Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 37– Οι Έλληνες και το κρασί

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, στα τέλη Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου μαζεύτηκε ο τρύγος και ο μούστος πλέον ζυμώνεται στα βαρέλια. Οι αμπελώνες φάνηκαν και πάλι γενναιόδωροι, οι παραγωγοί κλείνουν στο μπουκάλι μικρά θαύματα, οι γευσιγνωσίες αναστατώνουν τον ουρανίσκο. Μοναδική παραφωνία η οινική μας κουλτούρα, που χρήζει καλλιέργειας, προτού αναφωνήσουμε “εβίβα” ...


Ο Οδυσσέας κατάφερε να βγάλει τους συντρόφους του από τη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου, χάρη στο κρασί που είχαν πάρει μαζί τους από τη χώρα των Κικόνων, μια πόλη που λεηλάτησαν και τιμωρήθηκαν γι’ αυτό από τον Δία. Λίγο αργότερα, όταν ο Οδυσσέας θα φτάσει στην άκρη του κόσμου, στην πύλη του Αδη, καλεί προσφέροντας κρασί, πρώτα τον μάντη Τειρεσία για να του πει τα μελλούμενα και ύστερα τη μητέρα του για να του πει τι γίνεται στο σπίτι του.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολύ απλά, ότι το κρασί είναι δεν είναι απλώς ένα από τα ωραιότερα προϊόντα που παράγει ο άνθρωπος αξιοποιώντας τους καρπούς της φύσης. Είναι πανάρχαιο σύμβολο πολιτισμού και ιστορίας. Για ορισμένους λαούς, όπως ο ελληνικός, το κρασί αποτελεί μακραίωνο σύντροφο και συνοδοιπόρο, στοιχείο πάνω στο οποίο εγγράφεται η ίδια η κουλτούρα του και αντικατοπτρίζονται η καθημερινότητα, τα πάθη και τα όνειρα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα διαθέτει γηγενείς ποικιλίες κρασιού με ιστορία αιώνων, ενώ είναι -σε σχέση με τον πληθυσμό της- μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς κρασιών στον κόσμο. Αν και εδώ και μια δεκαετία η παγκόσμια αγορά υποκλίνεται στα κρασιά των αποκαλούμενων «Νέων Χωρών» (Χιλή, Αργεντινή, Νότια Αφρική, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία), η χώρα μας διαθέτει οινική κουλτούρα και το αποδεικνύει από τα πολλά βραβεία που αποσπούν οι ελληνικές ετικέτες σε διεθνείς εκθέσεις.

Οι Έλληνες παραγωγοί υποστηρίζουν ότι τα ελληνικά κρασιά έχουν διαφορά χαρακτήρα, νοοτροπίας και ιδέας. Η Ευρώπη, αντιπροσωπεύει αυτό που διεθνώς αποκαλείται «old world, new wine», διότι αν και με παλιές ποικιλίες, προσφέρει τις νέες ιδέες και τις νέες γεύσεις στο κρασί. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα συμμετέχει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι του κρασιού, κατέχουσα τη δέκατη τρίτη χώρα στην παραγωγή κρασιού παγκοσμίως. Την ίδια ώρα, ο Έλληνας καταναλωτής τηρεί τις αποστάσεις του...

Μισογεμάτο το ποτήρι

Καταρχάς ξοδεύει λίγα. Σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι Έλληνες διαθέτουν κατά μέσο όρο λίγο περισσότερο από 4 ευρώ το μήνα για αγορά κρασιού, μόλις το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών τους για οινοπνευματώδη. Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ελαφρά μείωση στην κατανάλωση κρασιού, παρά την αυξανόμενη προβολή των ετικετών, των αλλαγών στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων που το ευνοούν.

