Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Το... τσεχοσλοβακικό μοντέλο ασφάλισης

Πριν από 80 χρόνια μπαίνουν οι βάσεις της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, αλλά θα χρειαστούν 10 ακόμη χρόνια σκληρών εργατικών αγώνων για να υιοθετηθεί.

Αναζητείται, λένε, το νέο μοντέλο κοινωνικών ασφαλίσεων. Σκανδιναβικό, γαλλικό ή κάποιο άλλο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και πριν από οχτώ δεκαετίες! Τότε επιλέχτηκε το «τσεχοσλοβακικό». Με βάση αυτό έκανε τα πρώτα βήματα η υποχρεωτική ασφάλιση στη χώρα. Για να υιοθετηθεί χρειάστηκε μια δεκαετία αντιφατικών και αποσπασματικών ρυθμίσεων. Πριν απ όλα, όμως, σκληροί αγώνες των εργατοϋπαλλήλων του μεσοπολέμου. Εναντίον των κυβερνητικών επιλογών και της σκληρής μεγαλοεργοδοσίας, που θεωρούσε ότι με το μέτρο η χώρα «οδηγείται στον όλεθρο»!

Δέκα χρόνια χρειάστηκαν για να προχωρήσει η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και ν αποκτήσει καθολικά χαρακτηριστικά (1922-1932). Κι ακόμη έμενε στα χαρτιά. Αιτία, βεβαίως, η σφοδρή αντίδραση των εργοδοτών και η απροθυμία των είκοσι (!) κυβερνήσεων, που διαδέχονταν η μία την άλλη αυτή την περίοδο.

Ουσιαστικό πρόσχημα ήταν ότι αυτό ήταν αντιπαραγωγικό, λόγω αύξησης του κόστους εργασίας. Το άλλοθι της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Σε τελευταία ανάλυση, η αντίθεση και καθυστέρηση απορρέανε από την άρνηση για περιορισμό των επιχειρηματικών κερδών. Οι άνεμοι, όμως, που φυσούσαν σ' όλη της Ευρώπη ήταν αντίθετοι...

Η μετάβαση
Μετά την ψήφιση των νόμων του 1922-23 περί της υποχρεωτικής ασφάλισης, δόθηκε ισχυρή ώθηση για τη δημιουργία ασφαλιστικών ταμείων. Το πρόβλημα, όμως, της υποχρεωτικής ασφάλισης ακόμη δεν είχε λυθεί. Οι ατέλειες και τα κενά επιχειρήθηκε να καλυφθούν νομοθετικά το 1925.

Τη χρονιά αυτή με μια σειρά ειδικούς νόμους δημιουργούνται ασφαλιστικοί οργανισμοί όχι πλέον κατά επιχείρηση, αλλά κατά επάγγελμα (καπνεργάτες, τυπογράφοι, αρτεργάτες, μυλεργάτες, εφημεριδοπώλες, λιμενεργάτες, νομικοί, δημοτικοί υπάλληλοι, υγειονομικοί, εφημέριοι, αυτοκινητιστές κ.ά.). Αυτή ακριβώς η μετάβαση, από την επιχείρηση στον κλάδο απασχόλησης, θεωρείται καμπή στην ιστορία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης.

Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να προκύψει μια χαοτική κατάσταση με τις συνεχείς νομοθετικές ρυθμίσεις. Τόσο, ώστε στο δημοκρατικό Σύνταγμα του 1927 να περιληφθεί ειδική διάταξη, που απόκλειε «φωτογραφικές» ρυθμίσεις.

Εκεί προβλεπόταν ότι «προτάσεις σκοπούσαι την τροποποίησιν των περί συντάξεων νόμων ή απονομήν συντάξεων, ως και την αναγνώρισιν υπηρεσίας ως παρεχούσης τοιούτον δικαίωμα, υποβάλλονται μόνον παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τοιαύτας περί συντάξεων προτάσεις πρέπει να είναι ειδικαί, μη επιτρεπομένης της αναγραφής διατάξεων περί συντάξεων εις νόμους σκοπούντας την ρύθμισιν άλλων θεμάτων».

