Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Τζον Κασσαβέτης: Ένας Ρομπέν της 7ης τέχνης

Δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο από μια χειροκίνητη κάμερα για να διεισδύσει όσο κανείς άλλος στο έρεβος της ανθρώπινης ψυχής. Και μπορεί να μην έζησε ποτέ του στην Ελλάδα, αλλά την κουβαλούσε μέσα του όπως κουβαλά κανείς μια πνευματική κληρονομιά. Αυτή την κληρονομιά όρθωσε απέναντι στο κατεστημένο του Χόλυγουντ …

Ο Τζον Κασσαβέτης όρθωσε την κληρονομιά ενός ελεύθερου δημιουργού που δίδαξε σε όλους τι μπορεί να σημαίνει μια ταινία καμωμένη όχι από δολάρια, αλλά από ανάσες, δάκρυα και ιδρώτα. Υπήρξε κάτι σαν λεπτεπίλεπτος ποιητής, κάτι σαν τον αινιγματικό Σεμπάστιαν Νάιτ του Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ, με τη διαφορά ότι οι δικοί του στίχοι ήταν το καρέ ενός κινηματογραφικού φιλμ. Ο Κασσαβέτης δεν έζησε απλά για τον σινεμά. Πίστευε ότι η ίδια η οθόνη αποτελούσε την σκηνή της ζωής. Γι’ αυτό και οι ταινίες του έμοιαζαν με κομμάτια της δικής του ζωής, κομμάτια που ράγισαν και έγιναν κτήμα κάποιου άλλου. Για να καταφέρει να συλλέξει αυτά τα κομμάτια, ο Κασσαβέτης αποκήρυξε το σύστημα με το πλέον ιδιότυπο τρόπο: χρησιμοποιώντας το. Ενδύθηκε την εικόνα του Ρομπέν των Δασών της Έβδομης Τέχνης, που έκλεβε τους πλούσιους (δηλαδή τα μεγάλα στούντιο) για να συντηρεί τους φτωχούς (τις ταινίες που έφτιαχνε με τους πιστούς συνοδοιπόρους του).

Με άλλα λόγια, για κάθε λαμπερή του εμφάνιση σε κάποιο εμπορικό φιλμ, είτε το “Μωρό της Ρόζμαρι” είτε το “Και οι δώδεκα ήταν καθάρματα”, αντιστοιχούσε και ένα προσωπικό όραμα, ζωντανεμένο μέσα από μια δεκαεξάρα κάμερα, παρέα με την αγαπημένη του Τζίνα Ρόουλαντς και τα υπόλοιπα παλικάρια της συμμορίας. Χωρίς αυτά τα προσωπικά οράματα του Κασσαβέτη δεν θα ξεπετάγονταν αργότερα σκηνοθέτες σαν τον Ταραντίνο, τον Τζάρμους και τον Χάρτλεϊ. Ενδεχομένως, δεν θα υπήρχε καν σινεμά πέρα από τους λόφους του “Χόλυγουντ”. Ο Κασσαβέτης έγινε ο πατέρας του αμερικάνικου underground κινηματογράφου και οι επιρροές του στην εναλλακτική σκηνή κρατούν μέχρι σήμερα, απλώνοντας τα πλοκάμια τους και σε πιο mainstream χωράφια, στη δουλειά δημιουργών όπως ο Άντερσον, ο Πεν και ο Κόπολα.

Γεννημένος στις 9 Δεκεμβρίου του 1929 στη Νέα Υόρκη, από Έλληνες μετανάστες, ο Τζον ανακάλυψε από νωρίς την μαγεία της υποκριτικής. Τόσο στο γυμνάσιο του Σαντς Πόιντ όσο και σ’ εκείνο του Πορτ Ουάσιγκτον, στην ευρύτερη περιφέρεια του Λονγκ Άϊλαντ, ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέατρο, δηλώνοντας συμμετοχή σε όλα τα θεωρητικά μαθήματα και παίρνοντας μέρος σε ερασιτεχνικούς θιάσους. Μετά το κολέγιο, φοίτησε στη Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης και το 1953 έλαβε το βάπτισμα του πυρός, κάνοντας ένα πέρασμα στην ταινία “Taxi” του Ρέϊτοφ. Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στην τηλεόραση, έπειτα από τους οποίους ο Κασσαβέτης τυποποίησε την περσόνα του προβληματικού νεαρού, αλιεύοντας δάνεια από το στυλ του Τζέϊμς Ντιν.

