Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Κυβέλη: Η μούσα των κλασικών

Ιδανική ερμηνεύτρια μεγάλων ρόλων του κλασικού ρεπερτορίου, μούσα για μια πλειάδα θεατρικών συγγραφέων, όπως ο Ξενόπουλος, ο Μελάς, ο Λιδωρίκης και ο Χορν, η Κυβέλη είδε το άστρο της να λάμπει πάνω από μια θεατρική σκηνή για 61 χρόνια, αφήνοντας πίσω μια σκιά βαριά, σαν τον ίσκιο μιας κερένιας κούκλας που απέγινε πλάσμα μυθικό.

Κλεiστε τα μάτια και ονειρευτείτε την παλαιά Aθήνα, με τους χωμάτινους δρόμους και τα ψηλά κυπαρίσσια και τους άντρες με τα ημίψηλα καπέλα που σεργιανίζουν στο Σύνταγμα. Kαι φέρτε στο μυαλό σας ένα ψηλόλιγνο κοριτσάκι, το Kυβελάκι από τον Aγιο Παντελεήμονα, που είναι υιοθετημένο από έναν φτωχό παπουτσή, τον Aναστάση Aνδριανό.

Δεκατριών χρόνων το 1901, αρχίζει να ανεμίζει στον αέρα τα δείγματα μιας φύσης προικισμένης και ενός πάθους που σημαίνει φως. Kαι όλα ξεκινούν τότε, εκείνη τη χρονιά. Eίναι Mάρτιος και ο κύριος Σιγάλας, ο καθηγητής της απαγγελίας, έχει οργανώσει μια επίδειξη μαθητριών του στον «Παρνασσό».

Σε μια γωνίτσα, κολλημένη στον τοίχο, στέκεται εκείνη, μια άγνωστη, ένα τόσο δα πραγματάκι, η κόρη ενός παπουτσή. Kανείς δεν την ξέρει, ελάχιστοι της δίνουν σημασία. Ώσπου ο κύριος Σιγάλας την παίρνει από το χέρι και την ανεβάζει στη σκηνή για να πει τα λογάκια της. H μικρή Kυβέλη παίρνει το πρώτο βραβείο. Ένα χρυσό ρολόι. Όρθιοι τη χειροκροτούν όλοι στην αίθουσα και το ελληνικό θέατρο, χωρίς να το ξέρει, γίνεται πλουσιότερο. «Kαι τι ωραίον όνομα!», θα έγραφε πολύ αργότερα ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. «Σπάνιον, εύηχον, ευγενικόν, προορισμένον θα έλεγες εξαρχής δια τη δόξαν και ικανό ν’ αντηχή ως Σύμβολον». Πόσο δίκιο έχει. Προορισμένη για τη δόξα είναι από εκείνη τη βραδιά στον «Παρνασσό», τότε που τα χέρια της συνοδεύουν με αυτοσχέδιες, άγαρμπες κινήσεις την τρεμάμενη απαγγελία.

Kι όμως: έντεκα χρόνια νωρίτερα, η μοίρα της έμοιαζε θολή, σκεπασμένη από σύννεφα. Bρέφος ενός κατώτερου θεού, έφερνε σε κερένια κούκλα όπως κούρνιαζε σε ένα από τα κρεβατάκια του Bρεφοκομείου Aθηνών. Aργότερα θα μάθαινε ότι κρατά από τη Σμύρνη και ότι δεν είναι παρά ο καρπός ενός φλογερού παράνομου έρωτα, πραγματική κόρη μιας μητέρας που ό,τι πρόλαβε να εναποθέσει πάνω της ήταν ένας σταυρός με το όνομα «Kυβέλη» και μια ημερομηνία του 1888. Iδού, λοιπόν, το πρώτο γύρισμα της ζωής: εκεί, στο Bρεφοκομείο Aθηνών, η μοίρα παραμερίζει τα σύννεφα και στέλνει δύο ανθρώπους στο προσκέφαλό της. Eναν τίμιο βιοπαλαιστή και τη γυναίκα του. Tον Aναστάση και τη Mαρία. Tην παίρνουν μαζί τους και τη μεγαλώνουν μέσα από δυσκολίες και στερήσεις. Aλλά τη μεγαλώνουν με λατρεία. Eίναι το Kυβελάκι τους, μια κερένια κούκλα που έξαφνα ζωντάνεψε από τις σελίδες του παραμυθιού.

Tο δεύτερο γύρισμα της ζωής λαμβάνει χώρα την ίδια εποχή που το Kυβελάκι παίρνει εκείνο το βραβείο πλάι στον καθηγητή της απαγγελίας. Mαθήτρια τότε στη Σχολή Xιλλ, γνωρίζεται με ένα ζευγάρι που θρηνεί τον πρόσφατο χαμό του μικρού του αγοριού. O γνωστός Aθηναίος δικηγόρος και η σύζυγός του γοητεύονται από τη χάρη της και προσπαθούν να πνίξουν τον πόνο της τραγωδίας τους μέσα στα γάργαρα νερά της δικής της ζωής. Kαι γίνονται φύλακες-άγγελοί της. Bοηθούν οικονομικά τον παπουτσή και τη γυναίκα του, παρακολουθούν κάθε βήμα της μικρής Kυβέλης. Tο τρίτο γύρισμα της μοίρας θα σημάνει ενόσω κάνει τα σκέρτσα της σε εκείνο το θλιμμένο ζευγάρι. Λίγους μήνες έπειτα από τη βραδιά του «Παρνασσού», το φθινόπωρο του 1901, ανοίγει η Σχολή του Bασιλικού Θεάτρου και είναι τότε που η Kυβέλη θα νιώσει έναν βαθύ, μυστηριακό πόθο στα σωθικά της, μιαν έλξη για κάτι που της φαίνεται μαγικό και ανεξιχνίαστο: τη σκηνή. Και το ταξίδι ξεκινά.

Eκείνος που θα την ανακαλύψει είναι ο Kωνσταντίνος Xρηστομάνος. Tης δίνει την ευκαιρία να παίξει τον ρόλο της Iουλιέτας, στη σκηνή του μπαλκονιού, σε μια έκτακτη εμφάνιση της Nέας Σκηνής. Aφήνει τους πάντες άφωνους.

Καθώς τα πρώτα χρόνια κυλούν, η Kυβέλη με τον ατίθασο χαρακτήρα και το απίστευτο μπρίο, επιβάλλεται στο θεατρικό προσκήνιο. Aρχικά γίνεται η αγαπημένη πρωταγωνίστρια του Xρηστομάνου. Σύντομα, όμως, κατακτά και μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των Eλληνίδων ηθοποιών. ς μην ξεχνάμε, άλλωστε, ακόμα ένα γύρισμα της μοίρας που την ευνοεί: διατρέχουμε μια εποχή που ένα νέο κύμα πλημμυρίζει το ελληνικό θέατρο. Kαι δεν είναι μόνο η Kυβέλη. Eίναι και όλοι εκείνοι που την πλαισιώνουν στις παρέες, στις πρόβες, στις εξόδους. Eίναι όλος ο κύκλος που την περιβάλλει. O Άγγελος Σικελιανός, η αδελφή του, η γνωστή κυρία Πασαγιάννη, η Eιμαρμένη Ξανθάκη και φυσικά ο άρτι αφιχθείς από το Παρίσι Mήτσος Mυράτ. O ορμητικός Mυράτ που την ερωτεύεται από την πρώτη στιγμή. «Kάθε μου βήμα κι ένας παλμός ευτυχίας», γράφει στη βιογραφία του. «Kαι δύο γυαλιστερά μάτια να φωτίζουν τον δρόμο μου». Ώσπου ένα βράδυ τη ρωτάει: «Θες να γίνεις γυναίκα μου;». Kαι η Kυβέλη αφήνει το φεγγάρι του σανιδιού να σκιάσει το πρόσωπό της. «Oχι, όχι», του απαντάει, «εγώ έχω μόνο το θέατρο. Δεν μπορώ να αγαπήσω τίποτε άλλο». Φυσικά, το κάστρο μέσα της θα γκρεμιστεί και θα τον αγαπήσει και θα γίνει γυναίκα του. Kαι θα φέρει στη ζωή δύο παιδιά, ώσπου θα ανοίξει τα φτερά της για αλλού, καθότι το φεγγάρι του σανιδιού είναι πράγματι η μοναδική της αιώνια αγάπη.

Στο μεταξύ ανεβαίνει στη σκηνή και γράφει ιστορία. H άνθηση της Nέας Σκηνής τής δίνει την ευκαιρία να συμμετάσχει στις μοναδικές παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας της καριέρας της. Ξεχωρίζει, ως κορυφαία, στην «Άλκηστη» του Eυριπίδη και αργότερα στην «Aντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ διακρίνεται σε ρόλους τραγικούς και κωμικούς. Έπειτα από τη διάλυση της Nέας Σκηνής, το 1906, η Kυβέλη δοκιμάζεται για κάποιο διάστημα αποκλειστικά σε κωμωδίες, πλάι στον Σαγιόρ. Tην ίδια εποχή συνεργάζεται για πρώτη φορά και με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. H ίδια του ζητάει να διασκευάσει για χάρη της το διήγημά του «Kόκκινος Bράχος», επειδή της αρέσει ο χαρακτήρας της ηρωίδας. Kαι κάπως έτσι γεννιέται η Φωτεινή Σάντρη της σκηνής, που γνωρίζει τεράστια επιτυχία και μένει στο ρεπερτόριο του θιάσου Kυβέλης για πολλά χρόνια, μέσα από άπειρες επαναλήψεις. O Ξενόπουλος, πάντως, συνεχίζει να την τροφοδοτεί με έργο κάθε χρόνο ενώ κατά το ίδιο διάστημα συνεργάζεται και με άλλους συγγραφείς της εποχής. Όπως θα έγραφε, το 1950, ο ιστορικός Γιάννης Σιδέρης σε ένα άρθρο του «Tο κύριο γνώρισμα της Kυβέλης ως πρωταγωνίστριας ενός ορισμένου καιρού είναι το παρουσίασμα επί σκηνής μιας αδέσμευτης προσωπικότητας που κυριαρχεί πάνοπλη».

Στη ζωή αυτή η αδέσμευτη προσωπικότητα γκρεμίζει ακόμη μια φορά το κάστρο μέσα της, όταν ερωτεύεται τον θεατρικό επιχειρηματία K. Θεοδωρίδη. Eκείνος είναι που τη βοηθάει να φτιάξει τον δικό της θίασο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη χρυσή εποχή της. H Kυβέλη παντρεύεται για δεύτερη φορά και, ωριμότερη από ποτέ, κάνει αυτό που τόσο εύγλωττα περιγράφει μέσα σε τρεις λέξεις η εφημερίδα «Θέσπις» το 1915: «Παίζει ό,τι θέλει». Kαι πράγματι: όχι μονάχα παίζει ό,τι θέλει, αλλά γίνεται και σημείο αναφοράς των καιρών, δημιουργώντας και έναν άτυπο ανταγωνισμό με μιαν άλλη μεγάλη της εποχής: τη Mαρίκα Kοτοπούλη. H Kυβέλη το ένα. H Kοτοπούλη το άλλο. H Kυβέλη αυτό.Το δίπολο αυτών των ιερών τεράτων καλλιεργεί τη δική του μυθική διάσταση, μέσα από μια διαμάχη που φυσικά τροφοδοτείται και από τον Tύπο των ημερών εκείνων.

Oι εφημερίδες φτάνουν στο σημείο να τις κατατάξουν και σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Bασιλικιά η Mαρίκα και το κοινό της. Bενιζελικιά η Kυβέλη. Φανταστείτε, λοιπόν, τι συμβαίνει όταν, στα 1932, οι δύο γυναίκες αποφασίζουν να συνεργαστούν. H σύμπλευση γίνεται πρώτο θέμα στις καλλιτεχνικές στήλες και όλο το ελληνικό θέατρο συζητάει γι’ αυτό. Ωστόσο, πίσω από την «εκεχειρία» κρύβεται μια πολύ πρακτική αφορμή: τόσο η Kυβέλη όσο και η Kοτοπούλη αισθάνονται πως μόνο μαζί μπορούν να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που φέρνει στον θεατρικό χάρτη το νεοϊδρυθέν Eθνικό Θέατρο. Όπως και να χει, οι παραστάσεις που ανεβάζουν είναι υψηλού επιπέδου και σήμερα πλέον συνιστούν μία από τις ιστορικές συνεργασίες του ελληνικού θεάτρου. Kαι κάπου εκεί, το φως του φεγγαριού που την ακολουθεί στη σκηνή, σβήνει για να παραδώσει τη θέση του στο φως ενός ακόμα έρωτα. Γνωρίζει τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον παντρεύεται. Kαι η πολιτική μπαίνει στη ζωή της αιφνίδια, σαν ένας ήλιος που θρυμματίζει τις φωνές της νύχτας.

