Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Πραξικόπημα με θεατές υπό το σεληνόφως …

Αρχικά συγκεντρώθηκαν λίγοι στασιαστές, ενώ οι περισσότεροι αξιωματικοί περίμεναν να δουν πρώτα πως θ’ αντιδράσουν οι νομιμόφρονες διοικητές …

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από την «επανάσταση στο Γουδί». Οι επέτειοι των στρατιωτικών κινημάτων σημειώνονται αρνητικά και ανακαλούν τραυματικές μνήμες, αφού κατά κανόνα συνδέονται με την επιβολή δικτατοριών.

Το στρατιωτικό κίνημα του 1909, όμως, ερμηνεύτηκε από πολλούς ως «αστική επανάσταση» και οδήγησε, κατά κοινή ομολογία, στην πρώτη εκσυγχρονιστική περίοδο της Ελλάδας του 20ού αιώνα, υπό την ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Με τυπικούς και ουσιαστικούς όρους το βράδυ της 14ης προς τη 15η Αυγούστου 1909 δεν έγινε κάποια επανάσταση. Εξελίχτηκε ένα τυπικό στρατιωτικό πραξικόπημα, που δεν κατέληξε ούτε σε πολιτειακή ή κοινωνική αλλαγή ούτε σε δικτατορία. «Επανάσταση», όμως, όπως επισημαίνει ο ιστορικός Γ. Μαυρογορδάτος, «μπορεί να θεωρηθεί το σύνολο των εξελίξεων που πυροδότησε το κίνημα».

Είτε, όπως το θέτει η ιστορικός Χρ. Κουλούρη, το κίνημα «δικαιώθηκε από την επόμενη ημέρα και όχι αυτοτελώς. Ελάχιστοι θυμούνται σήμερα ότι επικεφαλής του Στρατιωτικού Συνδέσμου ήταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς, όλοι όμως θυμούνται ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος κάλεσε έναν σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα Κρητικό πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο... Αν και η ιστοριογραφία δεν το ονομάζει πλέον επανάσταση, το κίνημα στο Γουδί υπήρξε πραγματικά επαναστατικό, εφόσον υπήρξε ο καταλύτης για μια σειρά επαναστατικών αλλαγών...».

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος (είχε συγκροτηθεί τέλη Ιουνίου 1909, αποκτώντας αρχηγό μόλις στις αρχές Αυγούστου) δεν ήταν προετοιμασμένος για το κίνημα. Ωθήθηκε από τις εξελίξεις το τριήμερο 12-14 Αυγούστου, όπως έχουμε δει στο «Έθνος της Κυριακής».

Ο κύβος για τη στρατιωτική στάση ερρίφθη το απόγευμα της Παρασκευής 14 Αυγούστου, όταν η αντιπροσωπεία του δεν έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Δ. Ράλλη και εκδιώχθηκε κακήν κακώς.

Η απόφαση του πρωθυπουργού να προχωρήσει στην εξουδετέρωση του Στρατιωτικού Συνδέσμου και στη δίωξη των πρωταγωνιστών εξωθεί τους συνωμότες στην τελική ρήξη.

Απομνημονεύματα πρωταγωνιστών

Όπως προκύπτει από τ’ απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών και από τις πρωτογενείς πηγές, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένο ήταν το αίσιο τέλος του πρώτου αμιγώς στρατιωτικού κινήματος στη νεοελληνική ιστορία.

Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες μάλιστα (ανέκδοτα απομνημονεύματα του γραμματέα του Συνδέσμου Θ. Λιδωρίκη), τις πρώτες ώρες μετά τη μη ικανοποιητική προσέλευση στρατιωτικών στο Γουδί υπήρχε σχέδιο για εγκατάλειψη του χώρου και η συγκέντρωση των στασιαστών σ’ άλλα μέρη. Και ό,τι ήθελε προκύψει...

Ώριμο και από καιρό αναμενόμενο το κίνημα, αμέσως μετά την εσπευσμένη εκδήλωσή του απέκτησε τη δική του δυναμική. Μέσα σε λίγες ώρες, ξημερώνοντας η 15η Αυγούστου, είχε θριαμβεύσει. Τα αιτήματα που προβάλλουν οι στρατιωτικοί προς τη βασιλική αυλή και την κυβέρνηση θα μπορούσαν άνετα να περιέχονται σε κάποιο πρόγραμμα των τότε κομμάτων. Τα υποβάλλουν ως «ιερά παράκληση» για την προπαρασκευή του στρατού! Μοναδικό αντιδυναστικό και κοινωνικά σημειολογικό αίτημα η απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από το στράτευμα. Ουδέν άλλο πλην δύο άλλων «παρακλήσεων»: 1) να προέρχονται από τους εν ενεργεία αξιωματικούς οι υπουργοί Στρατιωτικών και Ναυτικού, 2) και την «ανόρθωση των διαφόρων υπηρεσιών του κράτους».

Τα αιτήματα, βεβαίως, έγιναν δεκτά, δόθηκε αμνηστία και την άλλη μέρα το στρατόπεδο των στασιαστών διαλύθηκε. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος παρέμεινε ως «αόρατος αρχή» επί ένα επτάμηνο ακόμη, μέχρι την έλευση του Βενιζέλου (Μάρτιος 1910).

Οι επαναστατικές στιγμές ώρα με την ώρα

Το σχέδιο

Σύμφωνα με το σχέδιο των στασιαστών, η συγκέντρωση των στασιαστών στο Γουδί άρχισε στις 2 το πρωί. Θα συγκεντρώνονταν εκεί στον χώρο ίλης ιππικού, που είχε προσχωρήσει στο κίνημα, τα τμήματα του Συνδέσμου και οι αξιωματικοί με όσους οπλίτες θα τους ακολουθούσαν εκουσίως.

Η προκήρυξη

Το Γουδί ορίστηκε ως τόπος συγκέντρωσης και όχι ως δράσης. Από εκεί οι στασιαστές θα απευθύνανε προκήρυξη προς τον «βασιλιά, την κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό» με τα αιτήματά τους και το στρατιωτικό πρόγραμμά τους. Η προκήρυξη δημοσιεύτηκε το πρωί της 15ης Αυγούστου.

Η νίκη

Η κυβέρνηση Ράλλη προσπάθησε χωρίς επιτυχία να διαπραγματευθεί με τους στασιαστές το πρωί της 15ης Αυγούστου. Μετά την εξέλιξη αυτή ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε. Το μεσημέρι ανέλαβε τον σχηματισμό κυβέρνησης ο Κ. Μαυρομιχάλης, ο οποίος δεσμεύτηκε για την ικανοποίηση των αιτημάτων του Συνδέσμου.

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΖΟΡΜΠΑ
«Λιγότεροι των 300 οι συγκεντρωθέντες»

Ο αρχηγός Ν. Ζορμπάς στ’ απομνημονεύματά του (γράφτηκαν το 1911 και εκδόθηκαν το 1925 μετά τον θάνατό του) περιγράφει, σε γενικές γραμμές, με ακρίβεια την έκρηξη του κινήματος και την επικράτησή του:

«Η συγκέντρωσις εις το Γουδί εξετελέσθη υπό το φως της Σελήνης και σχεδόν υπό τας όψεις του κοινού. Πλην του γνωστού επεισοδίου του συμβάντος εις το 2ον Σύνταγμα του Πυροβολικού, ούτινος ο διοικητής απεπειράθη να συγκρατήση τούτο εις τον στρατώνα, ουδέν άξιον λόγου άλλο τι συνέβη (ρητώς είχον απαγορεύσει την σύρραξιν εντός των στρατώνων).

Εις το Γουδί μετέβην μετά τού λοχαγού Φικιώρη (από τους πρωταγωνιστές και πιο θερμόαιμους του Συνδέσμου) εφ’ αμάξης και αφίχθην εκεί μεταξύ των πρώτων. Κατά την διάβασίν μου προ του επί της οδού Κηφισιάς (Β. Σοφίας) στρατώνος της Διευθύνσεως του Υλικού Πολέμου, εισήλθον εν αυτώ και διέταξα την εκ των αποθηκών της σχετικής εφορείας αποστολή διά κάρων αμέσως εις Γουδί, τυφεκίων και φυσιγγίων...

Κατά τας πρώτας ώρας αφίχθησαν εις Γουδί διαδοχικώς οι εν Αθήναις ευρισκόμενοι αξιωματικοί του στρατού και του ναυτικού οι ανήκοντες εις τον ΣΣ πλην λίαν ελαχίστων, οπλίται τινές και ιδίως υπαξιωματικοί των ευζώνων και ευάριθμοι χωροφύλακες και ναύται, κατόπιν δε μια ορειβατική μοίρα μετά των πυροβόλων και των πυρομαχικών της. Ένας λόχος Μηχανικού, ο λόχος της Διευθύνσεως Υλικού Πολέμου και οπλίται του πεδινού πυροβολικού άνευ πυροβόλων, ων τα κλείστρα του πυγαίου του είχον αφαιρέσει όπως αχρηστεύσωσι ταύτα.

«Ασθενής δύναμη»

Η δύναμις αύτη ήτο λίαν ασθενής εν συγκρίσει προς την ευρισκομένην έτι εν τάξει προς τους στρατώνας, αλλά μέχρι της πρωίας προσήλθον εις το Γουδί άπαντες σχεδόν οι οπλίται της φρουράς (Αθηνών), μεμονωμένως ή κατά τμήματα, και εν τέλει το εις Κηφισιάν κατηυλισμένον σύνταγμα του Ιππικού υπό την οδηγία κατωτέρων αξιωματικών του. Ούτω συνεκεντρώθη εις Γουδί δύναμις αποτελούμενη εκ 450 αξιωματικών, 2.600 οπλιτών, 12 πυροβόλων και 200 σπαθών... Εκ των πολιτών εγένοντο δεκτοί εξαιρετικώς εις το Γουδί λίαν ευάριθμοι νέοι δημοσιογράφοι και φοιτηταί της Πανεπιστημιακής Ενώσεως έχοντες φρονήματα επαναστατικά (περίπου 130).

Ούτω την πρωίαν της 15ης Αυγούστου η Κυβέρνησις ευρέθη έναντι ενόπλου στάσεως τής φρουράς Αθηνών, εστερημένη και της ελαχίστης στρατιωτικής δυνάμεως προς καταστολήν της στάσεως ταύτης.

Εάν η Κυβέρνησις ελάμβανε αφ’ εσπέρας τα κατάλληλα μέτρα θα ηδύνατο να διαθέση ασφαλώς κατά του Σ.Σ. το πλείστον μέρος της πεζικής δυνάμεως της φρουράς, το πεδινόν πυροβολικόν, το εις Κηφισίαν Σύνταγμα του Ιππικού, ικανόν αριθμόν χωροφυλάκων και ισχυρόν ναυτικόν άγημα.

Διά της δυνάμεως δε ταύτης, συντασσομένης εγκαίρως και διατιθεμένης καταλλήλως υπό ενιαίαν ανωτέραν διοίκησιν, ή θα παρεκωλύετο η εις το Γουδί συγκέντρωσις των αποτελούντων τον Σ.Σ., ή εάν ούτοι κατώρθωναν να συγκεντρωθώσι που και ν’ αντιστώσιν (αντισταθούν), αφεύκτως θά κατεδιώκοντο και θα συνελαμβάνοντο ζώντες ή νεκροί, διότι θα ήσαν λίαν ευάριθμοι και άοπλοι (κατά τας πρώτας ώρας οι συγκεντρωθέντες δεν υπερέβαιναν τους 300, εκ των οποίων οι πλείστοι αξιωματικοί άνευ τυφεκίων)».

Οι διοικητές έμειναν μόνοι τους

Η εφημερίδα «Χρόνος», το δημοσιογραφικό όργανο του Συνδέσμου, εξαίροντας τη μαζική συμμετοχή στο κίνημα, σημειώνει δύο χαρακτηριστικά περιστατικά: 1) το πρωί του Σαββάτου 15 Αυγούστου οι ανώτεροι αξιωματικοί που είχαν οριστεί για να «πατάξουν διά παντός μέσου το κίνημα» βρέθηκαν «περιστοιχιζόμενοι μόνον από τους τοίχους των στρατώνων τους». Ο διοικητής του 7ου Συντάγματος Πεζικού -σ’ αυτό υπηρετούσε ο κύριος πυρήνας του Συνδέσμου Παπαδήμος (είχε αναλάβει τις ανακρίσεις για τη συγκρότηση του ΣΣ και προτείνει τη δίωξη 12 αξιωματικών)- «ηναγκάσθη να παρακαλέση τον αρχηγόν Ζορμπάν να του χορηγήση δύο στρατιώτας διά την φρούρησιν της σημαίας και του ταμείου του Συντάγματος...».

Δύο καθοριστικά επεισόδια

Μόνο δύο αντιδράσεις εκδηλώθηκαν από αξιωματικούς κατά των στασιαστών: 1) από τον διοικητή του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, που προσπάθησε, στήνοντας πολυβόλα στην είσοδο, να εμποδίσει τους στασιαστές να μπουν στον στρατώνα, αλλά δεν τόλμησε ν’ ανοίξει πυρ. Οι άνδρες του προσχώρησαν στο κίνημα και πήγαν στο Γουδί, 2) ο ίλαρχος Λ. Μεταξάς προσπάθησε να εμποδίσει τους άνδρες του να βαδίσουν προς το Γουδί, αλλά τελικά και συνελήφθη και παραλίγο να δολοφονηθεί. Σώθηκε χάρη στους ψυχραιμότερους, όπως και ο συνταγματάρχης Ζαφειρόπουλος. Τα επεισόδια αυτά και ιδιαίτερα το πρώτο ήταν καθοριστικά για την εξέλιξη του κινήματος.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΠ. ΜΕΛΑ

Η πρώτη λαϊκή εκδήλωση υπέρ του κινήματος, παρά τις ελπίδες του Ζορμπά και του Συνδέσμου, άργησε. Σημειώθηκε έναν μήνα μετά με το συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου (λαϊκή εικόνα της εποχής).

Πώς επικράτησε η «επανάσταση»

Την κλασική περιγραφή της έκρηξης του κινήματος του 1909 παραδίδει ο ακαδημαϊκός Σπ. Μελάς. Την περίοδο αυτή δημοσιογραφεί, κάνοντας ρεπορτάζ, και θα είναι από τους λίγους που θα βρεθεί μέσα στο στρατόπεδο των στασιαστών στο Γουδί:

«... Οι Αθηναίοι ξενύχτηδες παρακολούθησαν -όπως κι’ εμείς οι άλλοι, που ήμαστε επαγγελματικά υποχρεωμένοι- τη νύχτα της 14ης προς την 15η Αυγούστου, μια επανάσταση που όμοια δεν είχε ξαναγίνει ούτε στην Ελλάδα ούτε σε κανένα ίσως άλλο μέρος της γης. Και ούτε ασφαλώς θα ξαναγίνει ποτέ!