Αντιστοίχως χαμηλή είναι η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση κρασιού. Η Trade Data & Analysis τα υπολογίζει σε 23 λίτρα το χρόνο, ενώ η Hellastat σε 35. Η διαφορά προκύπτει από το γεγονός ότι σε ορισμένες διεθνείς έρευνες, όπως η πρώτη, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στην Ελλάδα «ζει και βασιλεύει» ακόμα το χύμα κρασί, αυτό που παράγουν και πωλούν μη επώνυμοι οινοποιοί ή αυτό που φτιάχνουν και καταναλώνουν στην οικία τους ιδιώτες. Οπως και να έχει, δεν πίνουμε πολύ κρασί. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία καταναλώνουν πάνω από 50 λίτρα ετησίως.

Πρόσφατα η GPO πραγματοποίησε έρευνα για λογαριασμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Από εκεί προέκυψε ότι φίλοι τού κρασιού είναι περισσότερο οι άνδρες και μάλιστα οι μεγαλύτερων ηλικιών, οι οποίοι ζουν κυρίως στην περιφέρεια, με την Πελοπόννησο να έρχεται πρώτη.

Η έρευνα καταδεικνύει ότι η κατανάλωση κρασιού, μεταξύ αυτών που δηλώνουν ότι πίνουν οινοπνευματώδη, αυξάνεται όσο μεγαλώνει η ηλικία -το ποσοστό μάλιστα φτάνει στο 92% για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και πάνω- ενώ μειώνεται στο μόλις 32,5% για τα άτομα ηλικίας 18-24 ετών.

Θετικό συμπέρασμα της έρευνας, αφήνοντας περιθώρια για ανάπτυξη της αγοράς κρασιού στο μέλλον, είναι το γεγονός ότι σχεδόν το 70% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι «στην περίπτωση που έβρισκε ατομική τυποποιημένη συσκευασία στους χώρους διασκέδασης, είναι διατεθειμένο να αντικαταστήσει τα άλλα οινοπνευματώδη ποτά με κρασί». Πιο θετικοί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο εμφανίζονται οι γυναίκες (73%) και τα άτομα ηλικίας 18 - 44 ετών.

Οσον αφορά τις προτιμήσεις, οι Έλληνες αποδεικνύονται και εδώ τοπικιστές. Η προτίμηση προς τα ελληνικά προϊόντα είναι συντριπτική -ανέρχεται σε ποσοστό 95%- κι αυτό συμβαίνει διότι, σύμφωνα με την έρευνα της GPO, οι Έλληνες αναγνωρίζουν στο εγχώριο κρασί καλύτερη ποιότητα (το 41%) και γεύση (το 31%).

Στην ερώτηση «Πόσο συχνά συνοδεύετε το φαγητό σας με κρασί», το 31% του ελληνικού πληθυσμού απαντάει ότι πίνει κρασί κάθε μέρα, ενώ το 35% δηλώνει ότι συνοδεύει το φαγητό του με κρασί μερικές φορές. Αυτό σημαίνει ότι έξι στους δέκα Έλληνες πίνουν κρασί με το φαγητό τους, μια συνήθεια που φαίνεται ότι διαρκεί στον χρόνο.

Οι περισσότεροι μάλιστα (55%) πίνουν κόκκινο, λιγότεροι (32%) λευκό, ενώ μικρότερο -εντούτοις διαρκώς αυξανόμενο- είναι το ποσοστό αυτών που πίνουν ροζέ. Κόκκινο κρασί πίνουν κυρίως οι Βορειοελλαδίτες, περισσότερο λευκό οι Πελοποννήσιοι. Περισσότεροι από τους μισούς Ελληνες (53%) δηλώνουν ότι προτιμούν το εμφιαλωμένο κρασί, περίπου ένας στους τέσσερις Έλληνες δηλώνει ότι πίνει χύμα, ενώ μεγάλο είναι το ποσοστό εκείνων που πίνουν εμφιαλωμένο και χύμα κατά περίπτωση.

