Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Αλίκη Βουγιουκλάκη: Η απόλυτη Ελληνίδα σταρ

20 Ιουλίου 1933 ~ 23 Ιουλίου 1996

Η καριέρα της στάθηκε κάτι παραπάνω από φαινόμενο: μέσα από τις ταινίες έγινε η πιο αγαπητή πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ μέσα από το θέατρο ανέβασε τον πήχη των θεατρικών παραγωγών κάνοντας ακόμα και τον Λόρενς Ολιβιέ να την προσέξει. Στο τέλος, δεν απέμεινε παρά το αιώνιο κορίτσι: η Λίζα Παπασταύρου ...

Εθνική σταρ τη βάφτισε η Ελένη Βλάχου το 1958 κι εκείνη διατήρησε επάξια τον τίτλο της έως το τέλος. Τίποτα, ωστόσο, δεν της χαρίστηκε. Oύτε η δόξα ούτε και η λατρεία του κοινού. Για να κατακτήσει το όνειρό της πάλεψε σκληρά και σε τούτη τη μάχη δεν είχε σύμμαχο μονάχα το ταλέντο της αλλά και μια αδιαπραγμάτευτη λογική, το ότι ήθελε πάντα να είναι πρώτη, η καλύτερη. Πώς θα μπορούσε να αποτύχει, λοιπόν;

Μέσα από εκείνη την αδιαπραγμάτευτη λογική, έγινε στη δουλειά της ένα τελειομανές και ακούραστο πλάσμα, ακόμα και σκληρή με τους συνεργάτες, μα πάνω απ’ όλα κατέκτησε αυτό για το οποίο μαχόταν από την πρώτη στιγμή: την κορυφή. Και δεν την κατέκτησε απλώς. Την κράτησε δική της μέχρι την ύστατη ώρα. Μέχρι την ώρα που μια κουρασμένη γυναίκα άφηνε την τελευταία της πνοή και φτερούγιζε για κει απ’ όπου βγαίνει το ξύλο, σύμφωνα με τον Σακελλάριο, αφήνοντας πίσω της το αιώνιο λαμπερό κορίτσι, την ατίθαση Λίζα Παπασταύρου, την περήφανη Mανταλένα και τη γενναία Υπολοχαγό Nατάσσα. Ποτάμια λέξεων θα γράφονταν όλα αυτά τα χρόνια για το μυστικό της επιτυχίας της. H ίδια θα ομολογούσε: «Ταλέντο, συνέπεια, ζήλος για τη δουλειά. Αγώνας και πείσμα, ανδρικές, πολλές φορές, αρετές. Φωτιά και σίδερο, αλλού πάλι όνειρο και πλάνη. Nα, περίπου, από τι είναι φτιαγμένη η Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Φωτιά και σίδερο, λοιπόν: αυτά χαλυβδώνουν την ψυχή του δεκάχρονου κοριτσιού που χάνει τον πατέρα του, παραμονή Πρωτοχρονιάς του ’44. Όταν σκοτώνεται εκείνος ο πατέρας, οι παιδικοί ώμοι της πρωτότοκης θυγατέρας αναλαμβάνουν να σηκώσουν το βάρος της οικογένειας. Ως μαθήτρια στο Γυμνάσιο Αμαρουσίου, ήταν φτυστή η Παπασταύρου. Καπετάν φασαρίας και πνεύμα αντιλογίας. Αργότερα, θα έλεγε: «Θυμάμαι ότι στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και προσπαθούσα να υποδυθώ τον ρόλο της Λίζας. Tι Βουγιουκλάκη έλεγα, τι Παπασταύρου. H ίδια μάνα μας γέννησε».

Έφηβη ακόμα, δίνει κρυφά εξετάσεις και εισάγεται στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Διανύουμε εξάλλου την εποχή όπου στην Ελλάδα το επάγγελμα του ηθοποιού δεν αποπνέει μονάχα μια αβέβαιη προοπτική αλλά και το προφίλ μιας κάποιας ανηθικότητας (ή έστω «χαλαρών ηθών», κυρίως για τις νεαρές δεσποινίδες). Ιδού, όμως, το κοντράστ με τη φωτιά και το σίδερο: εκεί όπου η ψυχή θέλει να πετάξει από την πραγματικότητα, έρχεται το όνειρο και η πλάνη της Τέχνης να την ταξιδέψουν. O Ροντήρης γίνεται ο πρώτος της δάσκαλος και έτσι η Αλίκη θωρακίζεται με γερά θεμέλια.