Αυτή την περσόνα θα φανερώσει και στο πλατύ κοινό, παίζοντας στο “Edge of the city” του Ριτ και στο “Crime in the streets” του Σίγκελ. Ώσπου στα 1957, αποφασίζει ότι θέλει κάτι παραπάνω από το να υποδύεται ρόλους: εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο πειραματισμός πάνω σε ζητήματα υποκριτικής και κινηματογραφικής οπτικής. Θέλοντας λοιπόν να αντλήσει ερεθίσματα από τους συνομήλικούς του, σπεύδει να διδάξει σε μια ανεξάρτητη σχολή στο Μανχάταν και εκεί γνωρίζει τύπους σαν τον Γκαζάρα και το Φολκ, που αναζητούν και αυτοί μια διαφορετική διέξοδο. Την ίδια ώρα, προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για να κάνει πραγματικότητα το όνειρο που συνιστά την δική του διέξοδο από τα τετριμμένα: το γύρισμα μιας ταινίας που θα αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα, δηλαδή ενός φιλμ που θα είναι κάτι σαν ντοκιμαντέρ όντας ουσιαστικά μια μυθοπλαστική ταινία.

Αυτό το φιλμ είναι οι “Σκιές”. Εν έτει 1959 και με 20.000 δολάρια στην τσέπη, ο Κασσαβέτης βάζει φωτιά σε κάθε παγιωμένη κινηματογραφική αντίληψη, φέρνοντας έναν νέο αέρα αφήγησης που διαπερνά και υπερβαίνει τον φαινομενικά μελετημένο παρορμητισμό της κυριαρχίας του Actors Studio, όπως αυτή είχε καθιερωθεί από το δίπολο Καζάν-Μπράντο. Στη θέση αυτής της εικόνας, εκείνος αντιπαραθέτει ένα σινεμά που κινείται όπως η πνοή της bepop jazz, μέσα από την λογική των στιγμιοτύπων, με την κάμερα να ελίσσεται διαρκώς και με τον φακό να γίνεται η ματιά του ίδιου του θεατή. Η Ρόουλαντς λάμπει, πλέον, τόσο στην τέχνη του Τζον όσο και στη ζωή του και οι πάντες μιλούν για τον περίεργο Έλληνα που κάνει τα δικά του στους δρόμους της Νέας Υόρκης. “Οι Σκιές” βραβεύονται στο Φεστιβάλ της Βενετίας, εξασφαλίζουν διανομή σε κάποιες αίθουσες της Αμερικής και ο Κασσαβέτης ξεκινάει να χτίζει τον μύθο του ανεξάρτητου σινεμά.

Ως ηθοποιός παίζει σε μεγάλες παραγωγές με τον Πουατιέ, την Φάρρου, τον Μάρβιν, τον Σάδερλαντ, τη Λόρεν και άλλους σταρ της εποχής αλλά είναι η σκηνοθετική του δουλειά που τον κάνει να ξεχωρίζει. Και έτσι έρχονται “Τα Πρόσωπα”, με το ασπρόμαυρο καρέ να αποκρυπτογραφεί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις στο πρόσωπο μιας αιώνιας γυναίκας, της Τζίνα βεβαίως. Έτσι έρχονται και “Τα Στιγμιότυπα”, με τους καπνούς από τα τσιγάρα να φτιάχνουν σύννεφα ψευδαισθήσεων, έτσι έρχεται και “Ο Θάνατος ενός Κινέζου Μπουκμέικερ”, με τον Γκαζάρα να χτίζει τον ρόλο της ζωής του.