Ας σημειωθεί ότι όσο μικραίνουν οι ηλικίες τόσο αυξάνει η κατανάλωση εμφιαλωμένου κρασιού. Οι Έλληνες πίνουν κρασί και για την επιλογή του συνδυάζουν πια πολλούς παράγοντες. Το χρώμα είναι το σημαντικότερο στοιχείο επιλογής για το 27% του κοινού, ο παραγωγός του κρασιού είναι σημαντικότερος για το 25%, ενώ για το 25% κύριο ρόλο παίζει ο τύπος και τέλος για το 17% η ποικιλία, υπάρχει όμως ένα ολοένα αυξανόμενο κομμάτι καταναλωτών οι οποίοι μαθαίνοντας και πίνοντας συνεκτιμούν όλα τα παραπάνω και καταναλώνουν ανάλογα.

Αυτοψία στους αμπελώνες

Στις αρχές του Σεπτέμβρη, το Reportage αποφάσισε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι στη μεγαλύτερη ενιαία αμπελοοινική ζώνη των Βαλκανίων, τη Νεμέα των 40.000 στρεμμάτων αμπελιών. Την Παρασκευή 5 και το Σαββατοκύριακο 6 και 7 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν στον ευλογημένο τόπο της Κορινθίας οι Μεγάλες Ημέρες Κρασιού της Νεμέας, ένας θεσμός τον οποίο διοργάνωσε για τέταρτη συνεχή χρονιά η Ένωση Οινοποιών και Αμπελουργών Νεμέας.

Στην οινική αυτή γιορτή βρέθηκαν χιλιάδες επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό και περισσότερα από 30 οινοποιεία άνοιξαν τις πύλες τους σε μυημένους και μη πότες, οινολόγους, εμπόρους και δημοσιογράφους. Στήθηκαν εκθέσεις, γλέντια, βραδιές γευσιγνωσίας, το κέφι περίσσεψε και η αίσθηση ότι συμβαίνει κάτι σημαντικό ήταν διάχυτη.

Πρώτη στάση στο οινοποιείο του Γιώργου Παλυβού, ενός οινοποιού που μιλάει με πάθος για το κρασί: «Το κρασί είναι πολιτισμός και δημιουργία. Ο κόσμος ψάχνει τις ρίζες του και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να γνωρίσει τον πολιτισμό του και τον ίδιο του τον εαυτό από το κρασί. Το να ξέρεις που, πότε και πως παράγεται το κρασί που πίνεις, πως το συντηρείς, πότε και πως να το ανοίξεις, πως το πίνεις και με τι το συνοδεύεις, είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στον πολιτισμό και την ιστορία», προσθέτει με περηφάνια.

Η συνέχεια δόθηκε στο οινοποιείο Λαφαζάνη, όπου επικρατούσε το αδιαχώρητο. Ο Σπύρος Λαφαζάνης δεν είναι απλώς ένας σημαντικός παραγωγός της Νεμέας. Τα κρασιά του διαπρέπουν διεθνώς και το οινοποιείο του είναι σημείο συνάντησης της οινικής κοινότητας. «Αυτό που γίνεται σήμερα στη Νεμέα δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει στο κρασί.

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν πιο στενή επαφή με τους παραγωγούς, θέλουν να αποκτήσουν γνώσεις. Μας ρωτούν εξειδικευμένα πράγματα, διαβάζουν πολύ για το κρασί σε περιοδικά, ένθετα, βιβλία, γενικά ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο από ότι παλαιότερα», σημειώνει.

Σύμφωνα με όλους τους παραγωγούς με τους οποίους συνομιλήσαμε, οι ελληνικές ποικιλίες είναι το μεγάλο ατού της ελληνικής αμπελουργίας στις διεθνείς αγορές. Ο Γ. Παλυβός πιστεύει ότι η Ελλάδα στα μάτια των ξένων είναι μια εξωτική χώρα με εξωτικά προϊόντα, με το κρασί να είναι ένα από αυτά. «Η Ελλάδα είχε μεγάλο αριθμό ποικιλιών, αλλά κάποιες από αυτές χάθηκαν στην ιστορία.