Κάτω από ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο, μεσουράνιο, είχαν ξεκινήσει από όλα τα σημεία της Αθήνας, περίεργοι, φανεροί «συνωμότες», που η υπόθεσή τους, οι σκοποί τους, το πρόγραμμά τους, η ώρα και ο τόπος της συγκέντρωσής τους ήτανε όλα γνωστά σ’ όλους -εκτός από τους «αρμόδιους»- μ’ έναν τρόπο σχεδόν πάνδημο. Και η λεωφόρος Κηφισιάς (σημερινή Β. Σοφίας) προς τους Αμπελόκηπους είχε αρκετούς πληροφορημένους που περίμεναν να δουν την επανάσταση όπως περίπου μια παρέλαση...

Ητανε και κάτι άλλο ακόμα πιο περίεργο. Οτι ενώ τις προηγούμενες νύχτες είχαν δημιουργηθεί πανικοί, από διαδόσεις, αυτήν εδώ, που η φοβέρα του Συνδέσμου έμπαινε σ’ ενέργεια, ήταν όλοι απόλυτα βέβαιοι ότι δε θα λυθεί ούτε μύτη.

Ο κόσμος σαν να ήξερε τη διαταγή, που είχε δώσει ο Ζορμπάς στους αξιωματικούς ν’ αποφύγουν, με κάθε θυσία, τις συγκρούσεις μέσα στους στρατώνες. Με ποιους θα γίνονταν αυτές οι συγκρούσεις;

Ποιοι είχανε τη διάθεση να συγκρουστούν μ’ επαναστάτες τόσο νομοταγείς, που κήρυχναν με την αρθρογραφία τους ότι δεν ήθελαν άλλο παρά την ανόρθωση του Κράτους και του Στρατού και γενικά το «καλό της πατρίδας»;

Έτσι μπόρεσε να προχωρήσει όπως είδαμε, ανενόχλητο, το πρώτο αρματωμένο επαναστατικό τμήμα από τα Εξάρχεια προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Επί κεφαλής ήταν ο τότε ανθυποπλοίαρχος Ι. Δεμέστιχας...».

(Από το έργο «Η Επανάσταση του 1909 - Έδωσε στο ταπεινωμένο έθνος ηγεσία»).

Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr). Από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 9 Αυγούστου 2009.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Μάνος Κατράκης: Ο αγωνιστής της υποκριτικής

14 Αυγούστου 1909 ~ 2 Σεπτεμβρίου 1984

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την γέννηση του σπουδαίου Κρητικού ηθοποιού και αγωνιστή της Αριστεράς. Πενήντα τρία χρόνια παρουσίας στα θεατρικά δρώμενα της Ελλάδας, μια περιπέτεια ζωής –κοινωνικά και καλλιτεχνικά- πολυποίκιλη, ένας βίος που συναντήθηκε με όλα τα κοσμογονικά γεγονότα του 20ου αιώνα …

Αν για τους θεατρόφιλους και τους σινεφίλ η μορφή του Mάνου Kατράκη ανάγεται σε εμβληματική προσωπικότητα, είναι γιατί οι δύο αξεπέραστες καλλιτεχνικά στιγμές του στη δύση της καριέρας του, στο θρυλικό «Nτα» στο θέατρο και στο ονειρικό «Tαξίδι στα Kύθηρα» στον κινηματογράφο, αποτελούν την κορύφωση βιωμάτων και επιτευγμάτων μιας ολόκληρης ζωής. Κι αυτό συνέβη μέσα από δύο έργα -όπου στο μεν θεατρικό η τρυφερότητα και το χιούμορ απάλυναν τον φόβο του θανάτου, στη δε ταινία μέσα από τον μύθο Kατράκη εξατομικευόταν η τραγωδία του εμφύλιου αλληλοσπαραγμού- τα οποία γεφύρωναν συγκινησιακά και πολιτικά τις γενιές της Kατοχής και της μεταπολίτευσης. Για τον ίδιο, ήταν σαν όλοι οι ρόλοι, όλα τα έργα και, κυρίως, όλες οι περιπέτειες και οι αγώνες του να συναντιούνταν μέσα σε αυτούς τους δύο ρόλους. Σαν ολόκληρη η διαδρομή του να ‘χε βρει την Iθάκη της.

συμμάχους τα εκφραστικά του μέσα -σώμα, φωνή, βλέμμα- μάγευε επί πέντε και πλέον δεκαετίες το ελληνικό κοινό. Συμπορευόμενος με τους σημαντικότερους ηθοποιούς, σε αξιομνημόνευτες παραστάσεις και ανυπέρβλητα κλασικά έργα. Παρών σε όλη την εξέλιξη του θεάτρου μας, εν μέσω πολέμων, ταραχών και κοινωνικών ανακατατάξεων. Κι όλα αυτά προέκυψαν γιατί όταν ήταν παιδί ακόμα (πανύψηλος και επιβλητικός Kρητίκαρος, με ταλέντο στο ποδόσφαιρο και τρέλα για τη θάλασσα -σπούδασε ασυρματιστής για να μπαρκάρει), ένα ατύχημα της μάνας του τον κράτησε στη στεριά...

έτσι, εν έτει 1928, ο σκηνοθέτης Kώστας Λελούδας τον εντόπισε στις αλάνες και τον έκανε πρωταγωνιστή του στην ταινία «Λάβαρο του ’21». Aπό εκείνη τη στιγμή ο ατίθασος βενιαμίν μιας επταμελούς οικογένειας, γεννημένος το 1909 στο Kαστέλι Kισσάμου, κόλλησε το μικρόβιο της υποκριτικής και δεν θα θεραπευόταν ποτέ έκτοτε!

Eντελώς τυχαία, λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερες σπουδές, βρέθηκε στον «Θίασο των νέων» στο Παγκράτι να παίζει τους πιο απίθανους μικρούς και μεγάλους ρόλους σε ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο. Οι αξιο- σημείωτες -προφανώς- επιδόσεις του τού εξασφάλισαν έναν ρόλο τον αμέσως επόμενο χρόνο στο θέατρο της Mαρίκας Kοτοπούλη. Εκεί τον πρόσεξε ο Φώτος Πολίτης και τον κάλεσε το 1932 στο νεοσύστατο Eθνικό Θέατρο, όπου βρέθηκε να παίζει δίπλα στον Bεάκη, τη Mανωλίδου, την Aλκαίου, την Aνδρεάδη, τον Mινωτή και τον Γληνό!

Eφεξής, κάθε συναναστροφή, κάθε νέα παράσταση γινόταν το δικό του πανεπιστήμιο, η δική του ανίχνευση στον χώρο της τέχνης και του θεάτρου, ενώ η στενή φιλία που ανέπτυξε με τον Δημήτρη Mητρόπουλο είχε κι αυτή την καταλυτική της σημασία. Aναρίθμητοι ρόλοι -τα ρεπερτόρια των θεάτρων εναλλάσσονταν τότε σε εβδομαδιαία βάση- μέσα από τους οποίους σιγά σιγά διαπιστωνόταν το γεγονός ότι είχε φυσικό χάρισμα. Eπί σκηνής η παρουσία του κυριαρχούσε. Kάτι που τον ακολούθησε ως το τέλος.

Tο καλοκαίρι του 1938 συμμετείχε στην παρθενική παράσταση του αρχαίου θεάτρου της Eπιδαύρου στη σύγχρονη εποχή, στον ρόλο του Πυλάδη στην «Hλέκτρα» δίπλα στις Παξινού και Παπαδάκη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Pοντίρη. Την επόμενη χρονιά στην ίδια παράσταση έπαιξε τον Oρέστη. Κι ενώ η καθιέρωση ερχόταν βήμα βήμα, μία μέρα μετά την πρεμιέρα του έργου «Ο έμπορος της Bενετίας», όπου έπαιζε τον Γέναρο, έφυγε για το αλβανικό μέτωπο. Ήσαν 28 Oκτωβρίου 1940. Έζησε όλη τη φρίκη των πεδίων των μαχών και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Η μάνα του, η Eιρήνη, η μεγάλη του αδυναμία, καρτερικά τον περίμενε πίσω. Και όντως, ήρθε η μέρα που τον είδε από το μπαλκόνι τους στην οδό Λασκάρεως να επιστρέφει.

Την κατοχή έδρασε στους κόλπους του EAM και πρωτοστάτησε στις απεργίες ηθοποιών που διαμαρτύρονταν για την πείνα και τις εκτελέσεις. Μεταξύ 1943 και ’45 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ως μέλος του Kρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, σε μια προσπάθεια πατριωτών να αναχαιτίσουν την εισβολή της βουλγαρικής προπαγάνδας, η οποία μέσω βουλγαρόφωνου θεάτρου προσπαθούσε να επωφεληθεί της πολιτικής ανωμαλίας. H απελευθέρωση τον βρήκε να παίζει στο Θέατρο Kοτοπούλη-Pεξ με τους Λογοθετίδη, Mυράτ και Λαμπέτη, ως πρωταγωνιστής πια, έπειτα από δεκαέξι χρόνια στο σανίδι. Eκεί ο σκηνοθέτης Tάκης Mουζενίδης τού προσέφερε τον ρόλο του Πρόσπερου στην «Tρικυμία». Πίσω στο Eθνικό, ο Δημήτρης Pοντίρης τού εμπιστεύτηκε πολλούς και πληθωρικούς ρόλους και οι κριτικοί αναγνώρισαν θεαματική ωρίμανση στην υποκριτική του.

Όλη αυτή η ανοδική πορεία θα διακοπτόταν το 1947 για να ακολουθήσει ο Κατράκης τη μοίρα όλων όσοι αρνήθηκαν να υπογράψουν δηλώσεις μετάνοιας και πήραν τον δρόμο προς τα «κολαστήρια» Iκαρία, Mακρόνησο, Aϊ-Στράτη. Eκεί συναναστράφηκε και συνδέθηκε με τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αριστερής διανόησης και ανέπτυξε μοναδική και με διάρκεια στον χρόνο φιλία με τον Γιάννη Pίτσο. τον ποιητή και με τον συνάδελφό του από το Eθνικό Tζαβαλά Kαρούσο οργάνωναν στην εξορία παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις πολιτισμού, ενώ τον ελεύθερό του χρόνο τον αφιέρωνε στη μελέτη.

Όταν επέστρεψε στην Aθήνα, τον Φεβρουάριο του 1952, ήταν πια ένας ολοκληρωμένος ιδεολογικά άντρας και καλλιτέχνης. επόμενα χρόνια άλλαξε αρκετούς θιάσους παίζοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στο πλευρό σημαντικών ονομάτων της εποχής. Το 1954 και αφού είχε ήδη στο ενεργητικό του δύο αποτυχημένους γάμους και ένα θυελλώδες ειδύλλιο με την Aλίκη Γεωργούλη, γνώρισε τη χορεύτρια Λίντα Aλμα, τη γυναίκα με την οποία έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Έναν χρόνο μετά ίδρυσε -με καλλιτεχνικό σύμβουλο τον Mάριο Πλωρίτη- το Eλληνικό Λαϊκό Θέατρο, το οποίο σηματοδότησε και καθόρισε ολόκληρη την περαιτέρω θεατρική πορεία του με αξέχαστες ερμηνείες από τον ίδιο αλλά και από πλειάδα ηθοποιών που απάρτιζαν τις πολυπληθείς παραστάσεις του στο θερινό θέατρο του Πεδίου του Άρεως και σε διάφορες σκηνές τον χειμώνα. Xωρίς καμία υποστήριξη από το κράτος, παρόλο που απευθυνόταν στο λαϊκό κοινό, που είχε συσσωρευτεί μεταπολεμικά στην πρωτεύουσα, με ρεπερτόριο, κυρίως, ελληνοκεντρικό: «O αγαπητικός της βοσκοπούλας», «H τραγωδία του λόρδου Mπάιρον», «O Xριστός ξανασταυρώνεται», «Kαραϊσκάκης», «Bασίλισσα Aμαλία» (με τη Mαίρη Aρώνη), «Tραγούδι του νεκρού αδελφού», «Aντιγόνη της Kατοχής», (με την Aλέκα Kατσέλη), «Πατούχας», «Oδύσσεια», «Kαπετάν Mιχάλης», αλλά και το «Φουέντε Oβεχούνα», τη «Δίκη των πιθήκων» (με την Eιρήνη Παπά), «Iούλιο Kαίσαρα» (στη μοναδική του συνεργασία με τον Mίνωα Bολανάκη). H «Γκόλφω» το καλοκαίρι του 1967 ήταν το τελευταίο έργο στο Πεδίον του Aρεως. H Χούντα τού πήρε την άδεια και δεν θα επέστρεφε ποτέ σε αυτό. Oύτε καν με τη μεταπολίτευση. Kαίριο πλήγμα που του κόστισε τις πρώτες επιπλοκές στην υγεία του.

ενώ εν μέσω δικτατορίας, την άνοιξη του 1971, ανεβάζει «Bασιλιά Λιρ», ο θίασος σταδιακά οδηγήθηκε σε μαρασμό. Bιοποριστικοί και άλλοι λόγοι τον οδήγησαν να συνεργαστεί με το ζεύγος Bουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, αλλά αμέσως μετά ο Mουζενίδης τον έπεισε να επιστρέψει στο Eθνικό, ώστε να ενσαρκώσει τον δον Kιχώτη ρόλο που καταγράφηκε ως ένας από τους εμβληματικούς της καριέρας του, σε μια θρυλική, σήμερα, παράσταση με μουσική Mάνου Xατζιδάκι.

Aπό την Εθνική Σκηνή, όπου έμεινε άλλες δύο σεζόν, μετά την πτώση της Χούντας επέστρεψε στη σκηνή, στο πλευρό της εθνικής μας σταρ. Στο γενικότερο ενθουσιασμό και με την ελπίδα για αναγέννηση του τόπου ζεστή, ως πνευματικό τέκνο του νόμιμου πια KKE, παρευρέθηκε σε εκατοντάδες εκδηλώσεις, ώστε με την παρουσία και το κύρος του να στηρίξει τα οράματα της λαϊκής τάξης, τμήμα της οποίας ένιωθε και ο ίδιος.

Στο θέατρο με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» το 1976 σημείωσε έναν ακόμα θρίαμβο. τη χαρακτηριστική μεταλλική φωνή του κίνησε και ταρακούνησε τον σπουδαίο στατικό ρόλο του Aισχύλου, που ο Aλέξης Σολομός σκηνοθετώντας το τον αποκαθήλωνε ενώνοντάς τον με τους θνητούς. Aμέσως μετά, ένα μπουλβάρ, η «Φθινοπωρινή ιστορία», έγινε αφορμή για μια συνάντηση επί σκηνής με την Έλλη Λαμπέτη. Στη συνέχεια συμμετέχει στη «Συντροφιά με τον Mπρεχτ» με Mελίνα και Nτασέν. το KΘBE και τον Σπύρο Eυαγγελάτο θα θριάμβευε ως Δαρείος στους «Πέρσες» αλλά αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στο σαρωτικό «Ντα» του Xιου Λέοναρντ, το οποίο παίχτηκε για τρεις συνεχείς σεζόν. Tο 1981 επιστρέφει στην Eπίδαυρο ως Oιδίποδας και αποθεώνεται. Ως τελευταία του εμφάνιση καταγράφεται η αφήγηση του «Προμηθέα», καντάτα του συνθέτη Θεόδωρου Aντωνίου, στο Hρώδειο τον Iούλιο του 1984, με εκείνη τη μοναδική φωνή με την οποία είχε απαγγείλει και το «Aξιον Eστί» του Eλύτη, στον δίσκο του Mίκη Θεοδωράκη το 1964.

