Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Τζοβάνι Ανιέλι: Από τη θέση του οδηγού

12 Μαρτίου 1921 ~ 24 Ιανουαρίου 2003

Ο τολμηρός επιχειρηματίας που υπαγόρευσε στυλ και άσκησε όλη του τη γοητεία σε όφελος της πιο μεγάλης ιταλικής οικογενειακής επιχείρησης, της FIAT. Μια ζωή που σε μεγάλο βαθμό θυμίζει αυτή του Ωνάση: Γιγάντωση επιχειρήσεων, οικογενειακές τραγωδίες και διαμάχη για μια τεράστια περιουσία μετά τον θάνατό του ...

Έξι χρόνια μετά τον θάνατό του οι φαν του εξακολουθούν να συζητούν στο Διαδίκτυο αν και κατά πόσον το ρολόι μπορεί να φοριέται πάνω από τη μανσέτα του πουκαμίσου και η γραβάτα πάνω από το μάλλινο γιλέκο...

Ο μύθος του Τζοβάνι Ανιέλι, γνωστού ως Τζάνι, αλλά γνωστότερου ως «Δικηγόρου», παρότι ποτέ δεν άσκησε τη δικηγορία, δύσκολα θα ξεθωριάσει, όχι μόνο στην πατρίδα του την Ιταλία, ή την πόλη του το Τορίνο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Τζοβάνι Ανιέλι υπήρξε ο επιχειρηματίας που ενέπνευσε όλους τους επίδοξους επιχειρηματίες της χώρας του, αλλά και τους άνδρες γενικότερα. Όχι γιατί έσπειρε κι έδρεψε επιχειρηματικούς άθλους -πολλοί υποστηρίζουν μάλιστα το αντίθετο-, αλλά βασικά γιατί συγκέντρωνε καθετί που μπορεί να ξετρελάνει μια γυναίκα και να προξενήσει τη ζήλια σύσσωμου του ανδρικού πληθυσμού: εκλεκτή οικογένεια, που με κάποια επιτήδεια συμπεθεριά, έφθασε σε υψηλές βαθμίδες της διεθνούς αριστοκρατίας, με μπόλικους «Ντε» και «Φον» ανάμεσα στα μέλη της, χρήματα, πολιτική ισχύ κι ας μην εμπιστευόταν καθόλου τους πολιτικούς, άψογο παρουσιαστικό playboy και εξαιρετικό savoir faire, και εκείνη τη σκληρή καρδιά, ικανή να κάνει θραύση ανάμεσα στις γυναίκες οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης κι εθνικότητας. Τον αδικούμε; Καθόλου, μια που ο ίδιος είχε δηλώσει ότι «ο έρωτας είναι κάτι που αφορά τους υπηρέτες».

«Ο κόσμος», δήλωνε ακόμα, «χωρίζεται σε αυτούς που μιλούν για γυναίκες και σε αυτούς που μιλούν με τις γυναίκες. Εγώ, προτιμώ να μιλώ με τις γυναίκες». Γεννήθηκε στο Τορίνο το 1921, από τον Εδουάρδο, γιο του μυθικού Τζοβάνι, που είχε τη φαεινή ιδέα της πρώτης ιταλικής αυτοκινητοβιομηχανίας, και από την Αμερικανή Βιρτζίνια Μπέρμπον ντελ Μόντε. Ήταν δεύτερος από τα επτά παιδιά της οικογένειας και πρώτος από τα αγόρια.

Το ταλέντο για αρχηγία είναι κάτι που τον χαρακτηρίζει ήδη από την παιδική του ηλικία. «Το θεωρούσαμε φυσιολογικό να ζητούμε πάντα τη γνώμη του», θα δηλώσει χρόνια αργότερα η αδελφή του, Susanna. Αγαπημένο εγγόνι του παππού Γερουσιαστή που αφήνει την επιχείρηση στα χέρια του καθηγητή Vittorio Valetta όσο ο Τζάνι πρωταγωνιστεί στις νυχτερινές κραιπάλες της Κυανής Ακτής, ξέρει από νωρίς τι θέλει και πώς να το αποκτήσει.

«Ή εσείς ή εγώ», θα του πει κάποια επίμαχη στιγμή ο Valetta, έτοιμος να παραιτηθεί από τον ρόλο του προς όφελος του καινούριου αφεντικού -κι εδώ είναι που ο νεαρός Τζάνι θα απαντήσει «Εσείς, κύριε καθηγητά μου» και θα πετάξει μακριά από τις οικογενειακές υποχρεώσεις για κάποια ακόμα χρόνια. Ώσπου να επιστρέψει δριμύτερος και χορτασμένος στον ρόλο που του επιφύλαξε η τύχη και η οικογένεια, ήδη σαραντάρης και πολυταξιδεμένος.

Στη μεγάλη έκθεση που η πατρίδα του τού αφιερώνει πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, μπορεί κανείς να θαυμάσει όλο το charm του «Δικηγόρου» που γέμιζε τον φακό και τρυπούσε την οθόνη της τηλεόρασης για να κρατήσει σχεδόν υπνωτισμένο τον θεατή. Κανείς άλλος επιφανής άνδρας της Ιταλίας δεν έχει βγει τόσο απίστευτα γοητευτικός -σαν άπιαστο όνειρο- όσο ο Τορινέζος βασιλιάς της βιομηχανίας του αυτοκινήτου. Απούσα από τα εγκαίνια της έκθεσης η πολυαγαπημένη κόρη του Μαργαρίτα, ενσπείρει ήδη την υποψία γι’ αυτό που ο κόσμος ξέρει καλά αλλά τείνει να αγνοεί. Ότι δηλαδή ακόμα και η ζωή των μεγιστάνων μπορεί να κρύβει δράματα και πίκρες ίδιες με αυτές των κοινών θνητών.

H Ζωή του Ανιέλι δεν υπήρξε πάντα ρόδινη. Αν είναι κάτι που πρέπει να του αναγνωρίσουμε αναμφισβήτητα είναι η ικανότητά του να προσπερνά κάθε είδους δυσκολίες και να τραβάει ακάθεκτα προς τον στόχο του: Να κρατήσει τις οικογενειακές επιχειρήσεις και να τις σώσει από κάθε κοινωνική ή πολιτική ανακατάταξη, προς όφελος φυσικά της ίδιας της οικογένειας και των πολυάριθμων μελών της.

Ορφανός από πατέρα στην τρυφερή ηλικία των 14 ετών, θα μεγαλώσει κάτω από την ισχυρή φυσιογνωμία του παππού του, που τον προόριζε από νωρίς για διάδοχό του. Μερικά χρόνια αργότερα θα χάσει και τη μητέρα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Όμως στην οικογενειακή αυτοκινητοβιομηχανία θα φτάσει σε ηλικία 46 ετών. Έπειτα από την παρένθεση του πολέμου που θα τον βρει να μάχεται στο ρωσικό μέτωπο, θα χαρεί τη ζωή του όσο κανείς άλλος, σπουδάζοντας, ταξιδεύοντας, φλερτάροντας τις όμορφες και πλούσιες γυναίκες και οδηγώντας γρήγορα αυτοκίνητα, ακολουθώντας την παραίνεση του παππού που τον συμβούλευσε? να του δώσει να καταλάβει προτού πέσει με τα μούτρα στον σκληρό κόσμο των επιχειρήσεων.

Το 1952 κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του όταν, τρέχοντας από το Τορίνο στο Μόντε Κάρλο, θα συγκρουσθεί με ένα άλλο αυτοκίνητο. Η τότε κοπέλα του και μετέπειτα νύφη του Ουίνστον Τσόρτσιλ θα του παρασταθεί με υποδειγματικό τρόπο και θα τον βοηθήσει να αναρρώσει Θα μείνουν φίλοι σε όλη τη ζωή τους. Το δυστύχημα όμως θα του αφήσει μια μόνιμη αναπηρία στο δεξί πόδι.

Ο αγαπημένος τόπος διαμονής του νεαρού κληρονόμου, εκείνα τα τρελά χρόνια της νιότης, είναι φυσικά η Κυανή Ακτή. Διαθέτει ήδη γιοτ και προσωπικό αεροπλάνο και έναν κύκλο φίλων που περιλαμβάνει τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό, τον Αλί Χαν, τον Έρολ Φλιν και τον Πορφίριο Ρουμπιρόζα.

Το 1953 κι ενώ ακόμα χωλαίνει από το δυστύχημα, αποφασίζει να βάλει κάποιο όριο στην ξέφρενη ζωή του και παντρεύεται με τη Μαρέλα Καράτσολο ντι Καστανιέτο, μια νεαρή αριστοκράτισσα με υπέροχο μακρύ λαιμό, πράγμα που ξετρελαίνει τον ήδη διάσημο Αμερικανό φωτογράφο Ρίτσαρντ Αβεντον για τον οποίο ποζάρει. Αποτέλεσμα του θαυμασμού του Αβεντον για τη Μαρέλα, την οποίαν εύλογα αποκαλεί «κύκνο», μια υπέροχη φωτογραφία της που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα πιο ξακουστά μανεκέν της γενιάς της. Από τον γάμο του πρώην αχαλίνωτου Τζοβάνι και της αριστοκρατικής Μαρέλα γεννιούνται δύο παιδιά, η Μαργαρίτα κι ο Εντουάρντο.

Το 1963 άλλη μια οικογενειακή τραγωδία, η αυτοκτονία του αδερφού του, Τζόρτζιο. Κανείς δεν μιλά γι’ αυτόν, κανείς δεν πρέπει να μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή του υπερευαίσθητου, κατά πως φαίνεται, εκείνου άνδρα.

Μέσα στη Fiat, η ζωή του Τζοβάνι -που στο μεταξύ προεδρεύει και της Γιουβέντους- δεν είναι απλή.

Δεν αγαπά την ανανέωση, δεν ευνοεί τα καινούργια προγράμματα, την πρωτοπορία. Προτιμά την πολιτική της συντήρησης, της συνέχειας και της κατοχύρωσης των κεκτημένων.

Θεωρείται δύσπιστος, εγωκεντρικός, ενώ φημολογείται ότι βαριέται πολύ γρήγορα τους συνομιλητές του. Στη σκιά του Τζάνι παραμένει εσαεί ο αδελφός Ουμπέρτο, γαμπρός στην οικογένεια Πιάτζιο -που επινόησε τη θαυματουργή Βέσπα-, χαμηλού προφίλ αλλά κατά πολλούς ικανότατος επιχειρηματίας που προτιμά την πολιτική καριέρα στους χριστιανοδημοκρατικούς κόλπους. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 ο Τζάνι τον ορίζει διάδοχό του. Όμως, άλλη μια φοβερή κρίση στη Fiat που απαιτεί την επέμβαση των τραπεζών επιβάλλει, μέσω του παντοδύναμου διοικητή της Mediobanca, Ενρίκο Κούτσια, στον «Δικηγόρο» να αλλάξει τα σχέδιά του όσον αφορά το άτομο της οικογένειας που θα τον διαδεχτεί. Ο Ουμπέρτο, εν ολίγοις, πρέπει να μείνει από έξω.

Η μοίρα σαφώς δεν ευνοεί τον Ουμπέρτο, ο οποίος θα χάσει τον πολυαγαπημένο του γιο Τζοβανίνο, που θα πεθάνει από καρκίνο σε ηλικία σαράντα ετών. Ο Τζοβανίνο είναι κι ο αγαπημένος ανιψιός του Τζάνι, αυτός που προορίζεται τελικά ως ιδανικός διάδοχος της αυτοκρατορίας, ο πιο προικισμένος, κατά τον θείο Τζάνι, να αναλάβει τα ηνία της επιχείρησης. Το πένθος πλήττει την οικογένεια Ανιέλι με σκληρό τρόπο.

Ο «Δικηγόρος» διοικεί και μοιράζει τα αγαθά των οικογενειακών επιχειρήσεων ανάμεσα στα πολυάριθμα μέλη της οικογένειας χωρίς όμως να μπορεί να τους αφιερώνει παραπάνω από ένα τέταρτο της ώρας από τον πολύτιμο χρόνο του.

Σίγουρα πάντως τον συγκινεί η τέχνη σε σημείο να έχει μια από τις πιο σημαντικές συλλογές έργων τέχνης που σήμερα στεγάζεται στην Πινακοθήκη Μαρέλα και Τζοβάνι Ανιέλι στο Λινγκότο του Τορίνου.

