Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι 'Ελληνες Νο 15- Οι Eλληνες και το Παρίσι

Πόλη του Φωτός, κυριολεκτικά, για την Ελλάδα, το Παρίσι προσφέρει τα "φώτα" του εδώ και αιώνες, σε κάθε πτυχή της ζωής, της επιστήμης, της τέχνης. Οι Έλληνες που μπολιάστηκαν στην κουλτούρα του, άλλαξαν μια για πάντα την ζωή τους και επηρέασαν βαθιά τις ζωές των άλλων.

Δεν υπάρχει σχεδόν καμία έκφανση της καθημερινότητάς μας που να μην έχει επηρεαστεί από το πνεύμα του Παρισιού. Είτε αυτό έρχεται μέσα από τα πολιτιστικά και επιστημονικά προϊόντα του είτε -πολύ πιο ουσιαστικά- από τους Έλληνες που έζησαν εκεί και υπέκυψαν στην αίγλη του είτε μέσα από τον εδώ γαλλικό πολιτιστικό μηχανισμό (πρεσβεία, Γαλλικό Ινστιτούτο).

Κουζίνα, κρασί, ντύσιμο, μόδα, φιλοσοφία, πολιτική, κινηματογράφος, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μουσική (λιγότερο), αυτοκίνητο και επιχειρήσεις, το Παρίσι δεσπόζει σχεδόν σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Μπορεί το Λονδίνο να έχει αποκτήσει ένα σαφές προβάδισμα στη χώρα μας, εξαιτίας κυρίως της γλώσσας και -κατά συνέπεια αυτού- να αποτελεί προνομιακό προορισμό για σπουδές.

Εντούτοις, το Παρίσι έχει μια αίγλη ποιοτικά ανώτερη από αυτή που έχει οποιαδήποτε άλλη πόλη στα μάτια των Ελλήνων και εξακολουθεί να έλκει χιλιάδες συμπατριώτες που πηγαίνουν εκεί για να σπουδάσουν, να διασκεδάσουν και να έρθουν σε επαφή με εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν μοναδικό.

Διαχρονική σχέση

Η γοητεία που ασκεί το Παρίσι στην Ελλάδα μετράει περισσότερα από πεντακόσια χρόνια. Γοητεία που μεταφράζεται σε πολύπλευρες επιρροές και επιδράσεις, σε κάθε τομέα της επιστήμης, της τέχνης, των γραμμάτων, της καθημερινότητας. Η Ελλάδα της νεωτερικότητας και το Παρίσι της επανάστασης, της ελευθερίας, του Διαφωτισμού και της Τέχνης, βρίσκονται σε σχέση επίδρασης, αρχής γενομένης εκεί κάπου στα μέσα του 15ου αιώνα, μετά την Αλωση (1453). Παρά το γεγονός ότι οι πρώτες ελληνικές κοινότητες της διασποράς βρίσκονταν και άκμαζαν αλλού (π.χ. στις παραδουνάβιες ηγεμονίες), κάποια στιγμή η Πόλη του Φωτός βρέθηκε στις καρδιές των Ελλήνων και δεν έφυγε ποτέ από εκεί.

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν απαρχή αυτής της σχέσης την μετοίκηση στο Παρίσι, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, λόγιων, Φαναριωτών αξιωματούχων και επιχειρηματιών, οι οποίοι αποτελούσαν το «φιλέτο» της ανερχόμενης ελληνικής αστικής τάξης. Η σχέση ξεκίνησε επιφυλακτικά και βαθμιαία. Στα τέλη του 17ου αιώνα, το Παρίσι αποτελεί μαζί με τη Ρώμη, τη Βενετία, την Τεργέστη, το Λιβόρνο, τη Βιέννη, τη Λειψία, έναν από τους πόλους που διαμορφώνουν την ελληνική προοδευτική σκέψη.