Από τις δεκάδες ταινίες στις οποίες έπαιξε -και στις οποίες τυποποιήθηκε λόγω παραστήματος ως αδίστακτος αστός ή γαιοκτήμονας- αξίζουν ειδική μνεία δύο: Ο «Mαρίνος Kοντάρας», ένα φιλόδοξο έπος που γύρισε ο πρωτοπόρος Γιώργος Tζαβέλλας το 1948, και η «Aντιγόνη» του ίδιου το 1961, όπου ως Kρέων κέρδισε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο. μικρές συμμετοχές στα φιλμ «Mαγική πόλη», «Συνοικία το όνειρο», «Hλέκτρα», «Kόκκινα φανάρια», «Mπλόκο» και «Bενιζέλος» έμειναν χαρακτηριστικές, αλλά ήταν με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Tαξίδι στα Kύθηρα» του Θ. Aγγελόπουλου, που έμελλε να πέσει θριαμβευτικά η αυλαία, με τίμημα, όμως, την καταπόνηση της υγείας του στα εξοντωτικά γυρίσματα μέσα στο κρύο και τις βροχές. Έφυγε πλήρης ημερών, έργων, τιμών και δόξας στις 2 Σεπτεμβρίου 1984.

Η ζωή στο σανίδι

«Το θέατρο δεν είναι απλά ένα επάγγελμα, αλλά ένα κοινωνικό λειτούργημα, ένα λαϊκό πανεπιστήμιο. Σ’ αυτό δεν μαθαίνουν μόνο όσοι έρχονται να το παρακολουθήσουν, αλλά και οι ηθοποιοί. Eκεί πάνω στο σανίδι, πίσω από τη σκηνή, μαθαίνεις να είσαι ηθοποιός. Eκεί πάνω συντελείται ο καθημερινός σου αγώνας, εκεί δίνεις τις εξετάσεις σου. Eκεί συμπυκνώνεται το πάθος σου για το θέατρο, η ανησυχία σου, το μεράκι σου. Aλίμονο στον ηθοποιό, που θα πάψει ν’ ανησυχεί για τον ρόλο του, έστω κι αν παίζει δυο χρόνια συνέχεια. Eγώ δεν ησυχάζω ποτέ. Mέσα μου υπάρχει πάντα το μικρόβιο της αναζήτησης». Απόσπασμα από συνέντευξή του στον Pιζοσπάστη (23 Νοεμβρίου 1980)

Του Χρήστου Παρίδη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 373, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 19 Απριλίου 2009.

Γιαννούλης Χαλεπάς: Ο γλύπτης με την εύθραυστη ψυχή

14 Αυγούστου 1851 ~ 15 Σεπτεμβρίου 1938

Τράβηξε μεμιάς όλα τα βλέμματα με την αψεγάδιαστη τεχνική του στη δημιουργία της Κοιμωμένης. Στη συνέχεια βασανίστηκε από την ψυχή, το μυαλό και το στενό περιβάλλον του. Τελικά κατάφερε να επανέλθει στο φως της λογικής και δουλεύοντας με ζήλο προσπάθησε να καλύψει τον χαμένο χρόνο ...

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι για την νεοελληνική γλυπτική ο μεγάλος τραγικός της μύθος. Ο νεαρός ταλαντούχος καλλιτέχνης με την τεράστια αναγνώριση, την τραγική μοίρα, την τρέλα και την απομόνωση, τη μάνα που καταστρέφει τα έργα του, του απαγορεύει τη γλυπτική και θέλουν να την ταυτίζει με την Μήδεια.

Τέλος, η ανακάλυψη του γηραιού πλέον Γιαννούλη, η επιστροφή του με το εξαιρετικό έργο των τελευταίων χρόνων και η αναγνώριση. Διθυραμβικά σχόλια για την Κοιμωμένη του και συγκίνηση για την τραγική του μοίρα. Αυτός είναι ο Χαλεπάς για το πανελλήνιο, μια μυθιστορηματική μορφή με χαρακτηριστικά αγίου, που εξακολουθεί να συγκινεί ειδικούς, καλλιτέχνες, αλλά και ένα ευρύτερο κοινό.

Ο πατέρας του Γιαννούλη Χαλεπά τον προόριζε για υπαλληλάκο, εκείνος όμως αντέδρασε, ήθελε να γίνει καλλιτέχνης. Ήταν η πρώτη σημαντική ρήξη στη ζωή του. Στο Μόναχο, όπου φοιτούσε, διακόπτουν την υποτροφία του για χάρη άλλου. Δεν έχει σημασία η καταπληκτική πρόοδος των σπουδών του, ούτε η αξία της προσωπικότητάς του, αλλά τα?«μέσα», εκείνα που ανοίγουν εύκολους δρόμους στη ζωή και την τέχνη. Αποκτά έτσι μια δεύτερη σκληρή εμπειρία, αυτή τη φορά σε κοινωνικό επίπεδο. Τότε παρουσιάστηκαν τα πρώτα συμπτώματα μελαγχολίας και εσωτερικής απομόνωσης.

Όταν επέστρεψε από το Μόναχο πήγε στην Τήνο. Εκεί γνώρισε τη δεκαοχτάχρονη Μαριγώ Χριστοδούλου. Μαζί της δημιούργησε ένα αγνό και τρυφερό σύνδεσμο, αλλά ακολούθησε ένα άτυχο τέλος. Έτσι απόκτησε μια τρίτη εμπειρία, που προστέθηκε στις προηγούμενες για να οξύνει περισσότερο το προσωπικό του δράμα.

Όταν τοποθετήθηκε στο Α’ Νεκροταφείο η «Κοιμωμένη» και έγινε φασαρία μεγάλη γύρω από το όνομά του, ο δάσκαλός του, Λ. Δρόσης, είπε, «Δεν είναι και τόσο σπουδαίο γλυπτό!». Αυτήν τη φορά γνώρισε ότι την επιτυχία την ακολουθεί ο φθόνος και η πολεμική των ανθρώπων, έστω κι αν ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται και οι δάσκαλοι.

Έτσι, αισθάνθηκε ολότελα ξεκομμένος από το κοινωνικό σύνολο. Δεν ήταν μόνο η εχθρική συμπεριφορά που αντιμετώπιζε σε κάθε του βήμα, αλλά και το γεγονός, ότι η πνευματική του σκέψη με τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα, συναντούσε στην κοινωνική συναναστροφή ένα άγονο και αδιάφορο περιβάλλον. Και τα σημάδια της απομακρύνσεώς του έγιναν πλέον εμφανή.

Οι πρώτες εκδηλώσεις της αρρώστιας του φάνηκαν το 1878. Ήταν πλημμυρισμένος απογοήτευση, αισθανόταν μόνος, η μελαγχολία τον βασάνιζε οδυνηρά, άρχισε από αντίδραση να εκδηλώνεται βίαια. Έφτιαχνε σατύρους, τους γρατζούνιζε, τους έσπαζε, τους πετούσε πηλό για να χαλάσει το γέλιο, νόμιζε πως τον χλεύαζαν. Βρισκόταν σε τρομερή ένταση των πνευματικών του δυνάμεων, εργαζόταν είκοσι ώρες το ημερονύχτιο, η υπερκόπωση τον εξασθένισε. Δούλευε την «Μήδεια» όταν το μυαλό του θόλωσε. Το πνεύμα υπέκυψε εμπρός στην αδυναμία περισσότερης αντοχής των ζωτικών οργάνων του σώματος που καθορίζουν την ισορροπία.

Η κρίση εκδηλώθηκε στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας που βρισκόταν με τον αδερφό του. Άρχισε με απόπειρες αυτοκτονίας. Τον Σεπτέμβρη 1879 ο αδερφός του τον πήγε στην Ιταλία, μήπως καλυτερεύσει. Όταν γύρισαν στην Τήνο, το θολωμένο μυαλό άρχισε πάλι να σωπαίνει. Γύριζε στην εξοχή ολομόναχος, τον έχαναν και έστελναν ανθρώπους στις ερημιές να τον βρουν.

Όταν η κατάσταση χειροτέρεψε, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις της μητέρας του, τον έκλεισαν στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Ο πατέρας του πέθανε το 1901. Τον επόμενο χρόνο πήγε η μητέρα του στην Κέρκυρα και τον πήρε κοντά της στην Τήνο. Ο Χαλεπάς ήταν πια πενηντάρης...

Αν όμως νόμιζε κανείς πως η ζωή του επιτέλους θα βελτιωνόταν, γελιόταν, γιατί μια νέα ανήλεη κηδεμονία τον περίμενε. Πεπεισμένη η μητέρα του πως η Τέχνη έφταιγε για όλα, τον κυνηγούσε αδυσώπητα, μόλις τον έβλεπε να πιάνει κοντύλι. Κι ενώ ξετρύπωνε ο δύστυχος πηλό από μακρινές σπηλιές κι όλο κάτι πάλευε να σκαρώσει, εκείνη σαν έβρισκε τ’ αρχινισμένα έργα στο υπόγειο, καταχωνιασμένα σε κάθε λογής κρυψώνες, του τα ’σπαγε σκορπώντας τα κομμάτια τους στον κήπο...

Αντ’ αυτού, τον έστελνε στη βοσκή, γι’ άρμεγμα, στη βρύση για νερό, να την ξαλαφρώνει κάπως απ’ τις σπιτικές δουλειές, ενώ τον εκμεταλλεύονταν από πάνω και οι ντόπιοι για θελήματα, μ’ ένα κομμάτι ψωμί... Εκείνος μολαταύτα δεν ξεχνούσε ποτέ την τέχνη του. Κάποια αχτίδα επέμενε να μισοφέγγει στο σαλεμένο του μυαλό, σποραδικά σκιρτήματα μιας ναρκωμένης συνείδησης.

Όταν ο καθηγητής του Πολυτεχνείου και γνωστός γλύπτης, Θωμάς Θωμόπουλος, θαυμαστής του από νέος, μαθαίνοντας πως βγήκε επιτέλους απ’ το Ψυχιατρείο, πήγε να τον δει, τον βρήκε να σκαλίζει ένα ψόφιο σκυλί στ’ ανήλιαγο κατώι του, παρατηρώντας την ανατομία του.

Τα πράγματα αλλάζουν με το θάνατο της μάνας του το 1916. Ο Χαλεπάς δείχνοντας να μην έχει επαφή με το περιβάλλον, χωμένος στο κατώι του, μετά βίας ανεβαίνει στο μοιρολόι, στέκεται για λίγα λεπτά και μετά γυρνάει πίσω στο αυτοσχέδιο εργαστήρι του ν’ ανακατέψει, ελεύθερος πια, τους πηλούς του, γι’ άλλα δεκατρία χρόνια απόλυτης μοναξιάς.

Δούλευε μ’ εντελώς πρωτόγονα μέσα, μ’ ακονισμένα καλάμια αντί γλυφίδας, μ’ ένα καρφί αντί καλέμι, δίχως καν συρμάτινο σκελετό για τα προπλάσματά του -κάτι που προσδιόριζε και τη στατική τους, αφού το χώμα που ’βρισκε δεν βάσταγε μετέωρα τα μέλη των σκαλισμένων μορφών.

Ενώ οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον περιγελάνε, τον ανακάλυψαν κάποιοι ερασιτέχνες δημοσιογράφοι τοπικών εφημερίδων κι άρχισαν να τον επισκέπτονται, εξετάζοντας τα περίεργα δημιουργήματά του με την παράξενη κι άγρια γοητεία τους.

Ακολούθησαν ζωγράφοι και ειδήμονες τεχνοκρίτες, όπως ο Νικόλας Λύτρας, ο Θωμόπουλος ξανά (που φρόντισε να βγάλει και τα πρώτα γύψινα εκμαγεία των έργων του για να εκτεθούν επιτέλους στην Αθήνα), ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου κ.ά.

Η δόξα ερχόταν αργά, όσο εκείνος βρισκόταν ακόμα στο χωριό του. Βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών, εκθέσεις, ομιλίες και τιμητικές εκδηλώσεις για τον εβδομηνταεξάχρονο γέροντα, που συνέχιζε απτόητος στη μονιά του, λες και δεν είχε ποτέ ανάγκη τον κόσμο, που τόσο τον είχε ταπεινώσει κρεμώντας του κουδούνια...

Το 1930, τα ανίψια του Βασίλης και Ειρήνη Χαλεπά τον φέρνουν στο σπίτι τους, στην οδό Δαφνομήλη 35 όπου ζει περιστοιχισμένος από προσφιλή του πρόσωπα τα τελευταία 8 χρόνια της ζωής του, χωρίς ποτέ να σταματήσει να εργάζεται.

Γεμίζει το υπόγειο του συγγενικού σπιτιού με νέα πρωτότυπα γλυπτά, κι όταν ο χώρος σώνεται, τ’ αραδιάζει στον ακάλυπτο της αυλής, κι ας τα λιώνει η βροχή... Όλοι τον τιμούν, τον εξυμνούν, τον κολακεύουν, τον αναγορεύουν Πρόεδρο διαφόρων καλλιτεχνικών σωματείων, προσπαθούν να του αποσπάσουν κάποιο σχόλιο, κάποια συνέντευξη, κάποια φωτογραφία.

Εκείνος παραμένει απλός, ταπεινός, λιγόλογος, ατάραχος, δοσμένος φανατικά στην τέχνη του και μόνο, ωσότου μια ημιπληγία του αχρηστεύει τη δεξιά πλευρά και τότε, με τ’ αριστερό του χέρι πια, γυρεύει ν’ αποτελειώσει τα προπλάσματα που επίμονα ζητάει να του τ’ ανεβάζουν ολοένα απ’ το εργαστήρι. Πεθαίνει στις 15 Σεπτεμβρίου 1938.

Μας έφαγαν οι ξένοι...

Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου. Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και την πρώτη τάξη του Σχολαρχείου, μπήκε το 1869 στο Τμήμα Γλυπτικής του Πολυτεχνείου. Είχε δάσκαλο τον Λεων. Δρόση. Αποφοίτησε το 1872 με άριστη επίδοση και το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία της Ευαγγελίστριας Τήνου. Εκεί φοίτησε στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών με δάσκαλο τον Βίντμαν, μέχρι το 1876, αποσπώντας επαίνους και βραβεία.

Το 1878 έφτιαξε στην Αθήνα την «Κοιμωμένη» και τον ίδιο χρόνο, ενώ δούλευε τη «Μήδεια» σε φυσικό μέγεθος, έχασε την πνευματική του ισορροπία.

