Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 33- Οι Έλληνες και η μουσική

Ακούμε πολύ μουσική, ελληνικά κυρίως. Αγοράζουμε λίγο, ελέω Internet, πειρατείας και ακρίβειας. Προτιμούμε τα εύπεπτα τραγούδια, αυτά που ύστερα από ένα χρόνο δεν θυμάται κανείς. Αγνοούμε την κλασική μουσική, ενώ η σχέση μας με την ξένη δεν μας επιτρέπει να χαρακτηριστούμε διεθνές ακροατήριο. Τραγούδι από τον τόπο σου κι ας είναι του συρμού ...

Η σχέση του Έλληνα με τη μουσική είναι μια σχέση αιώνων. Σχέση ουσιαστική και πολύπλευρη, διατρέχει κάθε έκφανση της ζωής και είναι πανταχού παρούσα. Στη σύγχρονη εποχή, η περίοδος κατά την οποία η σχέση αυτή αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται είναι ο 19ος αιώνας, καθώς μετά το 1830, παράλληλα με την απόκτηση εθνικής ταυτότητας, δημιουργείται αυτό που αποκαλούμε σήμερα ελληνικό τραγούδι.

Όπως συμβαίνει όμως και σε άλλες μορφές τέχνης ή αισθητικής, αυτό που τελικά εμφανίζεται ως «εθνικό» δεν είναι παρά ένα γοητευτικό χαρμάνι από παράδοση, ξένες επιρροές και νεωτερική, πρωτότυπη δημιουργία. Έστω και έτσι, η μουσική για τους περισσότερους Έλληνες έχει αξία μόνο όταν είναι ελληνική. Αυτή η διακριτική εσωστρέφεια, η δημοφιλία της μουσικής που «μιλάει» ελληνικά, αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του λαού μας που έχει αιτίες και αδιάπτωτη παρουσία ως και σήμερα.

Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Τόμπρας, καθηγητής του Ωδείου Αθηνών, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε σε συλλογικό τόμο, όταν ύστερα από τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας η Ελλάδα ορθοπόδησε ως έθνος και ως κράτος, τα δύο κύρια (μουσικά) στηρίγματα γύρω από τα οποία ο ελληνισμός μπόρεσε να συσπειρωθεί και να διατηρήσει τα ήθη και τα έθιμά του, ήταν το δημοτικό τραγούδι και η βυζαντινή μουσική, δύο είδη που η παρουσία τους χρονολογείται πριν από τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, λοιπόν, η μόνη ξένη επίδραση στην ελληνική μουσική ήταν η ιταλοθρεμμένη επτανησιακή σχολή (από την οποία άλλωστε προέρχεται ο Μάντζαρος, συνθέτης του Εθνικού Υμνου). Στις αρχές του 20ού αιώνα το μεταναστευτικό κύμα από τη Μικρά Ασία επέφερε αλλαγές στην ελληνική μουσική και έθεσε τις βάσεις για αυτό που μερικά χρόνια αργότερα θα αποκαλούσαμε «λαϊκό τραγούδι».

Το ίδιο διάστημα, κατά τη διάρκεια δηλαδή του Μεσοπολέμου, όπου η Ελλάδα βρέθηκε πιο κοντά στον δυτικό πολιτισμό και δέχτηκε πολλές επιδράσεις σε διάφορους τομείς, άλλο ένα σημαντικό ρεύμα μπολιάζει την ελληνική μουσική. Ήταν η «ελαφρά» μουσική, η οποία όπως αναφέρει ο Τόμπρας κατάγεται από «τις περιοδείες των ιταλικών θιάσων που έπαιζαν αποσπάσματα από όπερες, και τις στρατιωτικές μπάντες, αλλά και τους γαλλικούς θιάσους που παρουσίαζαν τις πιο γνωστές οπερέτες της εποχής και έφεραν σημαντική αλλαγή στον τρόπο διασκέδασης της ελληνικής κοινωνίας».

