Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Paul Breitner: Το μαύρο πρόβατο των γηπέδων

Ένας εκκεντρικός ...Γερμανός

Γεννημένος στις 5 Σεπτεμβρίου του 1951, συνεχίζει -για μένα- να παραμένει ο ορισμός του ποδοσφαιριστή της ...αριστερής μεριάς των γηπέδων, μαζί με τον άλλον, (τον καλύτερο που εμφανίστηκε από καταβολής ποδοσφαίρου), τον κοντό, τον Αργεντίνο. (Ο "Belle" Paolo Maldini είναι -ποδοσφαιρικώς- Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΕΥΡΑ -μέχρι τη σέντρα). Τα μόνα μειονεκτήματα του Breitner: Είναι Γερμανός -και έπαιξε ΚΑΙ στον Real της Μαδρίτης ΚΑΙ στη Bayern του Μονάχου! (πλάκα κάνω) ...


Ελάχιστοι ποδοσφαιριστές μπορούν να περηφανεύονται πως έγραψαν ιστορία με τον τρόπο του Πάουλ Μπράιτνερ. Εξέχων μέλος μιας πολυεθνικής παρέας που αποτελούν «τα κακά παιδιά» των γηπέδων, πλάι στον Τζορτζ Μπεστ, τον Σόκρατες, και τον Μαραντόνα, ο άσσος της Μπάγερν και των «Πάντσερ» την δεκαετία του ’70 εισέπραξε άφθονη δόξα αλλά και πικρόχολη κριτική –για τα κατορθώματά του στο τερέν την πρώτη, για την αντισυμβατική συμπεριφορά του που έδειχνε κόκκινη κάρτα στον καθωσπρεπισμό τη δεύτερη.

Όλοι το λένε: στην εποχή του πολιτικώς, και πολιτισμικώς, ορθού, ναι μεν οι τριβές αμβλύνονται και οι ρωγμές αποτρέπονται αλλά, συνάμα, σημειώνεται ένα έλλειμμα εκφραστικότητας, έντονων παραθέσεων, γοητευτικών συγκρούσεων. Τα πρόσωπα, όπως και οι γνώμες, μοιάζουν να ατονούν, οι λέξεις, όπως και οι μορφασμοί, πάσχουν από ένα είδος αναιμίας. Σάλος και πάταγος με την έκρηξη του Ζινεντίν Ζιντάν και την συνακόλουθη κεφαλιά του στον Ματεράτσι. Κακό κορίτσι και η Έϊμι Γουάινχαουζ, η οποία δεν παύει να εγκαλείται επειδή πίνει, καπνίζει και ενίοτε αθυροστομεί. Και τι δεν έχει γραφτεί για ζωγράφους που αμέλησαν να εμφανιστούν με λαιμοδέτη σε κάποια εγκαίνια ή για ποιητές που εθεάθησαν με τσαλακωμένη καπαρντίνα και κόκκινα μάτια! Ας είναι, κι ας ξαναθυμηθούμε τον Εγγονόπουλο όταν διατείνονταν πως για τους ωραίους, τους μεγάλους, τους αληθινούς ταιριάζουν τα λόγια τα ωραία, τα μεγάλα, τα αληθινά, κι ακόμη ας μη ξεχνάμε ότι ανέκαθεν οι βραχνοί, οι αμφιλεγόμενοι και οι τσαλακωμένοι προκαλούσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, διότι βεβαίως είχαν κάτι σημαντικότερο να κάνουν και να πούνε, από τους ατσαλάκωτους και αψεγάδιαστους πλωτάρχες του ταχύπλοου νεοπλουτισμού και του μια ζωή κάλπικου ηθικισμού.

Το ποδόσφαιρο έχει και αυτό τους «κακούς» του, τα «μαύρα πρόβατα», τους «αποδιοπομπαίους τράγους». Τους ατίθασους ροκάδες της μπάλας και των γηπέδων. Τζορτζ Μπεστ, Πολ Γκασκόιν, Σόκρατες («ο αγλαός, ο ψηλέας, ο γιατρός»), Ντιέγκο Μαραντόνα. Και καλά, από Ιρλανδούς, από συμπατριώτες του Μπράιν Τζόνσον των AC/DC, και από Λατινοαμερικάνους τι να περιμένεις; Αλλά είχε, και έχει ακόμη, και η ψυχρή Γερμανία, και δη η «αντιδραστική» Βαυαρία το «κακό παιδί» της, τον ελευθερόστομο και πείσμονα ανατρεπτικό της.

Έγινε τραγούδι από την πανκ μπάντα Die Arzte, προκάλεσε καμιά δεκαριά σκάνδαλα με τα όσα έλεγε και έκανε, ενώ, μιας και δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, τα έβαλαν με την κόμμωσή του, τοποθετώντας τον στη λίστα των χειρότερων «μαλλιάδων» του ποδοσφαίρου, με τη φάτσα του, ψηφίζοντάς τον ανάμεσά στους ασχημότερους παίκτες όλων των εποχών, ακόμα και με την ποδοσφαιρική περιβολή του, ιδίως με την συνήθειά του να αφήνει τις κάλτσες του να πτυχώνονται και να πέφτουν χαμηλά ίσαμε τον αστράγαλο.