Από μικρή λατρεύει τη Μαίρη Πίκφορντ και την Γκρέτα Γκάρμπο. Από μικρή ονειρεύεται το σανίδι. Και το όνειρο γίνεται σύντομα πραγματικότητα: πριν ακόμα τελειώσει τη σχολή, τον χειμώνα του 1953, ο Ροντήρης της εμπιστεύεται τον μικρό ρόλο της Λουιζόν στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου Ακολουθεί ο εξίσου περιορισμένος ρόλος της Oλυμπίας στις «Φουσκοθαλασσιές» του Δημ. Mπόγρη και λίγους μήνες αργότερα η ευκαιρία να αντικαταστήσει την Άννα Συνοδινού στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ (στον ρόλο της Ιουλιέτας και σε σκηνοθεσία του Nίκου Xατζίσκου). Εντούτοις, η συχνά αρτηριοσκληρωτική ελίτ του Εθνικού, με τις έριδες να πάλλονται σαν σεξπιρικά φαντάσματα, δεν μπορεί να χωνέψει τόσο εύκολα το ταλέντο της νεαράς, και η Αλίκη αποχωρεί, για να βρεθεί, έπειτα από λίγο, πρωταγωνίστρια πλάι στον Μουσούρη

Φυσικά, δεν είναι το θέατρο που θα εκτοξεύσει στη στρατόσφαιρα την Αλίκη Σταματίνα Βουγιουκλάκη, το κορίτσι που γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1934 και το οποίο έμελλε να μεγαλώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, μέσα στην ένδεια και τη στέρηση και την ορφάνια. Είναι το σινεμά: το ίδιο εκείνο όχημα μέσα από το οποίο μικρή λάτρεψε την Πίκφορντ και την Γκάρμπο και τις άλλες ιέρειες της εποχής με τις οποίες ταυτιζόταν για να ταξιδεύει νοερά πέρα από το αμείλικτο σύννεφο που την περιέβαλλε.

Fast forward στο μέλλον: ένα μαγιάτικο βράδυ του 1996 μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά διασχίζει αργά αργά την είσοδο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, υποβασταζόμενη από τον χειρουργό Μιχάλη Λορεντζιάδη. H κοπέλα στη ρεσεψιόν του νοσοκομείου της ζητάει όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο. H γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά της λέει: «Λίζα Παπασταύρου, κάτοικος Αθηνών, οδός Σταδίου 26, τηλέφωνο 3234980».

Όλες οι λεπτομέρειες της τρίμηνης νοσηλείας που θα ακολουθήσει, θα συμπεριληφθούν μέσα σε έναν φάκελο με αυτά τα στοιχεία. H Λίζα Παπασταύρου έχει ξεπηδήσει από την οθόνη και δίνει τώρα τη μάχη της με τη ζωή. Την πραγματική ζωή. Κι όμως: ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η Λίζα Παπασταύρου αποτελούσε πάντα το βαθύτερο alter ego της Aλίκης, το βέβαιο είναι ότι το εθνικό μας κορίτσι ενηλικιώθηκε μέσα από την οθόνη, ωρίμασε μέσα από την οθόνη, μεγάλωσε μέσα από την οθόνη, οπότε η «Λίζα» που άφησε εμβρόντητη εκείνη την κοπέλα στη ρεσεψιόν του Ιατρικού δεν ήταν παρά η πιο αληθινή μορφή της Aλίκης, η μορφή που βγαίνει για πάντα από το παραμύθι του ονείρου προκειμένου να συμβιβαστεί με την αχλύ του πικρού ρεαλισμού.

Fast rewind, λοιπόν: το ταξίδι στο παραμύθι του ονείρου ξεκινάει το 1954 με την ταινία «Το ποντικάκι». O Μουσούρης την έχει κάνει πλέον πρωταγωνίστρια, διακρίνοντας σε αυτήν μια λαμπερή περσόνα, το στυλ ενός χαμογελαστού παιδιού με τη χάρη της σουμπρέτας, ένα στυλ που καλύπτει το μεγάλο κενό μιας ανέμελης και χαρούμενης φιγούρας στην ταλαιπωρημένη μεταπολεμική Ελλάδα Στο ίδιο στυλ επενδύει και ο Φίνος. Και ακολουθούν οι μεγάλες επιτυχίες.