Μεταπολεμικά, τρεις είναι οι κύριες συνιστώσες που οδηγούν στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, ορίζοντας παράλληλα και τα ακούσματα του κοινού. Από τη μια, η άνθηση του λαϊκού, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με τις διεργασίες στο εσωτερικό της κοινωνίας. Από την άλλη, η εμφάνιση των χαρισματικών Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, οι οποίοι δεν έκρυψαν ποτέ την αγάπη τους για τη δημοτική, τη βυζαντινή και την κλασική μουσική, σμίγοντας το λαϊκό τραγούδι με νέα ακούσματα.

Τέλος, το ξένο τραγούδι. Πρώτα το ευρωπαϊκό (ιταλικό, γαλλικό) -από τη δεκαετία του ’50-, ύστερα το αμερικανικό (ροκ) -από τη δεκαετία του ’60-, αργότερα η ποπ -από τη δεκαετία του ’80-, αποτέλεσαν τα βασικά μουσικά ρεύματα που αγαπήθηκαν από τους Ελληνες ακροατές, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και τα εγχώρια μουσικά δρώμενα. Μολαταύτα, η ξένη μουσική ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει καθολική προτίμηση: Η Ελλάδα έρχεται πρώτη σε πωλήσεις δίσκων τοπικής μουσικής στην Ευρώπη, σε μία αναλογία 70% ελληνικής και 30% ξένης μουσικής, χονδρικά.

Επιμένουμε ελληνικά

Οι κεντρικοί άξονες μέσα από τους οποίους περνά η σχέση των Ελλήνων με τη μουσική είναι τρεις: Η εκτός οικίας διασκέδαση, που διαφέρει σήμερα, άλλα όχι θεαματικά, από τη διασκέδαση πριν από μισό αιώνα, το ραδιόφωνο, όπου οι αλλαγές είναι εντυπωσιακές, και τη δισκογραφία, όπου οι αλλαγές είναι οβιδιακές. Ξεκινώντας από τη διασκέδαση, από το θέατρο και τα πανηγύρια, κύριοι τόποι μουσικής επαφής στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Ελληνες πέρασαν σταδιακά από τα κέντρα διασκέδασης, τα αναψυκτήρια και τα κουτούκια του Μεσοπολέμου, στις ανοικτές συναυλίες των συνθετών στα γήπεδα, στις μεγάλες πίστες, τις μπουάτ, τα «ελληνάδικα», τις «μουσικές σκηνές».

Όσον αφορά το ραδιόφωνο, από τα δύο κρατικά κανάλια με τα τυποποιημένα προγράμματα των δισκογραφικών εταιρειών αλλά και τις ζωντανές εκτελέσεις που άφησαν εποχή, περάσαμε στην απορρύθμιση του ραδιοφωνικού τοπίου το 1989, με την ελεύθερη ραδιοφωνία και την πολυφωνία, για να καταλήξουμε σήμερα στην κυριαρχία των μουσικών σταθμών έναντι των ενημερωτικών. Όσο για τη δισκογραφία, εκεί τα πράγματα έχουν μια δική τους, εντελώς αυτόνομη και ιδιάζουσα πορεία. Από το 1950 μέχρι σήμερα στην Ελλάδα έχουν δραστηριοποιηθεί περίπου 600 δισκογραφικές εταιρείες. Ο αριθμός των ηχογραφημένων έργων κάθε μορφής ανέρχεται στο ίδιο διάστημα σε δεκάδες χιλιάδες. Ενδεικτικά, τη δεκαετία 1970-79 κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά 3.642 δίσκοι, τη δεκαετία 1980-89 κυκλοφόρησαν 4.728 δίσκοι, ενώ καθόλη τη δεκαετία του ’90 κυκλοφορούσαν σχεδόν 1.000 δίσκοι το χρόνο, νούμερο αληθινά τεράστιο για τα δεδομένα μιας τόσο μικρής αγοράς. Το φαινόμενο όμως έχει την ερμηνεία του: Η δίψα του ελληνικού κοινού για ελληνική μουσική αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός.