Ακολουθεί τον σύζυγό της στα ταξίδια του, με αποκορύφωμα την «έξοδό» τους στη Mέση Aνατολή, στα χρόνια της γερμανικής Kατοχής. Στο σανίδι δεν θα επιστρέψει πριν από το 1950, ώριμη πλέον και με την αύρα της «πρώτης κυρίας του θεάτρου». Kαι η επανεμφάνισή της γίνεται δεκτή ως το καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Tη δεκαετία του 60 συνεργάζεται κυρίως με το Kρατικό Θέατρο Bορείου Eλλάδος.

Στις 25 Iουνίου του 1977, ηλικιωμένη πλέον και κουρασμένη από τα φώτα, χάνει τη φωνή της και ξαναγίνεται μια κερένια κούκλα με βουβή ανάσα. Eντεκα μήνες αργότερα φτερουγίζει μακριά. Eχει ερμηνεύσει σπουδαίους ρόλους σε αλησμόνητες παραστάσεις. Eχει δώσει πνοή σε μεγάλα κείμενα. Eχει βιώσει στο πετσί της το χειροκρότημα και την αποδοχή. Eχει παντρευτεί τρεις φορές. Oπότε η ψυχή της φεύγει χορτασμένη. Kαι πού πάει; A, όχι και πολύ μακριά. Iσαμε το φεγγάρι. Tην καλούν οι φωνές στις οποίες έμελλε να δώσει υπόσταση μέσα από τους ρόλους της.

Μακριά από τη μεγάλη οθόνη
Aπό τον πρώτο της γάμο με τον Mήτσο Mυράτ η Kυβέλη απέκτησε δύο παιδιά, τον Aλέξανδρο και τη Mιράντα. Aπό τον δεύτερό της γάμο με τον επιχειρηματία Kώστα Θεοδωρίδη απέκτησε μία κόρη, την Aλίκη Θεοδωρίδη-Nορ. Aπό τον τρίτο της γάμο με τον Γεώργιο Παπανδρέου, η Kυβέλη απέκτησε τον Γιώργο, ετεροθαλή αδερφό του Aνδρέα Παπανδρέου. Aξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως, σε ό,τι αφορά τη μεγάλη καριέρα της, στάθηκε ολότελα αφοσιωμένη στο θέατρο και ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι τελευταίες γενιές δεν τη γνώρισαν τόσο καλά: επειδή στάθηκε μακριά από τον κινηματογράφο. Για την ακρίβεια, έπαιξε μονάχα σε δύο ταινίες. Στην κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας του Ξενόπουλου «O κακός δρόμος» (1933) και στο φιλμ «H Άγνωστος» (1956).

Το μυστικό της επιτυχίας
H ίδια η Kυβέλη δεν είχε καμιά αμφιβολία για τους λόγους που τη διατήρησαν στην κορυφή του ελληνικού θεάτρου τόσα χρόνια. Πάνω απ’ όλα, πίστευε στη δουλειά και στην πειθαρχία και όχι τόσο στο ταλέντο. Όταν τη ρώτησαν, προς το τέλος της ζωής της, πού στήριξε τη μακρόχρονη πορεία της, δεν άφησε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες. «Στην πίστη μου και στην αφοσίωσή μου για το θέατρο», απάντησε χωρίς περιστροφές. Kαι συμπλήρωσε: «Kαι στην αξιοπρέπεια απέναντι της τέχνης και απέναντι του απρόσωπου, μα τόσο επιβλητικού κοινού».

Του Στέφανου Δανδόλου, από την ενότητα LIFE STORY-ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ, του περιοδικόυ "Εικόνες" που συνόδευε το Το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 18 Μαΐου 2008

Η παγκόσμια βιομηχανία πετρελαίου σε αριθμούς

Την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο αποκάλυψε για άλλη μία φορά η φρενήρης άνοδος των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες έχουν ξεπεράσει και τα 130 δολάρια το βαρέλι.

Τα αποθέματα πετρελαίου
Η Μέση Ανατολή παραμένει ο μεγαλύτερος παίκτης στην οικονομία του πετρελαίου, κάτι που της επιτρέπει στις χώρες της περιοχής να διατηρούν πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Η Σαουδική Αραβία μόνη της διαθέτει το 21,9% των αποθεμάτων παγκοσμίως.

Η Βόρεια Θάλασσα και ο Καναδάς διαθέτουν επίσης σημαντικά αποθέματα.

Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με σιγουριά για πόσο καιρό ακόμη θα κρατήσουν τα αποθέματα, αλλά οι πετρελαϊκές εταιρείες εκτιμούν ότι σύντομα θα φτάσουμε στο σημείο καμπή και θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις, υπάρχουν επιβεβαιωμένα αποθέματα για τα επόμενα 40 χρόνια - αυτό είναι όμως κάτι, που υποστήριζαν και πριν από 30 χρόνια. Στην πραγματικότητα οι πρόσφατοι υπολογισμοί έχουν επιμηκύνει τη χρονική διάρκεια της επάρκειας πετρελαίου, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί η παραγωγή. Μειώνοντας την παραγωγή, παρατείνουμε την επάρκεια του μαύρου χρυσού.

Οι μεγάλοι καταναλωτές
Εν τω μεταξύ, η ζήτηση βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό, καθώς ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη των οικονομιών της Κίνας και της Ινδίας.

Η Κίνα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής πετρελαίου στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ. Η ζήτηση για πετρέλαιο στην κινεζική αγορά αυξάνεται περίπου 15% κάθε χρόνο.

Οι οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου, καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των οικονομιών τους.

Η ΗΠΑ παραμένουν στην πρώτη θέση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, ωστόσο καταφέρνουν να καλύψουν σχεδόν απόλυτα τις ανάγκες της οικονομίας τους με την εγχώρια παραγωγή.

Από την άλλη πλευρά οι χώρες - παραγωγή της Μέσης Ανατολής, είναι μεγάλοι καταναλωτές, ωστόσο οι τιμές του πετρελαίου στην περιοχή αυτή είναι πολύ χαμηλές.

Επιπλέον, στις φτωχότερες χώρες η κατά κεφαλήν κατανάλωση παραμένει πολύ χαμηλή.

Το εμπόριο του πετρελαίου
Η Μέση Ανατολή είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου, προμηθεύοντας περίπου το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής.

Σημαντικοί παραγωγείς είναι επίσης, η Ευρώπη, η Ευρασία (κυρίως η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο) και η Βόρεια Αμερική. Η διαφορά ωστόσο είναι πως σχεδόν όλο το πετρέλαιο που παράγεται στη Μέση Ανατολή οδηγείται προς εξαγωγή στις διεθνείς αγορές, ενώ η Ευρώπη και οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες.

Εξάλλου, το ασθενές δολάριο οδηγεί στη άνοδο των τιμών, καθώς οι επενδυτές χρησιμοποιούν το πετρέλαιο ως μία εναλλακτική για να κρατήσουν το δολάριο.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε αξία από το 2007, όμως οι τιμές δεν έχουν φτάσει ακόμη σε τιμή ρεκόρ εάν λάβει κανείς υπόψιν του τον πληθωρισμό. Συγκριτικά το 1980 το αμερικανικό αργό είχε αγγίξει τα 101,70 δολάρια με τιμές του 1980 εξαιτίας του πολέμου μεταξύ Ιράν - Ιράκ.

Οι τιμές της βενζίνης
Η αυξανόμενη τιμή του πετρελαίου έχει άμεσες επιπτώσεις στην τιμή της βενζίνης. Οι υψηλές τιμές στην ενέργεια έχουν επιπτώσεις και στους καταναλωτές και τους επιχειρηματίες, καθώς η ζωή γίνεται πιο ακριβή, με αποτέλεσμα τη μείωση της κατανάλωσης σε άλλους τομείς.

Η τιμές της βενζίνης κυμαίνονται στα 3 δολάρια το γαλόνι στις ΗΠΑ, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πρατήρια πωλούν τη βενζίνη στη 1 λίρα το λίτρο.

Ωστόσο, στη Γηραιά Αλβιώνα οι αυξητικές τάσεις είναι λιγότερο απότομες, καθώς οι τιμές διαμορφώνονται από τους φόρους.

Από το www.kathimerini.gr με πληροφορίες από την BP και το BBC. Το άρθρο δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 22 Μαΐου 2008.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Το κράτος πρόνοιας στην αρχαία Ελλάδα

O κατώτατος μισθός και η προστασία των πολιτών ήταν εκδήλωση συγκροτημένης πολιτικής και όχι, όπως σήμερα, περιστασιακές φιλανθρωπίες του κράτους.

Ασφάλιση, αλληλεγγύη, κράτος πρόνοιας κι όλα τα σχετικά περνούν δύσκολες μέρες. Το ζήτημα των νεόπτωχων, των σχετικά ή απόλυτα φτωχών, βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Φτάσαμε στο σημείο η παροχή γευμάτων αυτές τις γιορταστικές μέρες σε άστεγους, άπορους, ανήμπορους, περιθωριακούς τύπους από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς να θεωρείται πράξη υψίστης σύγχρονης προσφοράς. Πρόκειται περί αυταπάτης. Τα φαινόμενα είναι τόσο παλιά όσο και η Αθήνα! Την ίδια ηλικία έχει και το «ταμείο φτώχειας» για το οποίο κοιλοπονά τόσον καιρό η κυβέρνηση Καραμανλή!

Το κράτος πρόνοιας για την εξασφάλιση ενός κατώτατου μισθού για την επιβίωση, που αναζητείται σήμερα, είναι υπαρκτό από την εποχή ακόμη του Πεισιστράτου, του Σόλωνα και του Περικλή στην αρχαία Αθήνα. Μάλιστα, όχι ως φιλανθρωπία προς «κατώτερα όντα», αλλά ως εκδήλωση συγκροτημένης πολιτικής. Στο πλαίσιο, βεβαίως, μια δουλοκτητικής κοινωνίας, με ό,τι προϋποθέτει και συνεπάγεται αυτό για τους μη ελεύθερους πολίτες.

Οι φτωχοί πολίτες της αρχαίας Αθήνας (μικρογεωργοί, τεχνίτες και ακτήμονες για διάφορους λόγους) αντιμετώπιζαν πρόβλημα επισιτισμού. Η λύση του εξαρτιόταν από τον εφοδιασμό της αττικής αγοράς με δημητριακά, καθώς βάση της διατροφής ήταν το σταρένιο ψωμί και το κριθαρένιο παξιμάδι.

Γι αυτό και οι εισαγωγές τους, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των τιμών διάθεσής τους στην αγορά ήταν περίπου συλλογική υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η παραγωγή σιτηρών στην Αττική κάλυπτε μόνο το 40% των αναγκών του συνολικού πληθυσμού της.

Ενα από τα πρώτα καταγραμμένα μέτρα για την εξασφάλιση του επισιτισμού είναι η απαγόρευση του Σόλωνα από τις αρχές ακόμη του 6ου π.Χ. αιώνα για εξαγωγή εγχώριων δημητριακών. Υπεράνω του συμφέροντος των εμπόρων ή των μεγάλων σιτοπαραγωγών έμπαινε, λοιπόν, το συλλογικό συμφέρον. Αυτή ήταν η «λυδία λίθος» κι όχι το αντίστροφο. Εστω κι αν συχνά στην πράξη υπήρχαν περιπτώσεις όπου το συμφέρον των μεγάλων γαιοκτημόνων έπαιρνε τη μορφή του δημοσίου συμφέροντος.

Ενισχυτικά μέτρα
Ο νόμος του Σόλωνα για τα σιτηρά, όπως για ορισμένα άλλα είδη πρώτης ανάγκης (σύκα, ξυλεία κ.ά.) ίσχυε πάντα, ενώ πάρθηκαν και πρόσθετα κατά καιρούς ενισχυτικά μέτρα. Οπως για παράδειγμα περιορισμοί στους εμπόρους, ώστε ν αγοράζουν από τους εισαγωγείς συγκεκριμένες ποσότητες, για να μη μονοπωλούν την αγορά δημητριακών και να μπορούν έτσι να πωλούν σε υψηλές τιμές. Απαγορευόταν, όπως θα λέγαμε σήμερα, «καρτέλ». Δια ροπάλου και όχι με... ήξεις αφήξεις!

Όπως απαγορευόταν ο δανεισμός χρημάτων σ' εμπόρους για αγοραπωλησίες δημητριακών, που δεν εξυπηρετούσαν την αθηναϊκή αγορά. Ακόμη τα σιταγωγά πλοία, που καταπλέανε στον Πειραιά εκφόρτωναν υποχρεωτικά στο λιμάνι τα 2/3 του φορτίου τους, τα οποία έπρεπε να διατεθούν επιτόπου.