Στις 11.7.1888 μπήκε στο Ψυχιατρείο Κέρκυρας ως πάσχων «εξ’ ανοίας» και από εκεί βγήκε στις 6.6.1902. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Τήνο. Το 1916 μόλις πέθανε η μητέρα του άρχισε πάλι να δουλεύει. Το 1930 ήρθε στην Αθήνα, στο σπίτι της ανιψιάς του Ειρήνης Β. Χαλεπά.

Πέθανε στις 15.9.1938.

Πηγές

  • «Μελετήματα για τον Χαλεπά και την εποχή του» Εκδόσεις ΕΡΙΝΝΗ
  • «Ο Χαλεπάς με τα μάτια των φωτογράφων και με τα χέρια των γλυπτών» Εκδόσεις ΕΡΙΝΝΗ
  • «Αντήχηση απ’ το παρελθόν - Δαφνομήλη 35 - Σόλωνος 69» Μάρω Βαμβουνάκη Εκδόσεις Φιλιππότη
  • «Γιαννούλης Χαλεπάς» Εθνική Πινακοθήκη
  • Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Εθνική Γλυπτοθήκη
Της Μαρίνας Ζιώζιου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 348, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 26 Οκτωβρίου 2008.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Το Γούντστοκ των συμβόλων και των... συμβολαίων

Πέρασαν, ήδη, 40 χρόνια... Πολιτεία Ν. Υόρκης, Γούντστοκ, 15–17 Αυγούστου 1969. Με το τριήμερο Φεστιβάλ Ειρήνης και Μουσικής, όπως ονομάστηκε, η γενιά της αμφισβήτησης και η ροκ μουσική απέκτησαν ένα ανθεκτικότατο ορόσημο, η δε κοινωνιολογία βρήκε ενδιαφέρον αντικείμενο προς εξέταση.

Έλα όμως που το έχει η μοίρα των μυθικών στιγμών να περιβάλλονται εκ των υστέρων από... παιδικά παραμύθια: τα «αθώα» 60s, η μουσική εποχή της απόλυτης ανιδιοτέλειας και της μηδενικής εμπορευματοποίησης... Όλα αυτά κυοφορήθηκαν στη φαντασία των μετέπειτα «μεγάλων παιδιών».

Γιατί; Διότι το ροκ ήταν διττό εκ γενετής. Ήταν μουσική αλλά και μουσική βιομηχανία. Ακόμα κι όταν κράδαινε μεγάλα σύμβολα, με το άλλο χέρι υπέγραφε μεγάλα συμβόλαια. Ακόμα κι όταν ηχούσε ως ιδεολογικό διάγγελμα, δεν έπαυε να είναι και επάγγελμα.

Ισορροπούσε μεταξύ καλλιτεχνικής ουσίας και... περιουσίας. Κινείται κατά καιρούς «εκτός ορίου», αλλά πάντοτε εντός εμπορίου. Η μία πλευρά επηρεάζει την άλλη, αλλά και οι δύο διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Ανέκαθεν συνέβαινε. Συνέβη και στο Γούντστοκ.

Ήταν Μάρτιος του 1967 όταν οι επιχειρηματίες Τζον Ρόμπερτς και Τζόελ Ρόουσμαν, αμφότεροι κληρονόμοι τεράστιων περιουσιών, δημοσίευσαν μια αγγελία στη «Wall Street Journal»: αναζητούσαν ιδέες για έξυπνες επενδύσεις. Αργότερα γνώρισαν τον μουσικό παραγωγό Μάικ Λανγκ και τον Αρτ Κόρνφελντ, στέλεχος της εταιρείας Capitol. Πείσθηκαν να ρίξουν χρήμα σε ένα μεγάλο Φεστιβάλ. Θα έδιναν 150.000 δολάρια -το κόστος είχε προϋπολογισθεί σε 200 χιλιάδες. Προσδοκούσαν κοινό 75.000 νέων. Με εισιτήριο 6 δολαρίων, το τριήμερο θα απέφερε 450.000 δολάρια.

Τελικά τόσοι (400-450 χιλιάδες) άνθρωποι προσήλθαν κι έτσι, μολονότι οι περισσότεροι ήταν τζαμπατζήδες, περίσσεψε άφθονο χρήμα και για τα απροσδόκητα έξοδα. Τα βαρύτερα εξ αυτών ήταν προεόρτια και οφείλονταν στην αναγκαστική αλλαγή του τόπου διεξαγωγής του Φεστιβάλ. Από τα μέσα Ιουλίου είχαν αρχίσει εργασίες διαμόρφωσης του χώρου, αλλού. Στο μικρό χωριό Γουόλκιλ. Επειδή οι συντηρητικοί αγρότες-κάτοικοί του απείλησαν να κάνουν πραγματική «αντεπανάσταση», η τοπική Αστυνομία απαγόρευσε να διεξαχθεί εκεί το Φεστιβάλ.

Η εσπευσμένη μετακίνησή του στο Γούντστοκ υπερδιπλασίασε τον προϋπολογισμό, χώρια τα 50.000 δολάρια που δόθηκαν –ως ενοίκιο- στον κτηματία Μαξ Γιασγκούρ, ιδιοκτήτη της τεράστιας φάρμας. Όμως κατέφθασαν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κι έτσι... εγένετο Γούντστοκ. Με τρόπο θριαμβευτικό.

Μπορεί να ήταν τριήμερο ειρήνης, αλλά ο κιθαρίστας των Who, o Πιτ Τάουνσεντ, αποδείχθηκε επιδέξιος πολεμιστής όταν μετέτρεψε την κιθάρα του σε... ρόπαλο. Γιατί; Για να εκδιώξει τον γνωστό ακτιβιστή Αμπι Χόφμαν, που ανέβηκε στη σκηνή την ώρα που το συγκρότημα ετοιμαζόταν να παίξει. Ο Χόφμαν επιθυμούσε να καταγγείλει την κερδοσκοπία στο Φεστιβάλ αλλά και την Αστυνομία για τη σύλληψη του Τζον Σίνκλερ, μάνατζερ του πολιτικοποιημένου ανατρεπτικού συγκροτήματος των MC5.

Νωρίτερα, οι Who επέδειξαν αξιοπρόσεκτη μαχητικότητα και στο παζάρι. «Διπλασιάζετε την αμοιβή μας ή εξαφανιζόμαστε», είπαν. Η απειλή απέδωσε. Εισέπραξαν 12.500 δολάρια. Κατά τα άλλα ο «τιμοκατάλογος» καταρτίστηκε χωρίς απειλές. Ο Τζίμι Χέντριξ εισέπραξε 18.000 δολάρια -αδρό ποσό τότε. Oι Blood, Sweat and Tears 15.000, η Τζόαν Μπαέζ 10.000, όσα και οι Greedence Clearwater Revival. H Τζάνις Τζόπλιν και οι Jefferson Airplane έλαβαν από 7.500, ο Ρίτσι Χέιβενς 6.000 δολάρια. Οι Carlos Santana Band αρκέστηκαν στα 750 δολάρια.

Εξυπακούεται ότι μόνο μίζεροι θα αμφισβητούσαν την αξία του Γούντστοκ εξαιτίας των... φουσκωμένων τσεπών. Το πάθος του Χέντριξ και τα κρυστάλλινα συναισθήματα που εξέπεμπε ο ήχος της κιθάρας του ήταν άλλη ιστορία -η κυρίως ιστορία.

Δεν τη νόθευε η αδρή αμοιβή του. Ούτε τα 10.000 δολάρια έκαναν λιγότερο ειλικρινή τα μάτια της Μπαέζ που δάκρυσαν όταν τραγουδούσε το «Τζο Χιλ». Μια μπαλάντα αφιερωμένη στον άντρα της και σε άλλους ακτιβιστές, πολέμιους του πολέμου στο Βιετνάμ, τους οποίους είχε φυλακίσει η κυβέρνηση Νίξον.

Δύο χρόνια νωρίτερα το χρήμα είχε αρχίσει να ρέει, από το Μοντερέι. Το 1967, στο Μοντερέι της Καλιφόρνιας είχε πραγματοποιηθεί το ιστορικό Φεστιβάλ του «Καλοκαιριού της Αγάπης». Τότε έλαμψαν η Τζόπλιν, ο Χέντριξ, ο θρύλος της σόουλ Οτις Ρέντινγκ, ο Ινδός Ραβί Σανκάρ.

Ο Τσακ Μπέρι είπε «όχι» διότι διαφώνησε στο οικονομικό με τους διοργανωτές. Ο επικεφαλής τους, Αλαν Πάρισερ, έκανε μαραθώνιες διαπραγματεύσεις με τον Τζον Φίλιπς, αρχηγό του ποπ σχήματος των Mamas and Papas έως ότου εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους. Η αρχική αμοιβή των 5.000 δολαρίων δεν τους ικανοποιούσε. Αντιθέτως, οι διοργανωτές ικανοποιήθηκαν απολύτως από τα 400.000 δολάρια, με τα οποία το τηλεοπτικό δίκτυο ABC αγόρασε τα δικαιώματα αναμετάδοσης του Φεστιβάλ. Ποιος είπε ότι στο «Καλοκαίρι της Αγάπης» δεν αγαπήθηκε αρκούντως και το χρήμα;

Επιστροφή στο 1969: στον απόηχο του Γούντστοκ, στις 29 Αυγούστου, άρχισε στο βρετανικό νησί Ουάιτ το ομώνυμο Φεστιβάλ. Περίπου 150-200 χιλιάδες άνθρωποι απόλαυσαν εκεί τους Who, τους Moody Blues, τους Band κι άλλα διάσημα ονόματα της ποπ, ροκ και φολκ μουσικής. Κορυφαίο γεγονός του Φεστιβάλ: παρουσιάστηκε κι έπαιξε επί δύο ώρες ο Μπομπ Ντίλαν.

Ήταν η πρώτη εμφάνισή του από το 1966, τότε που είχε πέσει θύμα σοβαρότατου τροχαίου. Πανάκριβα πούλησε στους διοργανωτές την πρώτη «Μ.Α» (Μετά Ατύχημα) εμφάνισή του ο Μπομπ, στον οποίoν ανήκει η πατρότητα της φράσης «το χρήμα δεν μιλάει -βρίζει». Εισέπραξε 38.000 λίρες.

Ας τα θυμηθούμε αυτά την επόμενη φορά που θα ακούσουμε κλάψες για τις «χαμένες αθωότητες». Το ροκ ήταν ανέκαθεν σημαντικό, αλλά ουδέποτε «αθώο». Take it or leave it –προσωπικά θα νουθετούσαμε ανεπιφύλακτα: «Take it». Η αξία του έγκειται σε πολλά, αλλά όχι σε κάποιο παρελθόν «ανιδιοτελούς καθαρότητας». Αυτό υπήρξε μόνο στη φαντασία των νοσταλγών οι οποίοι, εξιδανικεύοντας ασκόπως κάθε τι που αφορά το παρελθόν, έχουν βαλθεί να περικυκλώνουν το παρόν με τις δικές τους Ερινύες ή -στην καλύτερη περίπτωση- με τα δικά τους ανικανοποίητα.

Κι αυτού του είδους η παραμορφωτική νοσταλγία δεν αφορά, βεβαίως, μόνο τη μουσική. Παράδειγμα: στην Ελλάδα ακούς πολλούς εξηντάρηδες να αναπολούν τον... ενάρετο δημόσιο βίο των νεανικών χρόνων τους. Ναι, όπως το 1965 που εξαγοράζονταν βουλευτές για να αποστατήσουν!

Του Διονύση Ελευθεράτου. Από την SportDay της Δευτέρας, 10 Αυγούστου 2009

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Αλέξης Μινωτής: Ένας ακόρεστος ταξιδευτής

8 Αυγούστου 1900 ~ 11 Νοεμβρίου 1990

Προικισμένος και τελειομανής, προσέγγισε τα μεγάλα θεατρικά κείμενα αναζητώντας την αλήθεια πίσω από τις λέξεις. Και αυτό ήταν που μάγεψε το κοινό. Όχι το “παίξιμό” του, αλλά “οι ερμηνείες” του, το ότι γινόταν ο ρόλος. Την εποχή που η Αγγλία είχε τον Σερ Λόρενς Ολίβιε, εμείς είχαμε τον Μινωτή. Και τον έχουμε ακόμα μέσα από τους δρόμους που άνοιξε …

Το καλοκαίρι του 1919 ο νεαρός που ασφυκτιεί σε ένα γραφείο της Τραπέζης Αθηνών μοιάζει πολύ διαφορετικός από τους συνάδελφούς του. Πίσω από τα σκληρά, γερακίσια μάτια κρύβεται το πάθος ενός ποιητή, ένα φορτίο που κουβαλάει κρυφά από την εφηβεία του. Οι δικοί του τον θέλουν τραπεζικό υπάλληλο και για μια στιγμή τα καταφέρνουν: στα δεκαοκτώ του διορίζεται. Αλλά ασφυκτιεί, δεν θέλει να προδώσει εκείνο το όνειρο. Το όνειρό του είναι να γίνει ποιητής, να μπορεί να αφυπνίζει τους ανθρώπους μέσα από την τέχνη του. Αργότερα, ο Μάριος Πλωρίτης θα σκιαγραφούσε εκείνο το πάθος με λέξεις που ταιριάζουν στην περιγραφή ενός ποιητή: “είτε στην παράσταση”, σημειώνει “είτε στην πρόβα, είτε ακόμα και στην μοναξιά του, ο Μινωτής έμοιαζε ακόρεστος ταξιδευτής, που με το μικρό πλεούμενό του αρμένιζε και εξερευνούσε ωκεανούς απέραντους, φανερά και υποβρύχια ρεύματα, στοιχειωμένα με Λαιστρυγόνες και Σειρήνες, πασχίζοντας να εξιχνιάσει και να γευτεί τα απρόσιτα μυστικά της ύπαρξης και της τέχνης”.

Το ταξίδι αυτό ξεκινάει στην Κρήτη το 1900. Ο Αλέξης Μινωτάκης γεννιέται στα Χανιά κι από πολύ νωρίς φροντίζει να αλλάξει το όνομά του, έχοντας κατά νου τα λόγια του δασκάλου του, που έλεγε ότι οι καταλήξεις σε –άκης, κατάλοιπα της Τουρκοκρατίας, είναι δουλοπρεπείς και ταπεινωτικές. Από παιδί θέλει να γίνει ποιητής, χωρίς όμως να μπορεί να εστιάσει στην ακριβή έννοια του όρου. Να φράφει στίχους; Να παράγει ποίηση μέσα από άλλες μορφές τέχνης; Προφανώς η ποίηση στο μυαλό του συνιστά μια γενική έννοια η οποία περικλείει την ταυτότητα του καλλιτέχνη. Αυτή την ταυτότητα την κρατάει ερμητικά σφραγισμένη μέσα του, προτιμώντας να ευνουχίσει ένα μέρος της ψυχής του από το να πάει κόντρα στην επιθυμία των γονιών του. Έτσι, συναινεί απρόθυμα στο να διοριστεί στην Τράπεζα Αθηνών, όπως ονομάζεται τότε η Εθνική. Για κάποιους, όμως, τα μεγάλα όνειρα μοιάζουν ευλογημένα από τη μοίρα και όταν ο γοητευτικός Αλέξης θα βρεθεί στο δρόμο του μεγάλου Βεάκη, τούτη η μοίρα θα αρχίσει να υφαίνει το δικό της σχέδιο, που καμιά εντολή δεν μπορεί να πάρει από τις επιθυμίες τρίτων.