Στην πράξη, όμως, το αποσπασματικό και το ευκαιριακό, των σχετικών ρυθμίσεων θα έχει αναδειχθεί πια σε μόνιμο σύνδρομο της Πολιτείας.

Παράλληλα, με όλα όσα γίνονται στον τομέα της κύριας ασφάλισης, αρχίζει και η δημιουργία των μετοχικών και ταμείων πρόνοιας. Στα ήδη λειτουργούντα (πολιτικών υπαλλήλων, στρατού, ναυτικού) προστίθενται αρκετά ακόμη (υπαλλήλων τηλεπικοινωνιών-συγκοινωνίας, αξιωματικών, πληρωμάτων εμπορικού ναυτικού κ.ά.), που παρέχουν συμπληρωματικές αποδοχές.

Η επικουρική ασφάλιση
Λίγο αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1930, θα εμφανιστεί και ο θεσμός της επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος θα προκύψει από τις ανεπάρκειες της κύριας ασφάλισης. Πρωτοπόροι εδώ κλάδοι με ισχυρή συνδικαλιστική παρουσία οι εργάτες μετάλλου, οι αρτοποιοί κ.ά.

Μια άλλη ουσιαστική καμπή και νέο στάδιο στη διαδρομή του Ασφαλιστικού αρχίζει το 1929. Τότε πολλαπλασιάζεται η κοινωνική κινητικότητα για τη γενίκευση της ασφάλισης και γίνεται αίτημα αιχμής (μαζί με την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας) στις εργατικές κινητοποιήσεις μέσα στο ανώμαλο πολιτικό κλίμα που επικρατεί.

Αποκορύφωμα των διεργασιών θα αποτελέσει η επιλογή της κυβέρνησης Βενιζέλου για την εφαρμογή του «τσεχοσλοβακικού μοντέλου» υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Θα καταρτιστεί σχετικό νομοσχέδιο, θα πέσουν «κεφάλια» και κυβερνήσεις μέχρι να φτάσει στη Βουλή (1932) από την κυβέρνηση Παπαναστασίου και, τελικά, να ψηφιστεί (1934), με εκπτώσεις από την κυβέρνηση Τσαλδάρη η δημιουργία του ΙΚΑ...

Η στάση των βιομηχάνων
Ο πρόεδρος των βιομηχάνων Αν. Χατζηκυριάκος διατυπώνοντας τις θέσεις των καπιταλιστών του μεσοπολέμου απέναντι στις κοινωνικές ασφαλίσεις είναι πολύ σαφής και... διαχρονικός: «Αι εργατικαί χείρες αποτελούσι το έμψυχον υλικόν της βιομηχανίας και η καλή ή κακή διαβίωσις αυτών, ως και η ψυχική αυτών δύναμις και διάθεσις έναντι της βιομηχανίας, αποτελούσι όρους βασικούς της ομαλής αυτής προόδου. Αλλά δια να εφαρμοσθή εργατική πολιτική, δέον να υπάρξη προηγουμένως σοβαρά βιομηχανία, ικανή να βαστάση τα βάρη... Συνεπώς δέον να προηγηθή η βιομηχανία και να ακολουθήση η φιλεργατική πολιτική...».

Η θέση των εργατών
Ο εκπρόσωπος της ιδρυτικής γενιάς του ΚΚΕ Γ. Γεωργιάδης συνοψίζει ως εξής την κατάσταση από την πλευρά των εργατοϋπαλλήλων: «Η εφαρμογή ενός στοιχειώδους εργατικού προγράμματος θα απαιτήση μερικάς θυσίας εκ μέρους της κρατούσης κεφαλαιοκρατίας, τας οποίας οι κυβερνήσεις προσπαθούν να αποφύγουν. Δια αυτό και αναβάλλουν διαρκώς, διά να συνηθίσουν οι εργάται εις την ιδέαν της αναβολής, ούτως ώστε η ματαίωσίς των να μην προκαλέση καμμίαν διαμαρτυρίαν και να θεωρηθή ως φυσικό γεγονός. Έχουμε απτό το παράδειγμα με τας κοινωνικάς ασφαλίσεις...».