Ο νεοελληνικός διαφωτισμός (η ντόπια εκδοχή της μεγάλης εκείνης πνευματικής κίνησης που αναδύθηκε στην Ευρώπη τον 18ο αιώνα) έχει επηρεαστεί από τη γαλλική σκέψη πολύ περισσότερο σε σχέση με την αγγλική, τη γερμανική ή την ιταλική: Ο διαφωτιστής Ευγένιος Βούλγαρης μεταφράζει Βολτέρο το 1766. Ο Δημήτριος Καταρτζής ξεκινάει τη μετάφραση της γαλλικής εγκυκλοπαίδειας (περίπου το 1780). Ο Αδαμάντιος Κοραής εκδίδει στο Παρίσι το 1803 το σπουδαιότερο, ίσως, κείμενο του νεοελληνικού διαφωτισμού, το «Υπόμνημα περί της παρούσης καταστάσεως του πολιτισμού εν Ελλάδι».

Η σχέση εντάθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα όταν η Γαλλία, στο πλευρό των άλλων μεγάλων δυνάμεων της εποχής, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό και τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, της διανόησης και της επιχειρηματικής ελίτ συνδέθηκε με το Παρίσι. Η σχέση των δύο πόλεων δυνάμωσε ακόμα περισσότερο όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η γαλλική αρχαιολογική αποστολή.

Στις αρχές του 20ού αιώνα και ειδικά στον Μεσοπόλεμο, το Παρίσι τραβάει σαν μαγνήτης τους Έλληνες διανοούμενους, εικαστικούς καλλιτέχνες και ποιητές. Τους φιλοξενεί, τους επηρεάζει και διαμορφώνει την καλλιτεχνική και πνευματική παραγωγή τους. Αρχικά καταφθάνουν εικαστικοί καλλιτέχνες (όπως π.χ. ο Εγγονόπουλος, ο Τσαρούχης, ο Μόραλης, ο Παρθένης), στη συνέχεια ποιητές (Εμπειρίκος, Ελύτης κ.ά.), για να ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κορυφαίοι Έλληνες διανοούμενοι (Καστοριάδης, Ξενάκης κ.ά.).

Μετά τον πόλεμο, η μαζική φυγή -και φυγάδευση- αριστερών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, αλλά και οι αυτοεξόριστοι (όπως ο Μίκης και η Μελίνα) την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών θα γεμίσουν το Παρίσι με νέο ελληνικό αίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο Έλληνες πρωθυπουργοί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ζούσαν εκεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ εκεί έχει τις ιδεολογικές της ρίζες και η τρομοκρατική οργάνωση 17Ν.

Και σήμερα; Δεκάδες πολιτικοί (όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Κώστας Λαλιώτης), εκατοντάδες άνθρωποι της τέχνης (όπως ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, οι σκηνοθέτες Θόδωρος Αγγελόπουλος και Μιχάλης Κακογιάννης, οι συνθέτες Γιώργος Χατζηνάσιος και Νίκος Κυπουργός), καθηγητές πανεπιστημίων (όπως ο Γιώργος Βέλτσος), αλλά και άνθρωποι των επιχειρήσεων (όπως ο εκδότης Πέτρος Κωστόπουλος), πέρασαν κάποιο κομμάτι της ζωής τους στη γαλλική πρωτεύουσα.

Δεύτερη πατρίδα

Ο οικονομολόγος, εκδότης, δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Καραμπελιάς είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες Ελλήνων του Παρισιού. Η σχέση του με τη γαλλική πρωτεύουσα ξεκινάει τυπικά το 1967, ολοκληρώνει την πρώτη της περίοδο το 1974 με την επιστροφή του, αλλά παραμένει ζεστή και ενεργή μέχρι τις μέρες μας, καθώς την επισκέπτεται τακτικά.