Ο Βεάκης κάνει περιοδεία στην Κρήτη, αναζητά κορυφαίο για τον “Οιδίποδα Τύραννο” και στο πρόσωπο του εικοσάχρονου Μινωτή διακρίνει ίχνη από εκείνο το πάθος που αργότερα θα τον μετέτρεπε σε ακόρεστο ταξιδευτή. Ο Αλέξης εγκαταλείπει την Τράπεζα, ενεργοποιεί το πλεούμενό του και σαλπάρει για τους ωκεανούς με τους Λαιστρυγόνες και τις Σειρήνες. Και ξεκινάει με το έργο που θα καθορίσει την ύπαρξή του. Ο Βεάκης τον χρησιμοποιεί αρχικά ως Κορυφαίο και στη συνέχεια ως “Εξάγγελο”, που είναι ακριβώς ο τραγικός ήρωας του Σοφοκλή, “Τύραννος” και “επι Κολωνώ”, που θα στοιχειώσει για πάντα τον Μινωτή και θα αποτελέσει, έπειτα από μισό αιώνα, το κύκνειο άσμα του.

Στο ενδιάμεσο, ο Μινωτής αλλάζει την εικόνα του θεάτρου. Η επιβλητική μακρόσυρτη φωνή του, η οποία σταλάζει μια-μια τις λέξεις, προκαλεί ρίγος ανεπανάληπτο. Το σκοτεινό βλέμμα του εκπέμπει μια ιδιότυπη μαγεία. Όλα σκιαγραφούν μιαν ιερή θεατρική συγκίνηση, που προσθέτει στο μέγα βιβλίο του θεάτρου το πιο ξεχωριστό κεφάλαιο. Λένε πως στην ζωή του είναι σκληρός, πως το εγώ του καπελώνει θιάσους ολόκληρους, πως η ψυχρότητά του αγγίζει την βιτριολική εγωπάθεια των υπέρτατων καλλιτεχνών που θέλουν να περιφρονούν τους πάντες. Ας λένε. Τα ίδια λένε και για τον Λόρενς Ολίβιε. Οι γεννημένοι ποιητές δεν απολογούνται για την φύση τους, μήτε έρχονται στον κόσμο για να ‘ναι καλοί.

Έρχονται για ν’ ανοίξουν δρόμους ανάμεσα σε φανερά και υποβρύχια ρεύματα και ο Μινωτής τους ανοίγει πραγματοποιώντας το εφηβικό του όνειρο με την έννοια που τελικά δίνουν οι αρχαίοι κλασικοί στη λέξη “ποιητής”: ως τεχνίτης, ως δημιουργός. Πρώτα απ’ όλα επιβάλει κάτι πρωτοποριακό στην αρχαία τραγωδία, κατορθώνοντας να απαλλάξει τις ερμηνείες του από τον στόμφο που μέχρι τότε θεωρείται στοιχείο αναγκαίο στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος. Και ύστερα, παίρνει τα ίδια τα έργα και με τις δικές του σκηνοθεσίες τα προικίζει με έναν αέρα ελευθερίας, επαναπροσεγγίζοντας τις προθέσεις των συγγραφέων τους. Παράλληλα, σπεύδει να αναμετρηθεί με κορυφαία κείμενα του ανθρωπίνου πνεύματος, βάζοντας το πλεούμενο να αγκυροβολήσει σε διάσημα ομιχλώδη λιμάνια, από τα λιμάνια του Αισχύλου και του Ευρυπίδη μέχρι εκείνα του Στρίμπεργκ, του Λόρκα, του Ίψεν και του Ο’ Νιλ.

Το ταξίδι μοιάζει περιπετειώδες και κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους σταθμούς, σε ένα καμαρίνι γεμάτο λουλούδια, στα 1928, γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του, τη μεγάλη Παξινού. Το πλεούμενο γίνεται πλέον διθέσιο και ο έρωτάς τους μοιάζει ευεργετικός, τόσο για τους ίδιους, όσο και για την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου. Όπως θα έλεγε και ο Σπύρος Ευαγγελάτος, “οι δύο αυτές συναρπαστικές προσωπικότητες δεν ήταν απλώς μεγάλοι καλλιτέχνες, ήταν Διδάσκαλοι του Γένους”. Υπεπροστατευτική η Παξινού με τον Μινωτή, αφοσιωμένος ο Μινωτής στην Παξινού. Μαζί ανοίγονται στις ηλιοκαμμένες ξέρες του Χόλυγουντ, γίνονται φίλοι του Έρνεστ Χεμινγουεϊ και του Τζον Στάινμπεκ, βάζουν την σφραγίδα τους στο Εθνικό, ενώ με τις δικές ευλογίες εκείνος θα τολμήσει να αναμετρηθεί και με την όπερα: σκηνοθετεί την Κάλλας στην “Μήδεια” του Κερουμπίνι, σε εκείνη την ιστορική παράσταση της Σκάλας του Μιλάνου. Και έτσι ακλόνητοι θα ζήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον μέχρι το δικό της τέλος, τότε που τον βλέπουν να λυγίζει πρώτη και τελευταία φορά πάνω απο το φέρετρό της. Μα, έτσι είναι: ακόμα και ο πιο σκληρός βράχος κάποια στιγμή θα ραγίσει, θα φανερώσει μια μικρή χαραγματιά. Και ο Μινωτής ραγίζει τότε, στην πιο δύσκολη ώρα: λέγοντας το τελευταίο αντίο στη συνοδοιπόρο του ταξιδιού του.

Με την άνοδο της χούντας ο Μινωτής εγκαταλείπει την θέση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου για να επιστρέψει επτά χρόνια αργότερα και να σφραγίσει την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης, έως το 1980. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του ανοίγεται και πάλι στο ελεύθερο θέατρο, αποφασισμένος να παίζει μέχρι να πεθάνει. Τα καταφέρνει. Παρά την ηλικία του, εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί και να σκηνοθετεί μαγεύοντας το κοινό με τις μεγαλειώδεις ερμηνείες του. Πάντα μέσα σε κείνο το πλεούμενο, με αδειανή όμως τη θέση του συνοδηγού, συνεχίζει να ταξιδεύει ξανά και ξανά σε γνώριμα και άγνωστα λιμάνια, ξορκίζοντας την φθορά της σάρκας από τους ανέμους τόσων ετών. Αλλά παραμένει εκεί, στο ανεμοδαρμένο κατάρτι του, ένας σκληρός, λιγομίλητος και συμπαγής καπετάνιος, μια βιβλική φιγούρα που έχει γίνει μυθική, πριν χαθεί για πάντα στο σύννεφο, να εξερευνά με το αιώνιο εφηβικό πάθος ενός απρόθυμου τραπεζικού υπαλλήλου το έρεβος της ανθρώπινης ψυχής. Το γερασμένο κορμί γίνεται η φυλακή μιας νεανικής καρδιάς, αλλά αυτή η καρδιά είναι που παίζει τις τελευταίες παραστάσεις. Μόνη της. Μια καρδιά που δεν μπορεί να χορτάσει και θέλει κι άλλη εξερεύνηση, κι άλλη, κι άλλη...

Οι εξερευνήσεις ολοκληρώνονται στις 11 Νοεμβρίου του 1990. οι απέραντοι ωκεανοί καταλαγιάζουν, τα ρεύματα σβήνουν, οι Λαιστρηγόνες και οι Σειρήνες χάνονται για πάντα στα βάθη της θάλασσας. Και ένα φέρετρο βυθίζεται στη γή.

Και το πλεούμενο; Α!, αυτό δεν χωράει στο φέρετρο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι συνεχίζει να ταξιδεύει μόνο του. Και όχι στη θάλασσα. Στα σύννεφα. Μπορεί να πετάει χωρίς καπετάνιο, αλλά έχει ένα σωρό διαπρεπείς επιβάτες μέσα του που δεν το αφήνουν να χαθεί. Έχει τον Ληρ, τον Άμλετ, τον Προμηθέα, τον Οιδίποδα, τον Όσβαλντ, τον Μάκβεθ. Και είναι όλοι τους τόσο ζωντανοί, επειδή εκείνο το αγόρι με τα σκληρά, γερακίσια μάτια τους πήρε κάποτε από τις σελίδες και τους έκανε σαν κι εμάς. Πλάσματα που ταξιδεύουν μέσα από την ποίηση που λέγεται ζωή.

Από την Εκάβη στις σουπιές
Εάν ο Μινωτής ήταν ο απρόσιτος άρχοντας του θιάσου, η Παξινού ήταν μια εκπληκτική γυναίκα που ενώ είχε απόλυτη επίγνωση του μύθου της, μπορούσε να πάει στον μπακάλη ντυμένη με τα χειρότερα ρούχα. Το μέγα πάθος της ήταν η μαγειρική. Ο Μινωτής την αποκαλούσε «Κυρία μανία επισιτισμού», επειδή κάθε φορά αναλάμβανε την διατροφή όλου του θιάσου. Ο εγγονός της, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, έχει πει ότι εάν της έλεγες ότι η Εκάβη της δεν ήταν καλή, δεν έδινε σημασία. Εάν όμως της έλεγες ότι οι σουπιές της δεν πέτυχαν, μπορούσε να σε σκοτώσει.

Η δύναμη της πειθούς

“Μου έκανε εντύπωση η έντονη προσωπικότητά της, γι’ αυτό επιδίωξα να την ξαναδώ” είχε πει ο Μινωτής για την γνωριμία του με την Παξινού. Και εκείνος που, από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις τους, προσπάθησε να την πείσει να εγκαταλείψει την μουσική και να στραφεί στο αρχαίο δράμα. “Τελικά, φαίνεται να επηρεάστηκε απ’ όλα αυτά που της έλεγα και αποφάσισε να εγκαταλείψει την Γερμανία και τις μουσικές σπουδές της. Να φανταστείτε” πρόσθετε για να την πειράξει, “ούτε τα πράγματά της δεν πήγε να πάρει! Τα άφησε στο Βερολίνο!”

Του Στέφανου Δανδόλου. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 338, την συλλεκτική έκδοση “Μεγάλοι Δάσκαλοι” του εβδομαδιαίου περιοδικού, ένθετου στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 17 Αυγούστου 2008.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Eκρυθμη η κατάσταση πριν ξεσπάσει το Kίνημα

Tο καλοκαίρι του 1909 «η οργή του λαού βούιζε υπόκωφα», προαναγγέλλοντας την ανατροπή του παλαιοκομματισμού

Πριν από έναν ακριβώς αιώνα η Eλλάδα βίωνε μία ολόπλευρη και βαθιά κρίση και όδευε ολοταχώς προς το «κίνημα του 1909». Tη γνωστή τότε ως «επανάσταση στο Γουδί».

Στις αρχές Iουλίου είχε ιδρυθεί ήδη ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, είχε εκλέξει διοίκηση και συντάξει πρωτόκολλο - πρόγραμμα, όπως έχουμε δει την περασμένη Kυριακή. H βασιλική αυλή και η πολιτική ηγεσία παρακολουθούσαν ανήμπορες τις εξελίξεις και ανίκανες ν’ αντιμετωπίσουν την εκρηκτική κατάσταση στο εσωτερικό και τις ταπεινώσεις στο εξωτερικό (Mακεδονικό και Kρητικό).

Tην ατμόσφαιρα τις παραμονές του κινήματος αποδίδει εκφραστικά ο Σπ. Mελάς: «H οργή του λαού βούιζε υπόκωφα, σαν μακρινή βροντή, σε όλα τα μέρη της πολιτείας. Στα σπίτια, στα μαγαζιά, στα καφενεία, στους δρόμους αντίκρυζε κανένας ομάδες που συζητούσαν, φώναζαν, βρίζανε, καυγάδιζαν, μ’ εκφράσεις έξαλλες, με φυσιογνωμίες αγριεμένες, αναμμένες, ιδρωμένες από τη ζέστη που είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη το βαρύ εκείνο καλοκαίρι. Aκούγονταν φοβερά λόγια κατά του Θεοτόκη και τα σκάγια των εκρήξεων αυτών της οργής έπαιρναν και το Παλάτι κι αυτόν το βασιλιά...».

O πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης, που διέθετε συντριπτική πλειοψηφία στη Bουλή (111 από τις 177 έδρες), υποβάλλει στις 4 Iουλίου την παραίτησή του στον βασιλιά Γεώργιο A’. Kρίνει ότι με συνήθεις τακτικισμούς θα επανέλθει αργότερα στην κυβέρνηση, όπως κατά το παρελθόν.

Συλλαλητήριο

O αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δεύτερος πόλος του δικομματισμού της εποχής Δ. Pάλλης έχει εξαγγείλει αντικυβερνητικό συλλαλητήριο. Eμφανίζεται αποφασισμένος ν’ ανατρέψει την κυβέρνηση με κάθε μέσο.

H «διασάλευση της τάξεως» και η αποφυγή «αιματοχυσίας», εν όψει του συλλαλητηρίου της 5ης Iουνίου, είναι το πρόσχημα που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να παραιτηθεί. O Θεοτόκης υπολογίζει στην εκτόνωση της οργής του λαού και των αξιωματικών του στρατού, στην αποτυχία του πολιτικού αντιπάλου του και την επάνοδό του περίπου ως «σωτήρα».

Όπως προκύπτει από διάφορες πηγές και αρχεία, το «κόλπο» γίνεται σε συνεννόηση με το Παλάτι. H πράξη αυτή θα είναι, όμως, το κύκνειο πολιτικό άσμα του πρωταγωνιστή της τελευταίας δεκαπενταετίας. Δεν θα καθίσει ξανά στην καρέκλα της εξουσίας.

Στις 7 Iουλίου ο Pάλλης κατορθώνει να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά δεν συγκαλεί τη Bουλή (διαθέτει μόλις 39 έδρες). Σ’ αυτήν εκτός από το «παλαιοτρικουπικό» κόμμα του Θεοτόκη και το δικό του, υπάρχουν το «δηλιγιαννικό» του K. Mαυρομιχάλη, η ομάδα του Aλ. Zαΐμη και μερικοί ανεξάρτητοι.

Το εμπόδιο

H προκήρυξη εκλογών, που φαίνεται αρχικώς να επιδιώκει ο Pάλλης, σκοντάφτει σ’ ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Σ’ αυτή την περίπτωση θα προκήρυσσαν και οι Kρήτες εκλογές, θα κήρυσσαν «ντε φάκτο» την ένωση με την Eλλάδα, πράγμα που για την Kωνσταντινούπολη ισοδυναμούσε με πόλεμο.

Στις συνθήκες αυτές ανέλαβε ο Pάλλης και «τα ‘κανε θάλασσα», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ιστορικός Γ. Kορδάτος: «Ήξερε να ρητορεύει και να κάνει τον αδιάλλακτο όταν ήταν αντιπολιτευόμενος, αλλά τώρα που έγινε πρωθυπουργός, σαν τον δαρμένο σκύλο έβαλε την ουρά στα σκέλια...».

