Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

«Πού, γαμώτο, πέταξαν τους νεκρούς μας;»

Η ξεχασμένη σφαγή εκατοντάδων φοιτητών από στρατό και αστυνομία στην Πόλη του Μεξικού.

Λίγο μετά τις 6 το απόγευμα, ένα ελικόπτερο πέταξε πάνω από την πλατεία και έριξε τρεις πράσινες φωτοβολίδες. Ήταν το σύνθημα προς τους προβοκάτορες και τους στρατιώτες για να ανοίξουν πυρ εναντίον του άοπλου πλήθους. Ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. «Μην τρέχετε, σύντροφοι, μην τρέχετε! Ηρεμήστε. Είναι άσφαιρα τα πυρά»...

Στις 2 Οκτωβρίου 1968, μερικές μέρες πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, στρατός και αστυνομία άνοιξαν πυρ εναντίον της φοιτητικής διαδήλωσης στην πλατεία της συνοικίας Τλατελόλκο, στην καρδιά της Πόλης του Μεξικού. Οι νεκροί ήταν πάνω από 300, ωστόσο η τραγωδία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα η ξεχασμένη ιστορία του 1968.

Στο Μεξικό το αποκαλούν «ελ 68» και σήμανε την πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της αυταρχικής εξουσίας του Επαναστατικού Θεσμικού Κόμματος (ΡRΙ), που βρισκόταν σχεδόν 40 χρόνια στην κυβέρνηση, και του προέδρου Γκουστάβο Ντίας Ορντάς. Το «ελ 68» άρχισε στις 22 και 23 Ιουλίου με φοιτητικές διαδηλώσεις που κατεστάλησαν βίαια από την αστυνομία. Στις 26 Ιουλίου, νέα διαδήλωση των φοιτητών στην κεντρική πλατεία Θοκάλο της πρωτεύουσας κατέληξε σε ολονύκτιες οδομαχίες. Ο φαύλος κύκλος καταστολής-ριζοσπαστικοποίησης είχε αρχίσει και τις επόμενες ημέρες οι συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και των δυνάμεων της τάξης πολλαπλασιάστηκαν, με νεκρούς και τραυματίες, καθώς και συλλήψεις 1.000 διαδηλωτών.

Στη διάρκεια του Αυγούστου, το φοιτητικό κίνημα οργανώθηκε αποτελεσματικά, καθώς οι καθηγητές του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UΝΑΜ), με πρώτο τον πρύτανη Χαβιέρ Μπάρας Σιέρα, προστάτευσαν τους φοιτητές τους. «UΝΑΜ, ελεύθερο έδαφος της Αμερικής», διακήρυσσε μια νεαρή φωνή από τα μεγάφωνα σ΄ όλες τις σχολές του πανεπιστημίου. Σ΄ όλη τη χώρα, φοιτητές καταλάμβαναν πανεπιστημιακά κτίρια, μοίραζαν προκηρύξεις, έγραφαν στους τοίχους αντικυβερνητικά συνθήματα, οργάνωναν εκδηλώσεις αλληλεγγύης. «Διαβάζαμε Χάουαρντ Φαστ και Γιούλιους Φούτσικ, Χούλιο Κορτάσαρ και Μάριο Μπενεντέτι, Τζον Στάινμπεκ και Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ρέι Μπράντμπερι και Χεσούς Ντίας... Η λογοτεχνία ήταν για μας πραγματικότητα», γράφει ο Μεξικανός συγγραφέας Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στο βιβλίο του «΄68» (Seven Stories Ρress, 2004). «Ακούγαμε Τζόαν Μπαέζ και Μπομπ Ντίλαν, Πιτ Σίγκερ και Πίτερ, Πολ εντ Μέρι· στα κρυφά, οι πιο συναισθηματικοί ακούγαμε Σαρλ Αζναβούρ και Κούκο Σάντσες».

