Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

«Welcome to Hellas!»

Από όλη τη συζήτηση για τον κίνδυνο επιβολής του λατινικού αλφαβήτου μέσω των υπολογιστών και της κινητής τηλεφωνίας έμειναν μερικά ρέστα. Αφού ηρεμήσαμε λοιπόν ότι οι υπολογιστές και η κινητή τηλεφωνία δεν αποκλείουν τη χρήση του ελληνικού αλφαβήτου (άρα μένει να δούμε το πραγματικό ποσοστό όσων γράφουν με λατινικά στοιχεία από συνήθεια ή ραθυμία και όχι από αντικειμενική αδυναμία ή καταναγκασμό), ας σταθούμε για λίγο σε δύο επιμέρους θέματα, που θεωρήθηκαν δείγματα ξενοδουλείας: το ένα είναι οι ταμπέλες των δρόμων, που αναγράφουν το όνομα και με λατινικά στοιχεία, και το άλλο οι πινακίδες των αυτοκινήτων, από τις οποίες αποκλείστηκαν τα γράμματα που δεν συμπίπτουν με γράμματα του λατινικού αλφαβήτου.

Έτσι, πλάι στο πραγματικό πρόβλημα με τις ξενόγλωσσες επιγραφές, την ξενική ονομασία περιοδικών, τηλεοπτικών σταθμών, εστιατορίων κτλ. (που θα μας απασχολήσει εκτενέστερα άλλη φορά, μια και εντάσσεται στη συζήτηση περί «εισβολής» ξένης γλώσσας και όχι αλφαβήτου, όπως εξειδικεύτηκε τελευταία), δημιουργήθηκε θέμα επειδή η οδός Τζωρτζ σημαίνεται στην ταμπέλα της και σαν οδός Tzortz και επειδή οι πινακίδες των αυτοκινήτων της Αθήνας, λ.χ., δεν δηλώνουν «περήφανα», λέει, την καταγωγή τους μ’ ένα κατανοητό ΑΘΗ παρά με ένα τρέχα γύρευε ΥΒΡ ή ΥΖΕ κτλ.

Ομολογώ ότι με κατάπληξη είδα να αναδεικνύεται σε πρόβλημα το ελάχιστο τίμημα που καλούμαστε να καταβάλουμε, εφόσον ακριβώς θέλουμε να διατηρήσουμε το ελληνικό αλφάβητο. Εννοώ ότι, εάν θέλουμε, όπως όλοι το θέλουμε και καλά κάνουμε, να διατηρήσουμε το ελληνικό αλφάβητο, και παράλληλα θέλουμε, ανάδελφοι-ξεανάδελφοι, να συνεννοούμαστε και με πέντε άλλους ανθρώπους παραπέρα, και γι’ αυτό τρέχουμε και μαθαίνουμε ξένες γλώσσες, επειδή δηλαδή και πάλι θέλουμε να κρατήσουμε τη γλώσσα μας αντί να ψωνίσουμε μια και καλή αγγλικά και να τελειώνουμε, και καμαρώνουμε έπειτα για τη γλωσσομάθειά μας, που δεν είμαστε εμείς σαν τους σοβινιστές τους Άγγλους ή τους Γάλλους που αρκούνται αυτάρεσκα στη δική τους γλώσσα, εάν λοιπόν τα θέλουμε όλα αυτά, ξεκινώντας είτε από καθαρό ρομαντισμό είτε από καθαρό ρεαλισμό, για λόγους οικονομικούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς, ερωτικούς ή ό,τι άλλο, κάτι τότε πρέπει να πληρώσουμε κι εμείς. Ε, ας μας πληγώνει πληγή μεγάλη το Tzortz, και ας μην αναγνωρίζουμε πούθε είναι το αυτοκίνητο ΥΒΡ ή ΥΖΕ, αν είναι γύφτου ή εδικού.