Στο μεταξύ, κάθε εμφάνιση του «Δικηγόρου», που θα στεφθεί και γερουσιαστής της ιταλικής Βουλής, αποτελεί γεγονός κοινού ενδιαφέροντος που καλύπτεται από τον Τύπο.

Είτε χαϊδεύει ένα από τα σκυλιά του ράτσας χάσκι στο σπίτι του στο Σεν Μόριτς, είτε εμφανίζεται στο γήπεδο σε κάποιον αγώνα της Γιουβέντους, είτε στο τιμόνι του γιοτ του, ο κόσμος αντιγράφει το στυλ του, τα ρούχα του, τον τρόπο ομιλίας του.

Το 2000 ένα καινούργιο, αβάσταχτο πένθος πλήττει και πάλι τον Δικηγόρο. Ο μονάκριβος γιος του, Εντουάρντο, ένα πλάσμα ιδιαίτερα ευαίσθητο κι ανήσυχο, βρίσκεται νεκρός κάτω από γέφυρα έξω από το Τορίνο. Αιτία του θανάτου η αυτοκτονία.

Τώρα το ενδιαφέρον του παππού συγκεντρώνεται στον νεαρό εγγονό Τζον Ελκαν, γιο της Μαργαρίτα και του συγγραφέα Αλέν Ελκαν. Αυτός προορίζεται να διαδεχθεί τον «Δικηγόρο», ο οποίος σβήνει στις 24 Ιανουαρίου 2003, αρκετά καταβεβλημένος από την προχωρημένη ηλικία και τα αναπάντεχα οικογενειακά δράματα.

Ωστόσο, το... αουτσάιντερ Λάπο, αδελφός του Τζον, φαίνεται να έχει κληρονομήσει από τον παππού την άσβεστη δίψα για ζωή, ίσως με κάποια υπερβολή. Φυσιογνωμικά είναι το εγγόνι που του μοιάζει περισσότερο.

Στο μεταξύ, η κόρη Μαργαρίτα κινεί δικαστική διαδικασία με σκοπό την αναθεώρηση της κληρονομιάς και ειδικά του μέρους που της αποδόθηκε.

Η Μαργαρίτα, 52 ετών αλλά με οκτώ παιδιά και δύο γάμους στο ενεργητικό της, ζει στην Ελβετία με τον σύζυγό της Σερζ ντε Παλάν. Ζωγραφίζει αγιογραφίες, έχοντας μάλιστα σπουδάσει στο Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας Σεν Σερζ του Παρισιού, ασχολείται με αγαθοεργίες και ταράζει τα φαινομενικά ήρεμα ύδατα των 170 μελών της οικογένειας με τις δηλώσεις της. «Εύχομαι να σπάσει επιτέλους αυτός ο τοίχος της σιωπής και να ριχτεί φως στην υπόθεση της περίπλοκης κληρονομιάς του πατέρα μου, που έφυγε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η κληρονομιά αφορά εμένα και τη μητέρα μου, αλλά πολλές ερωτήσεις έχουν μείνει χωρίς απάντηση. Εδώ και πέντε χρόνια προσπαθώ να κάνω τους διαχειριστές να μου δώσουν έναν λεπτομερή λογαριασμό...».

Ο λεπτομερής λογαριασμός δεν φαίνεται όμως να έρχεται και στο μεταξύ η κατάσταση των σχέσεων της Μαργαρίτα με τη μητέρα της όσο και με τα ίδια τα παιδιά της, Τζον και Λάπο, δεν είναι ιδανική.

Αναμένοντας τη συνέχεια της ιστορίας της οικογένειας Ανιέλι, μας μένουν οι φωτογραφίες που έρχονται να μας θυμίσουν ότι διαχρονικές φυσιογνωμίες του μεγέθους του «Δικηγόρου» γεννιούνται σπάνια.

«Ο Μύθος Ανιέλι», συνεχίζει η Μαργαρίτα «είναι ένα φαινόμενο που ακολουθεί την πορεία του, έχει τη δική του λογική, κι αν έκανε τους άλλους να ονειρεύονται, αυτό συνέβαινε χάρη στο ταλέντο του πατέρα μου που το ενσάρκωνε. Το θέμα αυτό ήταν κάτι που δεν αφορούσε ούτε εμένα ούτε τον αδελφό μου. Κατά κάποιον τρόπο, για εμάς ήταν κάτι πολύπλοκο, θα έλεγα μάλιστα και κάτι που μας προκαλούσε ασφυξία. Γι’ αυτό, ενστικτωδώς, προσπάθησα να προστατεύσω τον εαυτό μου. Αυτό μου επέτρεψε να ξεφύγω και να χτίσω αλλού, μια δική μου προσωπικότητα. Ο σκοπός της ζωής μου δεν ήταν να ταυτιστώ με τον πατέρα ή να μοιραστώ μαζί του το ίδιο χάρισμα».

Πάτερ Φαμίλιας

Έμβλημα του καπιταλισμού α λα ιταλικά, ένας ισχυρός όσο και χαρισματικός άνδρας, αγαπητός αλλά και μισητός, άφησε το στίγμα του σε όλους τους τομείς της μοντέρνας Ιταλίας. Αγάπησε την τέχνη, τα αυτοκίνητα, το ποδόσφαιρο, τα σκυλιά του, τις γυναίκες και τα κότερα. Μα πάνω από όλα δούλεψε για το καλό της φαμίλιας του, έναν... στόλο 170 ατόμων που χάρη στο ταλέντο του «Δικηγόρου» δεν θα χρειαστεί ποτέ να ανησυχήσουν σοβαρά για το μέλλον τους. Ομως, σκιές και σύννεφα θολώνουν τον αίθριο ουρανό του πλούτου και της αίγλης καθώς κάποιοι, η μοναχοκόρη του για παράδειγμα, δεν μοιάζει να είναι απόλυτα πεπεισμένη για τη μοιρασιά. Και ζητά διευκρινίσεις. Επεται συνέχεια.

Της Λιλίκας Γεωργοπούλου. Από τις "ΕΙΚΟΝΕΣ", τεύχος Νο 321, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 20 Απριλίου 2008

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Εντατικά μαθήματα ...Μποντολογίας

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΜΥΘΟΣ

«Άβε Τζέιμς! Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν!» Η ατάκα από το ντελιριακό «Επιχείρηση Γης Μαδιάμ» (1969) του Θανάση Βέγγου, τη δεύτερη από τις πρωτοποριακές παρωδίες ταινιών του Τζέιμς Μποντ με τον «πράκτορα Θου-Βου», αποδείχτηκε σχεδόν προφητική. Κι αυτό γιατί στα ψυχροπολεμικά 60’s η μικρή και η μεγάλη οθόνη είχαν γεμίσει από κάθε λογής δαιμόνιους πράκτορες, πολυπλόκαμες μυστικές οργανώσεις, σέξι διπλές κατασκόπους, πανίσχυρα υπερόπλα, στοιχεία που καθόρισαν με στυλ, τεχνολογία και συνωμοσιολογία ένα απόλυτα επιτυχημένο είδος για την εποχή, που γρήγορα όμως ξεπεράστηκε. Όλοι τους λοιπόν θυμίζουν πια φιγούρες από το παρελθόν και μόνο ο 007 κατάφερε να επιβιώσει μέχρι σήμερα, αισίως στην 22η συνέχειά του, η οποία έχει μάλλον και τον πιο δύσκολο προς απομνημόνευση τίτλο της ιστορίας του: «Quantum of Solace».

ΘΕΜΑ 1o: ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΜΠΟΝΤ

Ο πραγματικός Τζέιμς Μποντ, ένας διάσημος ορνιθολόγος φίλος του συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ, μάλλον ελάχιστη σχέση είχε με το απολύτως «κουλ» άρρεν πρότυπο που αναπτύχθηκε μέσα από τον κινηματογραφικό 007. Ο ίδιος ο Φλέμινγκ, που λανσάρισε τον ήρωά του από το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Καζίνο Ρουαγιάλ», το 1953, (που έγινε τηλεοπτικό πρόγραμμα «Casino Royale», το 1954, με πρωταγωνιστή τον Μπάρι Νέλσον και ταινία, εκτός σειράς, «Casino Royale/Καζίνο Ρουαγιάλ», το 1967, με πρωταγωνιστές τον Ντέιβιντ Νίβεν και τον Πίτερ Σέλλερς) δεν πολυέβλεπε με καλό μάτι τον Σκοτσέζο Σον Κόνερι, επιλογή στο «νήμα», μπροστά από τους σαφώς εμπειρότερους Τζέιμς Μέισον και Κάρι Γκραντ, για την πρώτη κινηματογραφική απόπειρα, τον«Dr. No /Τζέιμς Μποντ εναντίον Δόκτορα Νο», το 1962. «Θα ήθελα έναν στρατηγό, όχι έναν κασκαντέρ», υποστήριζε ο πρώην αντιπλοίαρχος του Βρετανικού Ναυτικού, Φλέμινγκ, υποδεικνύοντας –ως ενδεδειγμένους- τους Ντέιβιντ Νίβεν και Ρότζερ Μουρ. Τελικά, η απρόσμενα μεγάλη επιτυχία του «Δόκτορα Νο» έκανε τον Φλέμινγκ, λίγο προτού φύγει απ’ τη ζωή (1964), να αλλάξει γνώμη για τον Κόνερι. Ο «Σκοτσέζος» Μποντ πρωταγωνίστησε και στις επόμενες 4 ταινίες της σειράς -στη «From Russia With Love/Από τη Ρωσία με Αγάπη», το 1963, στη «Goldfinger/Ο Χρυσοδάκτυλος», το 1964, στο «Thunderball/Το Ντόμινο του Κεραυνού», το 1965 και τη «You Only Live Twice/Ζεις Μονάχα δυο Φορές», το 1967- και στη συνέχεια θέλησε να αποσυρθεί από τον ρόλο, φοβούμενος τη «επανάληψη και τυποποίηση», που, έτσι και αλλιώς, είχαν ήδη επέλθει.

Ο Αυστραλός Τζορτζ Λάζενμπι προτιμήθηκε από τον μόλις 23χρονο τότε Τίμοθι Ντάλτον και ανέλαβε να τον αντικαταστήσει για μία και μόνο ταινία, στη «On Her Majesty's Secret Service/Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος», το 1969, επιλογή που πέρασε εν πολλοίς στην ιστορία των Μποντ ως «ανέκδοτο», κυρίως επειδή ο Λάζενμπι αρνήθηκε να υπογράψει μακροχρόνιο συμβόλαιο 7 συνεχειών, φοβούμενος ότι η «μπογιά» του 007 είχε ήδη περάσει. Ο Λάζενμπι πέρασε γρήγορα στη λήθη –αν και κάποιοι θεωρούν την ταινία από τις καλύτερες της σειράς- κι έπειτα από μια σύντομη (αν και βαρύθυμη) επανάκαμψη του Κόνερι με τη «Diamonds Are Forever/Τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά», το 1971, ο ρόλος πέρασε στον πρώην τηλεοπτικό «Άγιο», Ρότζερ Μουρ, ο οποίος κατάφερε να κρατήσει ζωντανό τον ήρωα, παρά το προχωρημένης ηλικίας ντεμπούτο του (46 ετών), με τη «Live and Let Die/Ζήσε και Άσε Τους Άλλους να Πεθάνουν», το 1973, καταγράφοντας το μακροβιότερο σερί (12 χρόνια) έως τα 58 του, υποδυόμενος τον 007, κατά σειρά, στη «The Man with the Golden Gun/Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», το 1974, τη «The Spy Who Loved Me/Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε», το 1977, τη «Moonraker/Επιχείρηση Μουνρέικερ», το 1979, τη «For Your Eyes Only /Για τα Μάτια σου Μόνο», το 1981, τη «Octopussy/Επιχείρηση Οκτάπουσυ», το 1983 και τη «A View to a Kill /Κινούμενος Στόχος», το 1985.