Οι Εικόνες βρέθηκαν στα Εξάρχεια, στα γραφεία του εκδοτικού οίκου που διατηρεί και του ζήτησαν να διηγηθεί την ιστορία της σχέσης του με το Παρίσι. Μια ιστορία η οποία δεν είναι μόνο πολιτική, όπως ίσως φαντάζονται οι περισσότεροι. Το Παρίσι εκτός από πολιτική κολυμπήθρα, στην οποία βαπτίστηκαν μια για πάντα αυτός και η γενιά του, αποτελεί ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και αισθητικό περιβάλλον το οποίο σημάδεψε ανεξίτηλα τις ζωές τους.

«Στο Παρίσι βρέθηκα το Σεπτέμβριο του 1967, σε ηλικία 20 ετών, έχοντας το διαβατήριο των 10 ημερών που χορηγούσε τότε η χούντα. Διέκοψα τις σπουδές μου στην Iατρική, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, και πήγα να συναντήσω τον αδελφό μου, ο οποίος βρισκόταν ήδη εκεί και σπούδαζε νομικά. Το Παρίσι ήταν πράγματι εντυπωσιακό στα μάτια μου. Το κέντρο της πόλης θύμιζε έντονα 19ο αιώνα με τα χαρακτηριστικά λιθόστρωτα στους περισσότερους δρόμους», θυμάται με νοσταλγία. Όταν έφτασε, η πόλη βρισκόταν σε πολιτικό αναβρασμό, όπως άλλωστε συνέβαινε τότε σε πολλά σημεία του κόσμου, από τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα.

«Στη Γαλλία υπάρχει παράδοση συγκεντρωτισμού στην πρωτεύουσα και ιστορία εξεγέρσεων οι οποίες εκδηλώνονται, όπως και τον Μάη του ’68, με ιδιαίτερα εκρηκτικό τρόπο» μας εξηγεί. Στο Παρίσι συνάντησε δεκάδες Έλληνες, άλλοι φοιτητές στις διάφορες σχολές, άλλοι μόνιμοι κάτοικοι της πόλης, άλλοι πολιτικοί εξόριστοι εξαιτίας της χούντας. Γνώρισε, μεταξύ άλλων, τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), ο οποίος είχε να έρθει στην Ελλάδα από το 1938, αλλά και το φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη.

«Τελικά γράφτηκα στη Βενσέν, στο πανεπιστήμιο όπου συγκεντρώθηκαν όλοι οι αριστεριστές της εποχής. Εκεί συνάντησα τον Τσουκαλά, τον Πουλαντζά, ο οποίος δίδασκε, και άλλους σημαντικούς Έλληνες» λέει. Σημαντική στιγμή για τον ίδιο και τους άλλους ομοεθνείς του ήταν η κατάληψη του ελληνικού περιπτέρου στην παρισινή πανεπιστημιούπολη, γεγονός το οποίο συνέβη γύρω στις 10 με 12 Μαΐου του 1968. Το περίπτερο είχε φτιαχτεί από την εποχή του Μεσοπολέμου και σε αυτό διέμεναν οι Έλληνες φοιτητές.

«Θεωρήσαμε ότι με αυτό τον τρόπο συμμετείχαμε κι εμείς στο κλίμα της γενικευμένης εξέγερσης εκείνων των ημερών», και από εκείνες τις ηρωικές μέρες ανακαλεί στη μνήμη του δύο σημαντικούς εκπροσώπους της τέχνης που συμμετείχαν στο εγχείρημα, τον Κώστα Φέρρη και τον Νίκο Κούνδουρο. «Όσοι ήταν ενταγμένοι στα κόμματα δεν συμμετείχαν στην εξέγερση», μας λέει με ειρωνικό ύφος για όσους έχασαν το...ραντεβού με την ιστορία και εξηγεί: «τα κόμματα ήταν ενάντια στο Μάη».