Το καλό το παλικάρι...
Μετά τη θέσπιση των πρώτων μέτρων για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, με τη συμμετοχή των εργοδοτών, το... καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι. Να φορτώσει την εργοδοτική εισφορά στους πολίτες. Έτσι, το 1927 η αγγλική εταιρεία «Ρower & Τraction», που είχε αναλάβει την εκμετάλλευση της ηλεκτροκίνητης σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνας-Πειραιά, επέβαλε πρόσθετο τέλος στα εισιτήρια! Το «φιλεργατικό» αιτιολογικό της ήταν πως μόνο με τον τρόπο αυτό θ ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της για τις συνεισφορές που έπρεπε να καταβάλει στο ταμείο συντάξεων των υπαλλήλων της.

Η αγωνιστική δεκαετία που άλλαξε το ασφαλιστικό τοπίο

1925
Οι παλλαϊκές κινητοποιήσεις για απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών, οχτάωρο, αυξήσεις στους μισθούς, αποκατάσταση των προσφύγων και κοινωνικές ασφαλίσεις θα διακοπούν από τη δικτατορία του Πάγκαλου. Συγκροτείται μέτωπο αγροτών-εργατών-προσφύγων. Η άρχουσα τάξη απαντά με τη βία.

1929
Η αβεβαιότητα για την εργασία, η ανεργία και η ανασφάλεια γενικεύονται (το σύνολο των μισθωτών υπολογίζεται σε 320.000-330.000). Το ίδιο και οι αντιδράσεις. Η κυβέρνηση Βενιζέλου καταφεύγει στο περίφημο «ιδιώνυμο» για να περιορίσει τη συνδικαλιστική πολιτική δράση.

1932
Καταγράφονται 119 μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις, στις οποίες συμμετέχει η πλειονότητα των εργαζομένων στις μεγάλες πόλεις.

Η νεοελληνική κοινωνία περνά έντονες δυσκολίες. Το αίτημα για κοινωνικές ασφαλίσεις έχει υπερωριμάσει, αλλά οι άρχοντες της οικονομίες κωφεύουν...

1934
Βαθμιαία ο αριθμός των ασφαλισμένων σε ταμεία κατά επιχείρηση ή κλάδο ή μεικτά θα φτάσει τις 250.000. Ο αριθμός όσων έχουν συνταξιοδοτηθεί από την εισαγωγή της περιορισμένης υποχρεωτικής ασφάλισης έως τότε υπολογίζεται σε 88.000.

Οι φίλοι και οι εχθροί της εργατικής νομοθεσίας
Η Βουλή του 1925 γνωρίζει μια ζωηρή συζήτηση για το Ασφαλιστικό εν μέσω παλλαϊκών αντιδράσεων για τη συνολικότερη κυβερνητική πολιτική. Η παρέμβαση του Αλ. Παπαναστασίου (βρίσκεται τότε στην αντιπολίτευση) ρίχνει φως στην ουσία της τότε διαμάχης μεταξύ φίλων και εχθρών της εργατικής νομοθεσίας και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Με προέκταση μάλιστα στο σήμερα.

«Εκ της τοιαύτης ή τοιαύτης κατευθύνσεως της κοινωνικής πολιτικής θα εξαρτηθεί, σημειώνει, η ομαλή εξέλιξις των κοινωνικών πραγμάτων του τόπου. Θα αποφασισθή, δηλαδή, αν θα χωρίσωμεν ομαλώς προς την κοινωνικήν πρόοδον και άνευ μεγάλων συγκρούσεων ή θα βαδίσωμεν ανωμάλως, δημιουργούντες μεγάλας κοινωνικάς αντιθέσεις και προπαρασκευάζοντες μεγάλας κοινωνικάς εκρήξεις...».

Και υπογραμμίζει: «Ενώ, λοιπόν, επεκράτει η αντίληψις εις την Ελλάδα της επιεικούς χρήσεως των εργατικών ζητημάτων, της διά βαθμιαίων παραχωρήσεων ενισχύσεως της εξελικτικής προόδου, κατά τα τελευταία ήρχισε να καλλιεργείται η ιδέα ότι πρέπει την πολιτικήν αυτήν να αντικαταστήση άλλη, αμέσου ενισχύσεως των εργοδοτικών τάξεων. Πολιτική πολεμική κατά των εργατικών τάξεων.