Σύμφωνα με στοιχεία που μας παραχώρησε ο Νίκος Στεφανάκης, διευθυντής του ελληνικού τμήματος της IFPI, πέρυσι στην Ελλάδα το 66% των άλμπουμ που πουλήθηκαν ήταν ελληνική μουσική, το 31% ήταν ξένη και το 3% κλασική μουσική, ποσοστά που κατοπτρίζουν πλήρως τις μουσικές μας προτιμήσεις διαχρονικά. Την ίδια στιγμή, γεγονός αποτελεί η καθίζηση που έχουν υποστεί οι πωλήσεις άλμπουμ την τελευταία δεκαετία. Το 1996 οι πωλήσεις δίσκων ελληνικής παραγωγής στη χώρα μας άγγιζαν τα 33,4 εκατ. τεμάχια, ενώ πέρυσι, το 2007, οι πωλήσεις κατήλθαν στα 7,66 εκατ. τεμάχια, ακολουθώντας καθοδική πορεία όλη την τελευταία δεκαετία. Έτσι πολύ φυσικά, το 2001, η εγχώρια βιομηχανία αναγκάστηκε από τη μια πλευρά να κινηθεί δυναμικά για να χτυπήσει το φαινόμενο της πειρατείας κι από την άλλη, αναγκάστηκε να μειώσει τις πωλήσεις του πλατινένιου δίσκου στις 40.000 αντίτυπα και του χρυσού στις 20.000. Δύσκολοι καιροί...

Το κακό και το χειρότερο

Η ύφεση στην ελληνική δισκογραφία ξεκινάει ταυτόχρονα με την εμφάνιση των νέων, ψηφιακών τεχνολογιών, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Μέσω του internet, το κατέβασμα μουσικών αρχείων (.mp3) έγινε υπόθεση μερικών «κλικ», ενώ μέσω των αντιγραφικών CD και DVD, ο καθένας μπορούσε να «αποκτήσει» αμέτρητα άλμπουμ, χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει ούτε ένα σεντ στη μουσική βιομηχανία.

Πέραν όμως αυτού του είδους την πειρατεία, εκρηκτική ανάπτυξη γνώρισε και η οργανωμένη μαζική παραγωγή και πώληση κλεψίτυπων προϊόντων, πάλι με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών. Εργοστάσια με υπερσύγχρονα μηχανήματα αντιγραφής, τριαξονικά φορτηγά που τα φέρνουν στην Ελλάδα (η Βουλγαρία θεωρείται παράδεισος της μουσικής πειρατείας) και μια πολυπληθής ομάδα Αφρικανών μεταναστών που τα διακινούν απαρτίζουν σήμερα τους βασικούς κρίκους αυτής της αλυσίδας.

Με αυτά και με εκείνα, η μουσική έγινε πιο φτηνή και από το νερό, αυτοί όμως δεν είναι οι μοναδικοί λόγοι της ύφεσης. Ο Έλληνας αντιλήφθηκε, μεσούσης της γενικότερης οικονομικής κρίσης, ότι η ποιότητα των άλμπουμ που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια είναι πολλές φορές αντιστρόφως ανάλογη της τιμής τους.

Αυτό επισημαίνει ο Πάνος Θεοφανέλλης, ένας από τους βαθύτερους γνώστες της ελληνικής δισκογραφίας. Υπήρξε επικεφαλής πολυεθνικών εταιρειών (Warner), χρημάτισε γενικός διευθυντής στην IFPI όπου προώθησε σημαντικά θεσμικά ζητήματα, ενώ σήμερα, επικεφαλής της Αrchangel Μusic, προωθεί νέα ελληνικά σχήματα και διοργανώνει μουσικά events. Σχολιάζοντας τη σχέση τιμής-ποιότητας, παρατηρεί ότι τα σύγχρονα άλμπουμ δεν περιέχουν ή δεν «δημιουργούν» περισσότερα από ένα hit. Ετσι, «ο κόσμος δεν μπορεί να πληρώνει 15 και 20 ευρώ μονάχα για ένα καλό τραγούδι. Αντί να αγοράσει ολόκληρο το άλμπουμ από το δισκοπωλείο προτιμάει να προμηθευτεί το τραγούδι που αξίζει από κάποιο online μουσικό δισκοπωλείο (με κόστος ακόμη και κάτω του 1 ευρώ)».