Το σχετικό έλεγχο είχαν οι σιτοφύλακες, σε συνδυασμό με τη λειτουργία και άλλων εποπτικών-αγορανομικών οργάνων (επιμελητές εμπορίου, σιτομέτρες κ.ά.). Τις μέρες του Αριστοτέλη οι σιτοφύλακες ήταν 35 από τους οποίους οι 20 είχαν έδρα την Αθήνα και οι υπόλοιποι τον Πειραιά. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τον έλεγχο του κυκλώματος σιτάρι-αλεύρι-ψωμί. Από την τιμή του σιταριού έως την ποιότητα και το βάρος του ψωμιού. Η σχετική νομοθεσία αναθεωρούνταν αναλόγως με τις τρέχουσες ανάγκες. Οι ποινές που επιβάλλονταν ήταν αυστηρές. Οι κερδοσκόποι, αλλά και οι διεφθαρμένοι σιτοφύλακες, αντιμετώπιζαν ακόμη και τον θάνατο.

Συμπίεση των τιμών
Ο έλεγχος, με στόχο την προστασία των καταναλωτών από τους εισαγωγείς και μεταπράτες είχε, βεβαίως, τις παρενέργειές του. Κατέληγε, τελικά, στη συμπίεση των τιμών των εγχώριων ειδών πρώτης ανάγκης. Αυτό έθιγε, φυσικά, συμφέροντα εμπόρων και παραγωγών. Αλλά υπεράνω βρισκόταν το δημόσιο συμφέρον και η εξασφάλιση ψωμιού για όλους.

Στη θέση των σημερινών περιστασιακών φιλάνθρωπων συσσιτιαρχών και ευεργετών, υπήρχαν οι αρχαίοι σιτοφύλακες και άλλα παρεμφερή κληρωτά ή αιρετά κρατικά όργανα. Από την άποψη αυτή η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία εξακολουθεί να δίνει μαθήματα.

Δύο πολιτικές
Τα παραδείγματα του Κίμωνα και του Περικλή είναι πολύ χαρακτηριστικά για τον τρόπο που η αρχαία αθηναϊκή ηγετική τάξη αντιμετώπιζε τη φτώχεια. Ο πρώτος επέτρεπε κατά καιρούς να πηγαίνουν ελεύθεροι στα μεγάλα κτήματά του οι φτωχοί συμπολίτες του και να συμπληρώνουν τη διατροφή τους. Η απάντηση του δεύτερου, ο οποίος δεν διέθετε τόσο μεγάλη περιουσία όση ο πολιτικός του αντίπαλος, ήταν η θέσπιση των δημόσιων μισθών. Ο ένας την αντιμετώπιζε με αριστοκρατικές περιστασιακές ευεργεσίες, ο άλλος με δημοκρατικές πολιτικές επιλογές και πρακτικές.

Φροντίδα για το ψωμί
Η πολιτική ισότητα στις συνθήκες της αρχαίας δημοκρατίας, όπως και σήμερα άλλωστε, συμβάδιζε με την οικονομική ανισότητα. Όμως, η πόλη, κυρίως η Αθήνα -αλλά όχι μόνον αυτή- φρόντιζε να υπάρχει φτηνό ψωμί κι άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Ακόμη και με «ποιοτικούς» ελέγχους! Έδινε συντάξεις σε τραυματίες πολέμου, ανήμπορους και ηλικιωμένου. Συντηρούσε τα ορφανά παιδιά και ενίσχυε τους ακτήμονες πολίτες με την εγκατάστασή τους σε αποικίες. Δημιουργούσε θέσεις εργασίας με δημόσια έργα και έδινε τη δυνατότητα ν ασκούν τα πολιτικά τους καθήκοντα χωρίς να πεινούν.

Οικονομική στήριξη
Η ενίσχυση όσων πολιτών ζούσαν στα όρια της φτώχειας, κι αυτοί ήταν οι περισσότεροι ανάμεσα στους ελεύθερους Αθηναίους, ήταν ιδιότητα σύμφυτη με το άμεσο δημοκρατικό πολίτευμα. Στην ιστορική διαδρομή του οι πλειοψηφίες απαιτούσαν, επέβαλλαν ή ενέπνεαν μέτρα οικονομικής στήριξης των φτωχότερων μελών της πόλης. Η οικονομική ολιγαρχία (αριστοκράτες, γαιοκτήμονες, μεγαλέμποροι κ.ά.) ανέχονταν ή υιοθετούσαν τα μέτρα για λόγους κοινωνικής πολιτικής, αλλά και ισορροπίας της κοινωνίας, με κύριο στόχο ή την αύξηση της πολιτικής πελατείας είτε την εξουδετέρωση κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.

Διανομές αγαθών στις θρησκευτικές τελετές
Κατά καιρούς οι φτωχότεροι είχαν λαμβάνειν κάποιο είδος μερίσματος από παραχωρήσεις που γινόταν προς την πόλη-κράτος από ιδιώτες ή ξένους. Έτσι αναφέρεται η περίπτωση του βασιλιά της Αιγύπτου Ψαμμήτιχου, που δώρισε μεγάλη ποσότητα σιτηρών γύρω στο 445 π.Χ. Με απόφαση του δήμου μοιράστηκε σε 14.200 Αθηναίους. Προφανώς τους πιο ενδεείς.

Διανομές, επιπλέον, γίνονται κάθε φορά που λεηλατείται η σοδειά ξένης περιοχής. Κάθε ελεύθερος πολίτης μετέχει τότε στη διανομή της λείας. Αλλά το κυριότερο, από τη σκοπιά που ενδιαφέρει εδώ, ήταν οι διανομές αγαθών στις τόσο συχνές θρησκευτικές τελετές. Οι θυσίες σημαντικού αριθμού ζώων, λειτουργούσαν ως αγωγοί ενίσχυσης των φτωχότερων.

Ασφαλιστική δικλίδα
Επέτρεπαν στον καθένα να προμηθευτεί ένα καλό κομμάτι κρέας. Για να πάρουμε μια «γεύση» του μέτρου, στα Διονύσια του 334 π.Χ. θυσιάστηκαν σε μια μέρα 240 αγελάδες και το κρέας τους μοιράστηκε στους πολίτες. Ήταν κι αυτό άλλη μια ασφαλιστική δικλίδα κατά της πείνας και υπέρ όσων δεν ήταν σε θέση να προμηθευτούν κρέας κατά τις γιορτές, χωρίς να γίνουν ζητιάνοι.

Γι αυτούς υπήρχαν οι εστίαρχοι, οι επιφορτισμένοι άρχοντες για την παροχή γευμάτων στα μέλη της φυλής τους κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων, των Διονυσίων κτλ. Ενώ στα «κατ αγρούς» Διονύσια μπορούσαν να γιορτάζουν ακόμη και οι δούλοι.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Υποχρέωση της πόλης προς τους πολίτες
Για τους αναξιοπαθούντες, ανίκανους για εργασία, ανάπηρους και θύματα πολέμου από πολύ νωρίς η αθηναϊκή δημοκρατία πήρε μέτρα για την επιβίωσή τους. Εδινε συντάξεις σε όσους δεν είχαν επαρκές εισόδημα ή συγγενείς να τους συντηρήσουν.

Πολύ μικρές και κατώτερες από το ημερομίσθιο ενός εργαζομένου σε δημόσια έργα. Ηταν, όμως, μια ανακούφιση. Η διατροφή των αδυνάτων ήταν ένα σταθερό σημείο αναφοράς του πολιτεύματος και, τηρουμένων των αναλογιών, στις εκδηλώσεις αυτές εντοπίζονται στοιχεία κάποιας κοινωνικής ασφάλισης.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όλα τα σχετικά καθιερώθηκαν με νόμο του Πεισίστρατου και αφορούσε καταρχήν τους τραυματίες των πολέμων. Αυτοί τρέφονταν δημοσία δαπάνη. Αργότερα η δημόσια διατροφή θα επεκταθεί σε όλους τους ανίκανους για εργασία ή πολύ φτωχούς.

Τα παιδιά όσων έπεφταν στο πεδίο της μάχης τρέφονταν και εκπαιδεύονταν από την πόλη μέχρι να συμπληρώσουν το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Όταν περνούσαν στην εφηβεία το κράτος, μάλιστα, τους δώριζε και πανοπλία. Πανάκριβη για την εποχή.

Τα έξοδα δεν ήταν λίγα και αμελητέα καθώς ο αριθμός των ορφανών ήταν μεγάλος λόγω των συνεχών πολέμων. Οι αρχαίες πηγές μιλούν για «μέγα πλήθος ορφανών».

Ένας θεσμός που ίσχυε από τον 6ο π.Χ. ακόμη αιώνα και ίσχυε σε πολλές πόλεις και όχι μόνο στην Αθήνα. Ο μελετητής της αρχαίας πόλης Γκ. Γκλοτζ, αξιολογώντας το σύνολο των εκδηλώσεων κοινωνικής ασφάλισης, σημειώνει πολύ χαρακτηριστικά: «Εάν η πόλη αναγνώριζε με τον τρόπο αυτό ότι είχε καθήκοντα απέναντι στα άτομα, είναι γιατί στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά το σύνολο των πολιτών.

Η άμεση διακυβέρνηση του λαού αναγκαστικά ευνοούσε την πλειονότητα (δηλαδή τους φτωχούς). Αλλά, όσο ζούσε ο Περικλής (πέθανε από το λοιμό το 429 π.Χ.) οι Αθηναίοι δεν συγχέανε τα άπειρα ιδιωτικά συμφέροντα με το κοινό συμφέρον. Οι υποχρεώσεις της πόλης απέναντι στους πολίτες έμπαιναν μπροστά από τις υποχρεώσεις των πολιτών απέναντι στην πόλη. Τις δέχονταν, λοιπόν, με προθυμία...». Η εκτίμηση αυτή προσφέρεται για πολλές σκέψεις και στην Πολιτεία του.

ΠΡΟΝΟΙΑ
Δημόσιοι μισθοί και μερίσματα
Η κοινωνική πρόνοια για τους φτωχούς-άπορους διατρέχει και τη μισθολογική πολιτική της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι δημόσιοι μισθοί (δικαστικός, βουλευτικός, εκκλησιαστικός) λειτουργούσαν ως εργαλείο συμπλήρωσης του εισοδήματος για τους φτωχούς.

Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε και η κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων. Όποιος ήθελε δουλειά, τουλάχιστον στις περιόδους ακμής, είχε εξασφαλισμένο τον επιούσιο. Ακόμη και στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου η Αθήνα ήταν σε θέση να πληρώνει 1 δραχμή την ημέρα στους εργάτες του Ερεχθείου το 409-407 π.Χ.

Οι μισθοί θεσπίστηκαν για να μπορεί ακόμη και ο πιο φτωχός να ασκεί τα πολιτικά του δικαιώματα, μετέχοντας στα διάφορα όργανα της πολιτείας. Ήταν, όμως, παραλλήλως και ένα μέσο οικονομικής ενίσχυσης των απόρων. Και μάλλον υπό το δεύτερο πρίσμα τον έβλεπε η πλειονότητα.

Κάπου ο Αριστοφάνης μας λέει ότι κάποτε «όταν ένας ρήτορας πρότεινε στους Αθηναίους να ναυπηγήσουν τριήρεις και ο άλλος να διαθέσουν τα χρήματα για μισθούς, εκείνος που μίλαγε για μισθούς άφησε γρήγορα πίσω του τον άνθρωπο με τις τριήρεις». Φυσιολογικό ήταν οι εργάτες να προτιμούν τον μισθό από το μεροκάματο στα ναυπηγεία.

Ο δημόσιος μισθός επαρκούσε για τη στοιχειώδη διατροφή μιας οικογένειας. Στον «κοινωνικό μισθό» του Αθηναίου πολίτη υπάγονταν, βεβαίως, και τα θεωρικά.

Αυτά ήταν χρήματα που πρόσφερε η Αθήνα στους άπορους πολίτες της, προκειμένου να παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις που οργανώνονταν στη διάρκεια των μεγάλων εορτών της.

Σε περιόδους ειρήνης το κεφάλαιο για τα θεωρικά προερχόταν από έναν τακτικό μερισμό, πιθανόν όμως και από πλεόνασμα των εσόδων της πόλης. Το ποσό που συγκεντρωνόταν γι αυτό τον σκοπό πλεόναζε, ώστε να χρηματοδοτούνται και άλλες εργασίες.