Βεβαίως, λοιδορήθηκε πρωτίστως για τις πολιτικές αντιλήψεις που είχε το σθένος να εκφράζει ανοικτά, σε καιρούς μάλλον σκοτεινούς και επικίνδυνους μάλιστα, όπως ήταν η δεκαετία του 1970 στη Γερμανία. Ακούει στο όνομα Πάουλ Μπράιτνερ, ακόμη ομνύει, με τον τρόπο του, στη Στρογγυλή Θεά και δεν παύει να προκαλεί συζητήσεις. Το σημαντικό, κατ’ εμέ και τους ανθρώπους της γενιάς μου που με τη σειρά τους ομνύουν στην ένταση και την αντισυμβατικότητα, είναι ότι παραμένει μια …ροκάδικη πηγή εμπνεύσεως, παρά τα 57 του χρόνια!

Ο «Αφρο», όπως είναι εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες το παρωνύμιο του Παουλ Μπράιτνερ, είδε το πρώτο φως στην κωμόπολη Κόλμπερμουρ της Βαυαρίας, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1951, και πριν κλείσει τα είκοσί του χρόνια θα λάμψει το ταλέντο του στα γήπεδα και θα παίζει σε μια από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών, την Μπάγερν του Μονάχου. Επί 13 χρόνια θα θεωρείται, και εμπράκτως θα αποδεικνύει ότι το αξίζει, ένας από τους πολυτιμότερους ποδοσφαιριστές της Ευρώπης, και μέγας στυλίστας καθώς θα συνδυάζει, καλλιτεχνικώ τω τρόπω, την ψυχρή λογική της αποτελεσματικής άμυνας με το αιφνίδιο και τιμωρό πάθος της σφοδρής επίθεσης. Ξεκίνησε την καριέρα του ως αριστερό μπακ, που είχε την δυνατότητα ακαριαίων προωθήσεων, για να μετατοπιστεί βαθμιαία προς το κέντρο.

Θα περάσει και από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, το οποίο θα τιμήσει με το παραπάνω φορώντας τη φανέλα του σε 48 αναμετρήσεις και σημειώνοντας ένα σπουδαίο ρεκόρ: ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος, και έως προσφάτως ο μοναδικός, που κατάφερε να σκοράρει σε δύο διαφορετικούς τελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλου, το 1974, όταν η γηπεδούχος, και μάλιστα στο Μόναχο, Δυτική Γερμανία αντιμετώπισε την Ολλανδία, και ο «Αφρο» ισοφάρισε το σκορ εκτελώντας ένα ανελέητα ψύχραιμο πέναλτι, και το 1982, στο Μουντιάλ που φιλοξενήθηκε στη Ισπανία, στη Μαδρίτη, στο ματς του τελικού κατά της Ιταλίας, όταν ο Μπράιτνερ έσωσε την τιμή της ομάδας του, μειώνοντας το σκορ σε 3-1, μόλις στο 83ο λεπτό της αναμέτρησης.

Για την ιστορία οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι δύο προηγούμενοι μπαλαδόροι που έχουν κατορθώσει κάτι τέτοιο δεν ήσαν άλλοι από τους θρυλικούς Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο «Πελέ» και Εντβάλντο Ισιντόρο Νέτο «Βαβά», ενώ το ίδιο σκορ δεν παρέλειψε, χρόνια μετά τον «Αφρο», να σημειώσει ο μέγας Ζινεντίν Ζιντάν «Ζιζού».

Αστέρας της Μπάγερν και των «Πάντσερ», ο Μπράιτνερ χωρίς κανένα ενδοιασμό θα φωτογραφηθεί για το περιοδικό «Pop», ένα αλησμόνητο όργανο της πιτσιρικαρίας που ψαχνόταν με το ροκ στη δεκαετία του 1970, καθισμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με βλέμμα λίαν επιθετικό, με την αφάνα και τα γένια του να θυμίζουν μέλος σκληρής ροκ μπάντας, και με φόντο μια ξύλινη κιθάρα και μια αφίσα του Μάο Τσε Τουνγκ. Προκλήθηκε σκάνδαλο, ο Μπράιτνερ όμως ακλόνητος προέβη σε απανωτές δηλώσεις κατά του καπιταλισμού και υπέρ των φτωχών και κατατρεγμένων. Κάτι που έμελλε να θυμηθεί 35 χρόνια μετά ο Εμίρ Κουστουρίτσα, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξή του σχετικά με το φιλμ που γύρισε για τον Μαραντόνα, αποτίει φόρο τιμής στον «Αφρο», λέγοντας ότι οι ποδοσφαιριστές κακώς έχουν τη φήμη του απαίδευτου και του ευήθους, καθώς και ο Μπράιτνερ αποτελεί φωτεινό παράδειγμα αθλητή που στάθηκε στο πλευρό των αδικημένων, προβαίνοντας με κάθε ευκαιρία σε πύρινες λεκτικές καταδίκες των αδικούντων.

