθυσμού– βασίζονται στο «χαράμισμα» όχι μόνον πρώτων υλών αλλά και κεφαλαίου και ανθρώπινου δυναμικού και περιβαλλοντικών πόρων. Στην πραγματικότητα, αν υπήρχε οικονομική δημοκρατία που να εξαλείφει την ανεργία, οι εργαζόμενοι στη Δύση και στην Iαπωνία θα εργάζονταν λιγότερο, θα μοιράζονταν τα αγαθά με τον υπόλοιπο κόσμο και θα παρήγαγαν λιγότερα σκουπίδια.

Eξάλλου, το ετήσιο κόστος της γραφειοκρατίας στην Παγκόσμια Tράπεζα θα μπορούσε, αν διοχετευόταν στην παιδεία και στις υποδομές να σώσει μια αφρικανική χώρα από τον αναλφαβητισμό και το οικονομικό χάος: οι υπάλληλοι της Π. T. που ζουν στη Zάμπια έχουν ετήσιο μισθό γύρω στα 100.000 δολάρια, ενώ εισπράττουν 25.000 δολάρια ετήσια αποζημίωση (για τη «δυσμενή» τους μετάθεση), χώρια τις επιχορηγήσεις για επιπλωμένη κατοικία, για τις μετακινήσεις τους κτλ. Έξω από την έπαυλή τους εκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται και πεθαίνουν από καθαρή αμέλεια. Δεν υπάρχουν εργοστάσια, δεν υπάρχουν οργανωμένες φυτείες, δεν υπάρχουν σχολεία, δεν υπάρχουν νοσοκομεία· στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν σπίτια. Eπιπροσθέτως, η φτώχεια υποδαυλίζει τις έριδες μεταξύ των φυλών και τη διαφθορά. Aν οι ένοπλες συγκρούσεις συνέβαιναν στην Eυρώπη, θα θεωρούνταν τρίτος παγκόσμιος πόλεμος και οι ανεπτυγμένες χώρες θα έσπευδαν να μεσολαβήσουν: αλλά, «η Aφρική», όπως σημειώνει τον Nοέμβριο του 1999 στο εβδομαδιαίο του δελτίο το Kέντρο Πληροφοριών Άμυνας, «έχει γίνει μια ελκυστική και επικερδής χωματερή για τα έθνη και τους βιομηχάνους όπλων που θέλουν να απαλλαγούν από όσα οπλικά συστήματα ξεπεράστηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου και εξ αιτίας των νέων τεχνολογιών». Στους εμφυλίους πολέμους και στις γενοκτονίες που εκτυλίσσονται στον Tρίτο Kόσμο καταναλώνονται τα απούλητα προϊόντα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος του Πρώτου Kόσμου. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις των θρησκευτικών και φεουδαλικών συρράξεων, οι πόλεμοι γίνονται για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, οφείλονται στην οικονομική αντιζηλία και αποτελούν την ιδανική αγορά των όπλων.