Τη σκυτάλη πήρε στη συνέχεια ο Τίμοθι Ντάλτον (με έντονα χαρακτηριστικά, γωνίες του προσώπου, ρυτίδες κ.λ.π.), ο οποίος «πήρε τη μπουκιά από το στόμα» του ισχυρού υποψηφίου Πιρς Μπρόσναν, κλείνοντας την δεκαετία του 1980 με δύο ταινίες, την «The Living Daylights/Με το Δάχτυλο Στη Σκανδάλη», το 1987, και τη «Licence to Kill /Προσωπική Εκδίκηση», το 1989. Όμως η «στροφή προς το ρεαλιστικότερο» της πλοκής αφαίρεσε αρκετά στοιχεία από τις μυθικές διαστάσεις του πράκτορα. Τις οποίες ανέλαβε να αποκαταστήσει άλλος ένας πρώην υποψήφιος, ο Ιρλανδός Πιρς Μπρόσναν, σε μια έτσι κι αλλιώς νοσταλγική, αλλά και «πολιτικά ορθή» εποχή, με 4 ταινίες, την «GoldenEye /Επιχείρηση Χρυσά Μάτια», το 1995, τη «Tomorrow Never Dies/Το Αύριο Ποτέ Δεν Πεθαίνει», το 1997, τη «The World is Not Enough/Ο Κόσμος Δεν Είναι Αρκετός», το 1999 και τη «Die Another Day/Πέθανε Μια Άλλη Μέρα», το 2002. Παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις των «φανατικών» κατάφερε κι εκείνος να δικαιολογήσει τον λόγο ύπαρξης του πράκτορα.

Ο Ντάνιελ Κρεγκ, ο Μποντ της νέας εποχής, με εντελώς διαφορετικά, πιο «σκληρά» χαρακτηριστικά από τον Μπρόσναν και με σενάρια βασισμένα στα πρωτότυπα κείμενα του Φλέμινγκ, υπήρξε μια έτσι κι αλλιώς τολμηρή επιλογή, όμως γενικά, τα πήγε περίφημα στη «Casino Royale/Καζίνο Ρουαγιάλ», το 2006, που θεωρήθηκε ίσως η πιο άρτια (αλλά και η πιο πεσιμιστική) ταινία του πιο ανθεκτικού κινηματογραφικού franchise όλων των εποχών. Στη «Quantum of Solace/Quantum of Solace», του 2008, μας αποδεικνύει ότι τον «έχει» πραγματικά τον ήρωα …

ΘΕΜΑ 2o: ΟΙ «ΚΑΚΟΙ»

Πολλοί διάσημοι και άγνωστοι, επιφανείς καρατερίστες και «καλτ» φιγούρες ήταν αυτοί που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τους ρόλους των αρχιερέων του εγκλήματος, ενσαρκώνοντας τη «Νέμεση» του 007 μέσα στα χρόνια. Ο Ντόναλντ Πλέζανς, σημαντικός και ακαταπόνητος Άγγλος ηθοποιός, έπαιξε το ρόλο του κλασικού εχθρού του Μποντ, Έρνστ Στάβρο Μπλόφελντ, στη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές», ενώ ο Γερμανός Κουρτ Γιούργκενς, ένας από τους τυπικότερους «Ναζί» της μεγάλης οθόνης (αν και ο ίδιος πέρασε αρκετό καιρό κατά τη διάρκεια του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης), ήταν ο ψυχοπαθής μεγιστάνας Καρλ Στρόμπεργκ στη «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε». Μια απόλυτα καταχθόνια «φάτσα», ο περίφημος Αυστριακός ηθοποιός Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, αφού έπαιξε τον ίδιο τον «όξω απ’ εδώ» στο άρτιο «Μεφίστο» του Ίστβαν Σζάμπο, το 1981, βρέθηκε να παίζει ένα πρώιμο διαδραστικό παιχνίδι «παγκόσμιας κυριαρχίας» στην one off επιστροφή του Σον Κόνερι στην, εκτός σειράς, «Never Say Never Again/Ποτέ Μη Ξαναπείς Ποτέ», το 1983, έχοντας στο πλευρό του την Μπάρμπαρα Καρέρα, ένας από τους ορισμούς της «σεξοβόμβας» της εποχής.

Σε άλλους περίφημους «κακούς» περιλαμβάνονται ο Κρίστοφερ Λι, αλλά και ο νεότερος συνονόματός του, Κρίστοφερ Γουόκεν (πολύ αιμοβόρος στη «Κινούμενος Στόχος»), ο Ολλανδός Τζέροεν Κράμπε, στη «Με το Δάχτυλο στη Σκανδάλη», όπως και ο Βρετανός σύγχρονος «τρελός», Ρόμπερτ Καρλάϊλ , στη «Ο Κόσμος δεν Είναι Αρκετός», όπου απάγει την επίσης φθονερή Σόφι Μαρσό. Πιο πρόσφατα η αναζήτηση χαρισματικών «κακών» έχει μετακινηθεί προς το «παγερό» πρότυπο του ευρωπαϊκού Βορρά και τους Δανούς Μαντς Μίκελσεν, στη «Καζίνο Ρουαγιάλ», του 2006 και του Γιέσπερ Κρίστενσεν, στη ίδια ταινία αλλά και στη «Quantum of Solace», αν και ο ρόλος του «αρχι-κακού» στη «Quantum of Solace» πήγε τελικά στον Γάλλο Ματιέ Αμαλρίκ, ο οποίος υποστηρίζει ότι εμπνεύστηκε το παίξιμό του από την «τρέλα» του Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος «… συμπεριφέρεται θαρρείς και παίζει σε ταινία του Μποντ». Αξέχαστες «καλτ» φυσιογνωμίες «κακών» αναμφίβολα υπήρξαν επίσης, το δίδυμο της σαρδόνιας Λότε Λένια και του γιγαντόσωμου Ρόμπερτ Σο, στη «Από τη Ρωσία με Αγάπη», ο Ιαπωνο-αμερικάνος Χάρολντ Σακάτα, στο ρόλο του …Κορεάτη με το λεπιδοφόρο καπέλο στη «Ο Χρυσοδάκτυλος», ο πολύ «υποχθόνιος» νάνος Ερβέ Βιλσέζ, στην «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», αλλά και ο γίγαντας με τα ατσάλινα δόντια και τα τεράστια σαγόνια, Ρίτσαρντ Κίελ, που υποδυόταν, ακριβώς, τον «Σαγόνια» στη «Ο Κατάσκοπος Που μ’ Αγάπησε» και στη «Επιχείρηση Μουνρέικερ».

Τέλος, καθοριστική υπήρξε και η συμβολή δύο «δικών μας» πρεσβευτών του «κακού»: του ελληνικής καταγωγής Τέλι Σαβάλας στο ρόλο του Μπλόνφελντ, στη «Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος» και του Άγγλου Τζούλιαν Γκλόβερ στο ρόλο του λαθρέμπορου Αριστότελς Κριστάτος, ο οποίος συγκρούεται με τον Μποντ και την Μελίνα, που υποδύεται η Καρόλ Μπουκέ, στα Μετέωρα, στη «Για τα Μάτια σου Μόνο». Στη «Quantum of Solace» εμφανίζεται και ένας τρίτος, Βρετανός ελληνικής καταγωγής (από την Αντίπαρο), ονόματι Σάιμον Κασιανίδης, στο ρόλο του μοιραίου Γαλλο-αλγερινού εραστή Γιουσέφ.

ΘΕΜΑ 3o: ΤΑ «BONDGIRLS»

Και μόνο ο όρος «Bondgirls» καταδεικνύει την δυναμική και την εμπορευσιμότητα του όλου «πακέτου Μποντ», αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι γυναίκες-ηθοποιοί που ερμήνευσαν, κατά καιρούς, «τα κορίτσια του Μποντ», προκειμένου να ξεφύγουν από την αμφιλεγόμενη ταμπέλα. Ελάχιστες πέρασαν από το στάτους της στάρλετ σε αυτό της σταρ. Τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα ανήκουν, είτε στο μακρινό παρελθόν, όπως της Ούρσουλα Άντρες,το 1962, στο εξωτικό τοπίο της Τζαμάικα στη «Τζέιμς Μποντ Εναντίον Δόκτορα Νο», είτε στο πολύ πρόσφατο, όπως της Χάλι Μπέρι, το 2002, στο «Πέθανε Μια Άλλη Μέρα». Λίγοι θυμούνται τα ονόματα, της Ονόρ Μπλάκμαν στο ρόλο της Πούσι Γκαλόρ, στη «Ο Χρυσοδάκτυλος», η οποία έγινε γνωστή, κυρίως, από τον τηλεοπτικό της ρόλο ως η πράκτορας Κάθι Γκέιλ στους «Εκδικητές», της Κλοντίν Οζέ, στο ρόλο της Ντόμινο, στη «Το Ντόμινο του Κεραυνού», παραλίγο Μις Κόσμος του 1958, ή της Τσάϊ Τσιν, που υποδύεται την Κινέζα συνεργάτη του Μποντ, στη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές», αναγνωρίσιμη κατόπιν μόνο ως σατανική κόρη του Φου Μαντζού=Κρίστοφερ Λι. Πολύ πιο διάσημες, η Νταϊάνα Ριγκ, στη «Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητος», πασίγνωστη –τηλεοπτικά- ως Νταϊάνα Πιλ στους «Εκδικητές» και με τεράστια καριέρα στο θέατρο, η Τζέιν Σέιμουρ, στον ρόλο της ενορατικής Σόλιτερ, πρώτου αμόρε του Ρότζερ Μουρ στη «Ζήσε και Άσε τους Άλλους να Πεθάνουν» και η Μπριτ Έκλαντ, η Σουηδέζα σύζυγος, για 3 χρόνια, του Πίτερ Σέλλερς, πρωταγωνίστρια στην «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι», συμμαχώντας με τον Μποντ ενάντια στον υποχθόνιο Φρανσίσκο Σκαραμάγκα=Κρίστοφερ Λι.

Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αγνοούνται μεταξύ b-movies, λήθης και φωτογραφήσεων για το Playboy, στοιχειοθετώντας έτσι την θεωρία της «κατάρας» που κατατρέχει τις «μοιραίες γυναίκες» του Μποντ και τις προοπτικές καριέρας τους, μετά το «φιλί του θανάτου» από τον 007.

ΘΕΜΑ 4o: Η «ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΝΤ» - ΕΞΩΤΙΣΜΟΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΓΚΑΤΖΕΤ, ΕΙΣΠΡΑΞΕΙΣ

Στις ταινίες του 007, η σκηνοθεσία, στην οποία κυρίως τυποποιήθηκαν οι Βρετανοί Τέρενς Γιανγκ, Γκάι Χάμιλτον και Τζον Γκλεν, ήταν κυρίως διεκπεραιωτική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το βέβαιο είναι η δυνατότητα του Τζέιμς Μποντ να αλλάζει σκηνικά, από τις μεγάλες μητροπόλεις σε μαγικά νησιά και αντίστροφα, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ατμόσφαιρα κοσμοπολιτισμού. Από την Τζαμάικα και τις Μπαχάμες, στην «Τζέιμς Μποντ Εναντίον Δόκτορα Νο» και «Το Ντόμινο του Κεραυνού», μέχρι την Άπω Ανατολή, στο Χονγκ-Κονγκ με την Ιαπωνία, για τη «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές» και Μακάο, Ιαπωνία και Ταϊλάνδη για την «Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι». Κάνοντας ένα πέρασμα από, την Αίγυπτο για την «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε», την Βραζιλία για την «Επιχείρηση Μουνρέικερ», την Κέρκυρα και τα Μετέωρα, στη «Για τα Μάτια σου Μόνο» και ενδιάμεσα με ένα θεαματικό κυνηγητό στον Πύργο του Άιφελ για την «Κινούμενος Στόχος», η Γη μας έμοιαζε πολύ μικρή για τον Μποντ. Ο οποίος, αφού περιηγήθηκε ξανά στην Ασία για την «Το Αύριο Ποτέ δεν Πεθαίνει», η χάρη του έφτασε μέχρι την Ισλανδία, για τη «Πέθανε Μια Άλλη Μέρα» και τη Αφρική για την «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006, ενώ στη «Quantum of Solace» βρέθηκε και πάλι με φόντο σκηνικά από την Καραϊβική και την Νότια Αμερική (Αϊτή και Βολιβία), έστω κι αν τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στον Παναμά και το Μεξικό αντίστοιχα …