Το αποτέλεσμα θα είναι όπως αι μάζαι αι εργατικαί, αι μέχρι τούδε λίαν συντηρητικαί εξ ιδιοσυγκρασίας στραφώσι προς τα άκρα, γίνουν επαναστατικαί... Το δυστύχημα είναι ότι η κυβέρνηση η σημερινή δεν εκτιμά δεόντως αυτά τα πράγματα και ενόμισεν ότι είναι εύθετος η στιγμή, όπως δείξει απέναντι του εργατικού κόσμου την δύναμιν του κράτους...».

1928
Οι επιφυλάξεις του Βενιζέλου

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επανακάμπτοντας στην εξουσία τον Ιούλιο του 1928, είναι από επιφυλακτικός μέχρι αρνητικός στην άμεση, τουλάχιστον, εισαγωγή του γενικευμένου συστήματος υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Τίποτα δεν είχε

υποσχεθεί στους εργαζομένους για την κοινωνική ασφάλιση. «Γνωρίζετε, έγραφε στον επικεφαλής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, με ποια ταχύτητα επικυρώσαμε τις συμβάσεις του 1919 και 1920 (ήταν τότε που ενδιαφερόταν για την εικόνα της Ελλάδας στα μάτια των ξένων με την ανάληψη της μικρασιατικής εκστρατείας). Αλλά η κατάσταση της χώρας δεν είναι πλέον η ίδια σήμερα.

Την ευημερία της εποχής εκείνης διαδέχτηκε η τωρινή δυστυχία. Διαπιστώσατε στο ταξίδι σας (ο πρόεδρος Thomas είχε επισκεφθεί το 1927 τη χώρα μας) πόσο επείγουσα είναι η κατάσταση. Η επιτακτική ανάγκη να εξασφαλίσουμε εργασία στη μεγάλη μάζα των προσφύγων, η μικρή αναλογία ανάμεσά τους της ανδρικής εργατικής δύναμης (έτσι δικαιολογούσε το μεσαιωνικό καθεστώς ως προς την παιδική και γυναικεία εργασία), η αναγκαιότητα τέλος να αφιερωθούν όλοι οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι στις εργασίες εγκαταστάσεως τις πλέον επείγουσες, δεν επέτρεψαν την εφαρμογή μέτρων τα οποία θα ήταν χρήσιμα, αλλά θα μπορούσαν να τροχοπεδήσουν τη δημιουργία νέων βιομηχανιών, συχνά ασταθών εξάλλου, και να σταματήσουν την ανάπτυξη άλλων». Υπό το βάρος της τραγικής πραγματικότητας στους εργασιακούς χώρους συγκατένευσε στην αποστολή επιτροπής, που θα μελετούσε το ζήτημα της δημόσιας υγιεινής.

Αναπόφευκτα το θέμα αυτό σχετιζόταν με την κοινωνική ασφάλιση. Ετσι, ήρθε στην Ελλάδα για μελέτη και υποβολή προτάσεων ο Γάλλος Αντριάν Τιξιέ, διευθυντής των κοινωνικών ασφαλίσεων του ΔΓΕ. Από τη συνεργασία, όμως, του Τιξιέ και του Α. Ζάκκα, διευθυντή εργασίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, προέκυψε πρόταση για το Ασφαλιστικό, η οποία και υποβλήθηκε στην κυβέρνηση (1929). Στόχος του ΔΓΕ τότε, όπως προκύπτει από τα κείμενα που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας, ήταν να δημιουργήσει κλίμα υπέρ των κοινωνικών ασφαλίσεων, παρά την αντίδραση εργοδοτών και την επιφυλακτικότητα της κυβέρνησης. Αλλά και να ενισχυθεί η θέση του ρεφορμιστικού και μη κομμουνιστικού συνδικαλισμού. Τα επιχειρήματα ήταν ότι αυτό θα ενίσχυε την παραγωγικότητα, αποτελούσε παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης, αντίδοτο στους χαμηλούς μισθούς και απαραίτητο στοιχείο μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής.