Το Αγιωργίτικο που καλλιεργούμε εδώ στη Νεμέα είναι μια από τις σημαντικότερες, γηγενείς ερυθρές ποικιλίες της Ευρώπης. Το ξινόμαυρο είναι το πινό νουάρ της Ελλάδας, όπως λέμε εμείς οι οινοποιοί, το ασύρτικο είναι μία από τις πέντε καλύτερες λευκές ποικιλίες του κόσμου. Τι να πούμε για το μοσχοφίλερο, τη μαλαγουζιά, για να αναφερθώ σε μερικές μόνο από αυτές που αναδείχθηκαν ή θα αναδειχθούν τα επόμενα χρόνια», παρατηρεί.

Και όμως, παρά τα θετικά, τα προβλήματα της ελληνικής οινοποιίας είναι αρκετά. Σημαντικότερο, το χαμηλής ποιότητας κρασί στο οποίο έχουν συνηθίσει αρκετοί Έλληνες καταναλωτές. Βάσει των λεγομένων του Γ. Παλυβού τα περίπου 150 καλά οινοποιεία της χώρας αντιπροσωπεύουν μόλις το 30% της εγχώριας κατανάλωσης. «Η μεγάλη μάζα του κρασιού που πίνουμε στην Ελλάδα είναι κρασί του μέσου όρου. Την ίδια στιγμή τα (καλά) κρασιά μας σαρώνουν τα βραβεία παγκοσμίως», συμπληρώνει ο ίδιος.

Για το ζήτημα της ποιότητας, ζητήσαμε τη γνώμη του Πανίκου Λαντίδη, ο οποίος είναι ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς της περιοχής, αν και Κύπριος. «Αυτό που κυριαρχεί σήμερα στην ελληνική αγορά είναι ένα πλαστικό κρασί, από πολύ δεύτερα σταφύλια που κοστίζει σε αυτούς που το παράγουν περίπου 30 λεπτά το κιλό. Εχουμε φτάσει στο σημείο να βρίσκουμε στις ταβέρνες μηχανήματα που πατάς κουμπί και βγάζουν ένα άγευστο κρασί» διατείνεται.

Η τιμή παίζει σημαντικό ρόλο στο κρασί, όπως και σε κάθε άλλο προϊόν άλλωστε. Με τη διαφορά ότι συχνά - πυκνά ακούγονται φωνές που κάνουν λόγο για ακριβό ελληνικό κρασί και για δυσανάλογη σχέση τιμής - ποιότητας. «Αν συγκρίνετε ένα από τα βραβευμένα ελληνικά κρασιά, με ένα αντίστοιχο ιταλικό, της ίδιας όμως κατηγορίας ποιότητας, θα δείτε ότι το ελληνικό είναι κατά πολύ φθηνότερο. Το ελληνικό κρασί είναι φθηνό ακόμα, διότι δεν απολαμβάνει τη φήμη που θα του άξιζε» πιστεύει ο Γιώργος Παλυβός.

Από την άλλη, ο Π. Λαντίδης επικρίνει τις μεγάλες διαφορές στις τιμές του ελληνικού κρασιού και συγκεκριμένα για το «καπέλο» των εστιατορίων. «Δυστυχώς, κάποιοι μετέτρεψαν το κρασί από καθημερινότητα του Έλληνα, σε είδος πολυτελείας, κάτι σαν το χαβιάρι. Ορισμένα εστιατόρια αγοράζουν τη φιάλη στα 4 και 5 ευρώ από τον παραγωγό και το πουλάνε 30 και 40 ευρώ στον πελάτη. Ετσι, το κρασί απέκτησε μυθικές διαστάσεις όσον αφορά στην αξία του κι ο καταναλωτής μπερδεύεται και αποθαρρύνεται», καταλήγει ο πεπειραμένος παραγωγός.