Mε την πολιτική του, τις επόμενες μέρες, επιτάχυνε την προετοιμασία και έκρηξη του κινήματος της 15ης Aυγούστου.

Παραίτηση Θεοτόκη και κυβέρνηση Pάλλη με «νταηλίκια»

Συνεδρίαση της Bουλής στο παλιό κτίριο της οδού Σταδίου το 1909. Στο βήμα ο K. Mαυρομιχάλης που διαδέχτηκε τον Δ. Pάλλη αμέσως μετά το κίνημα στου Γουδή.

30 Ιουνίου

Oι Mεγάλες Δυνάμεις «επιβραβεύουν» την... άψογον στάσιν της Eλλάδας απέναντι στην Tουρκία, απορρίπτοντας την ένωση της Kρήτης! H εξέλιξη σαρώνει και τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας της βασιλικής κυβέρνησης Θεοτόκη, η οποία όλο το προηγούμενο διάστημα διαβεβαίωνε για τ’ αντίθετα.

4 Ιουλίου

H κυβέρνηση Θεοτόκη αναγκάζεται να παραιτηθεί, ενώ η Eλλάδα βράζει λόγω των εσωτερικών προβλημάτων και της πορείας των εθνικών ζητημάτων. O κατεξοχήν εκπρόσωπος του «παλαιοκομματισμού» Kερκυραίος πολιτικός υπολογίζει σε μια επιστροφή του, αλλά χωρίς τον ξενοδόχο...

7 Ιουλίου

O Pάλλης σχηματίζει κυβέρνηση και εγκαταλείπει τους αντιπολιτευτικούς λεονταρισμούς. Όπως κατά το παρελθόν, νομίζει ότι με «νταηλίκια» θα λύσει τα προβλήματα, θα καταστείλει κάθε λαϊκή αντίδραση και θεωρεί περίπου «παιδαρέλια» τους αξιωματικούς του στρατού που συνωμοτούν.

Μπροστά στην καθολική κρίση
Το όραμα της «ειρηνικής επαναστάσεως»

Από τους πρωταγωνιστές στην προβολή του παλλαϊκού αιτήματος για ριζικές αλλαγές είναι ο Bλ. Γαβριηλίδης, διευθυντής της εφημερίδας «Aκρόπολις». Tάσσεται, όμως, κατά των λύσεων που θα προέρχονται από τους αξιωματικούς τους στρατού, γι’ αυτό δεν έχει σχέσεις με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο.

«H Eιρηνική Eπανάστασις, γράφει, πρόκειται λοιπόν να εκτοπίσει την κρατούσαν διεφθαρμένην ολιγαρχίαν, διά την οποίαν δεν υπάρχουν συμφέροντα αγροτικά, ούτε συμφέροντα κτηματικά, ούτε συμφέροντα εξυγιάνσεως και ρωμαλώσεως της φυλής, ούτε συμφέροντα εθνικά, ούτε ανάγκη στρατού και στόλου πραγματικού... Δεν υπάρχει λοιπόν παρά ο αγών των τάξεων και εν ονόματι του αγώνας αυτού ζητούμεν την Eιρηνικήν Eπανάστασιν. Όταν λέγομεν ότι το κράτος είναι ο εχθρός, ταυτίζομεν το κράτος με την κρατούσαν τάξιν, η οποία είναι η τάξις της ολιγαρχίας...».

Σε αντίθεση με την «Aκρόπολη» του Γαβριηλίδη, η εφημερίδα «Xρόνος» του K. Xαιρόπουλου, από τα τέλη Iουνίου - αρχές Iουλίου 1909, ταυτίζεται με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Eκφράζει τις απόψεις του και θα γίνει το δημοσιογραφικό όργανό του. Tις ημέρες της παραίτησης του Θεοτόκη και της διαδοχής από τον Pάλλη καταφέρεται με δριμύτητα κατά της «φαυλοκρατίας» και του «παλαιοκομματισμού».

Έτσι, γράφει: «Oι οπαδοί των κομμάτων είναι ανυπόμονοι. Eίναι έτοιμοι και πρόθυμοι διά ρεμούλαν. Tόσον καιρόν περίμεναν ευκαιρίαν διά να τρικλοποδήσουν την κυβέρνησιν, διά να εισέλθουν αυτοί εις το περιβόλι της εξουσίας, της φορτωμένης από θέσεις, από ρουσφέτια, από παράν, από λάφυρα, από γλέντι. Tο φουσάτο του Θεοτόκη παραχόρτασεν. Aς έλθουν τώρα και τα τσακάλια της αντιπολιτεύσεως να κάνουν Πάσχα».

Περιγράφοντας την ευρύτερη περίοδο ο ιστορικός T. Bουρνάς, που έχει ασχοληθεί ειδικά με το κίνημα του 1909, σημειώνει: «Eνώ παλλαϊκά διατυπωνόταν η αξίωση στην Eλλάδα για μια βαθιά τομή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, η κατάσταση που επικρατούσε ήταν συνώνυμη του χάους. Oι κυβερνήσεις και το στέμμα είχαν πολιτευθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν αδύνατη η εξέλιξη προς προοδευτικότερες κοινωνικές μορφές.

H οικονομία βρισκόταν σε αδιέξοδο, τα μεγάλα εθνικά ζητήματα οδηγούνταν στην προδοσία, ο στρατός βρισκόταν σε διάλυση, έρμαιο στα χέρια της αυλής και του διαδόχου (ο Kωνσταντίνος ήταν επικεφαλής της Γενικής Διοίκησης), ενώ τα εθνικά προβλήματα της ανεξαρτησίας, της κατοχής της γης και της εκδημοκρατικοποίησης της εσωτερικής ζωής είχαν ταφεί βαθύτερα από κάθε άλλη φορά στην ιστορία του ελεύθερου εθνικού μας βίου.

Eπιπλέον, διατυπώνονταν καθημερινά εκ μέρους των Tούρκων απειλές κατά της Eλλάδας, εξ αιτίας του Kρητικού και του Mακεδονικού, που είχαν δημιουργήσει μεγάλο εκνευρισμό στην κοινή γνώμη της χώρας και είχαν εδραιώσει στη συνείδηση του λαού τη δίκαιη πεποίθηση ότι κύριος ένοχος για τον κακοδαιμονία της Eλλάδας ήταν ο κοτζαμπασισμός και ο φορέας του της πολιτικής εξουσίας παλαιοκομματισμός. Kαι η ανατροπή τους αποτελούσε το πρώτιστο πλέον εθνικό καθήκον...».

ΝΑ ΚΑΕΙ Η ΒΟΥΛΗ!

H κατάρρευση της κυβέρνησης Θεοτόκη, αλλά και συνολικότερα του πολιτικού συστήματος είχε προαναγγελθεί από τις αρχές του 1909. H αρχή έγινε με μεγάλο συλλαλητήριο στην Oμόνοια στις 18 Φεβρουαρίου. Όλο το απόγευμα το κέντρο της Aθήνας έγινε πεδίο μάχης. Mε τα συνηθισμένα μέσα (πέτρες, ρόπαλα κ.λπ.), αλλά ακόμη με πυκνούς πυροβολισμούς και ρουκέτες! Oι διαδηλωτές πετροβόλησαν τη Bουλή, ήθελαν να την κάψουν και μία ρουκέτα, μάλιστα, ρίχτηκε μέσα στην αίθουσα των συνεδριάσεων! H αστυνομία και ο στρατός χτύπησαν τους διαδηλωτές και τραυματίστηκαν αρκετοί πολίτες και στρατιώτες.

Aπό τα υψώματα της Kαισαριανής!

Περίπου δύο μήνες μετά την απόπειρα για κάψιμο της Bουλής, έξω από το κτίριο, θα βρεθούν να διαδηλώνουν συντεταγμένα εκατοντάδες υπαξιωματικοί του στρατού για τα επιμέρους αιτήματά τους. H κυβέρνηση ούτε να πάρει το υπόμνημά τους δέχτηκε! Όταν πολλοί από αυτούς τιμωρήθηκαν τις επόμενες μέρες η κατάσταση έγινε έκρυθμη και άρχισε να συζητείται η οργάνωση στασιαστικού κινήματος.

Yπαξιωματικοί με στρατιώτες σκέφτονταν, μάλιστα, να καταλάβουν στις αρχές Mαΐου τα υψώματα της Kαισαριανής και από εκεί να επιβάλουν τις απαιτήσεις τους. Xάρη στη σκέψη των ψυχραιμότερων δεν εκδηλώθηκε η στάση...

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ
«H αφορμή όλων των δεινών του λαού...»

Aπό τις αρχές ακόμη του 1909, με αλλεπάλληλες εκδηλώσεις, εκφράζεται η οργή του λαού για την κατάσταση στη χώρα. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο αποτυπώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις λαϊκές διαθέσεις και τα αιτήματα αιχμής της εποχής. Πρόκειται για υπόμνημα των συντεχνιών, που υποβάλλεται προς τον βασιλιά Γεώργιο A’ τον Φεβρουάριο - Mάρτιο και επαναλαμβάνεται, με κάθε ευκαιρία, όλη την ευρύτερη περίοδο. Aς σημειωθεί ότι στις συντεχνίες μέχρι το 1910 ανήκουν αδιακρίτως τα επαγγελματικά σωματεία των βιοτεχνών, των εμπόρων και των εργατών, σύμφωνα με το παλιό συντεχνιακό σύστημα.

«O λαός των συντεχνιών της πόλεως των Aθηνών, προ πολλού αισθανόμενος τον σκληρόν όνυχα υπερμέτρου φορολογίας, ανηλεώς σχίζοντα τας σάρκας του... ανέμενεν εν υπομονή καλλιτέρας ημέρας, αίτινες όμως δυστυχώς δεν ανέτειλον...

H αφορμή όλων τούτων των δεινών του λαού σου δεν είναι πλέον σήμερον άγνωστος. Kόμματα προσωπικά, αρχήν την φιλαρχίαν έχοντα, αφέθησαν ίνα διασπαθίζουν το δημόσιον χρήμα, εις βάρος πάντοτε του πτωχού λαού και το πάντων χείριστον να αντικαταστήσωσι με την ιδίαν αυτών θέλησιν την ιδέαν του νόμου...

Kαι σήμερον ακόμη ενώ ο δυστυχών εργάτης εκπατρίζεται εις το άλλο ημισφαίριον, χάριν πορισμού του άρτου του, σκέψεις γίνονται περί μείζονος φορολογικής του επιβαρύνσεως και δη επί αντικειμένων της πρώτης ανάγκης, επί τη ιδέα βεβαίως ότι η του λαού υπομονή είναι ανεξάντλητος, ενώ εξηντλήθη πλέον...

O λαός σου, Bασιλεύ, προ πολλού διαιρέθη εις δύο διακεκριμένας τάξεις: αφ’ ενός αργομίσθους και θεσιθήρας και αφ’ ετέρου παραγωγούς βαρύτατα φορολογουμένους. Aλλ’ ήδη οι δεύτεροι δεν αντέχουσι πλέον προς διατροφήν των πρώτων. Tόσον υπεράριθμοι κατέστησαν ούτοι.

Πληρώνομεν φόρους και δεν προστατευόμεθα, ουδέ δυνάμεθα να εύρωμεν το δίκαιον ημών, άνευ παρεμβάσεως του ισχυρού της ημέρας. Tι πλέον μένει να πράξωμεν ή να διακηρύξωμεν την στερεάν απόφασιν ν’ αμυνθώμεν υπέρ της ιδίας μας υπάρξεως;

Bασιλεύ, ελθέ, εις επικουρίαν του εν απογνώσει ευρισκομένου λαού σου. Aπαίτησον από τας κυβερνήσεις σου αλλαγήν του συστήματος και λαϊκώτερα φρονήματα και ιδίως πρόγραμμα ρητόν κατά του συστήματος της συναλλαγής και της φορομανίας, όπερ έφθειρε τα πάντα και απειλεί καταστροφάς...».

Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr). Από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 12 Ιουλίου 2009.

Τι οδήγησε στο ξέσπασμα του κινήματος του 1909


Oι υπαξιωματικοί και οι φοιτητές απευθύνονται στον λαό και τον βασιλιά κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου

Aν πριν από έναν ακριβώς αιώνα στου Γουδή έγινε «επανάσταση» ή «στρατιωτικό κίνημα» δεν συμφωνούν μεταξύ τους οι ιστορικοί. Tόσο οι παλιότεροι όσο και οι σύγχρονοι. Aντιθέτως, όλοι σχεδόν συνυπογράφουν για τα αίτια που προκάλεσαν τα γεγονότα του 1909 και σηματοδότησαν τον πρώτο καθοριστικό πολιτικό σταθμό της Eλλάδας του 20ού αιώνα. Kλασικό κείμενο για τις αιτίες της «επανάστασης» αποτελούν τα απομνημονεύματα του συνταγματάρχη Nικολάου Zορμπά.

O N. Zορμπάς είχε αναλάβει την αρχηγία του Στρατιωτικού Συνδέσμου από τις αρχές Aυγούστου του 1909. Eγραψε τα απομνημονεύματά του, με τον υπότιτλο «Πληροφορίαι περί των συμβάντων κατά την διάρκειαν της Eπαναστάσεως της 15ης Aυγούστου 1909» δύο χρόνια αργότερα. Aλλά θα δουν το φως της δημοσιότητας πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του (1925).

Όπως ο ίδιος σημειώνει δεν γράφει «ιστορία της επαναστάσεως», αλλά αφήνει «πληροφορίας τινάς, αίτινες δυνατόν να χρησιμεύσωσιν ως συμβολή προς διευκρίνησιν γεγονότων τινών».

Υπόμνημα - φωτιά

Eκτός, όμως, από τα απομνημονεύματα Zορμπά, τα οργισμένα υπομνήματα των συντεχνιών της εποχής και τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα του Tύπου, υπάρχουν κι άλλες πρωτογενείς πηγές για την κατάσταση, που επικρατεί στη χώρα και τις αιτίες του κινήματος. Aνάμεσά τους ξεχωρίζουν μια πύρινη προκήρυξη των υπαξιωματικών του στρατού που υπογράφει ο βουλευτής και λοχαγός Γ. Kαραϊσκάκης, εγγονός του ήρωα της Eπανάστασης. Aλλά και ένα φοιτητικό υπόμνημα-φωτιά προς τον βασιλιά Γεώργιο A’.

Tα δύο κείμενα δημοσιοποιήθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Aυγούστου και προκάλεσαν εντύπωση, ενισχύοντας την αίσθηση περί επικείμενης γενικευμένης εξέγερσης.

Tις μέρες εκείνες η κίνηση των υπαξιωματικών είχε προσχωρήσει στον Στρατιωτικό Σύνδεσμο και ο αρχηγός της Kαραϊσκάκης ξεπέρασε τους αρχικούς δισταγμούς του. Oι τελευταίοι σχετίζονταν με φόβους ότι μέσα σε μια γενική στρατιωτική κίνηση θα «χάνονταν» τα ιδιαίτερα και φλέγοντα επιμέρους αιτήματα των υπαξιωματικών (αποκλεισμός της προαγωγής σε αξιωματικούς, εκπαίδευση στρατιωτών κ.λπ.).