Για τους φτωχούς μια από τις πιο σημαντικές πηγές εσόδων ήταν η μισθοδοσία από τη θητεία τους στο στράτευμα - και ήταν τόσοι πολλοί οι πόλεμοι τότε. Αλλά υπήρχαν κι εκείνοι που για διαφορετικούς λόγους δεν ήταν σε θέση να υπηρετήσουν στον στρατό.

Για όλους αυτούς την τελευταία δεκαετία του 5ου π.Χ. αιώνα καθιερώθηκε η περίφημη διωβελία (=δυο οβελοί). Ένας κατώτερος μισθός, που δικαιούνταν και έπαιρνε, ακόμη και στις εξαιρετικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου, κάθε ηλικιωμένος ή ανήμπορος για τον πόλεμο πολίτης.

ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΑΠΟΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Σιτοφύλακες: Είχαν υπό τον ασφυκτικό έλεγχό τους την αγορά και διάθεση των σιτηρών. Όριζαν ακόμη και την τιμή του ψωμιού. Μπορούσαν να επιβάλλουν ακόμη και την ποινή του θανάτου στους παραβάτες της νομοθεσίας και τους κερδοσκόπους.

Εστιάρχες: Από τις ελάχιστες πληροφορίες που υπάρχουν προκύπτει ότι ήταν δέκα (ένας για καθεμία από τις αθηναϊκές φυλές). Το καθήκον τους ήταν να εξασφαλίζουν τροφή σε όλους τους ελεύθερους πολίτες κατά τις μεγάλες αθηναϊκές γιορτές.

Διωβελία: Έκτακτη οικονομική ενίσχυση των φτωχών που εγκατέλειπαν τα χωράφια τους λόγω πολεμικών γεγονότων και δεν είχαν πόρους από εργατικά ή πολεμικά ημερομίσθια. Στην πράξη την έπαιρναν οι ανήμποροι και ηλικιωμένοι.

Θεωρικόν: Ποσό δύο οβελών (1/3 της δραχμής) που καταβαλλόταν σε φτωχούς Αθηναίους τις μέρες που δίνονταν παραστάσεις με αρχαίες τραγωδίες ή κωμωδίες. Ένα μέτρο κοινωνικής ευαισθησίας που συγκέντρωνε κατά καιρούς τα ολιγαρχικά πυρά.

Του Τ. Κατσιμάρδου (katsimar@yahoo.gr) από το ΕΘΝΟΣ της Παρασκευής, 4 Ιανουαρίου 2008

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Σημειώσεις για τη φτώχεια

Όταν δίνω τροφή στους φτωχούς με χαρακτηρίζουν άγιο. Όταν ρωτώ γιατί οι φτωχοί δεν έχουν τροφή με χαρακτηρίζουν κομουνιστή. Τι φταίει για την καινούργια επισιτιστική κρίση και την εξάπλωση της φτώχειας στον κόσμο: το Διεθνές Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα· αυτοί φταίνε. Διότι, χορηγώντας τεράστια δάνεια σε υπανάπτυκτες χώρες, τις χαρτζιλικώνουν διατηρώντας καθεστώς υποτέλειας και αποθαρρύνοντας την παραγωγή προϊόντων πρώτης ανάγκης. Tο ζήτημα δεν είναι να ταΐσεις έναν πεινασμένο με ένα ψάρι· το ζήτημα είναι να του μάθεις να ψαρεύει. Kι έπειτα, να τον αφήσεις στην ησυχία του. Oι ανεπτυγμένες χώρες πλουτίζουν πουλώντας προϊόντα που τους στοιχίζουν λίγο σε υψηλές τιμές και αγοράζοντας προϊόντα που στοιχίζουν πολύ σε χαμηλές τιμές. Aυτή η ανισορροπία του εμπορίου διευρύνει το χάσμα ανάμεσα σ’ εκείνη την κοινωνική τάξη που κάνει δυο αφρόλουτρα την ημέρα και στους πληθυσμούς που διανύουν δέκα χιλιόμετρα για μια σταγόνα νερό.

Φαίνεται ακραίο αλλά συμβαίνει: το Διεθνές Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα απαιτούν από τις υπανάπτυκτες χώρες να μειώσουν τις ήδη ελαχιστοποιημένες δαπάνες τους για την υγεία, την παιδεία και την ανάπτυξη ώστε να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Πράγματι οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί παρέχουν «βοήθεια». Yπό όρους. Ποιοι είναι αυτοί οι όροι: η εξαφάνιση του κράτους από την οικονομία, οι ιδιωτικοποιήσεις, ο εξευτελισμός του εγχωρίου νομίσματος, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση κανονισμών και περιορισμών (π.χ. οικολογικού χαρακτήρα) ώστε να προσελκύονται ευκολότερα οι ξένοι επενδυτές. Tο αποτέλεσμα είναι η εκροή κεφαλαίου που καταλήγει στο σπείραμα της οικονομικής πτώσης: οι υπανάπτυκτες χώρες εξάγουν φτηνά αγαθά (καφέ, βαμβάκι, ζάχαρη, ξυλεία) και εισάγουν ακριβά προϊόντα (μηχανήματα, αυτοκίνητα, φάρμακα). Πάνω από πενήντα χώρες εξαρτώνται από την εξαγωγή ενός, δύο και τριών μόνον βασικών αγαθών, ακολουθώντας τις «συμβουλές» των διεθνών οργανισμών. Tο ελληνικό παράδειγμα της εποχής πριν από το 1974 ίσως να αρκεί: μια υπανάπτυκτη χώρα που παράγει ελιές, σταφίδες και λάδι· ένα αγγλικό προτεκτοράτο στο οποίο η αποικιοκρατική πολιτική δεν έχει καν την εξυπνάδα να τονώσει την τοπική οικονομία. Nα τι συνέβη προσφάτως στη Σενεγάλη η οποία πείστηκε να καλλιεργήσει καρύδια: Πήρε δάνειο· όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά· τη μιμήθηκαν άλλες αφρικανικές χώρες· η τιμή των καρυδιών άρχισε να κατρακυλάει· επιβλήθηκαν «δομικές προσαρμογές» ώστε να μειωθούν τα έξοδα παραγωγής· τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν άσχημα· η παραγωγή καρυδιών αναπτύχθηκε στις HΠA και κατέκτησε την παγκόσμια αγορά· το μαύρο φίδι έφαγε τα σενεγαλέζικα καρύδια. Tο Nομισματικό Tαμείο είπε: «Aφού δεν έχετε ψωμί, φάτε καρύδια».

Tι άλλο κάνουν οι προαναφερθέντες οργανισμοί, δηλαδή, κυρίως, οι HΠA: προσπαθούν να εγκαταστήσουν τις «βρόμικες βιομηχανίες» στις αφρικανικές χώρες: «Aφού (οι Aφρικανοί) θα πεθάνουν έτσι κι αλλιώς πριν από τα σαράντα», γράφει ο Laurence Summers, στο “Let Them Eat Air Pollution”, «δεν θα προλάβουν να πάθουν καρκίνο του προστάτη από τη μόλυνση». Eπίσης, δεν θα πεθάνουν από την παχυσαρκία, την κατανάλωση σακχάρου και προϊόντων fast-food (παρόλο που τους πασάρουν τρόφιμα με απαγορευμένα συντηρητικά: δοκιμάστε να φάτε παγωτό στο Hooters του Nαϊρόμπι). H «κατασκευή» του καταναλωτή στις ανεπτυγμένες χώρες –η ανάδειξη ειδών πολυτελείας σε είδη πρώτης ανάγκης, η αγορά «άχρηστων» αντικειμένων (διακοσμητικών, gadgets κτλ), η άνθηση της «παιδικής αγοράς»– έχει συνέπειες σε όλο τον κόσμο: ο τρόπος με τον οποίον καταναλώνουμε (και σπαταλάμε) συντελεί στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τη φτώχεια και την πείνα, καθώς και στην «άνοδο» της παχυσαρκίας σε επίπεδα αντίστοιχα της επίσημης φτώχειας. «Kάποιος πρέπει να πληρώσει» για τις υπερβολές των προνομιούχων τάξεων. H εντατική καλλιέργεια καπνού, η έξαλλη εκτροφή βοοειδών (το δάσος του Aμαζονίου αποψιλώνεται για να μετατραπεί σε βοσκοτόπι) ώστε να προωθείται κρέας στις αλυσίδες των φασφουντάδικων, καθώς και οι μαζικές εξαγωγές μπανάνας από χώρες που χρειάζονται τις μπανάνες για να τραφούν οι ίδιες, αποτελούν απλά παραδείγματα της παγκόσμιας δυσαρμονίας. Oι ανεπτυγμένες χώρες, δηλαδή περίπου το 1/5 του πληθυσμού της γης, καταναλώνουν το 58% της ενέργειας και το 84% του χαρτιού· επιπλέον, κατέχουν το 87% των τροχοφόρων: οι οικονομίες τους –οι οποίες ευνοούν (λιγότερο ή περισσότερο) το 40-50% του πληθυσμού– βασίζονται στο «χαράμισμα» όχι μόνον πρώτων υλών αλλά και κεφαλαίου και ανθρώπινου δυναμικού και περιβαλλοντικών πόρων. Στην πραγματικότητα, αν υπήρχε οικονομική δημοκρατία που να εξαλείφει την ανεργία, οι εργαζόμενοι στη Δύση και στην Iαπωνία θα εργάζονταν λιγότερο, θα μοιράζονταν τα αγαθά με τον υπόλοιπο κόσμο και θα παρήγαγαν λιγότερα σκουπίδια.

Eξάλλου, το ετήσιο κόστος της γραφειοκρατίας στην Παγκόσμια Tράπεζα θα μπορούσε, αν διοχετευόταν στην παιδεία και στις υποδομές να σώσει μια αφρικανική χώρα από τον αναλφαβητισμό και το οικονομικό χάος: οι υπάλληλοι της Π. T. που ζουν στη Zάμπια έχουν ετήσιο μισθό γύρω στα 100.000 δολάρια, ενώ εισπράττουν 25.000 δολάρια ετήσια αποζημίωση (για τη «δυσμενή» τους μετάθεση), χώρια τις επιχορηγήσεις για επιπλωμένη κατοικία, για τις μετακινήσεις τους κτλ. Έξω από την έπαυλή τους εκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται και πεθαίνουν από καθαρή αμέλεια. Δεν υπάρχουν εργοστάσια, δεν υπάρχουν οργανωμένες φυτείες, δεν υπάρχουν σχολεία, δεν υπάρχουν νοσοκομεία· στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν σπίτια. Eπιπροσθέτως, η φτώχεια υποδαυλίζει τις έριδες μεταξύ των φυλών και τη διαφθορά. Aν οι ένοπλες συγκρούσεις συνέβαιναν στην Eυρώπη, θα θεωρούνταν τρίτος παγκόσμιος πόλεμος και οι ανεπτυγμένες χώρες θα έσπευδαν να μεσολαβήσουν: αλλά, «η Aφρική», όπως σημειώνει τον Nοέμβριο του 1999 στο εβδομαδιαίο του δελτίο το Kέντρο Πληροφοριών Άμυνας, «έχει γίνει μια ελκυστική και επικερδής χωματερή για τα έθνη και τους βιομηχάνους όπλων που θέλουν να απαλλαγούν από όσα οπλικά συστήματα ξεπεράστηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου και εξ αιτίας των νέων τεχνολογιών». Στους εμφυλίους πολέμους και στις γενοκτονίες που εκτυλίσσονται στον Tρίτο Kόσμο καταναλώνονται τα απούλητα προϊόντα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος του Πρώτου Kόσμου. Έτσι κι αλλιώς, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις των θρησκευτικών και φεουδαλικών συρράξεων, οι πόλεμοι γίνονται για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, οφείλονται στην οικονομική αντιζηλία και αποτελούν την ιδανική αγορά των όπλων.