Η μουσική υπόκρουση υπήρξε ένα άλλο συστατικό επιτυχίας, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, αφού πέρα από το –κυριολεκτικά- εμβληματικό «Θέμα του Τζέιμς Μποντ» του Τζον Μπάρι, που σφραγίζει κάθε ταινία της σειράς από την εποχή που ήταν αδιανόητη η έκτασή της (δηλαδή από τον «Δόκτορα Νο»), κάμποσα μικρά ή μεγάλα «κομμάτια» που αναπαράγονται σταθερά μέχρι σήμερα προώθησαν παραπέρα την μυθολογία του 007. Το ξεκίνημα έγινε κυρίως με εξαίρετες συνθέσεις του ίδιου του Μπάρι, ερμηνευμένες από «μεγάλες κυρίες» όπως, η Σίρλει Μπάσει με τα «Goldfinger», «Diamonds are forever» και το «Moonraker», η Νάνσι Σινάτρα με το «You only live twice» και η Λούλου με το «The man with the golden gun». Η στροφή σε πιο ποπ ρυθμούς σηματοδοτήθηκε από την πιο εμπορεύσιμη «σόλο» στιγμή του Πολ Μακάρτνι στο «Live and let die», και έγινε εντονότερη στη δεκαετία του 1980, με νεαρούς, τότε, ποπ σταρ, σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης –και- της νεόκοπης, τότε, βιομηχανίας των βιντεοκλίπ, με την Σίνα Ίστον στο «For your eyes only», τους Duran-Duran στο «A view to a kill» και τους A-ha στο «The living daylights». Στη συνέχεια, όπως η δεκαετία του 1990 επέτασσε γενικότερα, επιχειρήθηκε πρόσκαιρα μια αναβίωση του κλίματος του 1960, με κυρίες της σύγχρονης σόουλ σε όψιμη άνοιξη της καριέρας τους, όπως την, Γκλάντις Νάιτ με το «Licence to kill» και την Τίνα Τέρνερ με το «Goldeneye», για να επιστρέψουμε και πάλι σε top stars της εποχής , όχι πάντως στις καλύτερες στιγμές τους, με την Σέριλ Κρόου στο «Tommorow never dies», τους The Garbage με το «The world is not enough» και την Μαντόνα στο «Die another day». Τελευταία στάση, μια πιο «ροκ» στροφή με τον Κρις Κορνέλ (πρώην τραγουδιστή των Soundgarden και των Audioslave) να ερμηνεύει το «You know my name» στο «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006 και τον Τζακ Γουάιτ (του «καυτού» συγκροτήματος των White Stripes) να υπογράφει τη σύνθεση και την ερμηνεία, μαζί με την σύγχρονη r’n’b τραγουδίστρια Αλίσια Κις, στο κεντρικό τραγούδι του «Quantum of Solace», με τίτλο «Another way to die».

Εκτός από τους μόνιμους χαρακτήρες-γκάτζετ της σειράς (η αιωνίως πιστή γραμματέας Μις Μανιπένι και ο διευθυντής μυστικών υπηρεσιών Μ, ρόλο που υποδύεται πλέον η Τζούντι Ντεντς, υπάρχουν και τα πραγματικά γκάτζετ-φετίχ, απαραίτητα συστατικά τόσο του οπλοστασίου όσο και της εικονογραφίας του 007: η σούπερ-βαλίτσα με τα υπερ-εξαρτήματα του Q (θυμηθείτε την βαλίτσα με τα απίστευτα γκάτζετ –οξυζενέ, τσιρότα, μολυβόνερο κ.λ.π.- του Θου-Βου, που ο ίδιος βέβαια την αρνιόταν πεισματικά ως «κολοκοτρωνέικη»), τα ρολόγια που ποτέ δεν ήταν «μόνο» ρολόγια, το περίστροφο Walther PPK που χρησιμοποιείται στο κλασικό λογότυπο του 007, το «χτυπημένο» και όχι «ανακατεμένο» βότκα-Martini του Μποντ, οι αστραφτερές Aston-Martin, οι θεαματικές καταδιώξεις, τα αντίστοιχα πανούργα όπλα των «κακών, τα μυστηριώδη στρατηγεία των οργανώσεών τους, με τα τόσο «πιασάρικα» ονόματα, όπως «Spectra» ή «ATAC», στα πιο απίθανα μέρη (θυμηθείτε μόνο την «αράχνη της θάλασσας» βάση Atlantis στη «Ο Κατάσκοπος που μ’ Αγάπησε»).

Όλα αυτά οδήγησαν εύλογα σε μια εξαιρετικά συνεπή, ανεπανάληπτη ως προς την διάρκεια της «αλυσίδα» ταινιών. Και είναι αλήθεια ότι, ακόμα και στην θεωρούμενη ως μέτρια εποχή του Τίμοθι Ντάλτον, κατά την διάρκεια της οποίας προέκυψε και το μεγαλύτερο κενό –διάρκειας 6 ετών- στο γύρισμα περιπέτειας του Μποντ, το franchise ποτέ δεν «μπήκε μέσα». Στην κορυφή της επιτυχίας, με τις απαραίτητες αναπροσαρμογές στα σημερινά δεδομένα, η «Το Ντόμινο του Κεραυνού» απολαμβάνει τη 1η θέση με έσοδα που προσεγγίζουν το 1 δις δολάρια, την ώρα που το κόστος της -και πάλι σε σημερινή αναγωγή- έφτανε τα 39 εκατ. δολάρια, δηλαδή η ταινία «έβγαλε τα λεφτά της» περίπου 25 φορές. Ακόμη εντυπωσιακότερη, ως προς τις αναλογίες αυτές, η πρώτη ταινία, «Τζέιμς Μποντ εναντίον Δόκτορα Νο», έχει προσφέρει μέχρι σήμερα περίπου 50 φορές περισσότερα απ’ όσα επενδύθηκαν πάνω της, 420 εκατ. δολάρια εισπράξεις από επένδυση 8,5 εκατ. δολαρίων περίπου. Οι σύγχρονες απόπειρες είναι σαφώς δαπανηρότερες (138 εκατ. δολάρια ήταν ο προϋπολογισμός της «Καζίνο Ρουαγιάλ» του 2006, που έβγαλε εισπράξεις περισσότερα από 630 εκατ. δολάρια), αλλά εφόσον η παραγωγή εξακολουθεί, τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλά.

Να πηγαίνουν τόσο καλά, ώστε ο Ντάνιελ Κρεγκ να απαλλαγεί, μέσω του μοντάζ, από την επανάληψη της πλέον κλασικότερης από τις ατάκες, τη «My name is Bond. James Bond», η οποία απαλείφθηκε από τους παραγωγούς του «Quantum of Solace» ως εντελώς (!) –μα …εντελώς (;)- αχρείαστη …

Δείτε και Διαβάστε -στα Αγγλικά- ότι έχει σχέση για τον πράκτορα 007, James Bond

Του Ανδρέα Κίκηρα. Από τον «ταχυδρόμο», τεύχος Νο 453, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» του Σαββάτου, 1 Νοεμβρίου 2008.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Ιδιοφυΐα πάση θυσία!

Το φυσικό ταλέντο, η πρωτοτυπία και η δημιουργικότητα αποτελούσαν ανέκαθεν αξιοθαύμαστα, και σχετικά σπάνια, χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πώς όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τέτοιες ασυνήθιστες εκδηλώσεις της ανθρώπινης νοημοσύνης; Άραγε, είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ή να μετρήσουμε την «ευφυΐα» ενός ιδιαιτέρως προικισμένου ατόμου; Κι αν η απάντηση είναι θετική, πόσο σκόπιμες ή ωφέλιμες θα ήταν αυτές οι μετρήσεις για το ίδιο το ιδιοφυές άτομο ή για την κοινωνία στην οποία ζει;

Πάντως, για να μετρήσουμε πόση ευφυΐα ή ταλέντο διαθέτει κάποιος ή κάποια, θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι ακριβώς μετράμε. Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες, αφού ακόμη και σήμερα δεν διαθέτουμε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό της νοημοσύνης, της ευφυΐας ή του ταλέντου, πόσο μάλλον έναν κοινά αποδεκτό τρόπο για την καταμέτρησή τους. Το τι θεωρείται ως εκδήλωση μεγάλης «ευφυΐας» ή «ταλέντου» εξαρτάται από τις επιστημονικές, φιλοσοφικές ή και πολιτικές προκαταλήψεις του ερευνητή.

Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι υπάρχουν αναρίθμητοι ορισμοί και, επομένως, αναρίθμητοι τρόποι μέτρησης των νοητικών ή δημιουργικών μας ικανοτήτων. Ίσως γι' αυτό οι περισσότεροι ερευνητές αποφεύγουν συστηματικά να περιορίσουν σε έναν ορισμό τις πολύμορφες εκδηλώσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Εντούτοις, ορισμένοι ειδικοί δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να συνοψίσουν σε έναν ορισμό το περίπλοκο αντικείμενο της έρευνάς τους.

Για παράδειγμα, ένας ορισμός της ευφυΐας που έχει προταθεί είναι ο εξής: «Η ικανότητα να μαθαίνουμε από την εμπειρία και να εφαρμόζουμε αυτή τη γνώση για την αποτελεσματικότερη προσαρμογή μας στο περιβάλλον». Πρόκειται προφανώς για έναν απελπιστικά ευρύ ορισμό ώστε να έχει κάποια πρακτική χρησιμότητα. Στο άλλο άκρο βρίσκουμε τους πραγματιστικούς ορισμούς, όπως αυτόν που έδωσε ο Αμερικανός πειραματικός ψυχολόγος Edwin Boring (1886-1968), ο οποίος δεν δίστασε να «ορίσει» ως ευφυΐα ό,τι μετριέται από τα κατάλληλα τεστ! Στην πραγματικότητα, όμως, τέτοιοι πραγματιστικοί ορισμοί όχι μόνο δεν μας λένε απολύτως τίποτα για την ίδια την ευφυΐα, αλλά και περιορίζουν ασφυκτικά το νόημά της. Εξάλλου, από τα αναρίθμητα «τεστ νοημοσύνης» δεν υπάρχουν έστω και δύο που να μετράνε το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Ένας μάλλον ικανοποιητικός, αν και καθαρά περιγραφικός, ορισμός του ιδιοφυούς ατόμου δόθηκε από τον Γερμανό παιδοψυχολόγο Detlef Η. Rost, έναν από τους διασημότερους σήμερα ειδικούς σε αυτό τον τομέα. Σε πρόσφατο άρθρο του ορίζει ως ιδιοφυές: «Ένα πρόσωπο που έχει τη δυνατότητα να αφομοιώνει ταχύτατα περιεχόμενα και διαδικασίες. Το πρόσωπο αυτό είναι σε θέση να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά τις γνώσεις του για να επιλύει νέα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις, όπως στο σχολείο, στην οικογένεια, στον ελεύθερο χρόνο, στον επαγγελματικό χώρο. Το ιδιοφυές άτομο είναι ικανό να μαθαίνει γρήγορα από τις εμπειρίες του σε αυτές τις καταστάσεις. Επιπλέον, μπορεί να διακρίνει σε ποιες καταστάσεις και σε ποια προβλήματα βρίσκουν εφαρμογή οι νέες γνώσεις και πότε δεν πρέπει να γίνεται αυτό. Το ιδιοφυές άτομο είναι σε θέση να τα κάνει όλα αυτά με τρόπο κατά πολύ καλύτερο απ' ό,τι η πλειοψηφία της ομάδας των ατόμων με τα οποία συγκρίνεται, π. χ. με άτομα της ίδιας ηλικίας».

Η σοβαρότερη αντίρρηση σε αυτό τον τελευταίο ορισμό είναι ότι περιγράφει αποκλειστικά τη γνωστική ιδιοφυΐα: ασυνήθιστα υψηλές επιδόσεις και μεγάλη πρωτοτυπία κατά την επίλυση γνωστικών προβλημάτων. Συνέπεια αυτού του περιορισμού είναι ότι όλες οι άλλες εξαιρετικές εκφράσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας, όπως η μουσική, οι καλές τέχνες ή τα αθλήματα, χαρακτηρίζονται απλώς ως «ταλέντα».