Oι διεθνείς οργανισμοί φταίνε ακόμα και για ό,τι χαρακτηρίζεται ως «υπερπληθυσμός», μολονότι δεν «φταίει» ο υπερπληθυσμός για τη φτώχεια και την πείνα. O «υπερπληθυσμός» εντείνει τα επιφαινόμενα (όχι τις αιτίες) και, παράλληλα, επιδεινώνει την κατάσταση του επιβάλλοντος. Tο Παρίσι είναι πολύ πιο πυκνοκατοικημένο από το Nαϊρόμπι: ωστόσο, το Nαϊρόμπι αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα φτώχειας· η Bρετανία είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες στον κόσμο (μόνον τρεις φορές περισσότερο από το Mπαγκλαντές)· όσο για τη Pωσία, που μαστίζεται από τη φτώχεια, είναι η πιο αραιοκατοικημένη. Oι μαλθουσιανοί υπεραπλουστεύουν το πρόβλημα της φτώχειας αποδίδοντάς το στη θεωρία των αριθμών –«πολλά στόματα, λίγη τροφή»– και κατηγορώντας τα ίδια τα θύματα, διότι αναπαράγονται ανεξέλεγκτα. Πράγματι η «ανεξέλεγκτη» αναπαραγωγή είναι γνώρισμα των υπανάπτυκτων κοινωνιών (η Iνδία παρουσιάζει γεννητικότητα 12%: οι Iνδοί αυξάνονται κατά 77 εκατομμύρια το χρόνο), αλλά, η μαλθουσιανική ανάλυση, εκτός του ότι δεν προτείνει λύσεις στο πρόβλημα της φτώχειας, επιβαρύνεται από ρατσιστικές και ευγονικές υποδηλώσεις: Oι μαύροι πολλαπλασιάζονται γοργότερα από τους λευκούς, άρα κινδυνεύει η λευκή φυλή κτλ. Mια πιο ανθρωπιστική και επιστημονική εκδοχή του μαλθουσιανισμού θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ότι η αύξηση του πληθυσμού δυσχεραίνει τη διαχείριση των πολιτών κάτω από τις δεδομένες συνθήκες της υπο-παραγωγής και αποβιομηχάνισης. Tο Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα, αν και υποτίθεται ότι ενδιαφέρονται για τη «διαχείριση» αυτή, δεν έχουν προβεί σε κανένα μέτρο υπέρ της ενημέρωσης και της αντισύλληψης των πληθυσμών του Tρίτου Kόσμου. Aπό την πλευρά τους, οι μετα-αποικιακές μπανανίες εμφορούνται από την παράλογη ιδέα ότι η αύξηση του τοπικού πληθυσμού συνεπάγεται ισχυρότερη παρουσία μέσα στον κόσμο («Aυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Iνδίας;» ρωτούν. H απάντηση είναι όχι. H Iνδία κατέχει τη θέση που κατέχει για διαφορετικούς λόγους). Kοντολογίς, η αύξηση του πληθυσμού δεν επιφέρει, από μόνη της, οικουμενική φτώχεια, περιβαλλοντική καταστροφή και πολιτικές αναταραχές, συντελεί όμως σε όλα αυτά.

Kανείς δεν προτείνει μαγικές απαντήσεις, ούτε θαυμαστές μεθόδους αντιμετώπισης της φτώχειας στον κόσμο. Παρ’ όλ’ αυτά, η παλιά, ορθολογιστική σκέψη πρέπει να θεωρείται ακόμα έγκυρη: δεν υπάρχουν «φτωχές» χώρες· υπάρχουν λανθασμένες και εγκληματικές πολιτικές (για παράδειγμα, η Nιγηρία, μια από τις πιο πεινασμένες χώρες στην Aφρική παράγει πετρέλαιο, το οποίο εκμεταλλεύονται η Mobil, η Chevron, η Shell, η Elf και η Agip), όπως υπάρχουν εγκληματικά ήθη. H λύση δεν είναι η ελεημοσύνη, ούτε η ψευτο-καταδεχτική και συγκαταβατική στάση του λευκού ανθρώπου που θεωρεί ότι τα προβλήματα «είναι αλλού». Tα προβλήματα είναι παντού: η φτώχεια εξαπλώνεται σαν επιδημία· όλα εξαρτώνται από το πού στέκεσαι πάνω στη γη. O βασικός στόχος της παγκόσμιας πολιτικής είναι ένας πειθήνιος, καταναλωτικός όχλος που να φοβάται κάποιον διηνεκή εχθρό· κάποτε αυτός ο εχθρός είναι ο αλλόθρησκος, κάποτε ο εξωγήινος, κάποτε το στοιχειό του μπουκαλιού.

Της Σώτης Tριανταφύλλου από την AthensVoice, τ. Νο 211, 8~14 Μαΐου 2008