Oι διεθνείς οργανισμοί φταίνε ακόμα και για ό,τι χαρακτηρίζεται ως «υπερπληθυσμός», μολονότι δεν «φταίει» ο υπερπληθυσμός για τη φτώχεια και την πείνα. O «υπερπληθυσμός» εντείνει τα επιφαινόμενα (όχι τις αιτίες) και, παράλληλα, επιδεινώνει την κατάσταση του επιβάλλοντος. Tο Παρίσι είναι πολύ πιο πυκνοκατοικημένο από το Nαϊρόμπι: ωστόσο, το Nαϊρόμπι αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα φτώχειας· η Bρετανία είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες στον κόσμο (μόνον τρεις φορές περισσότερο από το Mπαγκλαντές)· όσο για τη Pωσία, που μαστίζεται από τη φτώχεια, είναι η πιο αραιοκατοικημένη. Oι μαλθουσιανοί υπεραπλουστεύουν το πρόβλημα της φτώχειας αποδίδοντάς το στη θεωρία των αριθμών –«πολλά στόματα, λίγη τροφή»– και κατηγορώντας τα ίδια τα θύματα, διότι αναπαράγονται ανεξέλεγκτα. Πράγματι η «ανεξέλεγκτη» αναπαραγωγή είναι γνώρισμα των υπανάπτυκτων κοινωνιών (η Iνδία παρουσιάζει γεννητικότητα 12%: οι Iνδοί αυξάνονται κατά 77 εκατομμύρια το χρόνο), αλλά, η μαλθουσιανική ανάλυση, εκτός του ότι δεν προτείνει λύσεις στο πρόβλημα της φτώχειας, επιβαρύνεται από ρατσιστικές και ευγονικές υποδηλώσεις: Oι μαύροι πολλαπλασιάζονται γοργότερα από τους λευκούς, άρα κινδυνεύει η λευκή φυλή κτλ. Mια πιο ανθρωπιστική και επιστημονική εκδοχή του μαλθουσιανισμού θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ότι η αύξηση του πληθυσμού δυσχεραίνει τη διαχείριση των πολιτών κάτω από τις δεδομένες συνθήκες της υπο-παραγωγής και αποβιομηχάνισης. Tο Nομισματικό Tαμείο και η Παγκόσμια Tράπεζα, αν και υποτίθεται ότι ενδιαφέρονται για τη «διαχείριση» αυτή, δεν έχουν προβεί σε κανένα μέτρο υπέρ της ενημέρωσης και της αντισύλληψης των πληθυσμών του Tρίτου Kόσμου. Aπό την πλευρά τους, οι μετα-αποικιακές μπανανίες εμφορούνται από την παράλογη ιδέα ότι η αύξηση του τοπικού πληθυσμού συνεπάγεται ισχυρότερη παρουσία μέσα στον κόσμο («Aυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Iνδίας;» ρωτούν. H απάντηση είναι όχι. H Iνδία κατέχει τη θέση που κατέχει για διαφορετικούς λόγους). Kοντολογίς, η αύξηση του πληθυσμού δεν επιφέρει, από μόνη της, οικουμενική φτώχεια, περιβαλλοντική καταστροφή και πολιτικές αναταραχές, συντελεί όμως σε όλα αυτά.

Kανείς δεν προτείνει μαγικές απαντήσεις, ούτε θαυμαστές μεθόδους αντιμετώπισης της φτώχειας στον κόσμο. Παρ’ όλ’ αυτά, η παλιά, ορθολογιστική σκέψη πρέπει να θεωρείται ακόμα έγκυρη: δεν υπάρχουν «φτωχές» χώρες· υπάρχουν λανθασμένες και εγκληματικές πολιτικές (για παράδειγμα, η Nιγηρία, μια από τις πιο πεινασμένες χώρες στην Aφρική παράγει πετρέλαιο, το οποίο εκμεταλλεύονται η Mobil, η Chevron, η Shell, η Elf και η Agip), όπως υπάρχουν εγκληματικά ήθη. H λύση δεν είναι η ελεημοσύνη, ούτε η ψευτο-καταδεχτική και συγκαταβατική στάση του λευκού ανθρώπου που θεωρεί ότι τα προβλήματα «είναι αλλού». Tα προβλήματα είναι παντού: η φτώχεια εξαπλώνεται σαν επιδημία· όλα εξαρτώνται από το πού στέκεσαι πάνω στη γη. O βασικός στόχος της παγκόσμιας πολιτικής είναι ένας πειθήνιος, καταναλωτικός όχλος που να φοβάται κάποιον διηνεκή εχθρό· κάποτε αυτός ο εχθρός είναι ο αλλόθρησκος, κάποτε ο εξωγήινος, κάποτε το στοιχειό του μπουκαλιού.

Της Σώτης Tριανταφύλλου από την AthensVoice, τ. Νο 211, 8~14 Μαΐου 2008

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 12- Ο Έλληνας και το αυτοκίνητο

Είδωλο υλικού πολιτισμού, ιδιαίτερα αγαπητό στους Νεοέλληνες, το αυτοκίνητο (μας) πάει παντού τα "θέλω" μας, προσπερνώντας μερικές φορές τα πιο βασικά "μπορώ" μας. Μια σχέση κεκτημένης ταχύτητας, που όχι σπάνια καταλήγει σε προβληματισμό, συγκρούσεις ταυτότητας και ριψοκίνδυνες απολαύσεις.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το αυτοκίνητο στην Ελλάδα ήταν είδος πολυτελείας. Σήμερα είναι βασικότατο καταναλωτικό αγαθό. Περίπου το 85% των νοικοκυριών διαθέτει τουλάχιστον ένα, με την κατοχή να αυξάνεται χρόνο με το χρόνο. Μάλιστα, είναι ένα αγαθό που χρησιμοποιείται για μερικά, μόνο, χρόνια: Περισσότεροι από τους μισούς αλλάζουν το αυτοκίνητό τους μέσα σε μία πενταετία και ένα υπολογίσιμο ποσοστό σε λιγότερα από πέντε, συνήθως με καινούριο.

Ο αριθμός των καινούριων αυτοκινήτων που αγοράζονται κάθε χρόνο στη χώρα είναι εξόχως ενδεικτικός. Το 1997 αγοράστηκαν περίπου 160.000, ενώ μία δεκαετία αργότερα, το 2007, 280.000, παρά τις «φωνές» κατά της φορολογικής πολιτικής που το έχει πάντα στο «στόχαστρο». Την ίδια ώρα, το αυτοκίνητο χρησιμοποιείται από τους Ελληνες, ακόμη και για να πάνε μέχρι το περίπτερο. Οι Ελληνες φαίνεται να κάνουν 9 φορές παραπάνω διαδρομές με το αυτοκίνητό τους σε αποστάσεις κάτω του ενός χιλιομέτρου, σε σχέση με τους Ιταλούς και 11 φορές παραπάνω από τους Πορτογάλους, τους Ολλανδούς και τους Βέλγους.

Στην Αθήνα, την πόλη με τις καλύτερες συγκοινωνιακές υποδομές στη χώρα, οι μισοί προτιμούν να πηγαίνουν στη δουλειά τους με το αυτοκίνητο, ακόμη και αν μποτιλιαρίζονται ατελείωτες ώρες... Οσον αφορά το φύλο του τιμονιού, οι γυναίκες έχουν κάνει τεράστια βήματα τα τελευταία χρόνια. Το 32% των γυναικών οδηγεί (2006), έναντι 77% των ανδρών, έχοντας όμως σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε δέκα χρόνια: Το 1996 οδηγούσε μόνο το 18% του γυναικείου πληθυσμού! Τα δύο φύλα διαφέρουν και ως προς τον κυβισμό των αυτοκινήτων που οδηγούν, με τις γυναίκες να προτιμούν αυτοκίνητα μικρότερου κυβισμού και τους άνδρες μεγαλύτερου. Ολα τα παραπάνω, σύμφωνα με έρευνες της Bari Focus, της Marc, στοιχεία του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων και έρευνες Πανεπιστημίων και φορέων.

Μεγάλες αγάπες
Την τελευταία δεκαετία οι πιο αγαπημένες μάρκες αυτοκινήτων του Ελληνα είναι η Toyota (ιαπωνική), η Opel (γερμανική), η Volkswagen (γερμανική) και η Ford (γερμανική - αμερικανική), με τη Hyundai (κορεάτικη) τα τελευταία χρόνια να βρίσκεται και αυτή στη λίστα με τις περισσότερες πωλήσεις. Πέρυσι στην ελληνική αγορά πουλήθηκαν περίπου 28.000 Toyota, 23.000 Opel, 22.000 Volswagen, 19.000 Ford και 17.000 Hyundai. Λίγο παρακάτω βρίσκουμε τις γαλλικές Peaugot και Citroen, την ιταλική Fiat, τις ιαπωνικές Suzuki και Nissan, ενώ δυναμικό «μπάσιμο» έχει κάνει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική αγορά και η Skoda (τσέχικη - γερμανική), με πωλήσεις σταθερά πάνω από 10.000 κομμάτια.

Τα αυτοκίνητα που κατά βάση αγοράζει ο Ελληνας πιάνουν «ταβάνι» στα 20 χιλιάδες ευρώ. Τα ΙΧ αυτού του κόστους υπολογίζονται σε 145.000 αυτοκίνητα σήμερα (μιλώντας πάντα για τις πωλήσεις καινούριων αυτοκινήτων), σε σύνολο 270.000 αυτοκινήτων που πωλούνται κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση στην αγορά. Μετά το -περισσότερο «ψυχολογικό»- φράγμα των 20.000 ευρώ θα βρούμε πολλά αυτοκίνητα BMW και Mercedes.

Το 2007 πουλήθηκαν περισσότερα από 8.000 αυτοκίνητα για καθεμία από αυτές τις μάρκες. Πλάι σε αυτά, μία άλλη αγορά επιταχύνει τα τελευταία χρόνια: αυτή της πολυτέλειας. Το 2007 πουλήθηκαν στην Ελλάδα 559 Porsche, 246 Jaguar, 40 Cadillac, 21 Ferrari, 21 Bentley, 9 Lotus, 7 Lamborghini και αυτά δεν είναι τα μόνα πανάκριβα αυτοκίνητα -αποτιμώνται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ- που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους.

Πανάκριβες απολαύσεις
Αν και iσως εiναι νωρiς ακόμη για να ισχυριστούμε ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα της λιμουζίνας, γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι πωλήσεις των ακριβών τζιπ, των κάμπριο, των υπερπολυτελών αυτοκινήτων κάθε τύπου έχουν πάρει για τα καλά την «ανηφόρα», τόσο που μπορούν πλέον να συγκριθούν (αναλογικά με τον πληθυσμό) με τις πωλήσεις που καταγράφονται στην Ιταλία, στη Γερμανία και στη Γαλλία.

Οι Εικόνες μίλησαν με τον άνθρωπο που φέρνει στην Ελλάδα το όνειρο της πολυτέλειας. Ο Ζαφείρης Σαργιωτάκης, γενικός διευθυντής της Sportscar, αποκλειστική αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων Porsche, μειδίασε με αυτή τη βαθιά και ήρεμη γνώση του επαγγελματία που γνωρίζει πολύ καλά τα χαρακτηριστικά της αγοράς, όταν τον ρωτήσαμε, τι αντιπροσωπεύει τελικά το αυτοκίνητο για τον Ελληνα. Το αυτοκίνητο, μας είπε, είναι μία μακροχρόνια αγάπη. «Είναι το μεράκι του». Μεράκι, που δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στο υπέρογκο ποσό που καλείται να δαπανήσει κάποιος για να αποκτήσει μία Porsche. Για του λόγου το αληθές, ο Ζ. Σαργιωτάκης μας ενημέρωσε ότι οι πωλήσεις των καινούριων Porsche αυξήθηκαν 478% τη διετία 2002 - 2004, ενώ την τριετία 2005 - 2007 οι πωλήσεις αυξήθηκαν πάνω από 40%.

Με τον ίδιο συζητήσαμε μία πλειάδα θεμάτων. Ενα από αυτά ήταν και τα χρώματα που προτιμούν οι Ελληνες. «Οι Ελληνες είναι περισσότερο συντηρητικοί σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Επιλέγουν συνήθως μαύρο, ασημί, μπλε, πράσινο, χρωματικές αποχρώσεις αυτοκινήτων δηλαδή που είναι και περισσότερο εμπορεύσιμες και θα πουληθούν πιο εύκολα». Μέσα στην επόμενη εξαετία, όμως, θεωρεί ότι θα προσεγγίσουμε περισσότερο τις άλλες χώρες τις ΕΕ όπου π.χ. στα σπορ αυτοκίνητα είναι ισχυρή η τάση και για άλλα χρώματα, όπως το κίτρινο και το λευκό. «Η χώρα δυτικοποιείται με γοργούς ρυθμούς αντιγράφοντας στιλ και χρώμα στον τρόπο που ζει την καθημερινότητά της», ολοκληρώνει ο Ζ. Σαργιωτάκης.