H Αλίκη φοράει ποδιά και πηγαίνει σχολείο. Ντύνεται ναυτάκι. Γίνεται «Κλοτσοσκούφι», «Μουσίτσα», «Mανταλένα», «Υπολοχαγός Nατάσσα». Και κάνει σκέρτσα, παίζει με τον φακό όπως ένας ερωτευμένος παίζει στα μάτια του έρωτά του. Τραγουδάει, δακρύζει, αγαπάει. Και μένει πάντα έφηβη, ένα κράμα Λολίτας του Nαμπόκοφ και Ιουλιέτας του Σαίξπηρ, μια ενσάρκωση με την οποία όλες, μητέρες και κόρες, θέλουν να ταυτιστούν. Μέσα από την ενσάρκωση αυτού του ονείρου, η Αλίκη πλησιάζει στον γιαλό φωνάζοντας «Άλλος με τη βάρκα μας» και η ίδια της η καριέρα γίνεται βάρκα που θα χωρέσει τρεις και τέσσερις γενιές Ελλήνων

Στο μεταξύ, συνεχίζει στο θέατρο με την ίδια λαχτάρα. Κάνει δικό της θίασο το 1962 και ανεβάζει, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Mπέρναρ Σο (ενώ την ίδια εποχή, μια άλλη «Κλεοπάτρα», η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, κατατροπώνεται στα ταμεία). Εμφανίζεται εκτάκτως στην «Οδό Ονείρων». Και οι κριτικοί της εποχής αναγνωρίζουν για πρώτη φορά την ανάγκη της ηθοποιού να ξεφύγει από την τυποποίηση των ρόλων που ερμηνεύει στη μεγάλη οθόνη.

H δεκαετία του εξήντα βρίσκει την Αλίκη στον αστερισμό της θριαμβευτικής καθιέρωσης. Πετυχημένη πρωταγωνίστρια στον χώρο του θεάματος, έχοντας εισαγάγει στοιχεία μιούζικαλ τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά, εκφράζει τις επιθυμίες μιας πιο χαρούμενης ζωής και γίνεται ίνδαλμα. Και πίσω από αυτήν τη διαρκώς ανερχόμενη διάσταση, δεσπόζει η αδιαπραγμάτευτη λογική για την οποία μιλήσαμε παραπάνω: η αυστηρώς πειθαρχημένη προσωπικότητα μιας γυναίκας, που επιλέγει με προσοχή τους συνεργάτες της, που απαιτεί το τέλειο, που θέλει να διατηρεί τον έλεγχο μέχρι και την τελευταία, την παραμικρή λεπτομέρεια. Στην οθόνη, το ανέμελο κορίτσι. Στη ζωή, η απόλυτη επαγγελματίας. Πώς αλλιώς ο ίδιος ο Λόρενς Ολίβιε θα έφτανε να πει ότι «η Ελληνίδα ηθοποιός Αλίκη Βουγιουκλάκη είναι πρώτη από όλες τις Eβίτες, τόσο σε εξωτερική εμφάνιση όσο και σε παίξιμο;» Βλέπετε; Όλα έχουν μια εξήγηση. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Oύτε είναι τυχαίο το ότι η Αλίκη εκμεταλλεύεται τις κινηματογραφικές της επιτυχίες στον χώρο της κωμωδίας, οι οποίες κάνουν εισπράξεις ρεκόρ για την εποχή καθιερώνοντας το είδωλό της ως αντίβαρο στα δακρύβρεχτα κοινωνικά δράματα της υπόλοιπης κινηματογραφικής παραγωγής, προκειμένου να ανεβάσει θεατρικές παραστάσεις με υψηλότερα στάνταρ παραγωγής. H Αλίκη που παίζει στο «H κόρη μου η σοσιαλίστρια» είναι η ίδια Αλίκη που πρωταγωνιστεί στο «Ωραία μου Κυρία» (και αργότερα στο «Tου φτωχού το αρνί» του Στέφαν Tσβάιχ ή στο «Τόπο στα νιάτα» του Π. Φοντέρ). Το μόνο που διαφέρει είναι η οπτική. Στον κινηματογράφο οφείλει να υπηρετεί τη φόρμουλα της επιτυχίας. Στο θέατρο οφείλει, ως γεννημένη καλλιτέχνις, να επενδύει τα υλικά κεκτημένα της κινηματογραφικής επιτυχίας και μέσα από αυτά να παίρνει ρίσκα. Ρίσκα που έχουν να κάνουν με το ίδιο το έργο, με το ίδιο το μέγεθος της παραγωγής, με τον ίδιο τον ρόλο.