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν με σπουδές, κοινωνικούς αγώνες και μάχη για την επιβίωση στην ξενιτιά. «Ήταν δύσκολα για εμάς που δεν είχαμε χαρτιά. Δεν λαμβάναμε χρήματα από την Ελλάδα και ζούσαμε σε συνεχές καθεστώς παρανομίας. Μέναμε σε σοφίτες, τρώγαμε σε λέσχες, δουλεύαμε σε εργοστάσια και γενικά τη βγάζαμε με δυσκολία. Όπως όλοι διασκεδάζαμε στα κέντρα, έχοντας όμως πολύ λίγα χρήματα. Το γεύμα στα φοιτητικά εστιατόρια κόστιζε ένα φράγκο και είχε φτάσει μέχρι 1,65 φράγκα...» θυμάται ο Γ. Καραμπελιάς. Κατάφερε να κυκλοφορεί ανενόχλητος, κάτω από τη μύτη της γαλλικής αστυνομίας μέχρι το 1973, όταν συνελήφθη κατά τη διάρκεια πολιτικής εκδήλωσης για συμπαράσταση στους φοιτητές στην Ελλάδα, έξω από το παράρτημα της τράπεζας Ανδρεάδη στο Παρίσι.

Πώς νιώθει σήμερα, σαράντα χρόνια μετά τον Μάη και 34 χρόνια μετά την πρώτη επιστροφή του από το Παρίσι; «Κάθε φορά που επισκέπτομαι το Παρίσι συγκινούμαι. Εζησα πολλά χρόνια εκεί και μάλιστα χρόνια στα οποία ο άνθρωπος διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Το νιώθω ακόμα σαν δεύτερη πατρίδα μου κι αυτό ισχύει για τους περισσότερους που έζησαν στο Παρίσι εκείνο το διάστημα», λέει σήμερα συγκινημένος. Τι κρατάει από την εξέγερση του ΄68. Πρώτα από όλα και πάνω από όλα τον νεολαιίστικο χαρακτήρα της. «Ο Μάης του ’68 αποτελεί ιστορική τομή ανάμεσα στην παλαιότερη γενιά της Kατοχής και της Aντίστασης και μιας νέας με πολύ διαφορετικό πνεύμα.

Διάχυτος ερωτισμός

Μια άλλη διάσταση της γαλλικής πρωτεύουσας είναι η ερωτική. Αυτή που αναζητούν οι χιλιάδες Έλληνες ταξιδιώτες που του επισκέπτονται κάθε χρόνο, αυτή που το αναγορεύει σε υπ. αριθμόν 1 ευρωπαϊκό προορισμό για την Ελλάδα -αν δεν υπήρχαν οι πολυπληθείς Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη Βρετανία και πηγαινοέρχονται στο Λονδίνο. Τι είναι αυτό που κάνει, όμως, ερωτικό το Παρίσι;

Ο Χρήστος Γιανναράς, ο πανεπιστημιακός καθηγητής της φιλοσοφίας που έχει διδάξει και στο Παρίσι και ταυτόχρονα ο συγγραφέας με την ξεχωριστή συνεισφορά στη σύγχρονη σκέψη, σκιαγραφεί όλα εκείνα τα στοιχεία της διάχυτης στην ατμόσφαιρα της πόλης, αισθητικής και αισθησιακής αύρας. «Δεν λέμε "στο" Παρίσι, λέμε "το" Παρίσι. 'Οπως λέμε "την" άνοιξη. Είναι ίσως η μόνη πόλη που γίνεται τρόπος της ζωής σου. Ο τρόπος δεν είναι ομοιόμορφος. Έχει ατέλειωτες διαβαθμίσεις πληρότητας. Όμως πάντοτε η ερωτική γοητεία αυτής της πόλης αποδείχνεται αφομοιωτική της όποιας καθημερινότητας.