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεγόμενα του Μίλτου Καρατζά, που στην υπερτριαντάχρονη καριέρα του έχει διευθύνει πολυεθνικές (BMG), μεγάλες ελληνικές (Minos EMI) και μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές (Nitro, Virus). Να τι μας λέει: «Ο Έλληνας είχε, έχει και θα έχει στενή σχέση με τη μουσική, έχει αλλάξει όμως ο τρόπος επαφής μαζί της. Δυστυχώς η σχέση αυτή δεν έχει πια οικονομικό αντίκρισμα. Ο Έλληνας δεν πληρώνει για τη μουσική»...

Οι δύο ταχύτητες

Πληρώνει δεν πληρώνει, ο Έλληνας ακούει μουσική. Έχουν αλλάξει όμως τα ακούσματά του και σε αυτό δεν οφείλεται μόνο η πάροδος του χρόνου. Ο Παναγιώτης Τσιάπης είναι ο ιδιοκτήτης του Lasido, του μεγαλύτερου δισκοπωλείου στη Νέα Σμύρνη, το οποίο διατηρεί από το 1980. Από το κατάστημά του περνούν καθημερινά εκατοντάδες πολίτες και αρκετοί καλλιτέχνες, όχι μόνο για να αγοράσουν δίσκους, αλλά και για να πάρουν πληροφορίες, καθώς ο Π. Τσιάπης ξέρει καλά αυτό που θέλουν ο πελάτες. «Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό του κοινού, 10% - 15%, που αγοράζει ποιοτικά άλμπουμ, γεμίζει το Ηρώδειο και το Μέγαρο Μουσικής, θα πάει στον Γκάρι Μουρ, στον Ενιο Μορικόνε κ.λπ. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κομμάτι αντιμετωπίζει τη μουσική ως διασκέδαση. Για να γεμίζουν τον χρόνο τους και όχι για να εντρυφήσουν στον συνθέτη ή στους μουσικούς».

Ο Π. Τσιάπης δεν θεωρεί υπεύθυνους μόνο τους ακροατές, αλλά και τον μηχανισμό της παραγωγής που σπρώχνει τον ακροατή προς το «εύκολο» άκουσμα.

Μεταφέραμε την άποψη αυτή στον Μ. Καρατζά. Παραδέχεται ότι πάντα υπήρχε μουσική που σε διασκέδαζε και μουσική που σε προβλημάτιζε. Δυστυχώς το δεύτερο έχει εκλείψει. Σήμερα η μουσική, λαϊκή ή ροκ, είναι μουσική για διασκέδαση» υποστηρίζει, απαντώντας όμως στους επικριτές: «Υποστηρίζουν κάποιοι ότι φταίει η δισκογραφία για αυτό. Δεν βλέπω να υπάρχει κανένας νέος Χατζιδάκις, Θεοδωράκης ή Μικρούτσικος και να μην τον έχουμε ανακαλύψει».