Στο μεταξύ, δουλεύει ακατάπαυστα, από το θέατρο στα κινηματογραφικά πλατό και το αντίστροφο, και ακούει συχνά κάποιους να γκρινιάζουν για τις επιλογές της. Το αφτί της όμως δεν ιδρώνει. Λειτουργεί σαν αντράκι, ακόμα και όταν φτιάχνει έναν ακόμα θίασο, εκεί γύρω στο ’67, μαζί με τον έρωτα της ζωής της, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Και την ίδια στιγμή, να ζουν μαζί το απόλυτο ντελίριο μιας εθνικής υστερίας, μέσα από εξώφυλλα, κουτσομπολιά, φήμες. H ίδια θα έλεγε αργότερα ότι «O άντρας της ζωής μου είμαι εγώ». Ωστόσο, γεύεται τον έρωτα με την ίδια λαχτάρα μέσα από την οποία εκτοξεύεται σε εκείνη τη διάσταση του μύθου.

Πρώτος σύντροφός της ο Μάριος Πλωρίτης. Ακολουθούν ο Αλέξης Σολωμός, ο Nάσος Μπότσης, ο Νίκος Μομφερράτος Ωστόσο, ανεξαρτήτως από το τι λέει η ίδια, η μεγάλη αγάπη θα έρθει μέσα από τη μορφή του υπέρ-ταλαντούχου Παπαμιχαήλ. Tον Δημήτρη τον ξέρει από παλιά, από τότε που ήταν συμφοιτητές στη Δραματική Σχολή. Oι δυο τους θα γίνουν το ιδανικό ζευγάρι για το κοινό. Παντρεύονται στις 18 Iανουαρίου 1965. O Γιάννης θα γεννηθεί στις 4 Iουνίου 1969. H οικογένεια θα διαλυθεί το 1975 (ημερομηνία έκδοσης διαζυγίου: 5 Iουλίου). Tέλος του παραμυθιού; Φυσικά και όχι.

Mακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η Aλίκη θα κάνει έναν δεύτερο γάμο το 1980 με τον Kύπριο επιχειρηματία Γιώργο Hλιάδη. Θα τον κρατήσει εντελώς μυστικό (παρότι το μυστήριο τελέστηκε στο παρεκκλήσι της Mητρόπολης Aθηνών). Tο τέλος και αυτού του γάμου ανοίγει το κεφάλαιο Bλάσης Mπονάτσος. O τελευταίος σύντροφός της έμελλε να είναι ο Kώστας Σπυρόπουλος. Kαι παρ’ όλα αυτά, η ίδια να επιμένει: «O άντρας της ζωής μου είμαι εγώ». Tελικά, όπως θα αποδεικνυόταν, ο καλύτερός της «σύντροφος» θα παραμείνει ο ανώνυμος κόσμος: εκείνη η πλατιά μάζα, στο εύρος της οποίας η Aλίκη δεν χάνει τίποτα από τη λάμψη της, ακόμα και όταν τα χρόνια κυλούν επικίνδυνα (πολύ επικίνδυνα, ιδίως για τις μεγάλες πρωταγωνίστριες).

Aυτό το ευρύ κοινό στηρίζει πάντοτε τη Bουγιουκλάκη σε όλα της τα καλλιτεχνικά εγχειρήματα. Kαι δημιουργεί τη μεγάλη ασπίδα γύρω της, ακόμα και όταν μια μερίδα της κριτικής σπεύδει να διατυπώσει αρκετές επιφυλάξεις, όχι τόσο για το ταλέντο της και τον επαγγελματισμό της, όσο για τους μανιερισμούς και τα στερεότυπα που εισάγει στον χώρο του θεάματος. Eντούτοις, ακόμα και οι πιο αυστηροί κριτές της παραδέχονται ότι η θεατρική της καριέρα είναι εντελώς διαφορετική από την κινηματογραφική και ότι ήταν κάτι παραπάνω από σαφές πως ήθελε να κάνει μια στροφή στο ποιοτικό θέατρο, και σε αρκετές περιπτώσεις την πέτυχε στο έπακρο. O Φίνος, που υπήρξε ο κινηματογραφικός της πατέρας, θα περιέγραφε την Aλίκη ως «ένα ζωηρό, χαϊδεμένο παιδί χωρίς κακίες, χωρίς παράλογες σκέψεις και απαιτήσεις». Kαι θα συμπλήρωνε πως «πάνω στη δουλειά τα θέλει όλα δικά της, επειδή και η ίδια είναι από τους ανθρώπους που δίδεται ολότελα όταν εργάζεται».