Το πρόβλημα δυστυχώς παραμένει ανοιχτό: τι σημαίνει «με τρόπο κατά πολύ καλύτερο» από την πλειοψηφία και πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς αυτή τη διαφορά; Ο ίδιος ο D.Η. Rost νοιώθει την ανάγκη να διευκρινίσει ότι, συνήθως, θεωρείται «ιδιοφυής» όποιος ή όποια επιδεικνύει έναν Δείκτη Ευφυΐας (IQ) μεγαλύτερο από 130. Οπότε, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, θα έπρεπε να μιλάμε για «ιδιαίτερα ευφυή» και όχι για «ιδιοφυή» άτομα.

Αν και ομολογουμένως εντυπωσιακή, αυτή η λεπτή διάκριση δεν καταφέρνει να μας διαφωτίσει επαρκώς για τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των «ιδιοφυών» και των «ιδιαίτερα ευφυών» ατόμων. Και ας μην πιστέψει κανείς ότι η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη όσον αφορά στη διάκριση μεταξύ των «ιδιοφυών» και των «φυσιολογικών» ατόμων.

IQ: ένας Δείκτης Ανοησίας

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή σύγχυση των ιδεών ως προς το ποια πρέπει να θεωρούνται τα τυπικά γνωρίσματα της «υψηλής» νοημοσύνης, θα πρέπει να ανατρέξει στις προγενέστερες προσπάθειες κατασκευής μιας κλίμακας αξιολόγησης των ικανοτήτων του ανθρώπινου νου. Μιας κλίμακας που, σύμφωνα με τους επινοητές της, θα μας επέτρεπε να διακρίνουμε με ασφάλεια ποιοι από τους συνανθρώπους μας είναι ιδιοφυείς, φυσιολογικοί ή πνευματικά ανεπαρκείς.

Οι πρώτες ανθρωπομετρικές προσπάθειες προσδιορισμού της ανθρώπινης ευφυΐας έγιναν από τους «φυσιογνωμιστές» του 18ου αιώνα. Αυτοί πίστευαν ότι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου αντανακλούν τα ιδιαίτερα εσωτερικά-ψυχικά του χαρακτηριστικά. Μια σειρά από ανόητες και ρατσιστικές προκαταλήψεις που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στη δημώδη ψυχολογία προέρχονται από αυτές τις αφελείς αντιλήψεις.

Το πέρασμα από τις «φυσιογνωμικές» στις μετέπειτα «φρενολογικές» επιστημονικές δοξασίες φαίνεται, επομένως, απολύτως λογικό. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν σαφές ότι όλες οι πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου έχουν την έδρα τους στο εσωτερικό του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και η φρενολογία ήταν μια πρόωρη εμπειρική προσπάθεια εντοπισμού των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου πάνω στο ανθρώπινο κρανίο. Πάνω στο εξωτερικό περίβλημα του εγκεφάλου, δηλαδή πάνω στο κρανίο κάθε ατόμου, αποτυπώνονται όλες οι ιδιαίτερες πνευματικές του δυνατότητες και αδυναμίες! Και σύμφωνα με τους φρενολόγους, η λεπτομερής εξέταση του κρανίου τούς επιτρέπει να αξιολογούν τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.

Τα εμφανή αδιέξοδα και οι αποτυχίες αυτής της επιφανειακής προσέγγισης οδήγησαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα σε πιο «εκλεπτυσμένες» ψυχομετρικές μεθόδους. Εκείνη την εποχή εμφανίζεται το πρωτοποριακό έργο του Alfred Binet. Αυτός ο Γάλλος ψυχολόγος, εγκαταλείποντας οριστικά τις αναγωγιστικές φρενολογικές δοξασίες, θα επινοήσει ένα σύστημα ικανό να συγκρίνει τις νοητικές ικανότητες και κυρίως τις γνωστικές αδυναμίες των μαθητών. Η κλίμακα αξιολόγησης των γνωστικών ικανοτήτων ενός μαθητή προέκυπτε από τη σύγκριση της «νοητικής ηλικίας» του με την πραγματική «χρονολογική ηλικία» του. Η μέτρηση του IQ βασίζεται σε αυτήν ακριβώς τη διάκριση: διαιρώντας τη «νοητική ηλικία» δια της «χρονολογικής ηλικίας» και πολλαπλασιάζοντας επί 100.

Ο υπολογισμός του IQ μας επιτρέπει να καταλάβουμε αν ένας μαθητής έχει επαρκείς πνευματικές ικανότητες για να ακολουθήσει το σχολικό πρόγραμμα ή αν αντίθετα πρέπει να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Με άλλα λόγια το IQ, στην αρχική του εκδοχή, ήταν μόνο ένας ασφαλής τρόπος διάγνωσης της νοητικής καθυστέρησης, και όχι μια μέθοδος αξιολόγησης κάποιων υποτίθεται εξαιρετικών νοητικών ικανοτήτων!

Τις επόμενες δεκαετίες όμως η μέτρηση του IQ θα μετατραπεί σε απόλυτη κλίμακα αξιολόγησης της νοημοσύνης, και το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα μετέπειτα τεστ νοημοσύνης. Όλα επινοήθηκαν σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, τις προκαταλήψεις και κυρίως την ιδεολογία της αμερικανικής κοινωνίας.

Η υστερία της ιδιοφυΐας

Στη σύγχρονη ψυχολογία υπάρχουν τόσα τεστ για την καταμέτρηση της νοημοσύνης και της δημιουργικότητας όσοι και οι ερευνητές που επινοούν αυτά τα τεστ. Και μολονότι η επιστημονική σοβαρότητα αυτών των τεστ αμφισβητείται από όλους σχεδόν τους ειδικούς, δεν είναι λίγοι εκείνοι που υπερηφανεύονται για τις υψηλές επιδόσεις τους σε αυτά. Πράγματι, οι περισσότεροι από εμάς έχουν υποβληθεί σε κάποιο ανάλογο ψυχομετρικό τεστ, ακόμη και σε αμφίβολης σοβαρότητας «τεστ νοημοσύνης» που βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο ή σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας.

Διασκεδαστική, αλλά και άκρως αποκαλυπτική της μαζικής υστερίας με τη ιδιοφυΐα, είναι η περίπτωση της διάσημης ηθοποιού Sharon Stone, η οποία είχε δηλώσει κατ' επανάληψη ότι ήταν μέλος της MENSA, της σχετικά ολιγομελούς παγκόσμιας εταιρείας των ατόμων με πολύ υψηλό δείκτη «νοημοσύνης»: πάνω από 131 στην κλίμακα βαθμολόγησης, σύμφωνα με το επίσημο τεστ της εταιρείας.

Με τη δήλωσή της αυτή η S. Stone ήθελε προφανώς να αποδείξει ότι εκτός από τα εμφανή σε όλους σωματικά της προσόντα διαθέτει και εξίσου πλούσιες διανοητικές αρετές. Παρά τις ευγενικές της προθέσεις, η MENSA διέψευσε τον ισχυρισμό της Stone και η τελευταία συντετριμμένη αναγκάστηκε να το παραδεχτεί. Όσο όμως τραγελαφικό κι αν ακούγεται αυτό το επεισόδιο, είναι αρκετά διαφωτιστικό για την συνήθως ανομολόγητη γοητεία που ασκούν τα ιδιοφυή άτομα στο φαντασιακό μας.

Ωστόσο, κάθε άλλο παρά διασκεδαστική είναι η ευρύτατη πλέον χρήση ανάλογων τεστ αξιολόγησης των διανοητικών ή ψυχολογικών ικανοτήτων όσων επιθυμούν να προσληφθούν ή να προαχθούν στις μεγάλες επιχειρήσεις. Όμως, ακόμη πιο ανατριχιαστική και εξίσου αυθαίρετη πρέπει να θεωρείται η υιοθέτηση και η συστηματική χρήση τέτοιων τεστ στον τομέα της εκπαίδευσης. Σε πολλές «αναπτυγμένες» χώρες της Δύσης, τόσο η εκπαιδευτική κατεύθυνση όσο και οι μελλοντικές επαγγελματικές επιλογές των παιδιών προδιαγράφονται συνήθως από τέτοια «συμβουλευτικά» τεστ.

Σε κάθε περίπτωση, οι σημερινοί γονείς, αντί να πέφτουν θύματα της απλοϊκής προπαγάνδας για την εκπαίδευση που υποτίθεται ότι προετοιμάζει τους «ηγέτες» και τα «ταλέντα» του αύριο, θα έπρεπε να επενδύουν περισσότερο στην ελεύθερη ανάπτυξη και στην ουσιαστική καλλιέργεια των δυνατοτήτων των παιδιών και να μην επικεντρώνονται αποκλειστικά στις σχολικές τους επιδόσεις. Κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να μην γίνουν όλα τα παιδιά «ιδιοφυή», σίγουρα όμως θα είναι πιο ευτυχισμένα και ισορροπημένα άτομα. Εξάλλου, κάθε πραγματικά ιδιοφυής σκέψη ή έργο «είναι κατά το 95 % προϊόν εφίδρωσης και μόνο κατά το 5% προϊόν έμπνευσης», όπως υποστήριξε ο Thomas Edison, ένας αναμφίβολα ιδιαίτερα ιδιοφυής φυσικός.

Του Σπύρου Μανουσέλη. Από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου, 11 Οκτωβρίου 2008

Τα παράδοξα του φαινομένου Flynn

Περισσότερο από χθες και λιγότερο από αύριο, κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς τα αποτελέσματα από τα τεστ νοημοσύνης. Ολα τα μέχρι σήμερα τεστ που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία 50 χρόνια σε είκοσι τουλάχιστον χώρες, για τις οποίες υπάρχουν βέβαια και ελέγξιμα δεδομένα, δείχνουν ότι ο δείκτης νοημοσύνης των παιδιών αυξάνεται σταθερά κατά 3 μονάδες περίπου κάθε 10 χρόνια!

Την εντυπωσιακή αυτή ανακάλυψη έκανε τη δεκαετία του 1980 ο James R. Flynn, ένας άγνωστος τότε καθηγητής πολιτικών επιστημών στη Νέα Ζηλανδία. Συγκρίνοντας και αναλύοντας τα μέχρι τότε διαθέσιμα δεδομένα, ο Flynn κατέληξε στο απροσδόκητο συμπέρασμα ότι: η σταθερή αύξηση, από γενιά σε γενιά, του δείκτη νοημοσύνης είναι ένα χαρακτηριστικό, και ιδιαίτερα εντυπωσιακό, γνώρισμα του 20ού αιώνα.

Αυτή η εκρηκτική και σταθερή τάση αύξησης του IQ ονομάζεται «φαινόμενο Flynn» και η αξιολόγησή του έχει προκαλέσει (και ακόμη προκαλεί) έντονες αντιδικίες μεταξύ των ειδικών. Ο ίδιος ο Flynn υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια γενική αύξηση της ανθρώπινης νοημοσύνης αλλά μάλλον για την προοδευτική αύξηση της ικανότητάς μας να επιλύουμε, ταχύτερα και ευκολότερα απ' ό,τι στο παρελθόν, αφηρημένα προβλήματα.

Δυστυχώς, πιο πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι υπάρχει μια αντιστροφή αυτής της τάσης αύξησης του IQ. Για παράδειγμα, πρόσφατες μετρήσεις σε Αγγλία και Δανία δείχνουν ότι οι νεότερες γενιές παρουσιάζουν μια σαφή πτώση του IQ. Ας ελπίσουμε ότι αυτό δεν συνεπάγεται και μια σαφή πτώση της πραγματικής νοημοσύνης των νέων γενεών.

Περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε στο βιβλίο των J.-Β. Pouy, S. Bloch, και Α. Blanchard με τίτλο "ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΩΝ" από τις Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»

Την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου 2008 κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον και πολύ διασκεδαστικό άλμπουμ με τις προσωπογραφίες μερικών από τους πιο ιδιοφυείς και ταυτόχρονα απροσάρμοστους εκπαιδευτικά εκπροσώπους της ανθρώπινης δημιουργικότητας (στο χώρο των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών). Στις σελίδες του παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Καρλομάγνος, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Μπαλζάκ, ο Δαρβίνος, ο Σεζάν, ο Αϊνστάιν, ο Πικάσο, και πολλοί άλλοι. Ενα κοινό βιογραφικό γνώρισμα αυτών των «γιγάντων του πνεύματος» είναι η εξαιρετική τους δυσκολία να προσαρμοστούν στο εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής τους: φύσει και θέσει απροσάρμοστοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Ενα εξαιρετικό ανάγνωσμα για εφήβους και μεγάλα παιδιά.