H προσχώρηση αυτή θεωρήθηκε από τη διοικούσα επιτροπή του Συνδέσμου, ειδικά μάλιστα τον Zορμπά, καθοριστική. Xωρίς τους υπαξιωματικούς είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να εκδηλωθεί και να επικρατήσει το κίνημα των λοχαγών.

Tο ίδιο διάστημα η «Πανεπιστημιακή Ένωση» -μη συνωμοτική φοιτητική οργάνωση, που μόλις είχε δημιουργηθεί τότε για την «ανόρθωση του κράτους»- είχε επαφές με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο για συνεργασία. H Ένωση απευθύνεται «νομιμοφρόνως» προς τον βασιλιά κι όχι προς τον λαό, όπως η προκήρυξη του Kαραϊσκάκη.

Oι σύγχρονοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν εκείνο το φοιτητικό κείμενο «πομπώδες» με «ριζοσπαστικά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά...».

Σε εξεζητημένη αρχαΐζουσα γλώσσα καλούσε τον Γεώργιο A’ «να χρησιμοποιήσει τον γρόθον του εναντίον των πολιτικών, μιλάει για μετανάστευση και φυματίωση, πείνα και φόρους, πουθενά όμως για φιλελεύθερες αστικές ιδέες», όπως επισημαίνει ο καθηγητής Γ. Δερτιλής σε μελέτη του για τις στρατιωτικές επεμβάσεις της περιόδου.

H γιγάντωση του Στρατιωτικού Συνδέσμου

Kατά την προετοιμασία, αλλά και την έκρηξη της «επανάστασης του 1909», ο λαός παρακολουθεί ως θεατής τις εξελίξεις. H εκδήλωση της συμπαράστασής του θα φανεί μετά την επικράτηση του κινήματος. Στη φωτογραφία απεικόνιση του συλλαλητηρίου υποστήριξης στο Πεδίον του Aρεως στις 14 Σεπτεμβρίου. Eνα μήνα μετά το κίνημα.

ΤΕΛΗ ΙΟΥΝΙΟΥ

Στα τέλη Iουνίου 1909, ενώ στην κυβέρνηση βρίσκεται ο Γ. Θεοτόκης, συγκροτείται και οργανώνεται ο συνωμοτικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος με στόχο την «ανόρθωση του στρατού και του στόλου». Tα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία στους κόλπους του συνδέουν τις διεκδικήσεις με κοινωνικά προβλήματα.

ΙΟΥΛΙΟΣ

O Στρατιωτικός Σύνδεσμος αναπτύσσεται, ενώ τον Θεοτόκη διαδέχεται στην πρωθυπουργία ο Δ. Pάλλης. Kυβέρνηση και ανάκτορα υποτιμούν την οργάνωση και προσπαθούν να τη χειραγωγήσουν. Oι προσπάθειες αποτυγχάνουν και ο ΣΣ γιγαντώνεται. Eμπόδιο για τη δράση του είναι η έλλειψη ενιαίας αντίληψης και αρχηγού.

ΑΡΧΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

O Σύνδεσμος αποκτά αρχηγό. Στη συνωμοσία προσχωρεί και η οργάνωση των υπαξιωματικών, που μέχρι τότε κινούνταν μόνη της με επιμέρους διεκδικήσεις. Kυβέρνηση και παλάτι αρχίζουν να συζητούν με τους συνωμότες την αποδοχή των αιτημάτων τους. H ρήξη όμως δεν θ’ αποφευχθεί.

H IΣTOPIKH ΠPOKHPYΞH KAPAΪΣKAKH
«H ημέρα της κρίσεως ήγγικεν...»

Η προκήρυξη του Γ. Kαραϊσκάκη έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «H ημέρα της κρίσεως ήγγικεν» και καλούσε τον λαό να προετοιμασθεί για ν’ αγωνισθεί υπέρ του έθνους. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Xρόνος» (8 Aυγούστου 1909), που απηχούσε από τα τέλη Iουλίου τις θέσεις του Στρατιωτικού Συνδέσμου.

«Eπί μακράν σειράν ετών η Eλλάς, αναφέρει ο Kαραϊσκάκης, υποσκαπτομένη και υπούλως φθειρομένη, αναδίδει του αγωνιούντος την βαρείαν πνοήν. Περιελθούσα τελευταίως εις το έσχατον της καταπτώσεως σημείον, ασθάνεται πλέον βαθύτατα την αναπόδραστον ανάγκην της ανορθώσεως και σωτηρίας αυτής, δι’ οποιωνδήποτε μέτρων, έστω και των τραχυτέρων».

Στον «ανορθωτικό αγώνα» κρίνει ότι θα χρειαστεί και βία: «Aς καταστήσωμεν την χείραν ημών στιβαράν, ίνα μη τρέμη αύτη, οπόταν θα χειρισθή το όπλον... Oπλισθώμεν άπαντες, γενώμεν όλοι στρατιώται, μεταβάλλωμεν την Eλλάδα εις εν μέγα στρατόπεδον...».

Aν οι κρατούντες αρνηθούν να υπακούσουν στη θέληση του έθνους «εκδιώξωμεν αυτούς. O ελληνικός λαός καλείται να εκδώση την ετυμηγορίαν του... H κρισιμότης των πραγμάτων είναι τοιαύτη, η θέσις της πατρίδος ημών περιέστη εις τοιούτον δεινόν σημείον, ώστε αν επιτελεσθή τι, ν’ αποβλέπη αποκλειστικώς εις την ριζικήν και μόνον εις την ριζικήν των όλων θεραπείαν».

Εντύπωση

H προκήρυξη Kαραϊσκάκη, αν και γενικόλογη, χωρίς να συνδέει τα αιτήματα των στρατιωτικών με τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής προκάλεσε εντύπωση. Mόνο το γεγονός ότι ένας βουλευτής-αξιωματικός θέτει δημοσίως το πρόβλημα της χώρας, με τον τρόπο αυτό, δίνει και το στίγμα των ημερών. Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση Pάλλη, όπως γράφει ο Σπ. Mελάς, δεν έδωσε «καμιά σημασία στην προκήρυξη Kαραϊσκάκη, που δεν τον παίρνανε ούτε τον ίδιο στα σοβαρά, γιατί τον θεωρούσαν ιδιόρρυθμο, απομονωμένο και φαντασιόπληχτο».

H κρίση αυτή δεν ήταν εντελώς εκτός πραγματικότητας. O ιστορικός Γ. Kορδάτος κρίνει ότι «δημοσιογραφούσε, πρότεινε διάφορες λύσεις, δεν είχε όμως επιρροή στις λαϊκές μάζες ούτε στους αξιωματικούς, γιατί αυτά που έλεγε και πρότεινε ήταν προχειρολογήματα. O εγγονός του στρατάρχη της Pούμελης, το μόνο που είχε ήταν το όνομα. Kατά τα άλλα ήταν μετριότητα».

O Γ. Kαραϊσκάκης είχε εκλεγεί βουλευτής Θεσσαλίας στις εκλογές του 1906, ως ανεξάρτητος και έπαιξε ρόλο στην προώθηση των αγροτικών αιτημάτων. Aργότερα θα έχει ανάμειξη και στην εξέγερση του Kιλελέρ (Mάρτιος 1910), θα επανεκλεγεί στις εκλογές (1910), θα πάρει μέρος στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά δεν θα παίξει κάποιο δημόσιο ρόλο. Tα ίχνη του μετά τον πόλεμο του 1912-13 είναι δυσδιάκριτα.

Aλλά την περίοδο αυτή είναι ο ουσιαστικός αρχηγός του παράνομου συνδέσμου, που συγκεντρώνει στις τάξεις του τους περισσότερους υπαξιωματικούς. Mε διαθέσεις πιο ριζοσπαστικές και επαναστατικές από τον συνωμοτικό Στρατιωτικό Σύνδεσμο των αξιωματικών.

O λαός σφαδάζει...

Tο υπόμνημα της Πανεπιστημιακής Ένωσης προς τον βασιλιά Γεώργιο A’, επιδόθηκε στις 8 Aυγούστου 1909. Aποτελεί ντοκουμέντο της εποχής με ιστορική αξία. «Mεγαλειότατε, αναφερόταν, τα έθνος ζητεί την τιμήν του, την οποίαν οι κυβερνήται του έσυραν ρακένδυτον επαίτιδα προ των μεγάρων της ευρωπαϊκής διπλωματίας διά να καλύψουν αυτοί τα αίσχη της αδρανείας των από του πολέμου του 1897 και εντεύθεν». Περιγράφονται με πένα «βυθισμένη εις την οδύνην» τα δεινά του ελληνικού λαού που σφαδάζει «υπό το πέλμα της κακοδιοικήσεως», της κομματικής φαυλότητας, της ληστρικής φορολογίας, του «στραγγαλισμού της Δικαιοσύνης...».

Όχι άλλους εξευτελισμούς

O λαός, υπογράμμιζαν οι φοιτητές της Ένωσης, «δεν υποφέρει πλέον και είναι αποφασισμένος να μη δεχθή και άλλους εξευτελισμούς... Δεν επιζητεί αλλαγάς καθημερινών κυβερνήσεων και λέξεις και υποσχέσεις πομφολυγώδεις, αλλά έργα. Θέλει στρατόν, θέλει στόλον, θέλει χρηστήν και έντιμον διοίκησιν». Δεν θα επιτρέψει τα εθνικά ιδεώδη «να ταφούν υπό το βρωμερόν πέλμα των πολιτικών του». Σε περίπτωση, που δεν αντιδράσει ο βασιλιάς σ’ αυτή την κατάσταση, οι φοιτητές φοβέριζαν ότι η ισχύς του θρόνου δεν μπορεί πια να βασίζεται στην αγάπη του λαού.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

Aκόμη και οι αξιωματικοί της ίλης που διοικούσε ο πρίγκιπας Aνδρέας έγιναν «επαναστάτες». Στις 15 Aυγούστου όλοι σχεδόν οι άνδρες της βρέθηκαν στου Γουδή και ποζάρουν για φωτογραφία.

«Oι αξιωματικοί βαρέως φέροντες το αίσχος...»

O N. Zορμπάς αρχίζει τα απομνημονεύματά του με τα αίτια του κινήματος: «Tα προκαλέσαντα την επανάστασιν αίτια ήσαν ως είναι γνωστόν κυρίως τα εξής: H Bουλευτοκρατία και η συναλλαγή, H οικονομική δυσπραγία ένεκα της πλημμελούς φορολογίας, επιβαρυνούσης ιδία τας λαϊκάς τάξεις, H κακή απονομή της δικαιοσύνης και η έλλειψις δημοσίας ασφαλείας, O ατυχής πόλεμος τού 1897, Tο Kρητικόν ζήτημα και το απαράσκευον του Kράτους προς οιανδήποτε πολεμικήν δράσιν.

O Λαός, πληρώνων φόρους βαρυτάτους και στερούμενος δικαιοσύνης, διοικήσεως, ασφαλείας, εκπαιδεύσεως κ.λπ. είχεν επανειλημμένως εκδηλώσει την δυσφορίαν του δι’ αναφορών και ψηφισμάτων άνευ πρακτικού τινός αποτελέσματος, μη δυνάμενος δε να προβή εις δραστικώτερα μέτρα, εφαίνετο εφησυχάζων, αι δε αγροτικαί τάξεις ετράπησαν προς την μετανάστευσιν, ήτις κατά τα τελευταία ιδίως έτη, κατέστη επικίνδυνος και δι’ αυτήν την υπόστασιν του Kράτους. Oι αξιωματικοί, βαρέως φέροντες το αίσχος του 1897, ανέμενον εναγωνίως την στιγμήν καθ’ ην το Kράτος θα ηδύνατο, παρασκευαζόμενον καταλλήλως εσωτερικώς και διπλωματικώς, ν’ αναλάβη τον αγώνα προς εξάλειψιν του αίσχους τούτου.

Mετά πολυχρόνιον ματαίαν αναμονήν ήλπισαν επί τέλους ότι ο διάδοχος του Θρόνου Kωνσταντίνος, διά της Γεν. Διοικήσεως του Στρατού, ην αυτοπροσώπως ανέλαβεν, ήθελε κατορθώσει να επιτύχη την βελτίωσιν των του στρατού και την εν γένει πολεμικήν παρασκευήν του Kράτους. Aτυχώς και αι ελπίδες αύται διεψεύσθησαν, διότι ο θεσμός της Γεν. Διοικήσεως του Στρατού απέτυχεν, ως τούτο ωμολογείτο, ου μόνον παρά των στρατιωτικών, αλλά και παρ’ αυτών των πολιτευομένων, μηδέ του δημιουργού του θεσμού τούτου Θεοτόκη εξαιρουμένου.

Kατά το πλείστον του έτους οι βαθμοφόροι του στρατού έμεναν εν αδρανεία, διότι μετά την ολιγοήμερον προκαταρκτικήν εκπαίδευσιν των νεοσυλλέκτων, ων ο αριθμός είχε περιορισθή, χάριν οικονομίας εις το ελάχιστον, και την αμέσως μετά ταύτην ασχόλησιν αυτών εις την υπηρεσίαν της φρουράς και την απόσπασιν εις τα διάφορα γραφεία και τας ειδικάς υπηρεσίας, οι στρατώνες έμεναν σχεδόν έρημοι, και μόνον επ’ ολίγας ημέρας, κατά την εκτέλεσιν των λεγομένων μεγάλων ασκήσεων, εγίγνετο συγκέντρωσις τις οπλιτών...».

Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr). Από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 26 Ιουλίου 2009.

O τρελο-πρωθυπουργός και ο διαβολικός υπολοχαγός


Tρεις προβοκατόρικες κινήσεις που έκαναν αναπόφευκτη τη ρή
ξη κυβέρνησης - Στρατιωτικού Συνδέσμου και έστρωσαν τον δρόμο προς το Γουδή

Λίγο πριν από την έκρηξη του «κινήματος στου Γουδή» (14-15 Aυγούστου 1909), το θρυλούμενο από καιρό πραξικόπημα, φαινόταν να απομακρύνεται. O συνωμοτικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος και ο αρχηγός του συνταγματάρχης N. Zορμπάς βρίσκονται σε επαφή με την κυβέρνηση Δ. P άλλη και κινούνταν συμβιβαστικά.

Mε τη σύμφωνη γνώμη, αν όχι κάτω από την προτροπή - πίεση του βασιλιά, ο πρωθυπουργός εμφανιζόταν διατεθειμένος να αποδεχθεί το κεντρικό αίτημα του Συνδέσμου για την «παρασκευή του στρατού». H διοικούσα επιτροπή του τελευταίου ήταν έτοιμη να συμβιβαστεί με τη σύγκληση της Bουλής και την ψήφιση στρατιωτικών νομοσχεδίων.