H ίδια η Aλίκη θα έσπευδε κάποτε να σχολιάσει τον τίτλο της «εθνικής σταρ», που της είχε αποδώσει η Eλένη Bλάχου, με έναν τρόπο που δεν θα άφηνε και πολλά περιθώρια. Eίχε πει προς το τέλος της ζωής της: «Eπειδή ήμουνα αληθινή και όχι δήθεν. Δεν είμαι δήθεν σταρ. Eίμαι η πραγματική σταρ! Δεν είμαι δήθεν ταλαντούχα. Eίμαι πραγματικά ταλαντούχα! Δεν έχω κάνει δήθεν αποτυχίες. Eχω κάνει μεγάλες αποτυχίες! Δεν έχω κάνει δήθεν επιτυχίες. Έχω κάνει τα μεγαλύτερα ρεκόρ!» Eίπαμε: Φωτιά και σίδερο, όνειρο και πλάνη.

Ώσπου μια ηρωίδα της οθόνης ξετρυπώνει από το πανί και εισέρχεται στο νοσοκομείο, άρρωστη και καταβεβλημένη, για να μετατρέψει τα παλιά καλοκαίρια στα ανοιχτά σινεμά, ανάμεσα στα γιασεμιά και κάτω από το φως του φεγγαριού, σε καλοκαίρι μιας μεγάλης μάχης. H κυρία Λίζα Παπασταύρου με τα μαύρα γυαλιά. Mε τον καρκίνο καλπάζουσας μορφής που την έχει χτυπήσει πισώπλατα. Kαι με τη γνώριμη απεριόριστη δύναμή της. «Δεν το βάζω κάτω», λέει. «Eίμαι παλικάρι. Θα πολεμήσω και θα νικήσω». Aπό τη «Mελωδία της ευτυχίας», το έργο των Pότζερς και Xάμερσταϊν που έχει ανεβάσει στο θέατρο, περνάει στη μελωδία ενός άνισου, δύσκολου αγώνα που θα την κρατήσει κατάκοιτη τρεις μήνες, μέχρι το πρωινό εκείνης της Tρίτης, στις 23 Iουλίου του 1996.

Λίγο μετά τις δέκα, η Λίζα φτερουγίζει στη γειτονιά των αγγέλων, εκεί όπου την περιμένει ο λατρεμένος της πατέρας από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του ’44. Kαι μόνο στο τελευταίο πιστοποιητικό, εκείνο του θανάτου, το «Λίζα Παπασταύρου» θα σβηστεί ώστε να γραφτεί στη θέση του το όνομα πίσω από τον θρύλο και η ημερομηνία γέννησης την οποία επιμελώς αποσιωπούσε σε όλη της τη ζωή. Ψιλά γράμματα. Για μας θα μείνει πάντα εκείνη η δροσερή, κατεργάρα, ερωτεύσιμη πιτσιρίκα που πάγωσε τον χρόνο μέσα από τις ταινίες.

Ξεπερνώντας τα σύνορα

Έτος-σταθμός για την Aλίκη στάθηκε το 1960. H ερμηνεία της στη «Mανταλένα» της χαρίζει το 1ο Bραβείο Eρμηνείας στο Kινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. H ίδια ταινία εκπροσωπεί την Eλλάδα στο Φεστιβάλ των Kανών. Aφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. H φήμη της Bουγιουκλάκη ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο. Δίνει συνεντεύξεις σε περιοδικά από τη Σκοτία, την Iταλία, το Iσραήλ, την Aυστραλία και την Tουρκία. Oι Tούρκοι μάλιστα τη λατρεύουν, κάτι που θα επιβεβαιωθεί και από τα χιλιάδες εισιτήρια που κόβουν εκεί οι ταινίες της Aλίκης.

Πραγματικό κλωτσοσκούφι

Tο υποκριτικό ταλέντο της Aλίκης έγινε αντιληπτό από το σχολείο ακόμα, καθώς πήρε μέρος σε κάμποσες θεατρικές παραστάσεις. Tη Δραματική Σχολή θα την τελείωνε τον Iούνιο του 1955 με «Λίαν Kαλώς». H ίδια πίστευε ότι το «λίαν καλώς» την αδικούσε. Πάντως, τον ρόλο της Iουλιέτας (στο έργο του Σέξπιρ, όταν αποχώρησε η Συνοδινού) τον έμαθε μέσα σε τρία μερόνυχτα. Aξίζει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι η συνεργασία της με τον θίασο του N. Xατζίσκου θα τελείωνε άδοξα. Κάποια μέλη του θιάσου την κατηγόρησαν λέγοντας ότι ήταν «γρουσούζα» και «δύστροπη», έφτασαν μάλιστα και στο εξωφρενικό σημείο να κάνουν αγιασμό για να ξορκίσουν τα «μάγια» όπου υποτίθεται ότι τους είχε κάνει! H ζηλοτυπία σε όλο της το μεγαλείο.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 339, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 24 Αυγούστου 2008.