Επίσης, την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008, στο βιβλιοπωλείο «Ταξιδευτής» (Ιπποκράτους 34, Αθήνα) έγινε η παρουσίαση της σειράς των βιβλίων των εκδόσεων «συνάψεις». Τα βιβλία αυτά, καθώς και το εξαιρετικά ενδιαφέρον περιοδικό «σύναψις», επιχειρούν να διερευνήσουν τις περίπλοκες σχέσεις των νευροεπιστημών και της Ψυχιατρικής με τις επιστήμες του ανθρώπου. Στην εκδήλωση μίλησαν οι Α. Καράβατος, Α. Τζαβάρας, Γ. Νικολαΐδης και Ι. Κυριόπουλος.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 47 –Οι Έλληνες και ο τζόγος

Είμαστε ένας λαός με ιδιαίτερη έμφαση στον τζόγο. Και φέτος στα καζίνο δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο και όλοι, σχεδόν, δοκίμασαν την τύχη τους στην πράσινη τσόχα, στα πρακτορεία του Ο.Π.Α.Π., στο Ίντερνετ. Οι Έλληνες παίζουν πολύ γιατί αρνούνται να ενηλικιωθούν. Και ίσως γι’ αυτό η διασκέδασή τους μετατρέπεται σε καταστροφικό πάθος ...

Στα πρακτορεία του ΟΠΑΠ, στα καζίνο, στους πλανόδιους λαχειοπώλες, στα γκισέ του Ιπποδρόμου, οι Έλληνες καταθέτουν ετησίως περισσότερα από 1.000 ευρώ συνολικά, κατά μέσο όρο. Το ποσό αυτό αφορά την κατά κεφαλήν δαπάνη των ενηλίκων και δεν περιλαμβάνει τα χρήματα που παίζονται στο internet (ηλεκτρονικό τζόγο), καθώς και εκείνα του παράνομου τζόγου (σε λέσχες λ.χ.) -δεν υπάρχουν στοιχεία.

Όλα αυτά σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία για το έτος 2006. Πρόκειται για επίδοση αναμφίβολα εντυπωσιακή, που φέρνει τους Έλληνες πολύ ψηλά στην παγκόσμια λίστα των λαών που τζογάρουν. Αν και δεν υπάρχουν συγκριτικά στοιχεία για όλες τις χώρες του κόσμου, έρευνα της Media & Entertaining Consulting Network (2006), έφερε την Ελλάδα στην τρίτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης, πίσω μόνο από το Χονγκ Κονγκ και τη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, χωρίς όμως να έχει υπολογιστεί ο τζίρος από τα καζίνο, αλλά μόνο από τα επίσημα τυχερά παιχνίδια.

Όπως και να έχει, η χώρα μας θεωρείται παράδεισος του τζόγου, τόσο λόγω του πλήθους των παιχνιδιών όσο και λόγω των διαρκώς αυξανόμενων ακαθάριστων εσόδων: Το 2005 τα συνολικά έσοδα ανήλθαν στα 6,9 δισ. ευρώ, ενώ το 2006 στα 8,2 παρουσιάζοντας αύξηση 18% σε ένα χρόνο, και αύξηση 45% σε σχέση με το 2004 (5,8 δισ. ευρώ). Από την ελληνική «πίτα» του τζόγου, το 37% απορροφούν τα καζίνο, το 5% ο Ιππόδρομος, το 6% τα λαχεία και το 52% τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ. Από τα 9 παιχνίδια που προσφέρει ο ΟΠΑΠ, δημοφιλέστερα είναι το ΚΙΝΟ και το Στοίχημα. Σε αυτά οφείλει το 85% των εσόδων του. Στον αντίποδα, στην τελευταία θέση βρίσκεται το Προπογκόλ, οι παίκτες του οποίου υπολογίζονται σε λίγες χιλιάδες.

Γενικά, τα τυχερά παιχνίδια γνωρίζουν περιόδους ακμής, σταθεροποίησης και παρακμής, υπάρχουν όμως και παιχνίδια που αντέχουν στο χρόνο. Εν ολίγοις, η σύγχρονη ιστορία των αδειοδοτημένων τυχερών παιχνιδιών στην Ελλάδα έχει κάπως έτσι. Ο Ιππόδρομος αποτελεί το πρώτο παιχνίδι της νεώτερης εποχής. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιούνται στο Νέο Φάληρο το 1886 και συνεχίζονται με μικρές διακοπές μέχρι το 1941, όταν σταματούν λόγω του πολέμου.

Ο Ιππόδρομος τότε αποτελούσε πόλο έλξης της καλής κοινωνίας, σε αντίθεση με το λαϊκό κόσμο τον οποίο, κατά βάση, συγκεντρώνει τις επόμενες δεκαετίες. Το 1951, ύστερα από δεκαετή διακοπή, ο Ιππόδρομος ανοίγει ξανά στο Φαληρικό Δέλτα, με υπερσύγχρονα, για την εποχή, μηχανήματα και εγκαταστάσεις. Μέχρι το 2003 συγκέντρωνε σε κάθε συνάντηση χιλιάδες κόσμο στις εξέδρες του. Η μεταφορά των αγώνων στις νέες εγκαταστάσεις στο Μαρκόπουλο, το 2003, λειτούργησε αρνητικά για την προσέλευση του κοινού, καθώς ελάχιστες φορές οι φίλιπποι υπερβαίνουν τους 1000.

Γυρνώντας στο παρελθόν, το 1929 εκδίδονται από τα υπουργεία Οικονομικών και Ναυτικών τα πρώτα λαχεία. Το ΠΡΟΠΟ κάνει την εμφάνισή του το 1959. Το αγαπημένο παιχνίδι πρόγνωσης γνώρισε ημέρες δόξας για περισσότερα από τριάντα χρόνια, μέχρι την έλευση του ΛΟΤΤΟ το 1990, το οποίο μέχρι το 1994 προκάλεσε φρενίτιδα στους Έλληνες, που συνωθούνταν μπροστά από τις τερματικές μηχανές, ονειρευόμενοι το εξάρι που θα τους άλλαζε τη ζωή. Όλα αυτά μέχρι το 1996, που άρχισε η σταδιακή πτώση του. Το 1992 μπήκε το ΠΡΟΤΟ στη ζωή μας, που και αυτό ακολούθησε παρόμοια πορεία. Εξαιρετικά ανοδικά στην αρχή και ως το 1995, έντονα καθοδικά από το 1998 και μετά. Το 1996 μπήκε το ΠΡΟΠΟ-ΓΚΟΛ, που εξαρχής παρέμεινε ένα περιφερειακό παιχνίδι για λίγους. Το 1997 έρχεται η ώρα του ΤΖΟΚΕΡ, που παρότι δεν γνώρισε τη δόξα του ΛΟΤΤΟ παρουσιάζει εξαιρετική αντοχή και είναι σήμερα το τρίτο πιο δημοφιλές παιχνίδι. Το 2000 έρχεται το Στοίχημα, που με εξαίρεση το 2005, είναι το «υπ. αριθμόν 1» παιχνίδι. Ωστόσο, η δημοτικότητά του επισκίασε τα άλλα, ειδικά το ΠΡΟΠΟ, που είδε τα έσοδά του να καταβαραθρώνονται. Το 2002 μπήκαν τα παιχνίδια SUPER 3 και EXTRA 5, ενώ ένα χρόνο μετά το ΚΙΝΟ, ένα αριθμολαχείο προκαθορισμένης απόδοσης που είναι σήμερα το δεύτερο δημοφιλέστερο παιχνίδι.

Αυτά όσον αφορά τα παιχνίδια του ΟΠΑΠ. Όσον αφορά τα καζίνο, τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησαν τη λειτουργία τους τα Καζίνο Κέρκυρας και Ρόδου, ενώ το 1970 το καζίνο Πάρνηθας. Το 1995 προστέθηκαν τα καζίνο Χαλκιδικής, Λουτρακίου και Ξάνθης, το 1996 τα Καζίνο Θεσσαλονίκης και Ρίου, το 1997 το Καζίνο Σύρου και το 1999 επαναλειτούργησε το Καζίνο Ρόδου, ύστερα από πολύχρονη αδράνεια. Το ερώτημα που προκύπτει εύκολα από όλα τα παραπάνω είναι γιατί παρουσιάζουμε ως λαός τέτοια έφεση στον τζόγο.

Εθισμός και καταναγκασμός

Την απάντηση δίνει ο Κωστής Μπάλας, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που τοποθετεί την τάση των Ελλήνων να τζογάρουν στον γενετικό κώδικα του λαού. Για να ενισχύσει την άποψή του, μας υπενθυμίζει τις ρήσεις του Ηράκλειτου και του Πλάτωνα. Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια: «Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων». Ο Πλάτωνας υποστήριζε, από την άλλη, ότι οι Έλληνες μένουν πάντα παιδιά, και ότι Έλληνας γέρος δεν υπάρχει: «Έλληνες αεί παίδες, γέρων δε ουδείς». Σε αυτά τα δύο αποφθέγματα, ο καθηγητής βλέπει πρώτα την ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη του τζόγου στην Ελλάδα εδώ και αιώνες, αλλά και την αιώνια σφριγηλότητα των Ελλήνων, που σαν παιδιά δεν ωριμάζουν ποτέ. Παράλληλα, προσθέτει τη θεά Τύχη, που έπαιζε σημαντικό ρόλο στις ζωές των αρχαίων και την αντιπαραβάλει με την αντίληψη περί πεπρωμένου (κισμέτ), που λειτουργεί ανασταλτικά στην αναζήτηση της τύχης.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι Έλληνες φαίνεται να αποζητούν την εύνοια της τύχης, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους, που πιστεύουν πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, ή τους ορθολογιστές, που θεωρούν το τζόγο ως πειραματισμό με απειροελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Ο καθηγητής, βέβαια, δεν μένει σε αυτά. Αναγνωρίζει ότι η αυξημένη διαθεσιμότητα παιχνιδιών λειτουργεί αντανακλαστικά, ως μία σχέση προσφοράς και ζήτησης, φέρνοντας όλο και περισσότερους Έλληνες στα μονοπάτια -ή τις ατραπούς- της τύχης. «Κάποτε μπορούσες να παίξεις μόνο ΠΡΟΠΟ ή λαχείο. Σήμερα μπορείς να παίξεις δεκάδες παιχνίδια χωρίς καν να βγεις από το σπίτι σου, μέσω internet», σημειώνει. «Επιπλέον, η οικονομική κρίση που προφανώς δεν είναι τωρινή -στην Ελλάδα μιλάμε για λιτότητα εδώ και δεκαετίες- αυξάνει τα πονταρίσματα».

Ο Κ. Μπάλας, όμως, είναι και ο ιδρυτής του Προγράμματος Υποστήριξης Εθισμένων Παικτών του Ελληνικού Κέντρου Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής και Περίθαλψης. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που μετρά 6 χρόνια δράσης, χρηματοδοτείται εν μέρει από το Καζίνο Λουτρακίου και αποσκοπεί στο να βοηθήσει εθισμένους τζογαδόρους να απεξαρτηθούν. Μέσω της τηλεφωνικής γραμμής SOS του κέντρου (800 11 10401), το 2007 πάνω από διακόσια άτομα ζήτησαν βοήθεια για τους εαυτούς τους ή για άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος και αρκετοί έλαβαν ψυχολογική υποστήριξη για να ξεπεράσουν τον εθισμό.

Από τη θέση αυτή, ο Κ. Μπάλας κάνει την παρατήρηση ότι τους περισσότερους και σκληρότερους εθισμούς τους δημιουργεί το καζίνο και ο Ιππόδρομος και ότι η συντριπτική πλειονότητα των εθισμένων είναι άντρες. «Οι γυναίκες που τζογάρουν συνήθως πάσχουν από κατάθλιψη ή προσπαθούν να βγουν από την καταπίεση του οικογενειακού τους περιβάλλοντος», καταλήγει.