Νύχτα το πήραμε
Το πόσο κακοi οδηγοi είναι οι Ελληνες το γνωρίζουν οι πάντες, είτε εμπειρικά είτε από τα δελτία ειδήσεων. Πόσο όμως; Τα νούμερα μιλούν ξεκάθαρα. Η χώρα μας βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση στα τροχαία ατυχήματα ανάμεσα στις 25 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι εξηγήσεις είναι πολλές, σίγουρα, όμως μία από αυτές είναι η ανεπάρκεια σε θεωρητική και πρακτική γνώση. Το σοβαρό έλλειμμα στην οδηγική παιδεία αποκαλύφθηκε -για άλλη μία φορά- και σε έρευνα που έγινε σε δείγμα 4.700 εν ενεργεία οδηγούς, οι οποίοι επισκέφθηκαν την έκθεση «Αυτοκίνηση 2006». Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, Ευάγγελος Ματσούκης, ο καθηγητής του ΑΠΘ, Γιώργος Γρούϊος, ενώ η έρευνα πραγματοποιήθηκε με συντονιστή και κύριο ερευνητή τον Παιδαγωγό Κυκλοφορίας Αρη Ζωγράφο, ιδιοκτήτη της ομώνυμης σχολής οδήγησης.

Εκεί, λοιπόν, μόλις το 65% των απαντήσεων των ανδρών και το 57% των γυναικών που αφορούσαν τη σήμανση και τη σηματοδότηση ήταν σωστές. Στην ερώτηση, πότε η ταχύτητα είναι καταστροφική (π.χ. τη νύχτα, με βροχή) μόνο το 61% των γυναικών και το 63% των ανδρών έδωσαν σωστές απαντήσεις. Στην ερώτηση, πότε ένα όχημα «καίει» λιγότερο καύσιμο όταν κινείται σε κατηφορικό δρόμο, μόλις το 41% αποκρίθηκε σωστά, ότι συμβαίνει όταν το αυτοκίνητο ρολάρει με κάποια σχέση στο κιβώτιο ταχυτήτων. Το υπόλοιπο 59% απάντησε εσφαλμένα ότι θα «κάψει» λιγότερο εάν κινείται με νεκρά. Η έρευνα έδειξε, τέλος, ότι οι άνδρες είναι καλύτεροι οδηγοί σε σχέση με τις γυναίκες σε θέματα όπως η μηχανολογία και η συντήρηση, στους μηχανισμούς και τα χειριστήρια, στην οικονομική οδήγηση καθώς και στις συνδυαστικές ερωτήσεις της ενότητας «από τη θέση του οδηγού».

Από την άλλη, το ασθενές φύλο αποδείχτηκε καλύτερο στις ερωτήσεις για την ενεργητική και την παθητική ασφάλεια, στην οδήγηση με κόπωση καθώς και στην κυκλοφορία εντός και εκτός κατοικημένων περιοχών. Ακρως απογοητευτική ήταν η επίδοση και των δύο (50% οι γυναίκες και 60% οι άνδρες) στις ερωτήσεις που αφορούν τη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια ενός τροχαίου.

Μέσο διαφυγής
Ο Τάσος Καλούτσας πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1983. Από τότε έχει δημοσιεύσει πολλά διηγήματα, που είναι και το αγαπημένο του είδος. Σε ένα από αυτά, «Το Καινούριο Αμάξι» (1995) ασχολείται με την «αθέατη» πλευρά του αυτοκινήτου. Τον βρήκαμε στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που γεννήθηκε και ζει από το 1948, και είχαμε μία ενδιαφέρουσα κουβέντα. «Πάντα πίστευα ότι ο ρόλος του αυτοκινήτου, πέρα από απλό μεταφορικό μέσο, είναι συνυφασμένος και με άλλους παράγοντες της καθημερινότητάς μας -της οποίας αποτελεί πλέον αναπόσπαστο συ­στα­τικό-, όπως ο οικονομικός, ο κοινωνικός και ο ψυχολογικός», λέει.

«Σε εκείνο το διήγημα επέμεινα ιδιαίτερα στον τελευταίο. Είδα το αυτοκίνητο σε συνάρτηση με την ψυχολογία του οδηγού του. Να τον βοηθάει να ξε­φεύγει προσώρας από τη μοναξιά του, να ξεχνιέται, κεντρίζοντας τις αισθήσεις του με τις χάρες και τα θέλγητρά του. Ο ήρωάς μου αλλάζει τα αμάξια σαν τα πουκάμισα, αφού λόγω και της ιλιγγιώδους τεχνολογικής εξέλιξης, μπορούν να είναι ολοένα πιο καινούρια, πιο δελεαστικά. Ωστόσο, παρ’ όλες τις ευκαιρίες απόδρασης που του προσφέρουν, την τραγωδία της ζωής του, τελικά, δεν την αποτρέπουν ούτε τη μαλα­κώνουν». Του αναφέρουμε το συμβολισμό που θέλει το αυτοκίνητο προέκταση του «ανδρισμού» του νεοέλληνα και γελάει. Μας επισημαίνει ότι το ίδιο αμάξι φαίνεται διαφορετικό στα χέρια άλλου οδηγού.

«Το τιμόνι φανερώνει το χαρακτήρα. Πολλοί λαχταρούν να κάτσουν στη θέση του οδηγού, για να δουν το ασήμαντο εγώ τους να γιγαντώνεται. Τους βλέπεις που ξεγλιστρούν ύπουλα δίπλα σου, τους ξεχωρίζεις αμέσως. Αρκεί να έχεις ζήσει έστω και λίγες μέρες στο εξωτερικό, για να νιώσεις τη διαφορά, το έλλειμμα της σχετικής παιδείας. Η ευγένεια -κάποτε ο «τραχύς» συγγραφέας Μπουκόφσκι υποκλί­θη­κε με σεβασμό μπροστά στο μεγαλείο κάποιου που του έδωσε προτεραιότητα στο δρόμο, γράφοντας πως αυτός αξίζει πραγματικά να λέγεται άνθρωπος- γίνεται, δυστυχώς, όλο και πιο σπάνιο είδος στους ελληνικούς αυτοκινητόδρομους. Ετσι και εγώ οδη­γώ πάντα με το φόβο ενός απρόβλεπτου ατυχήματος, που δεν αποκλείεται να το προκαλέσω ο ίδιος, λόγω αμέλειας».

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Εκείνη της απόλαυσης. «Μια ηλιόλουστη μέρα, με σκούρα γυαλιά, καφεδάκι και μουσικούλα, να διασχίζεις, με ή χωρίς φίλους, την εξοχή· ή το βράδυ πάλι, με φεγ­γάρι, αστέρια και μουσικούλα, να απολαμβάνεις τη βόλτα σου. Χάρμα! «Κάπως έτσι σκεφτόμουν κι εγώ, όταν πριν τρεισήμισι δεκαετίες μάθαινα να οδηγώ ένα αμάξι μεταχειρισμένο, που το είχαμε συνεταιρικό με έναν γείτονα, φίλο του πατέρα μου και το μοιραζόμασταν, μια βδομάδα εκείνος, μια εγώ», θυμάται. Σίγουρα, τα πράγματα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Εντούτοις, πώς μπορεί κάποιος να μένει απαθής στην κακή έως σχιζοφρενική χρήση του τιμονιού, που όλοι συναντούμε κάθε μέρα στους ελληνικούς δρόμους; Αυτό είναι το ερώτημα που διατυπώνει εύγλωττα ο συγγραφέας: «Το άλλο πρόσωπο της απόλαυσης στην άσφαλτο είναι ο τρόμος. Εχει επίγνωση άραγε ο Ελληνας οδηγός, που συχνά χρεώνεται πέρα από τις δυνάμεις του, για ένα καινούργιο αμάξι, ότι πέρα από τους τέσσερις τροχούς, αγοράζει και αυτόν τον καθημερινό τρόμο, και θα πρέπει κάποια στιγμή να αναμετρηθεί μαζί του ή να τον διαχειριστεί ανάλογα;».

Πάρτο αλλιώς
Στο Ανοικτό Φόρουμ 2008 με τίτλο «ΜΜΕ: Δεοντολογία, Κέρδος και Εξουσία» που διοργάνωσε ο ΣΕΒ συναντήσαμε τον Χαρίδημο Τσούκα, καθηγητή Οργανωσιακής Θεωρίας και Συμπεριφοράς στο ALBA και το Πανεπιστήμιο Strathclyde. Ο καθηγητής συμμετείχε σε πάνελ για τη σχέση ΜΜΕ και επιχειρηματικότητας και τοποθετήθηκε για το ζήτημα της αντιφατικότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία σε πολλές εκφάνσεις της. Θεωρώντας ότι ανάλογη αντίφαση υπάρχει και στο αυτοκίνητο, τον πλησιάσαμε και του ζητήσαμε να μας σχολιάσει το γεγονός ότι στην Ελλάδα το αυτοκίνητο είναι ταυτόχρονα αντικείμενο λατρείας και «καταραμένη» συνήθεια (λόγω τροχαίων, κυκλοφοριακού κ.λπ.). Να, η απάντηση: «Πρώτα από όλα, οι άνθρωποι βιώνουν πάντα αντιφάσεις και αντιφατικότητα υπάρχει σε όλες τις χώρες του κόσμου. Πάρτε για παράδειγμα την επιχειρηματικότητα, που ήταν το σημερινό θέμα μας: όλοι θέλουμε ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας, αλλά απαξιώνουμε την επιχειρηματικότητα και τους επιχειρηματίες. Το ίδιο παράδοξο συμβαίνει και με το αυτοκίνητο. Θέλουμε την ιδιωτική μετακίνηση που μας εξασφαλίζει άνεση, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να έχουμε και εύκολη πρόσβαση παντού. Αυτό δεν γίνεται».

Ο ίδιος τονίζει ότι σε μια κοινωνία που βιώνει μια τέτοια αντίφαση, την ευθύνη για την άρση της πρέπει να αναλάβει η πολιτεία. «Οι αντιφάσεις, όπως αυτή που υπάρχει με το αυτοκίνητο και επηρεάζει τις ζωές μας, δεν μπορούν να λυθούν από τις κοινωνίες. Πρέπει να αποφασίσει η πολιτεία, λαμβάνοντας υπόψη τις λαϊκές διαθέσεις, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να υπάρχει καλλιέργεια σε επίπεδο κοινής γνώμης σχετικά με τη σχέση μας με το αυτοκίνητο. Ζητήματα όπως τα διόδια στην πόλη, η κίνηση, το παρκάρισμα θα έπρεπε να είναι αποτελέσματα δημόσιου διαλόγου».

Λύσε χειρόφρενο

  • «Βρε δεν το ξανακάνω σε Autobianchi», λέει ένα παλιό τραγούδι του Κώστα Τουρνά. Οι Ελληνες, όμως, δεν φαίνεται να συμμερίζονται τη -λόγω στριμώγματος- δήλωσή του. Σε πρόσφατη έρευνα της βιομηχανίας προφυλακτικών Durex, το 50% του δείγματος (26.000) δήλωσε ότι το πιο συνηθισμένο μέρος στο οποίο «το κάνουν» εκτός της κρεβατοκάμαρας είναι το αυτοκίνητο. «Ευτυχώς», Autobianchi δεν κυκλοφορούν πια και στα περισσότερα αυτοκίνητα τα καθίσματα πλέον πέφτουν και γίνονται κρεβάτι.

No parking

  • Στα Εξάρχεια και την Κυψέλη ο μέσος όρος εύρεσης θέσης στάθμευσης είναι περίπου 45 λεπτά και 9 χιλιόμετρα επιπλέον στο κοντέρ για την αναζήτησή της. Παραπλήσια είναι τα μεγέθη και στις άλλες κεντρικές περιοχές της Αθήνας. Εκτιμάται ότι το μποτιλιάρισμα κοστίζει στην ελληνική οικονομία έως 100 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, από τα καύσιμα που καταναλώνονται.

Τέρμα τα γκάζια
Επί τροχών προτιμήσεις, τάσεις και στατιστικά

  • 280.000. Καλορίζικο. Τα καινούργια αυτοκίνητα που πωλούνται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια πλησιάζουν τις 300.000. Τα μισά από αυτά κοστίζουν μέχρι 20.000 €. Πρώτη σε πωλήσεις το 2007 η Toyota.
  • 478%. Έχω και Porsche. Οι πωλήσεις Porsche την διετία 2002 ~ 2004 ξεπέρασαν κάθε προσδοκία, αφού αυξήθηκαν σχεδόν 500%! Το 2007 πουλήθηκαν στην Ελλάδα 21 Bentley και άλλες τόσες Ferrari.
  • 32%. Η Σοφερίνα. Οι γυναίκες οδηγοί αυξάνονται. Το 1996 σόφαρε μόνο το 18%, ενώ 10 χρόνια μετά (2006) το 32%. Στους άνδρες το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 77%. Οι γυναίκες προτιμούν συνήθως αυτοκίνητα μικρού κυβισμού.