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ανδρέας Κουρής, ιδιοκτήτης του Mad TV, παραδέχεται ότι η σχέση εμπορικού - σοβαρού τραγουδιού στο κανάλι του είναι δυσανάλογα υπέρ του πρώτου, εντούτοις αυτό είναι κάτι που συμβαίνει παντού. «Σε κάθε χώρα, διεθνώς, υπάρχουν δύο ταχύτητες - κατευθύνσεις στον χώρο της μουσικής. Η μία είναι η εμπορική η δεύτερη το πιο σοβαρό τραγούδι. Λόγω αναγκών στην αγορά δεν γίνεται να υπάρχει μόνο προβολή του έντεχνου τραγουδιού. Η νεολαία έχει ανάγκη για νέα πρόσωπα, κάτι που έχει διαφανεί πολλές φορές σε σχετικές έρευνες. Αυτό αναγκάζει τις δισκογραφικές να απευθύνονται σε αυτό το κομμάτι της αγοράς, μέσω τρέντι καλλιτεχνών, που βγαίνουν από ριάλιτι κ.λπ, χωρίς να σημαίνει ότι το έντεχνο δεν έχει αξία και ως μουσική και ως προϊόν. Αντιθέτως, το πιο σοβαρό τραγούδι δημιουργεί ακροατές και οπαδούς που μένουν πιστοί διαχρονικά, που αγοράζουν τα cd, που ακολουθούν τους καλλιτέχνες στα live, ενώ οι καλλιτέχνες του εμπορικού είναι εφήμεροι. Ωστόσο, η αγορά (και το κανάλι μας) χρειάζεται και τα δύο», καταλήγει.

Ο Π. Θεοφανέλλης από την πλευρά του είναι αισιόδοξος, όπως όλοι όσοι εργάζονται με νέους καλλιτέχνες και μεταλαμπαδεύουν σε αυτούς την πείρα αρκετών χρόνων, θεωρεί μάλιστα ότι «το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η μαζική εμφάνιση ελληνικών συγκροτημάτων στον χώρο της ποπ και ροκ μουσικής, κάτι που είχαμε να δούμε σε τέτοια έκταση από τη δεκαετία του ‘60».

Υπάρχει βέβαια και το ζήτημα του «πώς» ακούμε. Αρκετοί λένε ότι η σχέση των Ελλήνων με τη μουσική γίνεται λιγότερο κοινωνική και περισσότερο προσωπική, με την τεχνολογία να συμβάλλει τα μέγιστα στην εξατομίκευση, σε μια ηχηρή μοναξιά. Με τη θέση αυτή διαφωνούν όλοι οι συνομιλητές μας. Ο Μ. Καρατζάς πιστεύει ότι «ο ίδιος νεαρός που μέσα στο μετρό βάζει τα ακουστικά, ακούει από το iPod ή από το κινητό του και δείχνει αποξενωμένος απολαμβάνοντας τη μουσική κατά μόνας, είναι αυτός που πηγαίνει στο Rock Wave Festival.

Διαφορετικές ώρες της ημέρας και διαφορετική διάθεση καθορίζουν τις διαφορετικές επιλογές. Υπάρχει ‘‘απομόνωση’’ και προσωπική σχέση με τη μουσική. Υπάρχουν όμως και στιγμές που θες να μοιραστείς τη μουσική». Οσον αφορά τα νυχτερινά κέντρα, ο ίδιος τονίζει: «Τόσο οι συναυλίες όσο και τα νυχτερινά κέντρα πήγαιναν πολύ καλά μέχρι πέρυσι, πριν αρχίσει η κρίση η οποία όμως δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τη μουσική αλλά είναι αμιγώς οικονομική».

Μουσικά ορόσημα

  • 1896: Στη Νέα Υόρκη ηχογραφούνται 4 ελληνικά τραγούδια με τον τραγουδιστή Μιχάλη Αραχτίτζη.
  • 1924: Πρώτες ηχογραφήσεις στην ελληνική επικράτεια. Οι δίσκοι «κόβονται» στο εξωτερικό. Ερχομός των καλλιτεχνών από τη Σμύρνη.
  • 1930: Ιδρυση της δισκογραφικής Columbia στον Περισσό. Ανάπτυξη του ρεμπέτικου.
  • 1946: Εκρηξη των μεγάλων λαϊκών κέντρων στην Αθήνα.
  • 1955: Εμφανίζονται οι δίσκοι 45 στροφών και «σβήνει» ο δίσκος των 78 στροφών.
  • 1960: Εμφανίζεται ο δίσκος 33 στροφών. Ανάπτυξη του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού με ορόσημο τον Επιτάφιο του Θεοδωράκη.
  • 1964: Εμφάνιση του Νέου Κύματος, αλλά και των πρώτων ελληνικών. συγκροτημάτων ποπ και ροκ μουσικής (Ολύμπιανς, Τσαρμς, Φόρμινξ).
  • 1970: Εμφάνιση της ηχογραφημένης κασέτας.
  • 1987: Λειτουργία του πρώτου εργοστασίου παραγωγής CD στην Ελλάδα.
  • 2002: Ελληνικοί δικτυακοί τόποι (sites) στο Ιnternet πωλούν τραγούδια νόμιμα.