Προχωρώντας παρακάτω, η Λένα Καστρησίου, κλινική ψυχολόγος και σύμβουλος σχέσεων, σκιαγραφεί το προφίλ του τζογαδόρου. «Ο τζογαδόρος όταν ήταν παιδί, δεν ήταν πολύ χαρούμενο, απομονωνόταν αρκετά από τον κόσμο και τους φίλους του, δεν διάβαζε πολύ, δεν έβγαινε πολύ, δεν βίωνε πολλά ερεθίσματα, γενικά έδινε την εικόνα ενός δυσαρεστημένου παιδιού που ευχαριστιόταν με μεγάλη δυσκολία. Το περιβάλλον τού παιδιού αυτού είναι συνήθως περιορισμένο κοινωνικά και πολιτιστικά. Το παιδί αυτό έγινε έφηβος - με παρόμοια χαρακτηριστικά και παρέμενε απομακρυσμένος από τα γεγονότα. Δύσκολα ασχολείται με θέματα πέραν του εαυτού του, ή αν ασχοληθεί με κάτι θα είναι κάτι που θα εκφράζει θυμό -διότι λόγω της έλλειψης επικοινωνίας έχει συσσωρευμένο θυμό. Η βασική του ενασχόληση ήταν οι υπολογιστές, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, η τηλεόραση. Δεν απόκτησε χόμπι, δεν τον συγκίνησε η μουσική, η παρέα, η Φύση. Η οικογένεια του δεν μπορούσε να βρει δίοδο επικοινωνίας μαζί του. Οι άνθρωποι που έχουν ροπή προς τα τυχερά παιχνίδια είναι άτομα που έχουν ροπή προς οτιδήποτε τους προκαλεί άμεση ευχαρίστηση. Επιμένουν στη χαρά παρορμητικά και χωρίς σκέψη. Από μικροί δεν καλλιέργησαν την κρίση τους. Συνήθως έμαθαν να αποφασίζουν με βάση ό,τι τους ευχαριστούσε προς ώρας. Ειδικά, για τα άτομα που έχουν εθιστεί στο καζίνο, συνήθως πρόκειται για άτομα που δεν έχουν σπουδάσει. Δεν είχαν την υπομονή ή τη συγκέντρωση ή το ενδιαφέρον να ασχοληθούν με οτιδήποτε δεν τους προκαλούσε άμεσο αποτέλεσμα».

Από μία άλλη σκοπιά, ο Δημήτρης Τσιάκος, ψυχολόγος - γνωσιακός ψυχοθεραπευτής, επισημαίνει ότι συνήθως οι άνθρωποι με ροπή στον τζόγο είναι εκείνοι που για κάποιον λόγο αδυνατούν να αντιμετωπίσουν σταδιακά και με πρόγραμμα τα προβλήματα και επιλέγουν ένα παρορμητικό τρόπο αντίδρασης. «Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι αυτοί δίνουν έμφαση στο Εξωτερικό Κέντρο Ελέγχου, που σημαίνει ότι περιμένουν από μια δύναμη έξω από αυτούς για να βοηθηθούν και να λάβουν αυτό που τους χρειάζεται, μεταθέτοντας την αιτία και τα περιθώρια αλλαγής μακριά από τους εαυτούς τους. Ταυτόχρονα, διακατέχονται από ελλιπή οριοθέτηση, δηλαδή είναι ανίσχυροι να επιβληθούν στα πάθη τους».

Διασκέδαση και ψυχαγωγία

Γιατί δώσαμε τόσο βάρος στη συσχέτιση του τζόγου με την ψυχική υγεία; Πολύ απλά διότι ο (υπερβολικός) τζόγος θεωρείται ψυχική νόσος, επειδή εμποδίζει την εξέλιξη του ατόμου. Ωστόσο, δεν είναι ένα φαινόμενο με μόνο αρνητικές διαστάσεις. Πέρα από τα έσοδα του Δημοσίου, ο παίκτης όταν έχει αυτοπειθαρχία και τηρεί τα όρια, μπορεί να απολαύσει έντονες στιγμές διασκέδασης, ανοίγοντας συγχρόνως παράθυρο σε μεγάλα κέρδη. Η νέα αντίληψη στον χώρο των καζίνο θεωρεί τα συγκεκριμένα μέρη ως «πόλεις της διασκέδασης», που προσφέρουν πολλά περισσότερα από παίγνια.

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρει ο Αθανάσιος Τσατσούλης, διευθυντής μάρκετινγκ της Club Hotel Casino Loutraki. «Το Καζίνο Λουτρακίου τοποθετείται στρατηγικά στον ευρύτερο τομέα της διασκέδασης, ψυχαγωγίας και αναψυχής και προσφέρει ένα συνολικό πακέτο υπηρεσιών, συνδυάζοντας αρμονικά πολλαπλές και εναλλακτικές παροχές, οι οποίες στοχεύουν στο να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα επιλογών της πελατείας. Ενας συνδυασμός του πολυτελούς, 5 αστέρων ξενοδοχείου, του χώρου συναυλιών και εκδηλώσεων, των πέντε gourmet εστιατορίων και του συνεδριακού χώρου, της εκπληκτικής παραλίας του Λουτρακίου με τα θαλάσσια σπορ και του πρωτοποριακού Kids Club, των εγκαταστάσεων ευεξίας και χαλάρωσης Oasis και φυσικά του μεγαλύτερου καζίνου της Ευρώπης, συνθέτουν ένα πολύπλευρο σκηνικό που δεν αφορά μόνο στα παίγνια».

Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι διεθνώς ο κλάδος βρίσκεται σε μεταβατική φάση, από την προσφορά μόνο παιχνιδιών στην παροχή πολλαπλών επιλογών διασκέδασης και ψυχαγωγίας, κάτι που εκτιμάει ότι θα βελτιώσει την εικόνα των καζίνο, σε αντιδιαστολή με την παλαιά αντίληψη που αντιλαμβάνεται τα καζίνο ως χώρους αποκλειστικά του «τζόγου». «Αποτελεί λοιπόν συνειδητή επιλογή, η διαφοροποίησή μας έναντι της αγοράς, με την παροχή εναλλακτικών μορφών διασκέδασης, περιορίζοντας τις όποιες επιπτώσεις από τη συνεχή και αποκλειστική δραστηριοποίηση στα παίγνια.

Η αυξανόμενη χρήση των λοιπών (πέραν των παιγνίων) υπηρεσιών, καθώς και το γεγονός πως το 60% των μηνιαίων επισκεπτών πραγματοποιούν μόνο μία επίσκεψη στο καζίνο, ενώ επισκέπτονται περισσότερες φορές τις εγκαταστάσεις μας, αποτελεί επιβεβαίωση αυτής της στρατηγικής», προσθέτει. Από τον ίδιο μαθαίνουμε ότι το 45% των πελατών του καζίνο ανήκει στις ηλικίες 51 ετών και άνω, ενώ το 55% είναι από 50 ετών έως τα 23 έτη που είναι το όριο εισόδου. Οσον αφορά τα φύλα, το 63% είναι άνδρες και το 37% γυναίκες.

Ο θρύλος των καζίνο

  • Ο Τζον Τάραμας είναι ο πιο γνωστός παίκτης καζίνο που μπορεί να ζει από τα κέρδη του. Τον περασμένο Μάρτιο συμφώνησε με την Gala Coral Group για την επί τριετία διαφημιστική προώθηση των sites της (www.eurobetcasino.com, www.eurobetpoker.com κ.ά.), αντί ενός ιδιαίτερα σεβαστού ποσού. Η συμφωνία αποτελεί ενδεικτικό της άνθισης που γνωρίζουν τα online καζίνο. Μιλώντας ο ίδιος για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ηλεκτρονικού τζόγου, τονίζει: «Το παιχνίδι μέσω internet προσφέρει την άνεση και την ασφάλεια του σπιτιού και επιτρέπει στον παίκτη να παίζει όσο θέλει, όποτε θέλει.
  • Από την άλλη, η επίσκεψη σε ένα (φυσικό) καζίνο είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Το τι είναι καλύτερο είναι θέμα χαρακτήρα. Αλλοι αποζητούν την ησυχία, άλλοι το show. Πάντως, ο κίνδυνος παραμονεύει παντού. Στο internet μπορείς λ.χ. να παρασυρθείς από το εύκολο πάτημα ενός κουμπιού. Και με δεδομένο ότι ο κόσμος σε περιόδους κρίσης τζογάρει περισσότερο, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι πρέπει να παίζουμε πάντα με τα χρήματα που μας περισσεύουν. Τα online καζίνο αποτελούν μια εξαιρετική εναλλακτική πρόταση, θα πρέπει όμως να προτιμώνται μεγάλα και σίγουρα sites».
Μπαρμπούτι μπαλαμούτι

«Ρίξε μια ζαριά καλή

και για μένα βρε ζωή,

φέρε και καμιάν εξάρες,

φτάνουν πια ντόρτια και δυάρες,

Φτάνουν πια τόσοι καημοί. [...]

Δεν είμαι παιδί κακό,

γιατί θέλεις να πονώ

Eφτασε η ψυχή στο στόμα,

μ’ ένα ασσόδυο ακόμα

απ’ τον κόσμο θα χαθώ [...]».

-Ο τζόγος -εν προκειμένω τα ζάρια- αποτέλεσε σταθερή πηγή έμπνευσης και τρόπο ζωής για δημιουργούς, αλλά και ερμηνευτές του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. «Φέρε μια καλή», σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση και στίχους Κώστα Βίρβου, από το δίσκο «Α-Ω» (1971).

Αριθμοί

  • 50% Πάμε Στοίχημα;

Το δημοφιλέστερο παιχνίδι του ΟΠΑΠ τα τελευταία επτά χρόνια (με εξαίρεση το 2005, όταν το ΚΙΝΟ βρέθηκε στην πρώτη θέση. Το 2006 είχε έσοδα 2,27 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 50% των εσόδων του ΟΠΑΠ.

  • 65% Το ταμείο την κάναμε λαχείο!

Τα κρατικά λαχεία επιστρέφουν διαχρονικά περίπου το 65% των χρημάτων που παίζονται. Το 2006, τα έσοδα του Εθνικού ήταν περίπου 110 εκατ. ευρώ και οι πληρωμές στους τυχερούς 71 εκατ. ευρώ.

  • 15 Τo «σίγουρo»

Ο αριθμός 15 έχει εμφανιστεί 254 φορές στις κληρώσεις του ΛΟΤΤΟ και είναι ο πρώτος στη σχετική λίστα. Επίσης, είναι ο πρώτος σε συχνότητα και στο EXTRA 5, με 339 εμφανίσεις.

Πάσο με την τύχη

  • «Οι άνθρωποι επινόησαν την τύχη, για να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη θέλησης»,
-Δημόκριτος. Γκαντεμιά ίσον ανικανότητα δηλαδή.
  • «Οι τύχες των ανθρώπων βρίσκονται επάνω σε έναν τροχό που καθώς γυρίζει φέρνει την ευημερία σε διαφορετικό άνθρωπο κάθε φορά»,
Ηρόδοτος. Ο τροχός της τύχης, σαν να λέμε.
  • «Η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς»,
-Θουκυδίδης. Γι’ αυτό ας ποντάρουμε στα αουτσάιντερ.

Το μέρος Νο 47 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 357, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 28 Δεκεμβρίου 2008.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο πατέρας του λαϊκού τραγουδιού

18 Ιανουαρίου 1915 ~ 18 Ιανουαρίου 1984

Ένα ψιλόλιγνο αγόρι από τα Τρίκαλα ήλθε στην Αθήνα ένα φθινοπωρινό βράδυ πριν από τον πόλεμο με συντροφιά ένα μπουζούκι. Ο πατέρας του ήθελε να τον καμαρώσει δικηγόρο μα αυτό δεν συνέβη ποτέ, αφού το πεπρωμένο του ήταν να αλλάξει μια για πάντα την ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού ...

Ο μικρός κοιτάει τον απαγορευμένο καρπό. Kρέμεται ψηλά για να μην μπορεί να το φτάσει, μέσα στο τσαρουχάδικο του πατέρα του. Eίναι ένα παράξενο, μαγικό όργανο, που αντηχεί από κάθε μεριά της προσφυγικής γειτονιάς στα Tρίκαλα.

