Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Παγκοσμιοποίηση, ποδόσφαιρο, εθνική ταυτότητα και ξενοφοβία

Ο Ερικ Χομπσμπάουμ, κατά την άποψη του γράφοντος, είναι ο κορυφαίος ιστορικός των τελευταίων 30 χρόνων, ο οποίος μπόρεσε να εξηγήσει με εξαιρετική καθαρότητα και σαφήνεια όλες τις αλλαγές που συνέβησαν στον κόσμο από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα περισσότερα βιβλία του και για τους φίλους που θα ήθελαν να τον γνωρίσουν, συστήνω το βιβλίο του «Η εποχή των άκρων», το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Θεμέλιο».

Μέσα στις επόμενες ημέρες, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, πρόκειται να κυκλοφορήσει το καινούργιο του βιβλίο με τίτλο «Παγκοσμιοποίηση, τρομοκρατία και Δημοκρατία». Από τον τίτλο είναι εύκολο να μαντέψει κάποιος, σε γενικές γραμμές, το περιεχόμενό του. Ο Χομπσμπάουμ παρατηρεί ότι κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου οι δύο υπερδυνάμεις είχαν προστατέψει την ακεραιότητα των συνόρων σε όλο τον κόσμο, ενάντια σε εσωτερικές και εξωτερικές απειλές.

Μετά το 1989 τέτοιες «προστασίες» δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τον κατακερματισμό της κρατικής εξουσίας σε πολλά από τα κατ' όνομα ανεξάρτητα κράτη. Το ντόμινο που ξεκίνησε μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, επηρέασε βαθιά όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις και το ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Σε ένα από τα κεφάλαια του καινούργιου του βιβλίου –του οποίου ένα απόσπασμα προδημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη «Αυγή»– ο Βρετανός ιστορικός αναφέρεται στις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο ποδόσφαιρο. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «η διαλεκτική των σχέσεων μεταξύ παγκοσμιοποίησης, εθνικής ταυτότητας και ξενοφοβίας εικονογραφείται δραματικά στη δημόσια δραστηριότητα που συνδυάζει και τις τρεις. Το ποδόσφαιρο. Γιατί χάρη στην πλανητική τηλεόραση, αυτό το οικουμενικά δημοφιλές άθλημα έχει μετατραπεί σ' ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό βιομηχανικό σύμπλεγμα (μολονότι, σε σύγκριση με άλλες πλανητικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, μεσαίου μεγέθους). Σχεδόν από τη στιγμή που το άθλημα αυτό απέκτησε μαζικό κοινό, έγινε ο καταλύτης δύο μορφών ομαδικής ταυτοποίησης. Τοπικής (με τον σύλλογο) και εθνικής (με την εθνική ομάδα).

Αυτές στο παρελθόν ήταν συμπληρωματικές, όμως η μεταμόρφωση του ποδοσφαίρου σε πλανητική επιχείρηση και κυρίως η εξαιρετικά γρήγορη άνοδος μιας πλανητικής αγοράς για τους ποδοσφαιριστές στις δεκαετίες του '80 και του '90 (ειδικά μετά την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου τον Δεκέμβριο του 1995 στην υπόθεση Μποσμάν) έκαναν τα συμφέροντα της εθνικής και παγκοσμιοποιημένης επιχείρησης, της πολιτικής οικονομίας και του λαϊκού αισθήματος, όλο και πιο ασύμβατα.

Ουσιαστικά, η παγκόσμια ποδοσφαιρική επιχείρηση κυριαρχείται από τον ιμπεριαλισμό ορισμένων καπιταλιστικών επιχειρήσεων με πλανητικές φίρμες –ένα μικρό αριθμό υπερσυλλόγων που εδρεύουν σε λιγοστές ευρωπαϊκές χώρες και ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε εθνικά και (κατά προτίμηση) διεθνή πρωταθλήματα (εννοεί, εδώ, τις διασυλλογικές διοργανώσεις του Τσάμπιονς Λιγκ και του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ). Οι ομάδες στρατολογούν τους ποδοσφαιριστές τους, υπερεθνικά.