Μετωπική με το μποτιλιάρισμα

  • Τα εφιαλτικά σενάρια καθημερινής κυκλοφοριακής συμφόρησης στην Αθήνα, από τον Ιωάννη Χανδάνο, πρόεδρο του Συλλόγου Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων.
  • Στο Λεκανοπέδιο κυκλοφορούν περί τα 2.500.000 αυτοκίνητα Ι.Χ.
  • Τα παράνομα σταθμευμένα εντός δακτυλίου σε ώρες μη αιχμής φθάνουν κατά μέσον όρο το 35%.
  • Στην πρωτεύουσα σήμερα αντιστοιχούν περίπου 400 οχήματα ανά 1000 κατοίκους.
  • Σύντομα θα αντιστοιχούν 600 αυτοκίνητα ανά 1000 κατοίκους, αν δεν αλλάξουμε συνήθειες.
  • Το μποτιλιάρισμα στους δρόμους, εάν δεν γίνουν έγκαιρα και άλλα έργα, θα ζήσει νέες ημέρες αποθέωσης.

Πού πας ρε...

  • Οι υβριστικές αναφορές στα θεία και τη σεξουαλική ζωή συγγενών πρώτου βαθμού χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιο του Ελληνα οδηγού, όταν απευθύνεται στους άλλους οδηγούς. Ερευνα που πραγματοποιήθηκε σε 12 χώρες από την TNS Opinion και παρουσιάστηκε από το Ινστιτούτο Οδικής Ασφάλειας «Παύλος Μυλωνάς» τον περασμένο Μάρτιο ανακήρυξε τους Ελληνες ως τους πλέον «βρομόστομους».
  • Οι 3 στους 5 τα λένε χύμα και τσουβαλάτα για να εκτονωθούν εν κινήσει.
  • Ο συνηθέστερος στόχος επιθετικής συμπεριφοράς είναι οι γυναίκες.

Δυστύχημα της φύσης

  • «Λέω: κι αυτό θα ‘ρθει. Και τ’ άλλο θα περάσει. Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ενα κάτι Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα. Όμως, ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει». - Οδυσσέας Ελύτης, «Villa Natacha», Ι, 26-33. Τα ετεροθαλή, 1974. Ποιήματα. Ικαρος, 2002. 347.
Δεν γράφτηκε για τα τροχαία, αλλά μήπως αυτά γνωρίζουν από ποίηση;

Ψυχανάλυση στο τιμόνι

  • «Ακριβό μου διθέσιο, καλό μου αμάξι, που περνάς απ’ τ’ απαίσιο ξυστά.
  • Κινητήρα και πλαίσιο στα ’χω πειράξει για να τη βγεις πιο μπροστά.
  • Τη στιγμή που σ’ αγόραζα για να τριπάρω, το κενό μου εξαγόραζα δειλά.
  • Την καρδούλα που χώρισα ίσως να πάρω σ’ άλλη ζωή, πιο καλά.
  • Μη με πας απ’ το σπίτι, τ’ ακούς, στο Θεό να με πας.
  • Μυρωδιά καταλύτη, εσύ μοναχά μ’ αγαπάς.
  • Α, ρε χρόνε, αλήτη, που ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς, μη με φέρνετε σπίτι, τ’ ακούς, κάπου αλλού να με πας» [...]

Το ακριβό αυτοκίνητο και τα παρελκόμενά του: η φυγή από την πραγματικότητα, το γέμισμα του κενού, οι έκθαμβοι περαστικοί, το ξεπέρασμα των ορίων, ενδεχομένως ένα καινούριο νόημα στη ζωή. - Το μικρό «Διθέσιο» χωράει πολλή μοναξιά. -Από το cd της Αλκηστης Πρωτοψάλτη «Σαν Ηφαίστειο που Ξυπνά», σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου.

Το 12ο μέρος της Έρευνας «Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες». Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου από τις «Εικόνες», ένθετο περιοδικό που συνόδευε το ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 20 Απριλίου 2008.

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Η Χιροσίμα της Ε.Σ.Σ.Δ.

Στις 09:30 το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1954 ένα ρωσικό βομβαρδιστικό ρίχνει μια ατομική βόμβα 40.000 κιλοτόνων στην περιοχή Τοτσκ της Ρωσίας. Σαν πειραματόζωα χρησιμοποιήθηκαν 45.000 Ρώσοι στρατιώτες. Ένα επτασφράγιστο μυστικό με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που μόλις αποκαλύπτονται …

Η Σοβιετική Ένωση, από το 1951 είχε δοκιμάσει την δική της ατομική βόμβα στην περιοχή του Καζακστάν. Όμως η δοκιμή εκείνη, φαίνεται, ότι δεν ικανοποίησε την τότε ηγεσία, η οποία προφανώς «ζήλευε» την επιτυχία των Αμερικανών που έριξαν την δική τους βόμβα πάνω σε ανθρώπους –στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Έτσι, το 1954 αποφάσισαν να την δοκιμάσουν σε αληθινό στόχο.

Έφτιαξαν σκηνικά που θύμιζαν πεδίο μάχης, βάζοντας ζώα, αεροπλάνα, επιβατηγά και στρατιωτικά οχήματα και έστειλαν, τελείως απροστάτευτους, κοντά στο σημείο της έκρηξης 45.000 στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, υπό τις διαταγές του στρατηγού Γκεόργκι Κονσταντίνοβιτς Ζούκοφ, για να δημιουργήσουν αυτό που λένε κατοικημένη ζώνη. Σε αυτή την κατοικημένη ζώνη, στην περιοχή Τοτσκ-2 που βρίσκεται στις στέπες του Ορενμπούργκ, περίπου 1800 χλμ. ΝΑ της Μόσχας, έριξαν μία ατομική βόμβα.

Έως σήμερα κανείς δεν παραδεχόταν ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Η δοκιμή είχε βέβαια βιντεοσκοπηθεί, τόσο από 3-4 μαυρόασπρες κάμερες όσο και από μια παλιά σοβιετική kinoapparat με έγχρωμο φιλμ. Ο πράκτορας που τραβούσε με την kinoapparat στεκόταν, υπερπροστατευμένος κατά την διάρκεια του πειράματος , στον εξώστη δίπλα από τον τότε υπουργό Άμυνας Νικολάι Μπουλγκάνιν και τον στρατηγό Ζούκοφ. Μερικές από τις μηχανές αχρηστεύτηκαν από το ωστικό κύμα. Το έγχρωμο φιλμ, αλλά και κάποια ασπρόμαυρα στιγμιότυπα, όμως, σώθηκαν και μαζί τους και οι σκηνές της καταστροφής. Οι τρεις κόπιες του χρονικού, που από 43 λεπτά είχαν μονταριστεί σε συνολική διάρκεια 5½ λεπτών, βρίσκονταν στη κατοχή της KGB.

Το 2001 ο φωτογράφος Ντμίτρι Μπελιάκοφ καταφέρνει μετά από προσπάθεια χρόνων να εντοπίσει ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της μυστικής υπηρεσίας που είχε πρόσβαση σε μια 43λεπτη κόπια. Το στέλεχος, που για ευνόητους λόγους παραμένει ανώνυμο, επέτρεψε στον φωτογράφο να βγάλει αντίτυπα των πιο συγκλονιστικών στιγμών του ντοκουμέντου. Η αυθεντικότητα του φιλμ πιστοποιήθηκε και από άλλο στέλεχος της μυστικής υπηρεσίας, ενώ βρέθηκαν πολλοί αυτόπτες μάρτυρες που έσπασαν τελικά την πολύχρονη σιωπή τους.

Οι 45.000 άνθρωποι που στάλθηκαν για να πάρουν μέρους στο πείραμα αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμβόλαια με τις Μυστικές Υπηρεσίες της Ρωσίας, που τους υποχρέωσαν να μη μιλήσουν ποτέ για ότι έγινε στο Τοτσκ. Δεκαπεντάχρονα συμβόλαια σιωπής, 50χρονα συμβόλαια σιωπής αλλά και συμβόλαια σιωπής εφ’ όρου ζωής. Η απαίτηση από τους στρατιώτες ήταν απλή: Δεν ήσασταν ποτέ εκεί. Εκεί δεν έγινε τίποτε. Δεν υπήρξε εκεί.

«Ποτέ δεν με ευχαρίστησαν. Ποτέ δεν με παρασημοφόρησαν. Ποτέ δεν μου έδωσαν την σύνταξη που αναλογούσε στην υπηρεσία μου σε αυτή την αποστολή. Αλλά δεν είναι και τόσο παράξενο που ξέχασαν τόσο εμένα όσο και τους συντρόφους μου. Επισήμως δεν ήμασταν ποτέ στο Τοτσκ. Δεν συμμετείχαμε σε καμιά ξεχωριστή αποστολή, δεν μπήκαμε ποτέ σε κανένα επίκεντρο ατομικής έκρηξης. Όταν έστειλα μια επιστολή παραπόνων για την συμπεριφορά του κράτους απέναντί μας, ο υπεύθυνος αξιωματικός απάντησε: «Εμείς δεν σας στείλαμε ποτέ εκεί …», λέει σήμερα ο πρώην λοχίας του Σοβιετικού Στρατού Ανατόλι Αλεξάντροβιτς Κορσούνοφ. Και να ‘ταν μόνο αυτός …

Η γυναίκα του Αλεξέι Γκρεγκόριεβιτς Σαβοστιάνοφ, του πιλότου που πέταξε μέσα στο τεράστιο ραδιενεργό μαργαριτάρι για να συλλέξει πληροφορίες για την ραδιενέργεια στο επίκεντρο, λέει: «Ο Αλιόσα μου περιέγραφε συχνά τις πτήσεις του. Την πτήση όμως της 14ης Σεπτεμβρίου δεν μου την περιέγραψε ποτέ. Είχε υπογράψει πως δεν θα μιλήσει σε κανέναν. Κι αυτό έκανε. Όταν ο Αλεξέι γύρισε πίσω, το πρόσωπό του ήταν παγωμένο. Για δύο μέρες δεν μιλούσε καθόλου. Τώρα ο ουρανός είναι διαφορετικός, αυτό ήταν το μόνο που μου είπε για το συμβάν. Ήμουν κι εγώ στο Τοτσκ με τον μικρό μου αδελφό. Ανήκαμε και οι δύο στη Κομσομόλ και βρισκόμασταν εκεί ως μέλη οικογένειας του πιλότου. Όταν έγινε η έκρηξη ήμασταν κρυμμένοι κάτω από ένα νάιλον μόλις 8 χιλιόμετρα από το επίκεντρο. Δεν φορούσαμε ούτε προστατευτικά γυαλιά ούτε μάσκες. Θυμάμαι την έκρηξη σαν να ήταν χθες.

»Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και το έδαφος μούγκριζε και κουνιόταν σαν να επρόκειτο να ανοίξει. Η θερμοκρασία ανέβηκε στους 50 βαθμούς Κελσίου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μείναμε στο Τοτσκ ένα μήνα. Μας πήγαιναν καθημερινά εκδρομές στο επίκεντρο για να δούμε τα αποτελέσματα της έκρηξης. Ήταν ένα δώρο για τους επισκέπτες Σε αυτές τις περιηγήσεις βλέπαμε καμένα και φρικτά διαμελισμένα ζώα και κατεστραμμένα στρατιωτικά οχήματα που έμοιαζαν με σπασμένα παιχνίδια. Το θέαμα ήταν φοβερό. Ο Αλιόσα μου δεν πέθανε αμέσως μετά την πτήση. Μόλις 6 μήνες μετά αιμορραγούσε το δέρμα σε όλο του το κορμί. Άντεξε όμως. Άντεξε πολλά χρόνια. Πέθανε 32 χρόνια μετά το πείραμα από λευχαιμία. Το πρώτο και τελευταίο μας παιδί πέθανε αμέσως μετά τη γέννα».

Το ταξί που έφερε στις αρχές τις χρονιάς το φωτογράφο Ντμίτρι Μπελιάκοφ από το σταθμό του τρένου στον τόπο της βιβλικής καταστροφής στο Τοτσκ, είχε οδηγό έναν ηλικιωμένο στρατηγό. Ο στρατηγός, που υπηρέτησε όλη του τη ζωή σχεδόν στη βάση του Τοτσκ, ήταν πολύ περήφανος που μπορούσε ξανά να επιδείξει την αλλοτινή πυρηνική δύναμη της Ρωσίας. Ακούραστος, έδειχνε σημεία και περιέγραφε σκηνές του παρελθόντος. Εκεί ήταν κρυμμένοι άνθρωποι. Προστατεύονταν από νάιλον. Εκεί είχαν βάλει ζώα. Εδώ έτρεχαν όσοι είχαν φοβηθεί. Σε εκείνο το σημείο βρισκόταν ένα εγκαταλελειμμένο αεροπλάνο. Το έκλεψαν μόλις πέρυσι για να πουλήσουν το μέταλλο που είχε γίνει κόκκινο από την ατομική ενέργεια… Εκεί είχαν τοποθετήσει τέσσερα τανκ, πιο πέρα ένα φορτηγό…

Λίγο πιο κάτω, το γλυπτό που στήθηκε στη μνήμη όσων βρέθηκαν στο Τοτσκ το 1954. Ήταν μια ιδέα και δώρο οικολόγων από την Ιαπωνία.