Aπό το τάγμα ανεπιθύμητων που είναι λίγο πιο πέρα, από την ταβέρνα του Aλευρά, από κάτι σπίτια όπου οι φαντάροι αναζητούν συντροφιά, από παντού ακούει ο μικρός αυτά τα «χασικλίδικα» τραγούδια. Όμως ο γιος του Kώστα Tσατσάνη (Tσιτσάνη) από το Mέτσοβο και της Bικτωρίας (Bίτως) Λάζου από τα Zαγόρια, που γεννήθηκε στις 18 Iανουαρίου του 1915, δεν θα γίνει μπουζουκτσής. Θα γίνει δικηγόρος. Kαι αφού του αρέσει η μουσική θα πάει στο ωδείο να μάθει βιολί. Aυτά ονειρεύεται ο κυρ Kώστας, αλλά η ζωή έχει άλλα σχέδια. Eίναι δώδεκα χρόνων ο Bασίλης όταν ο πατέρας του φεύγει από τον κόσμο και στα δεκατέσσερά του αρχίζει κιόλας να παίζει στις ταβέρνες, να κάνει καντάδες και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Ένα από αυτά λέγεται ότι του στοίχισε ακριβά. O καθηγητής της Γεωγραφίας που τον ακούει να τραγουδάει για το «φίνο ακρογιάλι στην Παραγουάη» τον αφήνει στην ίδια τάξη.

«Tο μπουζούκι το γνωρίσαμε από τον Mάρκο Bαμβακάρη, μάθαμε όμως να παίζουμε μπουζούκι από τον Bασίλη Tσιτσάνη. Ήταν ο καλύτερος όλων».
Γιώργος Mητσάκης.

Όταν τελειώνει το Γυμνάσιο, κατεβαίνει στην Aθήνα για να γραφτεί στη Nομική. Aυτό που πραγματικά τον νοιάζει όμως είναι η μουσική και έτσι αρχίζει να παίζει σε ταβερνάκια στις παρυφές του κέντρου της Aθήνας. Eίναι ήδη δεξιοτέχνης στο μπουζούκι και προκαλεί αίσθηση σε όσους τον ακούν να παίζει.

Στα τέλη του 1935 ηχογραφεί (γραμμοφωνεί για την ακρίβεια) για την Odeon το πρώτο του δισκάκι με τίτλο «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» και λίγο αργότερα το «Nα γιατί γυρνώ μες στην Aθήνα» για να το τραγουδήσει ο Mάρκος Bαμβακάρης. H «Φαληριώτισσα» είναι η πρώτη του μεγάλη επιτυχία αλλά η «Aρχόντισσα» είναι πραγματικός θρίαμβος. Όταν την ηχογράφησε ήταν ήδη φαντάρος στη Θεσσαλονίκη και πηγαινοερχόταν για να δώσει τραγούδια που του ζητούσαν συνέχεια πλέον οι εταιρείες. Σχεδόν πάντα επιστρέφει αργοπορημένος στη μονάδα και τον στέλνουν κατευθείαν στο πειθαρχείο. Eκεί μέσα έχει όλο τον καιρό να φτιάξει τα καινούργια του κομμάτια. Tρία χρόνια περνάει στη Θεσσαλονίκη, όπου (έπειτα από πολλές, συνήθως περιστασιακές, ερωτικές περιπέτειες) γνωρίζει και ερωτεύεται τη Zωή Σαμαρά και αρχίζει την πολιορκία που θα καταλήξει σε γάμο (αργότερα θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Kώστα και τη Bικτωρία), τον Σεπτέμβριο του 1943.

Στο μεταξύ όλα τα κέντρα, οι ταβέρνες, κι οι λατέρνες που γυρνούν στην πόλη, παίζουν την «Aρχόντισσα». «Aυτό το τραγούδι, παιδί μου Bασίλη», προφητεύει ο μαέστρος της Columbia Πάνος Tούντας, «αλλάζει σελίδα στο λαϊκό τραγούδι».

Πιο αναλυτικός ο Nτίνος Xριστιανόπουλος, που παραμέρισε, όπως δηλώνει, τα ποιήματα εδώ και χρόνια για να ασχοληθεί με τη μελέτη του έργου του Tσιτσάνη: «Bρήκε ένα τραγούδι χασικλίδικο, μόρτικο, περιφρονημένο και το καθάρισε από κάθε πρόστυχο και χαμηλό, πέταξε την αργκό και τους ιδιωματισμούς, έκοψε τα πολλά στριφογυρίσματα και τα τούρκικα μοτίβα, πλούτισε τα θέματά του με κοινωνικά στοιχεία και το έκανε να αγκαλιάσει τα μεράκια και τα ντέρτια της ελληνικής ψυχής με στίχους και μοτίβα που τους έδωσε μια λεπτή ευγένεια και μια μελαγχολική διάθεση. Ύστερα, βέβαια, ήρθαν και άλλοι και βάδισαν τον δρόμο εκείνον με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. O Tσιτσάνης όμως θα μείνει ο φωτεινός και αξεπέραστος δημιουργός της "Συννεφιασμένης Kυριακής’’ που με την τέχνη του έκανε το ρεμπέτικο πιο ελληνικό και πιο ανθρώπινο»

«Θα ’θελα να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Bασίλη Tσιτσάνη».
Mίκης Θεοδωράκης

H θητεία του τελειώνει τον Mάρτιο του 1940, αλλά ο πόλεμος θα τον φέρει στην πρώτη γραμμή στα μάχιμα τάγματα στην Aλβανία. Tα χρόνια της Kατοχής θα τα περάσει στη Θεσσαλονίκη παίζοντας σε διάφορα κέντρα, ανάμεσά τους τα περίφημα «Kούτσουρα του Δαλαμάγκα», ενώ παράλληλα ανοίγουν το οικογενειακό «Oυζερί Tσιτσάνης» στην οδό Παύλου Mελά. Όταν τα πράγματα στενεύουν φεύγει με τους μουσικούς του για περιοδεία στις γύρω πόλεις. Συχνά πληρώνονται με τρόφιμα που εκείνος τα στέλνει στους δικούς του. Συνεχίζει ακατάπαυστα να γράφει τραγούδια όπως τις «Aραπίνες», «Tο Mπλόκο», «Tα Πέριξ», αλλά εκείνο που σημαδεύει την εποχή και το ελληνικό τραγούδι γενικότερα είναι η «Συννεφιασμένη Kυριακή». «Hταν ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη μια βαριά χειμωνιάτικη νύχτα, Kυριακή. Eίδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός παλικαριού. Mάτωσε η καρδιά μου. Πήρα χαρτί κι έβγαλα από μέσα μου αυτό που μ’ έπνιγε».

«O Tσιτσάνης είναι ο Mακρυγιάννης του τραγουδιού».
Nτίνος Xριστιανόπουλος.

Mετά τον πόλεμο επιστρέφει στην Aθήνα. Eίναι η αρχή της χρυσής εποχής για το λαϊκό τραγούδι που με πρωτομάστορα τον ίδιο θριαμβεύει στα κέντρα και τη δισκογραφία. Mυθικά ονόματα ξενυχτάδικων που έλαμψαν τις νύχτες της δεκαετίας 1945-55 τον διεκδικούν στο πάλκο τους: η ταβέρνα του «Tζίμη του χοντρού» στον Πειραιά, η «Tριάνα» του Xειλά στον Aγιο Σώστη, το «Pοσινιόλ», το «Φαληρικόν».

Γράφει τραγούδια για τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Πρόδρομο Tσαουσάκη, τον νεαρό Στέλιο Kαζαντζίδη, βοηθάει τον Γρηγόρη Mπιθικώτση στο ξεκίνημά του. 'Ολοι του ζητούν τραγούδια. Eκείνης της εποχής είναι τα: «Πέφτεις σε λάθη», «Kάνε λιγάκι υπομονή», «Σ’ έχω κάνει πέρα», «Για τα μάτια π’ αγαπώ», «Tα καβουράκια», και προς το τέλος της συνεργασίας του με τη Mαρίκα Nίνου το «Tι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα». Mόνο το 1950 ηχογραφεί 53 τραγούδια!

Στα κέντρα τραγουδάει με συνοδεία την Iωάννα Γεωργακοπούλου αρχικά, τη Σωτηρία Mπέλλου αργότερα, και τη Nίνου. H σχέση του μαζί της, παρότι κράτησε λίγα μόλις χρόνια (εκείνη έφυγε πολύ νέα από τη ζωή, το 1957), ήταν γεμάτη αξεπέραστες επιτυχίες, τρομερά σουξέ, ουρές στα κέντρα, αλλά και φοβερούς καβγάδες που κρατούσαν για καιρό και βασάνιζαν και τους δύο. «Hταν ωραίος και γλυκός ο Bασίλης μου και πολλές γυναίκες τον περιτριγύριζαν. Mάρτυς μου ο Θεός, περάσαμε τόσο ωραία μαζί. Όμως πάντα ζήλευα, αλλά δεν το ’δειχνα», θα πει αργότερα η Zωή Tσιτσάνη.

«O Bασίλης Tσιτσάνης είναι αυτός που μ’ έμαθε να γράφω τραγούδια».
Eυτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Tα γούστα του κόσμου αλλάζουν στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Tώρα ακούνε τα μάμπο του Xιώτη και τα «ινδικά» που κάνουν θραύση. O Tσιτσάνης δεν δέχεται να αλλάξει το ρεπερτόριό του, απλώς ενώνει τις δυνάμεις του με έναν ακόμη μεγάλο λαϊκό συνθέτη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Ξέρει ότι είναι μόδα και θα περάσει. Tη δεκαετία του ’60 παράλληλα με τον ερχομό των μεγάλων δημιουργών του έντεχνου (που υποκλίνονται στον δάσκαλο Tσιτσάνη) όταν το λαϊκό τραγούδι αλλάζει πάλι σελίδα, υπάρχει κι εκεί η υπογραφή του. Συνεχίζει να δίνει επιτυχίες σε ερμηνευτές όπως ο Γαβαλάς, ο Aγγελόπουλος, η Πόλυ Πάνου, η Bίκυ Mοσχολιού, ο Σταμάτης Kόκοτας και να γράφει τραγούδια όπως τα «Iσως αύριο», «Tα λιμάνια», «Tα ξένα χέρια», «Mε παρέσυρε το ρέμα», «Δε ρωτώ ποια είσαι».

Tο 1977 όλοι οι Έλληνες, που έχουν τότε ανακαλύψει ξανά το ρεμπέτικο, τραγουδούν «Tο παπόρι απ’ την Περσία». O Tσιτσάνης έχει πια το δικό του καταφύγιο, το «Xάραμα», και ξανασμίγει στο πάλκο με τη Σωτηρία Mπέλλου. Δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει και να παίζει. Η τελευταία του εμφάνιση στις 21 Δεκεμβρίου του 1982 -του απέμενε λιγότερο από ένας μήνας ζωής. Aλλά ποτέ δεν κατέβηκε από το μεγάλο πάλκο των ηρώων της λαϊκής μας μουσικής -και θα μείνει εκεί όσο θα υπάρχει τραγούδι.

«Nιώθω ότι στο πρόσωπό του αποκτήσαμε τώρα έναν πρεσβευτή ανάμεσα στο λαϊκό μας τραγούδι και τον Θεό».
Διονύσης Σαββόπουλος.

Η δική του αλήθεια

«Για να γράψεις τέτοια μουσική πρέπει να πονέσεις, να πεινάσεις. Σήμερα όλοι τα έχουν όλα. Όλες αυτές οι ευκολίες είναι καταστρεπτικές για το μυαλό, την ψυχή, τη φαντασία. Γράφουν ένα τραγουδάκι στο πόδι, γίνεται σουξέ και την άλλη μέρα γεμίζουν οι τσέπες τους λεφτά. O τραγουδιστής δεν πρέπει να τα βλέπει όλα με κέρδος, αν θέλει να δημιουργήσει.»

Ωδή στον Tσιτσάνη

«Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το "Aρχόντισσά μου μάγισσα τρανή -κουράστηκα για να σε αποκτήσω". Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον "Eρωτόκριτο" του Kορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο "Mατωμέvο Γάμο? του Λόρκα. H μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Mπαχ. Aυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς».

-Aπόσπασμα από τη διάλεξη του Xατζιδάκι για το ρεμπέτικο τραγούδι στο Θέατρο Tέχνης (31/1/1949).

Διαβάστε μια βιογραφία του Βασίλη Τσιτσάνη.

Του Γρηγόρη Παπαδογιάννη. Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 344, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 28 Σεπτεμβρίου 2008.