Συχνά μόνο μία μειοψηφία, και μερικές φορές μία μικρή μειοψηφία, των ποδοσφαιριστών τους προέρχεται από τη χώρα που εδρεύει ο σύλλογος. Από τα χρόνια του '80 στρατολογούν όλο και περισσότερους μη Ευρωπαίους, ιδιαίτερα Αφρικανούς, ποδοσφαιριστές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2002 στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα αγωνίζονταν 3.000 Αφρικανοί ποδοσφαιριστές…».

Οι τρεις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης

Σύμφωνα με τον Χομπσμπάουμ, οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στο ποδόσφαιρο ήταν κυρίως τρεις. Σε ό,τι αφορά τους συλλόγους, εξασθένησε σοβαρά τη θέση εκείνων που δεν ανήκουν στο κύκλωμα των διεθνών υπερ-πρωταθλημάτων.
Πρόκειται, κυρίως, για συλλόγους που βρίσκονται σε χώρες που πραγματοποιούν μεγάλη εξαγωγή παικτών (Αφρική και Λατινική Αμερική), πράγμα που μαρτυρά και η κρίση των άλλοτε ισχυρών συλλόγων στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Στην Ευρώπη, τα μικρότερα σωματεία επιβιώνουν αγοράζοντας ποδοσφαιριστές φτηνά και ελπίζοντας να πουλήσουν κάποιους από αυτούς στους μεγάλους συλλόγους.

Η δεύτερη επίπτωση έχει να κάνει με την υπερεθνική λογική των ισχυρών συλλόγων που έρχεται σε σύγκρουση με το ποδόσφαιρο ως έκφραση της εθνικής ταυτότητας. Από τη μία, επειδή τείνει να ευνοήσει τον διεθνή ανταγωνισμό μεταξύ των υπερ-συλλόγων, των ισχυρών δηλαδή συλλόγων, σε βάρος των παραδοσιακών εθνικών πρωταθλημάτων και από την άλλη επειδή τα συμφέροντα των υπερ-συλλόγων έρχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των εθνικών ομάδων, που φέρουν το πλήρες πολιτικό και συναισθηματικό βάρος της εθνικής ταυτότητας αλλά πρέπει να στελεχώνονται από ποδοσφαιριστές που έχουν το ανάλογο διαβατήριο.

Ωστόσο, οι μη οικονομικές επιταγές της εθνικής ταυτότητας στάθηκαν αρκετά ισχυρές για να επιβάλουν την παρουσία τους στο άθλημα, τόσο ώστε να αναδείξουν τον ανταγωνισμό των εθνικών ποδοσφαιρικών ομάδων, το Παγκόσμιο Κύπελλο, στη σημαντικότερη στιγμή στην πλανητική οικονομική παρουσία του ποδοσφαίρου. Η τρίτη επίπτωση μπορεί να εντοπιστεί στην όλο και περισσότερο έντονη παρουσία μιας ρατσιστικής και ξενοφοβικής συμπεριφοράς ανάμεσα στους οπαδούς, κυρίως των αυτοκρατορικών χωρών.

Αυτοί διχάζονται ανάμεσα στο καμάρι τους για τους υπερ-συλλόγους ή για τις εθνικές τους ομάδες (που περιλαμβάνουν ξένους ή μαύρους ποδοσφαιριστές) και το ανερχόμενο εθνικό τους αίσθημα, ανταγωνιστικό προς τους λαούς που για χρόνια θεωρούσαν κατώτερους. Τα περιοδικά ρατσιστικά ξεσπάσματα σε ποδοσφαιρικά γήπεδα χωρών που δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ρατσιστικές και ο συσχετισμός ποδοσφαιρικού χουλιγκανισμού και ακροδεξιάς πολιτικής αποτελούν εκφράσεις αυτών των εντάσεων.

Χρίστος Χαραλαμπόπουλος στην SportDay την Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007,