Για το τέλος μιλήσαμε και με μία οινολόγο, την Ιωάννα Γαβριήλ. Εργάζεται στο οινοποιείο της εταιρείας «Γαία Οινοποιητική» και ζει μόνιμα πλέον στη Νεμέα. Τη συναντήσαμε στο οινοποιείο της εταιρείας να εξηγεί στους επισκέπτες τα μυστικά της ερυθράς οινοποίησης και τις διαδικασίες της παλαίωσης. Της θέσαμε υπόψη μια νέα θεωρία που έχει αναπτυχθεί στο εξωτερικό το τελευταίο διάστημα κι η οποία υποστηρίζει ότι ο καταναλωτής κρασιού πρέπει να «απελευθερωθεί» από τις επιλογές και τις προτάσεις των διάφορων ειδικών.

Η οινολόγος θεωρεί ότι οι καταναλωτές δεν πρέπει να είναι απόλυτα δεμένοι στο άρμα των συναδέλφων της. «Υπάρχουν γενικοί κώδικες για το ποιο κρασί πάει με τι, αλλά από εκεί και πέρα, είναι θέμα του πόσο ενδιαφέρεται και ψάχνει ο καθένας. Ο Έλληνας έχει αρχίσει να ψάχνει το κρασί, να μαθαίνει γι’ αυτό όσα περισσότερα μπορεί. Εμείς κάνουμε προτάσεις για το ποιο κρασί μας ταιριάζει σε ποιο έδεσμα, αλλά τελικά είναι θέμα προσωπικό το τι θα επιλέξει», ολοκληρώνει.

Κοντολογίς, για να απολαύσουμε το κρασί χρειάζεται οινική κουλτούρα, όμως «περί ορέξεως»...Η διάθεση, η προσωπικότητα, αλλά και το στυλ παίζουν και αυτά το ρόλο τους.

Οινικές τάσεις

Η Βάλερη Τσακίρη, διευθύντρια μάρκετινγκ της Μπουτάρη Οινοποιητική Α.Ε., σχολιάζει τις τρέχουσες εξελίξεις στο κρασί.
  • Για τα ροζέ:

«Σήμερα τα ροζέ αντεπιτίθενται. Διευρύνονται οι γκάμες των παραγωγών και η εικόνα στο ράφι ενισχύεται όλο και περισσότερο. Σε αυτήν τη στροφή των παραγωγών οδήγησε η στροφή των καταναλωτών. Στο παρελθόν η κατηγορία ροζέ ήταν παρεξηγημένη, ως μια κατηγορία χωρίς ξεκάθαρη γευστική ταυτότητα αλλά και χωρίς?ξεκάθαρη εικόνα. Πλέον, στις ΗΠΑ, στην Αγγλία, στη Γερμανία, από τους καταναλωτές των ροζέ, πάνω από το 60% είναι γυναίκες.

  • Για τα φρέσκα:

Η εταιρεία Μπουτάρη ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία που έβγαλε φρέσκο κρασί το 1986, και συνεχίζει ανελλιπώς μέχρι και σήμερα να κρατάει την παράδοση που θέλει το κρασί να λανσάρεται στην αγορά την τρίτη Πέμπτη του Νοέμβρη. Είναι το πρώτο κρασί της χρονιάς και δίνει το στίγμα της νέας σοδειάς. Η παρουσία στην αγορά όλα αυτά τα χρόνια μας έχει δείξει ότι υπάρχει μια μερίδα καταναλωτών που αγαπάει πολύ τα φρέσκα κρασιά και περιμένει κάθε χρόνο την καινούρια σοδειά.

Οίνος ο μεθυστικός

«Της νύχτας η ακταιωρός τους πλάνητες μαζεύει,

με χάδια τους χαζεύει, με χίλια ξωτικά.