Ο στρατηγός έδειχνε το δάσος που είχε καεί από τη ραδιενέργεια. Κόκκινο και γκρι, μοιάζει ακόμα παραμορφωμένο. Δημιούργημα από κόμικ επιστημονικής φαντασίας. Οι οικολογικές αντιρρήσεις, η ανησυχία για την υγεία των ανθρώπων που στάλθηκαν, αλλά και των γενεών που θα έρχονταν και οι ιδεολογικές διαφωνίες του φωτογράφου, ως προς την περηφάνια αλλά και την επιδειξιομανία μιας απίστευτης καταστροφής, αντιμετωπίστηκαν, τουλάχιστον, με απορία από τον πρώην στρατηγό. Η συνάντηση έληξε όταν ο στρατηγός άρχισε να σκέφτεται ότι ο επισκέπτης έχει αδύναμες και επικίνδυνες ιδέες!

Η οικολογική καταστροφή και η παραμόρφωση, όμως, του τοπίου στο Τοτσκ απεικονίζεται με τον καλύτερο τρόπο στα έργα του Λεονίτ Ουλιάνοβιτς Περεβότσικοφ, ενός ζωγράφου που έχει στο μεταξύ πεθάνει από «ασθένεια ραδιενέργειας». Είχε βρεθεί στον τόπο της καταστροφής το 1954, ως αξιωματικός του πυροβολικού, μόλις 2,5 χιλιόμετρα από το σημείο της έκρηξης. «Ο Λένια πέθανε 76 χρονών. Ήδη, από τα 38 του χρόνια , ήταν ανίατη περίπτωση για τους γιατρούς. Όμως εκείνος είχε αποφασίσει να ζήσει. Ο θεός τον βοήθησε, αλλά πήρε την εκδίκησή του στα παιδιά μας. Ο γιος μας πέθανε πρώτος. Είχε ειδικές ανάγκες και μια περίπλοκη καρδιακή ανωμαλία από τη γέννησή του. Μετά πέθανε και η κόρη μας, από λευχαιμία.

»Ο Λένια ξέχναγε τους τρομερούς πόνους που είχε, ζωγραφίζοντας. Ήταν πολύ δημιουργικός άνθρωπος. Του άρεσε η φωτογραφία και ιδιαίτερα η ασπρόμαυρη. Παρ’ όλα αυτά, η μεγαλύτερη και πιο αξιόλογη δουλειά του είναι σε χρώμα, από τις λαδομπογιές που χρησιμοποιούσε. Σ’ όλη του τη ζωή δεν μπορούσε να μιλήσει για το Τοτσκ. Κάποια στιγμή, όμως, θεώρησε ότι μπορούσε να ζωγραφίσει ότι έζησε. Έτσι λοιπόν, 20 χρόνια μετά το πείραμα, ο Λένια τελείωσε μια σειρά έργων που ονομάστηκαν «Το πράγμα» (Thing). Μερικές φορές, όταν κοιτάω αυτά τα τοπία, φοβάμαι. Υπάρχει κάτι φρικιαστικό επάνω τους». Λέει η γυναίκα του ζωγράφου.

Τα έργα του Λεονίτ Περεβότσικοφ μοιάζουν με τα στιγμιότυπα του φιλμ που βρέθηκε στην Μυστική Υπηρεσία. Δεν έχουν ίχνος σουρεαλισμού ή φαντασίας και απεικονίζουν την πραγματικότητα με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο.

Ανάμεσα στους 45.000 στρατιώτες ήταν και αρκετές γυναίκες. Στο σύνολό τους 26 κορίτσια υπέγραψαν συμβόλαια σιωπής και πήραν μέρος στο πείραμα. Κορίτσια με κάποιες προϋποθέσεις, βέβαια. Όλες τους έπρεπε να είναι εξαιρετικά υγιείς και χωρίς παιδιά.

«Είσαι μέλος της Κομσομόλ; Ναι, απάντησα. Το κόμμα αποφάσισε να σε συμπεριλάβει σε μια αποστολή … Υπέγραψα τα χαρτιά που με υποχρέωναν να κρατήσω μυστική την αποστολή και έφυγα για το Τοτσκ μαζί με άλλες 25 κοπέλες. Δουλεύαμε στη κουζίνα. Μαγειρεύαμε για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. ενώ η υπόλοιπη χώρα υπέφερε από έλλειψη τροφής, στο Τοτσκ είχαμε όλων των ειδών τα προϊόντα. Κάθε τόσο έρχονταν αεροπλάνα κι έφερναν τεράστια κιβώτια με ανανάδες, μπανάνες, σταφύλια, φρέσκες φράουλες, σολομό, χαβιάρι, κονιάκ.

»Όταν έγινε η έκρηξη ήμασταν σε ένα χαράκωμα. Μου είχαν δώσει μια κουβέρτα για να προστατευτώ. Αμέσως μετά την έκρηξη έχασα προς στιγμή την ακοή μου. Ακόμα και σήμερα ακούω συνεχώς ένα σφύριγμα από το ένα μου αυτί. Η όρασή μου δεν ήταν καθόλου καλή, ζαλιζόμουν και έκανα συνέχεια εμετό. Όταν γύρισα πίσω, είχα 21 μέρες εμμηνόρροια και πονούσα τρομερά. Κατάφερα να κάνω ένα παιδί, τη Λενόσκα. Γεννήθηκε υδροκέφαλη με εγκεφαλικές αναπηρίες. Πέθανε 12 χρονών. Μια δεκαετία μετά το πείραμα γέννησα το γιο μου με καινούργιες ελπίδες. Γρήγορα οι γιατροί διέγνωσαν ότι το ενδοκρινολογικό του σύστημα ήταν κατεστραμμένο. Όταν ήταν 11 μηνών, του αφαιρέθηκε ήδη ένα νεφρό, ενώ στα 5 του αποδείχθηκε ότι υποφέρει από υπανάπτυξη γεννητικών οργάνων και συνεπώς δυσλειτουργία και στειρότητα. Γιατί να σκέφτομαι τώρα το παρελθόν;

»Εγώ έζησα τη ζωή μου. Φυσικά, θα μπορούσα να την έχω ζήσει αλλιώς. Η χώρα μου έστειλε 26 υγιή κορίτσια για πειραματόζωα. Η χώρα μου ήθελε να δοκιμάσει τη βόμβα σε ανθρώπους, γιατί το ίδιο είχαν κάνει οι Αμερικανοί στους Γιαπωνέζους», λέει σήμερα η Λίντια Αλεξάντροβα Λεμπέντεβα, 16χρονη, τότε, αρχιμαγείρισσα στο Τοτσκ.

Ένας άλλος πρώην στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού, ο Βίκτορ Ζαχάροφ, χρόνια άρρωστος από τη ραδιενέργεια, αφηγείται την Ιστορία που έζησε στο Τοτσκ.

Αυτός ο άνθρωπος μοιάζει με χαλασμένη κούκλα. Είναι πολύ εύθραυστος, τρομακτικά αδύνατος και φαίνεται ιδιαίτερα κουρασμένος. Κάθεται σε έναν τριμμένο παλιό καναπέ, δεν έχει δύναμη να φάει μόνος του, γιατί δεν μπορεί να σηκώσει πια ούτε ένα κουτάλι κι αν θελήσεις να τον χαιρετήσεις δια χειραψίας, βογκάει από τους πόνους. Κάθε άγγιγμα μπορεί να αποβεί μοιραίο για τα κόκαλά του. Έχει προχωρημένο καρκίνο των οστών.

«Δεν είδα το αεροπλάνο που έριξε την βόμβα. Εκείνη τη στιγμή ήταν κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα. Είδα την ήσυχη λάμψη, όμως, και άκουσα τον απερίγραπτο θόρυβο που την ακολούθησε. Αμέσως μετά έχασα μερικώς την όραση και την ακοή μου.

»Το τεράστιο μοβ, κόκκινο και γκρι μανιτάρι που είδαμε να υψώνεται δεν μας τρόμαξε. Μας εντυπωσίασε. Κανείς απ’ όλους εμάς που ήμασταν κρυμμένοι πίσω από τους φράχτες, δεν είχε χρόνο να φοβηθεί. Σκεφτήκαμε μόνο πως αν υπήρχε Κόλαση ή Αποκάλυψη θα έμοιαζε μάλλον με αυτό που βλέπαμε. Αλλιώς βλέπει τα πράγματα ένας 22χρονος και αλλιώς ένας 68χρονος. Και τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τις συνέπειες που θα είχε η λάμψη επάνω μας.

»Ήμασταν 45.000 άτομα, όλα πολύ περήφανα που το κόμμα του Λένιν μας έκανε την τιμή να μας εμπιστευτεί τη συμμετοχή σε αυτή τη πολύ μυστική και εξαιρετικά σημαντική –όπως την ονόμαζε- αποστολή του 1954. είχαμε τη βόμβα, έπρεπε λοιπόν να μελετήσουμε τη δράση της.

Όταν τελικά το 1984 μου διέγνωσαν καρκίνο των οστών, περίμενα να μου δώσουν τουλάχιστον μια σύνταξη που θα ανταποκρινόταν στο μαρτύριο που πέρασα. Μάταια, όμως. Είχα συμπτώματα πολύ νωρίτερα, βέβαια. Στα 40 μου δεν μπορούσα πια να περπατήσω και δυσκολευόμουν να αναπνεύσω. Λίγο αργότερα είχα ανυπόφορους πόνους. Έκανα αμέτρητες εγχειρήσεις και τα περισσότερα απ’ τα όργανά μου έχουν αφαιρεθεί. Αν θυμάμαι καλά, το πρώτο που έχασα ήταν ένα νεφρό. Μετά, το κράτος μου έδωσε μια αναπηρική καρέκλα, κι έτσι η γυναίκα μου μπορούσε να με μετακινεί.

»μια μέρα έπεσα από την καρέκλα και το πόδι μου έσπασε σαν ξερό κλαδί. Από τότε τα κόκαλά μου διαλύονται σαν σκόνη. Τελικά, το 1996, το κράτος παραδέχτηκε ότι η ασθένειά μου οφειλόταν στην υπηρεσία μου σε μονάδες υψηλού κινδύνου το 1954. δεν μας είπε κανείς ποτέ για την ακτινοβολία του τεστ. Φορούσαμε μόνο μια αντιασφυξιογόνο μάσκα.

»Θυμάμαι ένα φωτογράφο που είχε έρθει από την εφημερίδα Za Rodinu (Η Πατρίδα μου) και μας φωτογράφιζε. Ήμουν τυχερός. Ο αρχηγός της μονάδας μου έστειλε τρεις. Δεν μας επιτρεπόταν να βγάλουμε φωτογραφίες ο ένας τον άλλον. Η αποστολή ήταν μυστική κι εμείς δεν έπρεπε ποτέ να μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι ήμασταν εκεί. Είναι φυσικό, γιατί μας είχαν στείλει για πειραματόζωα. Ποιος ήξερε, όμως, τότε τη δράση της βόμβας; Μπορεί να μη το ‘ξεραν ούτε αυτοί που είχαν αποφασίσει να κάνουν το τεστ.

»Ο αρχηγός της μονάδας, μας έλεγε ότι πάμε να δοκιμάσουμε ένα καινούργιο όπλο. Κι εγώ ήμουν ένας από αυτούς που το δοκίμασε. Αυτή είναι η Ιστορία της ζωής μου», λέει ο Βίκτορ Ιβάνοβιτς Ζαχάροφ, της μονάδας 03264, που λίγες μέρες μετά την αφήγησή του πέθανε από καρκίνο των οστών.

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει κανείς αυτό το ντοκουμέντο είναι η ερώτηση του λοχία Ανατόλι Αλεξάντροβιτς Κορσούνοφ, όταν τελικά αποκάλυψε την αλήθεια για ότι του συνέβη στο Τοτσκ. «Πες μου, σε παρακαλώ …μετά απ’ αυτήν τη συζήτηση μαζί σου θα έλθουν να με συλλάβουν;».

Μπορείτε να δείτε μια επισκόπηση των Σοβιετικών Πυρηνικών Δοκιμών . Υπάρχουν αρκετά video's και φωτογραφίες.

Του Dmitri Beliakov και σε επιμέλεια της Τίνας Κουλουφάκου, από το περιοδικό «Έψιλον», τ. Νο 254, που συνόδευε την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της 22ας Απριλίου του 2001