Παραδίπλα, μπουκάλια από ουίσκι, ο Φολκ να συζητάει με τον σκηνοθέτη, η κυρία Ρόουλαντς να μαγειρεύει για τα παιδιά τους και ο Φαίδων Παπαμιχαήλ, ένας άλλος μετανάστης στη χώρα του ονείρου, να σκηνογραφεί, προσπαθώντας να μετουσιώσει σε σχήμα και χρώμα όλα τα οράματα του Τζον. “Στα γυρίσματα των ταινιών του Τζον” μου έλεγε πριν από χρόνια, “οι πάντες ένοιωθαν μια μαγεία. Ξέρεις γιατί; Επειδή όλοι οι συντελεστές αισθάνονταν πως η ταινία ήταν δική τους ‘Δεν είναι η ταινία μου, είναι η ταινία μας’ έλεγε ο Τζον. Και δεν το έλεγε απλώς. Φρόντιζε να το αποδεικνύει. Ζητούσε διαρκώς την γνώμη των άλλων, δεν σταματούσε ούτε στιγμή να ρωτάει. Γι’ αυτό και όλοι δούλευαν με συναίσθημα, με ενθουσιασμό, με αγάπη. Και δεν σου κρύβω: εγώ ερωτεύτηκα τον κινηματογράφο εξαιτίας του”. Ο Παπαμιχαήλ δούλεψε σε όλες τις ταινίες του Κασσαβέτη από τις “Σκιές” και μετά. Η μητέρα του Τζον και ο πατέρας του Φαίδωνα ήταν πρώτα ξαδέλφια και με αυτή την αφορμή ήλθαν σε επαφή. “Τα λεφτά για τις ταινίες ο Τζον τα έβρισκε δουλεύοντας ως ηθοποιός κατά την διάρκεια της προετοιμασίας των δικών μας γυρισμάτων. Η σκηνοθετική δουλειά του συνεχιζόταν χάρη στις αμοιβές που κέρδιζε από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του στις ταινίες της United Artists και της M.G.M.” μου είχε πει. “Γιατί η δικιά μας προετοιμασία έπαιρνε χρόνο, μπορούσε να ξεπεράσει τους δώδεκα μήνες. Όλη η διαδικασία, πάντως, περνούσε από τα χέρια μας. Θυμάμαι”, έλεγε γελώντας “που είχαμε γεμίσει όλο το Τορόντο με αφίσες για “Τα Πρόσωπα”. Ο Τζον, η Τζίνα, εγώ, οι ηθοποιοί … όλοι κολλάγαμε αφίσες!”.

Και κάπως έτσι ο Κασσαβέτης φτάνει στο προσωπικό Magnum Opus της καριέρας του: την “Νύχτα Πρεμιέρας”. Εδώ οδηγούμαστε σε μια αποκάλυψη του βαθύτερου ψυχολογικού ρόλου του θεάτρου και του ίδιου του δημιουργού, μέσα από την οποία η ελληνική καταγωγή και, ως ένα βαθμό, η κουλτούρα του Κασσαβέτη αφήνει το ανεξίτηλο στίγμα της. Η Ρόουλαντς αυτή τη φορά μας δείχνει με τις κινήσεις της, όχι τόσο το βάθος της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, όσο τον τρόμο της ανθρώπινης υπόστασης μπροστά στον μαρασμό της ομορφιάς. Και οι κριτικοί τον αποθεώνουν. Μιλούν για την μαγική ικανότητα του σκηνοθέτη να αποκαλύπτει τις ιδιότυπες συνθέσεις, αλλά και διαφοροποιήσεις των σχέσεων σινεμά και θεάτρου, καθώς και του αδυσώπητου ρόλου που ο ηθοποιός έχει να διαδραματίσει ανάμεσα στα δύο αυτά συναφή αλλά και τόσο διαφορετικά είδη.