Τα δημοφιλέστατα

  1. Τα νησιώτικα 1 Γιάννης Πάριος - 1982 (>1.000.000)
  2. Τα τραγούδια μου Γιώργος Νταλάρας live - 1983 (>700.000)
  3. Latin Γιώργος Νταλάρας - 1987 (>500.000)
  4. 50 χρόνια Ρεμπέτικο Γιώργος Νταλάρας - 1975 (>500.000)
  5. Τραγούδι αισθηματικό Γλυκερία - 1985 (>500.000)

-Τα 5 πρώτα άλμπουμ σε πωλήσεις στην Ελλάδα, διαχρονικά, σύμφωνα με τον μελετητή Πέτρο Δραγουμάνο.

Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά

  • 1996: 33.390.384
  • 1997: 23.230.669
  • 1998: 14.689.626
  • 1999: 14.859. 088
  • 2000: 10.908.212
  • 2001: 14.179.678
  • 2002: 10.637.519
  • 2003: 9.517.001
  • 2004: 7.529.767
  • 2005: 9.532.526
  • 2006: 7.628.019
  • 2007: 7.663.370

-Οι πωλήσεις άλμπουμ στην Ελλάδα τα τελευταία 12 χρόνια. Τα στοιχεία αφορούν τις εταιρείες-μέλη της IFPI, που αντιπροσωπεύουν το 95% της αγοράς. Υπολογίζεται ότι οι πραγματικές πωλήσεις είναι αυξημένες 5% περίπου, σε σχέση με το αναγραφόμενο νούμερο.

Η μελωδία της ματαιοδοξίας

  • «Το Μέγαρο Μουσικής έδωσε την ευκαιρία στον κόσμο να απολαύσει θαυμάσιες μουσικές, να γνωρίσει εξαιρετικές ορχήστρες [...]. Με τα χρόνια όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει τον ακαδημαϊσμό, που παραπέμπει σε συντηρητισμό, και έπεσε στην παγίδα των κοσμικών και των σνομπ, που με την παρουσία τους εκεί, απολαμβάνουν απλά τη ματαιοδοξία τους».

-Ο συνθέτης Ηλίας Ανδριόπουλος και οι φάλτσες μελωδίες του κοινωνικού στάτους. «Αντι-Ηχήσεις: Οι διαχειριστές του πολιτισμού. Μαΐστρος 2007.

Λεκτικό πεντάγραμμο

  • «Μπορεί κανείς κι έτσι να ορίσει τον σκοπό της μουσικής: να δίνει ζωή στα όνειρα από τη μια μεριά και να παρασταίνει τη ζωή σαν όνειρο από την άλλη».

Μανώλης Καλομοίρης

  • «Καλή μουσική είναι εκείνη που εμπνέει στον άνθρωπο γενναία φρονήματα και όχι εκείνη που μας δίνει απλώς ευχαρίστηση».

Πλάτωνας.

  • «H ζωή μου δεν ήταν η ζωή ενός μουσικού. Ήταν περισσότερο η ζωή ενός ανήσυχου νέου, που η μουσική κατάφερε κάπως να τον ηρεμήσει και να τον κάνει κατ’ επιφάνεια νόμιμο».

Μάνος Χατζιδάκις.

Το μέρος No 33 της Έρευνας "Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες" . Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου, από τις "Εικόνες", τεύχος Νο 343, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 21 Σεπτεμβρίου 2008