Εδώ το θέμα δεν είναι αν μεταγράφεται σωστά ή όχι ένα όνομα, ή αν καλώς εξελληνίζεται ή όχι. Δεν υπηρετεί φιλολογικούς ή άλλους τέτοιους σκοπούς η σήμανση των δρόμων, αλλά καθαρά πρακτικούς. Το θέμα δηλαδή είναι, αυστηρά και μόνο, αν πρέπει ο ξενόγλωσσος, ο αλλοδαπός τουρίστας ή κι ο μετανάστης να μάθουν πρώτα ελληνικά για να μπορέσουν να βρουν το δρόμο ή το λεωφορείο για το ξενοδοχείο, για το μουσείο, για το σπίτι ή για τη δουλειά. Σ’ αυτούς απευθύνεται η οδός Tzortz, η όσο το δυνατόν πιστότερη αναπαραγωγή αυτού που εμείς για τον άλφα ή βήτα λόγο λέμε Τζωρτζ. Δεν μας απασχολεί εδώ αν έρθει ο δισέγγονος του Church και μας ζητήσει το λόγο, με ποια λογική ξαναβαφτίσαμε τον προπάππο του σε George κι έπειτα τον μασκαρέψαμε σε Tzortz, ούτε αν έρθει ο απόγονος του Maison, να μας πει ότι, μπορεί ο ένδοξος πρόγονός του να πολέμησε για την Ελλάδα, έμεινε όμως πάντα βέρος Γάλλος, και πώς εμείς του βάλαμε χλαμύδα και τον ντύσαμε Μαιζών, γενική Μαιζώνος, άρα Maizonos!

Για τις πινακίδες πια των αυτοκινήτων δεν θα είχα να πω τίποτε άλλο. Για τους ίδιους λόγους που βάζουμε το σήμα GR, όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, και όχι ΕΛ (=ΕΛΛΑΔΑ), για λόγους δηλαδή αναγνώρισης, έτσι και στις πινακίδες, ακριβώς για να μη χρησιμοποιήσουμε το λατινικό αλφάβητο, χρησιμοποιούμε γράμματα του ελληνικού που συμπίπτουν, έστω οπτικά, με λατινικά. Τόσο μόνο. Τόσο φοβερό;

Δηλαδή, δεν νοείται απ’ τη μια να μιλούμε ξένες γλώσσες για να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, κι απ’ την άλλη να μας ξεσηκώνει όχι η μετάφραση (που κι αυτή συχνά επιβάλλεται) παρά η απλή και απολύτως αναγκαία μεταγραφή, στην περίπτωση της σήμανσης των δρόμων, ενώ στην περίπτωση των πινακίδων των αυτοκινήτων να μας ενοχλεί εντέλει το ότι αποφεύγουμε, ίσα ίσα, ακόμα και τη μεταγραφή.

Τι χρειάζεται, δηλαδή, για να τελειώνουμε; Σεβασμός ελάχιστος στον ξένο, με τη μεταγραφή λ.χ. της ονομασίας των δρόμων στις σχετικές ταμπέλες, όπως είδαμε πιο πάνω –δηλαδή όπως γίνεται ώς τώρα, άσχετα από επιμέρους αστοχίες. Πρέπει εδώ να τονιστεί το «μεταγραφή», ότι δηλαδή τα ονόματα δεν αποτυπώνονται στη γλώσσα τους: αν δηλαδή ο Τζωρτζ δεν ήταν Church αλλά όντως George, πάλι Tzortz ή κάτι τέτοιο θα έπρεπε να γραφτεί, οσοδήποτε ανατριχιαστικό, πάντως φωνητική απόδοση και όχι το κάθε όνομα στη δική του γλώσσα, οπότε θα απευθυνόταν στους εκάστοτε ομόγλωσσους: ο George στους Άγγλους και ο Hugo στους Γάλλους. Μένει να συζητηθεί ο τρόπος μεταγραφής, αν λόγου χάρη το Σύνταγμα είναι Syntagma ή Syndagma ή Sintagma, αν η οδός Πειραιώς είναι Peiraios ή Pireos ή ό,τι άλλο.