Το μακελειό.
Οι φοιτητές ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, διέκοπταν πορείες όταν έβλεπαν πως υπήρχε κίνδυνος να θεωρηθούν προβοκατόρικες και είχαν υπογραμμίσει πως δεν θα εμπόδιζαν τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Όμως, ο πρόεδρος απάντησε στο Κογκρέσο απαξιώνοντάς τους και χαρακτηρίζοντάς τους απειλή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Του απάντησαν στις 13 Σεπτεμβρίου με μια σιωπηλή πορεία 250.000 ανθρώπων που κρατούσαν πορτρέτα του Τσε, του Χο Τσι Μινχ, αλλά και του Εμιλιάνο Ζαπάτα και του Πάντσο Βίγια, ηρώων της μεξικανικής επανάστασης, κληρονόμος της οποίας υποτίθεται ότι ήταν το ΡRΙ.

Το κίνημα πνίγηκε στο αίμα στις 2 Οκτωβρίου 1968, στην πλάσα ντε λας Τρες Κουλτούρας (πλατεία των Τριών Πολιτισμών) στη συνοικία Τλατελόλκο. Πέντε ώς δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί εκεί απαντώντας σε έκκληση της Εθνικής Απεργιακής Επιτροπής και σχεδίαζαν να διαδηλώσουν προς το Εθνικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο που είχε καταληφθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πολλοί προβοκάτορες με πολιτικά του Τάγματος Ολύμπικο, που είχαν ένα λευκό μαντίλι ή ένα λευκό γάντι στο δεξί χέρι τους για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Στις 6.10 μ.μ., ένα ελικόπτερο πέταξε πάνω από την πλατεία και έριξε τρεις πράσινες φωτοβολίδες. Ήταν το σύνθημα προς τους προβοκάτορες και τους στρατιώτες για να ανοίξουν πυρ εναντίον του άοπλου πλήθους. Ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. «Μην τρέχετε, σύντροφοι, μην τρέχετε! Ηρεμήστε. Είναι άσφαιρα τα πυρά»...

Πολλοί έπεσαν. Πυροβολισμοί και ριπές ακούγονταν συνεχώς. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της «Λε Μοντ» Κλοντ Κιεζμάν, ο στρατός συνέλαβε χίλιους νέους και, μη αρκούμενος να τους έχει με τα χέρια ψηλά μέσα στη βροχή, τους ταπείνωσε βάζοντάς τους να κατεβάσουν τα πανταλόνια τους. Κάποιοι χτυπούσαν απελπισμένα την πόρτα της εκκλησίας Σαντιάγο Τλατελόλκο, όμως οι Φραγκισκανοί δεν άνοιξαν.

Πισώπλατα.
Οι στρατιώτες πυροβολούσαν στην πλάτη τους φοιτητές που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Οι τραυματίες που έφταναν στο νοσοκομείο έφεραν τραύματα στον αυχένα, στην πλάτη, στα οπίσθια, στις γάμπες. Οι ξένοι ανταποκριτές αγανάκτησαν: «Είναι η πρώτη φορά στη μακρά σταδιοδρομία μου που βλέπω στρατιώτες να πυροβολούν εναντίον ενός πλήθους στριμωγμένου και ανυπεράσπιστου», έγραψε η Οριάνα Φαλάτσι, απεσταλμένη του περιοδικού «Εuropeo», η οποία τραυματίσθηκε μάλιστα από τρεις σφαίρες, στην πλάτη και το πόδι.

Η ντροπή του Οκτάβιο Πας
Η σφαγή του Τλατελόλκο ήταν η αρχή μιας χωρίς προηγούμενο αποστασιοποίησης μεγάλου μέρους των διανοουμένων από το καθεστώς. Ένα από τα πιο εξέχοντα μέλη της, ο μετέπειτα νομπελίστας της Λογοτεχνίας (1991) Οκτάβιο Πας, παραιτήθηκε από τη θέση του πρεσβευτή στην Ινδία που είχε από το 1962 και διαμαρτυρήθηκε δημόσια. Στις 3 Οκτωβρίου 1968, αντέδρασε στη σφαγή στο Τλατελόλκο με το παρακάτω ποίημα:



Η σιωπή ήταν απόλυτη
Δύο χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν. Πάνω από 1.000 τραυματίσθηκαν σοβαρά. Γονείς περιφέρονταν σε νοσοκομεία και αμφιθέατρα αναζητώντας τα παιδιά τους. Στον Τύπο γνωστοποιήθηκε πως οποιαδήποτε αναφορά στη σφαγή θα αντιμετωπιζόταν ως σαμποτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο μεξικανικός στρατός καθάρισε την πλατεία από τα αίματα, συγκέντρωσε τα πτώματα, τα φόρτωσε σε αεροπλάνα και τα πέταξε στον Κόλπο του Μεξικού. Μέλη της δικαστικής αστυνομίας επισκέφθηκαν τα γειτονικά νοσοκομεία ψάχνοντας για τραυματίες· συνέλαβαν, βασάνισαν ή «εξαφάνισαν» όσους βρήκαν. «Πού πέταξαν τους νεκρούς μας; Πού, γαμώτο, πέταξαν τους νεκρούς μας»: το ερώτημα αυτό στην αρχή του βιβλίου του Τάιμπο για το 1968 είναι η ηχώ της αιματοβαμμένης χρονιάς που δεν τελείωσε ποτέ, καθώς οι νεκροί της δεν βρήκαν ποτέ δικαίωση. Σήμερα εκτιμάται ότι περισσότεροι από 300, ίσως 350 άοπλοι φοιτητές και άλλοι πολίτες σκοτώθηκαν από σφαίρες και ξιφολόγχες στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Μπέρναρντ Ράσελ ζήτησαν το μποϊκοτάρισμα των Ολυμπιακών. Ο Μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες ζήτησε επίσης μποϊκοτάζ, γράφοντας στη «Λε Μοντ» πως «ένα τανκ είναι τανκ στο Σικάγο, την Πράγα ή το Μεξικό».

Όμως η μεξικανική κυβέρνηση προχώρησε σε πλήρη συγκάλυψη της σφαγής. Στις 7 Οκτωβρίου, η επίσημη κυβερνητική έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα πως «ένοπλες φάλαγγες της Εθνικής Απεργιακής Επιτροπής (CΝΗ) ευθύνονται για τις τραγικές ανταλλαγές πυρών» στις 2 Οκτωβρίου...

Στις 12 Οκτωβρίου, μέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, η κυβέρνηση είχε κερδίσει το στοίχημά της: η σιωπή για τη σφαγή του Τλατελόλκο ήταν απόλυτη. Οι Ολυμπιακοί του 1968 έμειναν στη μνήμη όχι για τα θύματα της «μεξικανικής κρατικής τρομοκρατίας», κατά την έκφραση του Μεξικανού νομπελίστα της Λογοτεχνίας Οκτάβιο Πας, αλλά για τον φόρο τιμής στη «μαύρη δύναμη», για τις γροθιές που ύψωσαν στο βάθρο των νικητών οι μαύροι Αμερικανοί ολυμπιονίκες Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος.


Ο Κάστρο δεν σήκωσε ούτε δαχτυλάκι για να βοηθήσει
Αντάρτικα, στρατιωτικές χούντες, φοιτητικές εξεγέρσεις: αντίθετα απ΄ ό,τι συνέβη στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, στις χώρες της Λατινικής Αμερικής το 1968 δεν αποτέλεσε τομή- συνεχίστηκε απλώς η διαμόρφωση καταστάσεων που είχαν ριζώσει στην υποήπειρο στην αρχή της δεκαετίας του 1960.

Από το 1959 και την επικράτηση της επανάστασης, η Κούβα αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Λατινική Αμερική- τουλάχιστον ώς τον θάνατο του Τσε, στις 9 Οκτωβρίου 1967 στη Βολιβία, και τη διολίσθηση της Κούβας στο στρατόπεδο της Σοβιετικής Ένωσης και του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το 1968 η Κούβα υποστήριξε αιφνιδιαστικά τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, επικυρώνοντας το τέλος της αναζήτησης μιας αυτόνομης στρατηγικής για την ίδια και τις άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες.