Ωστόσο, ο δρόμος δεν θα είναι μακρύς. Ακολουθούν το εσωτερικό “Gloria” και το κάπως άνευρο “Big Troubles”, και ο οργιώδης αυθορμητισμός του Κασσαβέτη αρχίζει σταδιακά να μαραίνεται από τη φθορά της αρρώστιας. Ώσπου αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 59 ετών. Και η φωνή του Παπαμιχαήλ να τρέμει με ένα ανεπαίσθητο τρόπο κάθε φορά που θυμάται το τέλος του φίλου του. “Ο Κασσαβέτης πέθανε από υγρό στο συκώτι του”, μου είχε πει. “Όταν ανακάλυψε το πρόβλημά του είχα ανακαλύψει κι εγώ ένα δικό μου σοβαρό πρόβλημα υγείας και συμφωνήσαμε να μπούμε ταυτόχρονα για εγχείρηση. Είπαμε ότι θα ξανασυναντηθούμε υγιείς και ότι θα ξαναριχτούμε στη δουλειά. Λίγες μέρες μετά την εγχείρησή μου, με επισκέφτηκαν ο Γκαζάρα και ο Φολκ. Ο Τζον δεν ήταν μαζί τους. Για πρώτη φορά με είχε κοροϊδέψει. Πέθανε στα γενέθλιά μου. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1989”

And this is the end; Μάλλον όχι. Όσο υπάρχουν δημιουργοί που επιμένουν να αντιστέκονται στη βιομηχανία του παραβρασμένου ποπ-κορν, ο Τζον Κασσαβέτης είναι ζωντανός ανάμεσά μας. Και γελάει γοερά, πίνει, καπνίζει, ιδρώνει, κολλάει αφίσες. Βγάζει τη γλώσσα στο σύστημα για χάρη της δικής του αλήθειας –μιας αλήθειας που θέλει τις ταινίες να μοιάζουν με τις ζωές μας και όχι με τις ζωές των άλλων.

Δουλεύοντας με τον Τζον

Το σετ των γυρισμάτων μιας ταινίας του Κασσαβέτη έμοιαζε πάντα με το σπιτικό μιας οικογένειας. Και πήγαινε κάπως έτσι: Συζήτηση για τη σκηνή, γύρισμα, μαγείρεμα, φωτισμός, διακοπή για τάβλι και πάλι γύρισμα, καφές και οι ώρες να περνούν, να γίνονται μέρες ολόκληρες. “Η εμπειρία ήταν απίστευτη” είχε πει ο Μπεν Γκαζάρα όταν επισκέφτηκε το 2007 τη χώρα μας. “Δούλεψα με δεκάδες σκηνοθέτες στην καριέρα μου, αλλά ποτέ δεν απόλαυσα τόσο πολύ την δουλειά μου όσο με τον Τζον. Γι’ αυτό και οι ταινίες του ήταν διαφορετικές από οτιδήποτε άλλο”.

“Πείτε του Έλληνα …

Η μεγαλύτερη στιγμή του Τζον Κασσαβέτη μπροστά απ’ την κάμερα ήταν η ερμηνεία του στο “Μωρό της Ρόζμαρι” του Ρομάν Πολάνσκι. Η συνεργασία τους όμως δεν στάθηκε καθόλου εύκολη. Φυσικά, εκτιμούσαν απεριόριστα ο ένας τον άλλον, όπως θα παραδέχονταν και οι δύο αργότερα. Εντούτοις, τα προβλήματα που είχε τότε ο Πολάνσκι στην προσωπική του ζωή, καθιστούσαν αδύνατη κάθε δημιουργική προσέγγιση του Κασσαβέτη στον ρόλο και σε κάποια σημεία του σεναρίου. “Πείτε του Έλληνα να μείνει στο κείμενο”, φώναζε ο Πολάνσκι. Έτσι τον αποκαλούσε. Έλληνα!.

Δείτε ένα πολύ όμορφο αφιέρωμα στον Τζον Κασσαβέτη. και μια βιογραφία του.

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις την συλλεκτική έκδοση “Μεγάλοι Δάσκαλοι” του εβδομαδιαίου περιοδικού “Εικόνες”, τεύχος Νο 338,, ένθετου στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 17 Αυγούστου 2008.