Το βασικότερο όμως πλέον είναι ότι ο σεβασμός στον ξένο σημαίνει αυτομάτως σεβασμό στη γλώσσα του. Όταν λοιπόν από τη μεταγραφή υπάρχει λόγος να περάσουμε στη μετάφραση, τότε μεταφράζουμε στη γλώσσα του ξένου κι όχι… στη δική μας: το Welcome to Hellas, που λέει περήφανα και με άνωθεν εντολή η Ολυμπιακή στις πτήσεις της, επεμβαίνει αυθαίρετα και βάναυσα στη γλώσσα του άλλου, την ίδια στιγμή που εμείς τη France, λόγου χάρη, δεν τη λέμε ούτε Φρανς ούτε Φραγκία, αλλά Γαλλία.

Έγινε μάλιστα πριν από μερικά χρόνια ολόκληρη εκστρατεία για την επιβολή του ονόματος Hellas στους ξένους, βασισμένη στη γνωστή άποψη των θαμώνων των παραδιαδρόμων της Ιστορίας, ότι η ονομασία Γραικοί –που έρχεται ήδη από τους Ηπειρώτες Δωριείς, κι έπειτα από τους κατοίκους της Γραίας, μιας πόλης δυτικά του Ωρωπού– αποτελεί τάχα υποτιμητική ονομασία, που μας την έδωσαν οι κακοί Ρωμαίοι. Από όσα γράφτηκαν τότε παραπέμπω στο κατατοπιστικότατο άρθρο του Νικ. Γ. Κοντοσόπουλου, «Graecia ή Hellas;» (περ. Αντί 576, 1995, σ. 38-39), που πραγματεύεται την ιστορική ονομασία της χώρας μας και εκθέτει την πολύ «χειρότερη» τύχη της ονομασίας άλλων χωρών, όπως της Φιλανδίας/Φινλανδίας, δηλαδή της «χώρας των Φίννων», όπως την ονομάζουμε εμείς και όλοι οι άλλοι λαοί, ενώ στη γλώσσα της λέγεται Suomi, ή της Γερμανίας, που μόνο οι ίδιοι οι Γερμανοί τη λένε Deutschland –και οι Ολλανδοί Duitsland: «σε όλες τις άλλες γλώσσες» αντιγράφω «η ονομασία της είναι εντελώς διαφορετική: λατινογενής (από το Germania) στα ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά, ρωσικά, βουλγαρικά· γαλλογενής (από το Allemagne) στα ισπανικά, πορτογαλικά και τουρκικά· σλαβογενής (από λέξη που σημαίνει “μουγκός”, “άφωνος”, άρα Γερμανία=χώρα των μουγκών) στα πολωνικά, τσέχικα, σλοβακικά, σλοβενικά, σερβοκροατικά, ουγγρικά και ρουμανικά. Στις σκανδιναβικές γλώσσες η Γερμανία λέγεται Tyskland, δηλαδή Τευτονία [...], στα φινλανδικά Saksa, δηλαδή Σαξονία, στα λετονικά Vâcija».

Αλλά εμείς, είπαμε, όταν αυτοί ήταν πάνω στα δέντρα… κτλ. Κλείνω με τα λόγια από ένα σκίτσο που κοσμούσε το ίδιο εκείνο άρθρο, με την υπογραφή του Β. Χερουβείμ. Λέει ένας εμπνευσμένος ρήτορας: «Είναι απλό: από τους Ισπανούς θ’ απαιτήσουμε να λένε τον El Greco - El Helleno και απ’ τον Αθανάσιο Διάκο να λέει “Εγώ Γραικός γεννήθηκα - Έλληνας θενά πεθάνω”».

Hellinas δηλαδή, Hellinaras.

Ο Γιάννης Χάρης στα "ΝΕΑ" το Σάββατο, 13 Απριλίου 2001