Μέχρι το 1974 ο « Αφρο» θα παίζει για τους Βαυαρούς, και εν συνεχεία θα λαμπρύνει την φανέλα της «Βασίλισσας», της Ρεάλ Μαδρίτης, από το 1974 έως το 1978, για να επιστρέψει πάλι στην ομάδα του Μονάχου και να μείνει έως το 1983, οπότε και τερμάτισε την σταδιοδρομία του. Η σοδειά του δεν είναι διόλου αμελητέα: πέντε εθνικά πρωταθλήματα με την Μπάγερν, αυτά των ετών 1972, 1973, 1974, 1980 και 1981 και άλλα δύο με την Ρεάλ, το 1975 και 1976. Επίσης συνέβαλε στην κατάκτηση του Κυπέλου Πρωταθλητριών από τη Μπάγερν το 1974 και στον θρίαμβο της Ρεάλ στον τελικό του Κυπέλου Ισπανίας το 1975. Παρέα με έναν άλλο δυναμικό παίκτη, τον Καρλ Χάιντζ Ρουμενίγκε, θα αποτελέσουν ένα φοβερό και τρομερό δίδυμο συντονισμού και αποτελεσματικότητας, με αποτέλεσμα να μείνουν αμφότεροι στην ιστορία ως «Μπραϊτνίγκε». Όλα αυτά τα θριαμβευτικά, εν μέσω καταλαλιάς, πάντα, για τις ακραίες αριστερίστικες, έως αναρχικές (την περίοδο που βρέθηκε στην Ισπανία) πολιτικές απόψεις του.

Όμως ο «Αφρο» δεν θα ξεσηκώνει επικρίσεις μονάχα από την μεριά των συντηρητικών πολέμιών του, αλλά και από την μεριά των οπαδών και θαυμαστών του. Έτσι συμβαίνει με όλες τις έντονες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που επιμένουν να κάνουν πάντα το δικό τους. Καραδοκεί, μια ζωή, ο φθόνος. Ο παίκτης μας αποφάσισε, για λόγους προσωπικούς, να ενδώσει στην πρόταση μιας μεγάλης εταιρίας καλλυντικών, να ξυρίσει την χαρακτηριστική γενειάδα του απέναντι στην κάμερα και να περιποιηθεί τις άτριχες πλέον παρειές του με ένα συγκεκριμένο after shave. Η αμοιβή του δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη, μιας και ανερχόταν στο λίαν σεβαστό, για τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ποσό των 150.000 μάρκων. Φυσικά, χαρακτηρίστηκε «προδότης», «αργυρώνητος», «μίσθαρνο όργανο του καπιταλισμού» και άλλα συναφή! Δοκίμασε την τύχη του και στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας σε τρεις γερμανικές παραγωγές. Η πιο διάσημη (απ' όπου και η φωτογραφία) ήταν το "Potato Fritz" , ενα γουέστερν του 1976!

Που να ήξεραν οι τότε κατήγοροί του ότι τυγχάνει και μακρινός συγγενής του νυν Πάπα Βενέδικτου του 16ου, Γιόζεφ Αλόις Ράτσινγκερ, όστις τυγχάνει και φανατικός ποδοσφαιρόφιλος! Θα φόρτωναν, αναδρομικώς, στον «Αφρο» κάθε αμάρτημα της Καθολικής Εκκλησίας!

Τέλος πάντων, ο Μπράιτνερ ακάθεκτος συνεχίζει να καταπιάνεται με την μπάλα στο ρόλο πλέον του σχολιαστή και του αθλητικογράφου, όπου και πάλι προκαλεί εντάσεις με όσα παράγει η γραφίδα του. Αρνείται επιμόνως να είναι απλώς αρεστός και μιλάει πάντα έξω από τα δόντια. Η τελευταία φημισμένη του ατάκα ξεστομίστηκε όταν, πριν από δυο χρόνια, το 2006, ανέλαβε τη θέση του αρμόδιου στα θέματα μεταγραφών της Μπάγερν. Είπε απροκάλυπτα: «Δεν ανέλαβα τη θέση για να είμαι παρών σε γεύματα και να πίνω σαμπάνια». Σε ορισμένες «μούρες», και ο Παουλ Μπράιτνερ μπορεί να χαρακτηρισθεί «μούρη», η άγρια φλόγα της νιότης δεν σβήνει ποτέ!


Του Γιώργου- Ίκαρου Μπαμπασάκη ( g_icaros@otenet.gr ) από το «Έψιλον», τεύχος Νο 897, εβδομαδιαίο περιοδικό ένθετο στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της Κυριακής, 22 Ιουνίου 2008.