Ακριβώς, δηλαδή, στον αντίποδα των επιχειρημάτων των βιομηχάνων-βιοτεχνών.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ
Οι ξένοι ειδικοί και τα αναξιόπιστα στοιχεία

Οπως προκύπτει από τις ιστορικές πηγές αυτή την περίοδο, δεν συγκαταλεγόταν στα σχέδια της κυβέρνησης η δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, που θα κάλυπτε όλους τους τομείς. Απλώς στόχος ήταν η βελτίωση κάπως της προϋπάρχουσας νομοθεσίας και ειδικά του νόμου 2868 του 1922 και επόμενων συμπληρωματικών ρυθμίσεων. Τελικά, ο Βενιζέλος φέρεται να πείστηκε και αποδέχτηκε να εκπονηθεί σχέδιο προετοιμασίας για τις κοινωνικές ασφαλίσεις, στη βάση της πρότασης Τιξιέ-Ζάκκα. Στο πλαίσιο αυτό μετακλήθηκαν στην Ελλάδα αλλοδαποί ειδικευμένοι επί του θέματος. Επικεφαλής ήταν ο διευθυντής των κοινωνικών ασφαλίσεων της Τσεχοσλοβακίας Εμίλ Σέμπαουμ.

Τότε συντάχθηκε και σχετική οικονομική μελέτη. Κατά... διαβολική σύμπτωση, όπως σήμερα έτσι και τότε, οι ξένοι ειδικοί είχαν ν αντιμετωπίσουν το ίδιο πρόβλημα. Τα διαθέσιμα στατιστικά και τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία για τις «αναλογιστικές μελέτες», όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν ήταν αξιόπιστα. Ετσι, αποφασίστηκε και η απογραφή των βιομηχανικών - βιοτεχνικών επιχειρήσεων που διενεργήθηκε το 1930. Οι ξένοι ειδικοί που ήρθαν στην Ελλάδα, μελέτησαν ξανά το ζήτημα αρκετές μέρες σε συνεργασία με υπηρεσιακούς παράγοντες και τους καθηγητές Πανεπιστημίου Αλ. Σβώλο, Ν. Σακελλαρίου και Ι. Τουρνάκη.

Οταν ετοιμάστηκαν τα πορίσματα στάλθηκαν στην Πράγα, όπου πήγαν επίσης ο διευθυντής του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών Χρ. Αγαλλόπουλος και ο ασφαλιστικός μαθηματικός Ηλ. Ζαροκώστας για να συνεργαστούν στην τελική διατύπωση των προτάσεων, που θα ήταν προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. Τελικά μόνο ύστερα απ αυτά ολοκληρώθηκε στη Γενεύη (έδρα του ΔΓΕ) και στην Πράγα το κείμενο, που αποτέλεσε και το πρώτο νομοσχέδιο ίδρυσης του ΙΚΑ τον Μάιο του 1932.

Αλλο να αντιδράς γενικά, όπως έπρατταν οι εργοδότες προ του 1932, κι άλλο να υπάρχει συγκεκριμένος νόμος, που πρόκειται να προωθηθεί προς ψήφιση. Τώρα την επίμονη άρνηση του παρελθόντος, που εξαντλούνταν σε επιχειρήματα της μορφής ότι η χώρα δεν είναι «ώριμος διά τοιαύτα πειράματα», γενικεύεται. Ο Βενιζέλος μέσα στη χαοτική πολιτική κατάσταση, που επικρατεί από τις αρχές του 1932, δεν θα βρει καιρό ασχοληθεί με το Ασφαλιστικό. Προέχουν άλλα σοβαρότερα γι αυτόν. Αλλά αυτό θα βρεθεί στο επίκεντρο της επόμενης κυβέρνησης του Αλ. Παπαναστασίου, αρχηγού τότε του Αγροτεργατικού Κόμματος.

Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr) από το ΕΘΝΟΣ της Πέμπτης , 17 Ιανουαρίου 2008.