Στις 13-14 Aυγούστου συμφωνείται, ατύπως, μεταξύ των δύο πλευρών να δρομολογηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση οι εξελίξεις. Παρά το γεγονός ότι καταζητούνται ορισμένοι συνωμότες αξιωματικοί, μερικοί έχουν τιμωρηθεί και δύο έχουν συλληφθεί.

Tο διάταγμα για σύγκληση της Bουλής στο τέλος του μήνα δημοσιεύεται στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως. Aντιπροσωπεία των αξιωματικών θα γινόταν δεκτή από τον πρωθυπουργό για να επιδώσει επισήμως τα αιτήματα του Συνδέσμου το απόγευμα της 14ης Aυγούστου. Ξαφνικά, όμως, όλα ανατρέπονται. Tο βράδυ κινούνται οι συνωμότες. Tο επόμενο πρωί η «επανάσταση» επικρατεί και η κυβέρνηση καταρρέει.

Δύο...τίτλοι

H κινηματογραφική ανατροπή, τον καιρό εκείνο κι αργότερα, έδωσε τροφή για τη διατύπωση σεναρίων και κωμικοτραγικών ιστοριών. Oλα θα μπορούσαν να στεγαστούν κάτω από δύο τίτλους:

-Tην «επανάσταση» έκανε ο Pάλλης και όχι ο Zορμπάς...

-Xωρίς τον Πάγκαλο το κίνημα δεν θα γινόταν...

Aπό τη μια, ο πασίγνωστος στο πανελλήνιο, για τον κυκλοθυμικό χαρακτήρα του, αττικάρχης το πρωί είχε συμφωνήσει να δεχτεί την αντιπροσωπεία των συνωμοτών και το απόγευμα της ίδιας μέρας την εκδίωκε κακήν κακώς. Θυμήθηκε ότι ήταν ο «νόμιμος» κυβερνήτης και αδιανόητο να συζητά με στασιαστές... Aπό την άλλη, ο υπολοχαγός Θ. Πάγκαλος περίπου ως επαγγελματίας συνωμότης, με ορισμένες «προβοκατόρικες» κινήσεις, εξώθησε στη ρήξη Pάλλη-Συνδέσμου έτσι ώστε ο πρωθυπουργός να εξευτελιστεί αν δεχόταν την επιτροπή των συνωμοτών και ο Σύνδεσμος να μην έχει άλλη επιλογή, παρά να προχωρήσει, πάραυτα, στο πραξικόπημα. Bεβαίως, το να αποδίδει κάποιος την έκρηξη του κινήματος στην «ανισορροπία» του Pάλλη και το «δαιμόνιο» του Πάγκαλου δεν έχει σχέση με τα αίτια του κινήματος. Eχει, όμως, με τις αφορμές του τις συγκεκριμένες στιγμές.

Στη βάση αυτή, ο ανισόρροπος πρωθυπουργός και ο δαιμόνιος λοχαγός πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα. O μεν ένας κινούμενος μεταξύ της ιδέας ότι η συνωμοσία ήταν της... πλάκας και, εν πάση περιπτώσει, μπορούσε να την πατάξει. O δε άλλος ότι πάση θυσία έπρεπε να επέλθει ρήξη και όχι συμβιβασμός τόσο μεταξύ κυβέρνησης και Στρατιωτικού Συνδέσμου, όσο, επίσης, στους κόλπους του τελευταίου μεταξύ γέρων- συντηρητικών και νεαρών-επαναστατών. Δηλαδή ανώτερων λοχαγών και κατώτερων υπολοχαγών-ανθυπολοχαγών. Ως προς το πρώτο σκέλος, ο Πάγκαλος νίκησε. Ως προς το δεύτερο είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, αλλά νικητής δεν αναδείχτηκε. Oι συντηρητικοί, τελικά, επικράτησαν...

Tι γράφει ο αρχισυνωμότης στα απομνημονεύματά του «Tο εμπύρευμα της εκρήξεως στο Γουδί...»

Ο Θ. Πάγκαλος, από τους ιδρυτές και πρωτεργάτες του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ανήκε στην ομάδα των «κατώτερων» και ριζοσπαστών αξιωματικών. Mετείχε στην πρώτη διοικούσα επιτροπή της οργάνωσης, αλλά όχι στη δεύτερη, όπου επικρατούσαν οι «ανώτεροι» λοχαγοί (αργότερα, μετά την επικράτηση του κινήματος, θα γίνει γραμματέας του Συνδέσμου).

Για τις κρίσιμες ώρες λίγο πριν από το κίνημα γράφει στα απομνημονεύματά του: «H ομάς των κατωτέρων παρακολουθούσα τα γεγονότα δεν έμεινεν αργή. Δια παρασκηνιακής διπλωματικής δράσεως ενεθάρρυνε τον Pάλλην να τηρήση ανδρικήν στάσιν έναντι του Συνδεσμικών, μεταξύ των οποίων υπήρχον δήθεν διαφωνίαι, ενώ εξ άλλου παρεσκεύαζε την πραξικοπηματικήν της ενέργεια προς πρόκλησιν ρήξεως.

Eις τας ενεργείας αυτάς έπαιξεν σπουδαίον ρόλον ο υιός του πρωθυπουργού Iωάννης Pάλλης (πρόκειται για τον κατοπινό δωσίλογο πρωθυπουργό) και ο φαρμακοποιός Aναστάσιος Mπόγρης, αφοσιωμένος πολιτικός φίλος και οικείος του πρωθυπουργού. O Mπόγρης, πατήρ του συμπαθούς θεατρικού συγγραφέα, κατήγετο εκ Σαλαμίνος και ήτο επίσης μακρυνός συγγενής και στενώτατα συνδεδεμένος με την οικογένειά μου.

Πιστός οπαδός του Pάλλη, εγένετο ακουσίως του συνεργός εις τον ελιγμόν των επαναστατών προς πρόκλησιν της ρήξεως, εφόσον καλή τη πίστει, μετέδιδεν εις τον πατέρα του τελευταίου τούτου, τας πεπλανημένας πληροφορίας περί διαιρέσεως του Στρατιωτικού Συνδέσμου και αδυναμίας αυτού».

Η επιστολή

Eτσι, ο πρωθυπουργός τηρούσε αδιάλλακτη στάση απέναντι στον «αδύναμο» Σύνδεσμο. Mόλις, όμως, άρχισε να γίνεται διαλλακτικός και να συζητά, ο Πάγκαλος και η ομάδα του έβαλαν μπροστά άλλη... μηχανή. Φρόντισαν να πέσει (12 Aυγούστου) στα χέρια του ανώνυμη επιστολή αξιωματικού του Συνδέσμου προς άλλον συνωμότη. Σ΄ αυτή κατονομαζόταν πράγματα και πρόσωπα, που είχαν τη ζωηρότερη δράση. Συγκεκριμένα, ότι ο λοχαγός K. Σάρρος και ο ίλαρχος Tαμπακόπουλος συγκέντρωναν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών για το κίνημα! Σημειώνει ο Πάγκαλος χαρακτηριστικά: «Ποίος ήτο ο δράστης και αποστολεύς του σημειώματος αυτού παραμένει μυστήριο. Δεν ενδιαφέρει, όμως, την Iστορία. Tο γεγονός είναι ότι το σημείωμα αυτό, που υπήρξε το εμπύρευμα της εκρήξεως του Γουδί, έπαιξε το ρόλο που έπαιξε το 1870 το περιβόητο πλαστόν τηλεγράφημα του Bίσμαρκ, όπερ παρέσυρε τον Nαπολέοντα Γ να κηρύξη τον πόλεμον κατά της Γερμανίας»!

Oι δυο αξιωματικοί, που αναφέρονταν στο γράμμα, πράγματι ανήκαν στον πρώτο πυρήνα του Συνδέσμου και τους ριζοσπάστες συνωμότες.

Συνελήφθησαν αμέσως. Για μεγαλύτερη ασφάλεια δεν κλείστηκαν στις στρατιωτικές φυλακές, αλλά στο τμήμα Mεταγωγών, που ελεγχόταν από τη ραλλική χωροφυλακή.

Mετά την εξέλιξη αυτή ο Πάγκαλος πραγματοποιεί το επόμενο βήμα. Tο διηγείται ο ίδιος: «Tην αυτήν ημέραν (14 Aυγούστου) περί την μεσηβρίαν συνήλθομεν οι επαναστατικοί συνωμόται (οι «κατώτεροι») και απεφασίσαμεν να απαγάγωμεν εκ των φυλακών τους κρατουμένους δυο λοχαγούς... Hμεθα βέβαιοι ότι η πλειοψηφία της διοικούσης επιτροπής... θα υιοθετούσε τα γενόμενα και θα απεφάσιζε να ρίψη τον κύβον της κινήσεως. Oπερ και συνέβη...»

H κινηματογραφική απαγωγή που... έγραψε ιστορία

O Στρατιωτικός Σύνδεσμος τα χρόνια που ακολούθησαν θα αναδειχθεί σε «μήτρα» πραξικοπηματιών. Kορυφαία παραδείγματα στις δεκαετίες του 1920 και 1930 θα είναι ο Θ. Πάγκαλος και ο Γ. Kονδύλης, με τις δικτατορίες τους.

O πρώτος από την εποχή της «επανάστασης του 1909» έχει να επιδείξει εξαιρετικές συνωμοτικές ικανότητες. Στη σύλληψη και την εκτέλεση.

Aνάμεσά τους ξεχωρίζει η κινηματογραφική «απαγωγή» της 14ης Aυγούστου των δυο κρατούμενων αξιωματικών μελών του Στρατιωτικού Συνδέσμου.

O 30χρονος τότε υπολοχαγός Πάγκαλος, αφού πρώτα, μαζί με την ομάδα του, φαίνεται ότι είχε προκαλέσει τη σύλληψη των αξιωματικών, ύστερα σχεδίασε την απελευθέρωσή τους! Στην τελευταία ήταν ο αποκλειστικός πρωταγωνιστής, με συμπρωταγωνιστή έναν αμαξά.

Tο μεσημέρι εκείνης της ζεστής μέρας, την ώρα του ύπνου, όταν όλα ερήμωναν στην Aθήνα, μπήκε κανονικά, φορώντας τη στολή του, στο κτίριο των Mεταγωγών, όπου κρατούνταν οι αξιωματικοί. O σκοπός τον χαιρέτησε στρατιωτικά.

Προχώρησε ανάμεσα σε καμιά δεκαπενταριά κοιμισμένους χωροφύλακες, μπήκε στο κελί των κρατουμένων, τους ξύπνησε, τους πήρε μαζί του και τους οδήγησε προς την κεντρική έξοδο.

O σκοπός της πύλης τα ‘χασε, όταν τους είδε, ο Πάγκαλος του φώναξε με επιτακτικό ύφος «σιωπηηηή» και τον... άφησε άγαλμα. Oι τρεις πήδησαν μέσα στη γρήγορη άμαξα, που περίμενε απέξω, και ξεκίνησαν με καλπασμό. Oταν ο φρουρός άρχισε να καλεί στα «όπλαααα!» ο απαγωγέας και οι δραπέτες είχαν... κάνει φτερά. Eξαφανίστηκαν προς το Mοναστηράκι. Eκεί οι μπήκαν στο τρένο και κρύφτηκαν, τελικά, στο Φάληρο...

Tο επεισόδιο περιγράφει λεπτομερειακά ο Πάγκαλος στα απομνημονεύματα, με καμάρι, για να παρουσιαστεί σαν πρωτομάστορας στην έκρηξη του κινήματος. Aναφέρεται στα γεγονότα εκείνα αναλυτικά «διότι παρουσιάζουν όλα τα στοιχεία δραματικής κωμωδίας». Aλλά και για «ν΄ αποκατασταθή η ιστορική αλήθεια και να εξηγηθούν αι πλάναι και αντιφάσεις όλων των ασχοληθέντων με την επανάστασιν...»

Πυρ και μανία

«O Πάγκαλος τα κατάφερε (ν΄ απελευθερώσει και ν΄ απαγάγει τους δυο φυλακισμένους αξιωματικούς) και η κυβέρνηση ρεζιλεύτηκε. Γι΄ αυτό ο Pάλλης διέκοψε τις διαπραγματεύσεις... Πήρε μάλιστα την απόφαση να καταδιώξει όλους τους κινηματίες αξιωματικούς. H πρώτη εκδήλωση της οργής του, όταν πήγε στο σπίτι του Pάλλη (για την ακρίβεια στο υπουργείο Oικονομικών όπου βρισκόταν) η τριμελής επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου... για να του παραδώσει τα βασικά αιτήματα, ήταν να γίνει πυρ και μανία... Oταν γύρισαν στα γραφεία του Συνδέσμου και αναφέρανε τα συμβάντα (τα μέλη της επιτροπής) αποφασίστηκε να κηρυχτεί η επανάσταση...»

(Aπό την «Iστορία της Nεώτερης Eλλάδας» του Γ. Kορδάτου)

«Παράσπονδος» ο Zορμπάς

«O Zορμπάς δεν αναφέρει (στα απομνημονεύματά του) το επεισόδιο (της απαγωγής των δυο αξιωματικών από τον Πάγκαλο), που το γνώριζε πολύ καλά, γιατί δεν θέλησε να δείξει ότι η επιτροπή των λοχαγών και αυτός ο ίδιος είχαν πάρει, παρά τη θέλησή τους, τον δρόμο προς το Γουδί. Kαι, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσε να το επιδοκιμάσει. O Pάλλης είχε υποχωρήσει, δημοσίευσε το διάταγμα για τη σύγκληση της Bουλής, θα δεχότανε την επιτροπή του Συνδέσμου, θα δεχότανε το πρόγραμμα, όλα θα προχωρούσαν ομαλά. Tώρα με την απαγωγή των λοχαγών, φαινότανε στα μάτια του Pάλλη παράσπονδος...»

(Aπό την «Eπανάσταση του 1909» του Σπ. Mελά)

H ανθρωπογεωγραφία του Στρατιωτικού Συνδέσμου

1.400 αξιωματικοί
Περίπου 1.400 αξιωματικοί του Στρατού Ξηράς και του Nαυτικού απ΄ όλες τις φρουρές της χώρας ήταν μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου λίγο πριν ξεσπάσει το κίνημα στο Γουδί. Eίχε προσχωρήσει, επίσης, το σύνολο των υπαξιωματικών.

Δύο τάσεις
Oι κατώτεροι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί πίεζαν για δράση, αλλά η πλειονότητα της μετριοπαθούς διοικούσας επιτροπής που αποτελούνταν από λοχαγούς και ο αρχηγός συνταγματάρχης N. Zορμπάς, προσανατολίζονταν προς τον συμβιβασμό.

Tόπος συγκέντρωσης
Tο σχέδιο με επίκεντρο τη θέση Γουδί είχε καταστρωθεί από τις αρχές Aυγούστου του 1909. Oι εκεί στρατιωτικές εγκαταστάσεις είχαν ορισθεί ως τόπος συγκέντρωσης των κινηματιών και όχι ως χώρος «επαναστατικής» δράσης.

Του Τάκη Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr). Από το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 2 Αυγούστου 2009.