Τι είναι αυτό που κάνει ερωτικό το Παρίσι; Ίσως μια έξυπνα επηρμένη κομψότητα που παραμένει διακριτική. Αρχοντιά του παρελθόντος -στην αρχιτεκτονική για παράδειγμα- διατηρημένη ως καθημερινότητα, όχι διαστολή το μνημειακού. Ακόμα: Χάρη μεταποίησης της πιο φθηνής αμφίεσης ή του πιο λιτού διακόσμου σε κοκεταρία. Παιχνίδισμα ευαισθησίας που πετυχαίνει να μοιάζει αθέλητο τόσο στην ανθρώπινη συμπεριφορά όσο και στην εμφάνιση της βιτρίνας παλιού μαγαζιού. Ακόμα: Μνήμη καλλιτεχνική διατηρημένη με ευλάβεια, παράλληλα με τον παντού τονισμένο σεβασμό της Ιστορίας».

Για τον Χ. Γιανναρά η αίσθηση που αποπνέει το Παρίσι είναι ανεπανάληπτη, ακόμη και όταν δεν είναι (ξεκάθαρα) ερωτική. «Ένας καφές σε απόμερο συνοικιακό μπιστρό, δίχως ίχνος παρουσίας τουρίστα. Η τυπική μυρωδιά των υπόγειων σταθμών του μετρό, μοναδική -στοιχείο ταυτότητας της πόλης. Τα βιβλιοπωλεία στο Καρτιέ Λατέν, κάποια μαγαζιά απίστευτης φινέτσας στην περιοχή της Οπερά, άγνωστα στους μη μόνιμους κατοίκους. Οι σπινθηροβόλες κουβέντες της εργατιάς στα στέκια του 18ου ή του 20ού διαμερίσματος της πόλης. Η ?μυρμηγκιά’’ στο μετρό όταν σχολάνε οι δουλειές. Και η Monde να σου μεταδίδει κάθε μέρα την αίσθηση ότι σε αυτήν τη πόλη συνεχώς κάτι καινούριο συζητιέται, κάποιες ιδέες δοκιμάζονται, κάτι πάντα προκαλεί γόνιμα». Το αιώνιο Παρίσι συνώνυμο της αληθινής ζωής.

Τόπος σπουδών

  • Κωνσταντίνος Θεοτόκης : λογοτέχνης, 1872-1923: Ο πεζογράφος που εισήγαγε το κοινωνικό μυθιστόρημα στη νεοελληνική λογοτεχνία.
  • Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας : ο άνθρωπος - ορχήστρα, 1906-1994: Ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης, συγγραφέας, δοκιμιογράφος, σκηνογράφος, ακαδημαϊκός.
  • Λάμπρος Κωνσταντάρας : ηθοποιός, 1913 - 1985:Σπούδασε στη θεατρική σχολή του σπουδαίου Γάλλου θεατράνθρωπου Λουί Ζουβέ.
  • Κώστας Ζουράρις -πολιτειολόγος: Στη γαλλική πρωτεύουσα γνώρισε τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, τον οποίο και υπερασπίστηκε στη δίκη της 17Ν.
  • Ελένη Καραΐνδρου -συνθέτις: Με τη μουσική της σφράγισε ορισμένες από τις πιο σπουδαίες στιγμές του σύγχρονου κινηματογράφου.
Έλληνες και Ελληνίδες που αναβαπτίστηκαν στην κολυμπήθρα του Παρισιού. Ο κατάλογος είναι τεράστιος.

Το δικό μας Παρίσι

Μετρώντας αιώνες στην πιο αγαπημένη ξένη μητρόπολη

  • 15ος: Πάραυτα

Τα χρόνια που ακολουθούν την άλωση της Πόλης φέρνουν στο Παρίσι λόγιους, αστούς, Φαναριώτες, εμπόρους. «Ατού» το ότι οι περισσότεροι γνωρίζουν γαλλικά, επίσημη γλώσσα της τότε διπλωματίας.

  • 17ος: Παροικία

Τυπικά δεν συγκαταλέγεται στις ελληνικές παροικίες της περιόδου. Ουσιαστικά, στην πνευματική του αύρα βρίσκονται οι ρίζες και οι αφορμές του έργου μεγάλων Eλλήνων διαφωτιστών, όπως του Κοραή.