Στη Βολιβία.
Παράλληλα, η ήττα του αντάρτικου στη Βολιβία έβαλε συμβολικά τέλος στην ελπίδα για μια γρήγορη εξάπλωση νικηφόρων αντάρτικων σε άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Φιντέλ Κάστρο δεν σήκωσε ούτε το δαχτυλάκι του για να βοηθήσει τους φοιτητές στο Μεξικό ή έστω για να διαμαρτυρηθεί για τη σφαγή στο Τλατελόλκο... Το 1968 είναι ωστόσο η χρονιά που ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι της Λατινικής Αμερικής, με επικεφαλής τον αντάρτη ιερέα Καμίγιο Τόρρες, συναντήθηκαν στο Μεντεγίν της Κολομβίας και διακήρυξαν τη Θεολογία της Απελευθέρωσης εντάσσοντας στη χριστιανική έννοια της λύτρωσης τα αιτήματα για κοινωνική απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη. Κατά τα άλλα, στη διάρκεια της χρονιάς αυτής, το κίνημα των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη εγκατέλειψε τη νομιμότητα και επέλεξε το αντάρτικο αφού ο πρόεδρος Πατσέκο Αρέκο περιόρισε τις πολιτικές ελευθερίες. Πραξικοπήματα ανέτρεψαν τις κυβερνήσεις του προέδρου Μπελαούντε Τέρι στο Περού και του προέδρου Αρίας στον Παναμά. Η Γουατεμάλα τέθηκε ολόκληρη σε κατάσταση πολιορκίας επειδή αντάρτες σκότωσαν δύο αξιωματικούς της αμερικανικής διοίκησης και εξέγερση ξέσπασε στην Αργεντινή (500 άνθρωποι συνελήφθησαν μόνο στο Μπουένος Άιρες). Στη Βραζιλία, η χούντα που την κυβερνούσε από το 1964 συνέλαβε 3.000 ανθρώπους και ο πρόεδρος Κόστα ε Σίλβα ανέστειλε τις συνταγματικές εγγυήσεις των πολιτικών ελευθεριών.


«Καλύτερα να είσαι Δράκουλας της αντίστασης»
O πρόεδρος Γκουστάβο Ντίας Ορντάς έγραψε στα απομνημονεύματά του: «Το Μεξικό θα είναι το ίδιο πριν και μετά το Τλατελόλκο εξαιτίας του Τλατελόλκο». Δεν θα μπορούσε να κάνει μεγαλύτερο λάθος.

«Αυτά που έγραψα το 2003 ισχύουν και σήμερα», λέει ο Μεξικανός συγγραφέας Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ (*). «Στο τέλος, δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα φοιτητικό κίνημα που διήρκεσε 123 ημέρες. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Και όμως, μας έδωσε- σε μια ολόκληρη γενιά φοιτητώνπαρελθόν και χώρα, έδαφος κάτω από τα πόδια μας...

«Φυσικά υπήρξαν ήττες, ένα σωρό απ΄ αυτές, αλλά σπάνια παραδινόμασταν. Το ΄68 μας κληροδότησε τα αποθέματα ανυπακοής και αποφασιστικότητας που υπήρξαν ο κινητήρας του Κινήματος ως συνόλου και μας εμπότισε με μια αίσθηση τόπου, ένα στέρεα ριζωμένο αίσθημα εθνικότητας.

Όμως είναι και μέρες που κοιτάζω τον εαυτό μου και δεν τον αναγνωρίζω. Κακές στιγμές, όταν η νύχτα παρατείνει μια βροχερή μέρα, όταν ο ύπνος δεν έρχεται και παλεύω μάταια με το πληκτρολόγιο του κομπιούτερ. Συνειδητοποιώ τότε ότι μοιάζουμε καταδικασμένοι να είμαστε φαντάσματα του ΄68.

Και λοιπόν, γιατί είναι αυτό τόσο κακό; Καλύτερα να είσαι Δράκουλας της αντίστασης παρά ένα τέρας του Φρανκενστάιν του ΡRΙ ή του εκσυγχρονισμού. Και μετά τα πλήκτρα βγάζουν άχαρες σπίθες, λάμψεις αδύναμες, μνήμες που είναι μερικές φορές πολύ οδυνηρές, αλλά τις περισσότερες σου προκαλούν ένα μικρό χαμόγελο· και λαχταράω αυτό το παλιό πνεύμα του γέλιου· θρηνώ, καθώς αρχίζω να φοβάμαι το σκοτάδι, για την ένταση που έχει τώρα πια χαθεί, γι΄ αυτό το συναίσθημα αθανασίας, γι΄ αυτόν τον άλλο μου εαυτό εκείνης της χρονιάς που ποτέ δεν τελείωσε».

Τα βιβλία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Άγρα .

Του Γιώργου Αγγελόπουλου από ΤΑ ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου, 19-20 Απριλίου 2008