Ξεχύνεται απ’ τ’ αμπάρια της κρασί βαλσαμωμένο,

κόκκινο, κεντημένο με σταυροβελονιά.

Ρίξε το σπίρτο μέσα σου, ρίξε το παραμύθι

να ζοριστούν τα στήθη και να ’ρθουν πιο κοντά.

Στους άλλους πάντα δίνουμε ό,τι μας περισσεύει

μα η μέθη δυσκολεύει, θαρρώ, τα πράγματα [...]».

Η απελευθερωτική δύναμη του κρασιού, όπως τη γεύτηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Η Παραβολή του Ασώτου, τραγουδισμένη από τη Μελίνα Κανά στο cd «Της Αγάπης Γερακάρης» (1996).

Αριθμοί

  • 13 από την παραγωγή
Η Ελλάδα κατέχει (2005) τη δέκατη τρίτη θέση στην παγκόσμια παραγωγή κρασιού, με 400 χιλιάδες λίτρα. Πρώτη η Γαλλία με 5,2 εκατομμύρια λίτρα και ακολουθεί από κοντά η Ιταλία με 5 εκατ. λίτρα.
  • 23 στην κατανάλωση...
Ο Ελληνας καταναλώνει (2005) κατά μέσο όρο 23 λίτρα εμφιαλωμένο κρασί το χρόνο, επίδοση που μας φέρνει στην 25η θέση στον κόσμο. Στην πρώτη θέση βρίσκεται το κράτος του Βατικανού με 62.
  • 55% και την απόλαυση
Πρώτο σε προτίμηση έρχεται το κόκκινο κρασί με 55%. Ακολουθεί το λευκό με 32%. Μολονότι το ροζέ προτιμάται μόνο από το 13%, αποτελεί το είδος με τη μεγαλύτερη δυναμική αυτήν την περίοδο.

"Σκάρτα" κλήματα

  • Ακούγεται απίστευτο και όμως, στην Ελλάδα έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια χιλιάδες στρέμματα αμπελώνων, εξαιτίας της πολιτικής των (επιδοτούμενων) εκριζώσεων την οποία επέβαλλε η Ε.Ε., σε μια προσπάθεια να μειωθεί η πανευρωπαϊκή παραγωγή κρασιού και να παραμείνουν στην αμπελουργία μόνο οι βιώσιμες επιχειρήσεις. Βασική αιτία η χαμηλή τιμή του κρασιού, που δεν επιτρέπει στους παραγωγούς να επιβιώσουν.

Ασπρο πάτο!

  • «Το κρασί που πίνει ο κόσμος, πλια αχ’ τη θάλασσα ας περσεύει, με αυτό ας βασιλεύει η ειρήνη εις τους πολλούς! Πάντα ας έχει τέτοια χάρη να ευφραίνει τες καρδίες, να σκορπά όλες τσ’ οχτρίες, με τα γέλια εις τους λαούς».

Ο εκ Ζακύνθου Δημήτριος Γουζέλης (1774 - 1843) υψώνει το ποτήρι και κάνει μία έμμετρη πρόποση, σε ένα από τα πιο σημαντικά έργα του νεοελληνικού θεάτρου. «Ο Χάσης». 1790.

Μιλάει το κρασί

  • "Δώσε κρασί να βγει η αλήθεια".

Μαζί με το μπουκάλι ανοίγει και η καρδιά.

  • "Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου".

Αρκεί να μην το παρακάνουμε.

  • "Γεύμα χωρίς κρασί, μέρα δίχως ήλιο".

Γιατί η χαρά της ζωής είναι τα μικρά καθημερινά πράγματα.

  • "Να πίνεις το κρασί και να μην σε πίνει".

Εκτός αν ξέρεις κολύμπι.

  • "Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στον βράχο".

Ο οίνος δεν είναι πάντα φίλος.

Το μέρος Νο 37 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 347, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 19 Οκτωβρίου 2008.