  • 20ός: Παρηγοριά

Η Κατοχή, ο Εμφύλιος, η Χούντα θα ήταν πολύ πιο δύσκολες για πολλούς, χωρίς αυτό. Πόλη δημιουργίας, αναζήτησης, διεξόδου, διαφυγής και φιλοξενίας για καλλιτέχνες, λογοτέχνες, πολιτικούς, αντιφρονούντες.

Τόπος επιστροφής

  • «όπως, σαν την ξαναβρούμε, μας δέχεται σαν ξένο μία γυναίκα που είχαμε τρελά άλλοτε αγαπήσει, έτσι σε βρίσκω σήμερα, γυρίζοντας, Παρίσι.
    Κι όμως με της επιστροφής τ’ όνειρον είχα ζήσει!»

-Κώστας Ουράνης, «Επιστροφές». Νοσταλγίες, 1920. Ποιήματα. Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Κοινός τόπος

  • «Όταν επιστρέφομεν από τους Παρισίους και αναπνέομεν την αύραν του Σαρωνικού [...] ως ήχος παλμικός, υψώνονται πίδακες στιλπνοί, ωρισμέναι λέξεις, με σημασίαν απροσμέτρητον διά το παρόν και το μέλλον: «Ελελεύ», «Σε αγαπώ», «Δόξα εν υψίστοις», και, αιφνιδίως, ως ξίφη που διασταυρούμενα ενούνται ή ως κλαγγή αφίξεως ορμητικού μετρό εις σήραγγας των Παρισίων, και αι λέξεις «Chardon-Lagache», «Denfert-Rochereau», «Danton», «Odeon».

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανακαλεί την παρισινή του μνήμη. -«Αι λέξεις», από την Οκτάνα. Εκδόσεις Άγρα, 1980.

Τόπος εργασίας

  • Το να έχεις ζήσει το Παρίσι εκείνον το Μάιο ως εργαζόμενη, αυτό είναι χωρίς καμιά αμφιβολία ανεπανάληπτη εμπειρία. «Πού πηγαίνετε, κυρία μου; με ρώτησε μια από τις τελευταίες μέρες που έβρισκες ακόμα ταξί ο οδηγός. Εγώ πήγαινα κατά σύμπτωση στη Μονμάρτη, κοντά στην πλατεία Πιγκάλ, να περάσω από ιατρικές εξετάσεις για το περιοδικό Express, προκειμένου να βγάλω κάρτα εργασίας. «Στη Μονμάρτη, στην πλατεία Πιγκάλ, να περάσω από ιατρικές εξετάσεις...Με κοίταξε από το καθρεφτάκι και είπε: «Εμ, βέβαια, όλοι απεργούν. Εκτός από όσες ασκούν το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου»

Η δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν τον Μάη του ’68. Από το βιβλίο της «Με νοσταλγία για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα», Πατάκης, 2000.

Τόπος εξορίας

  • Πώς περνούσαν το καιρό τους και, κυρίως, πώς την «έβγαζαν» οι Έλληνες του Παρισιού, οι εξόριστοι και οι άλλοι, επί δικτατορίας; Ο Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του «Καφενείο Εμιγκρέκ» (Δωρικός, 1981) περιγράφει ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο:
    -Λοιπόν, ποιος είναι για κομπάρσος; Φωνάζει μπαίνοντας στο καφενείο.
    -Πόσα;
    -Ενενήντα φράγκα το δωδεκάωρο.
    -Γράψε με.
    -Και εμένα.
    -Για ποιο έργο;
    -Αστυνομικό.
    - Και εμένα.
    - Πότε έχουμε γύρισμα;
    - Μεθαύριο. Στις οκτώ το βράδυ.
    Γράφτηκαν όλοι.

Το 15ο μέρος της Έρευνας «Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες». Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου από τις «Εικόνες», ένθετο περιοδικό που συνόδευε το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 11 Μαΐου 2008