Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες Νο 45- Ο Έλληνας και η τηλεόραση

Εγκατεστημένη σε περίοπτες θέσεις μέσα στο σπίτι, η τηλεόραση είναι το Μέσο που κυριαρχεί στην καθημερινότητα του Έλληνα. Μέσα από αυτήν ενημερώνεται, ψυχαγωγείται, κουτσομπολεύει, ταξιδεύει, ονειρεύεται, διαμορφώνεται, δέχεται, απορρίπτει, ψυχαναλύεται σε καθημερινές συνεδρίες των τεσσάρων ωρών κατά μέσο όρο. Μια επίδοση αξιοσημείωτη αλλά και επικίνδυνη ...

H τηλεόραση είναι ο πιο στενός μας συγγενής. Ο πιστός μας συγκάτοικος. Ο «άνθρωπός» μας. Κάπως έτσι συνέβαινε ανέκαθεν. Από τα πρώτα κιόλας βήματά της, στις 23 Φεβρουαρίου του 1966. Ήταν η ημέρα που οι Αθηναίοι διάβασαν σε ημερήσιο πρωινό φύλλο: «Τα πάντα για τη σημερινή, πιο οργανωμένη εμφάνιση των πειραματικών εκπομπών του ΕΙΡ είναι έτοιμα.

Ένας πομπός, 6 φορές ισχυρότερος από τον αρχικώς κατασκευασθέντα, είναι τοποθετημένος στο πιο ψηλό κτήριο των Αθηνών, στο Μέγαρο του ΟΤΕ [...]. Στην πρωτεύουσα λειτουργούν αυτή τη στιγμή 1.200 με 1.500 συσκευές τηλεοράσεως [...]». Το ίδιο απόγευμα τα «κουτιά» ζωντάνεψαν από το σήμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοτηλεόρασης, για να το διαδεχτεί η χαμογελαστή φιγούρα της Ελένης Κυπραίου, της πρώτης Ελληνίδας παρουσιάστριας.

Το 1969 η πρώτη απευθείας διεθνής σύνδεση είναι γεγονός. Η ελληνική τηλεόραση συνδέεται με το κύκλωμα της Eurovision και οι Έλληνες παρακολουθούν καθηλωμένοι την προσεδάφιση και τον περίπατο του πληρώματος του Απόλλο 12 στη Σελήνη. Ένα χρόνο μετά, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοτηλεόρασης μετονομάζεται σε Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, ενώ το 1975 γίνεται Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση.

Το 1979 εμφανίζονται οι έγχρωμες μεταδόσεις, με την τηλεόραση να αποτελεί κρατική υπόθεση για 10 ακόμη χρόνια. Το 1989 είναι η ώρα της απελευθέρωσης (για άλλους μεταρρύθμιση, για άλλους απορρύθμιση) και εμφανίζονται τα δύο πρώτα ιδιωτικά κανάλια, ενώ μέσα σε λίγους μήνες τα ιδιωτικά κανάλια -εθνικά και τοπικά- φθάνουν τα 140 δημιουργώντας τοπίο τηλεοπτικού κανιβαλισμού. Σήμερα, παράλληλα με τα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλια, οι Έλληνες έχουν την επιλογή της συνδρομητικής δορυφορικής πλατφόρμας Nova (το 1999 έλαβε τη σχετική άδεια), ενώ για τους Έλληνες του εξωτερικού διαθέτουν τα δικά τους δορυφορικά προγράμματα η ΕΡΤ και ο Antenna TV.

Αυτή είναι η τυπική ιστορία της τηλεόρασης. Η ουσιαστική ξετυλίγεται μέσα από τις ελληνικές και τις ξένες σειρές που πασπάλισαν με μπόλικα πάθη, συγκίνηση, ερωτισμό και φαντασία την καθημερινότητα των Ελλήνων, δίνοντάς τους τροφή για πολλές και ποικίλες σκέψεις. Είναι τα σίριαλ της ζωής μας. Τη δεκαετία του ’70 μεσουρανούν οι ελληνικές παραγωγές: Ο «Άγνωστος πόλεμος» κάνει θραύση, ενώ ψηλά στις προτιμήσεις του κοινού είναι οι σειρές «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Λούνα Παρκ», «Η γειτονιά μας», «Το Λεμονοδάσος», «Ο συμβολαιογράφος».

Σταθερό σημείο αναφοράς εκείνης της περιόδου είναι η ποιότητα. Τη δεκαετία του ’80 ο «Πυρετός της Δόξας» ανεβαίνει, ενώ χρόνια αργότερα η νέα γενιά θα κυνηγήσει την τύχη της, φοιτώντας στις τηλεοπτικές μουσικές ακαδημίες, τύπου Fame Story. Επιστρέφοντας στη δεκαετία του ’80, τότε είναι που το εγχώριο κοινό έρχεται σε επαφή με το βρετανικό χιούμορ του «Μπένι Χιλ» και νοσταλγεί τα περασμένα μαζί με τη μάνα και νοικοκυρά «Λωξάντρα», από την Κωνσταντινούπολη.

Την ίδια περίοδο οι Έλληνες σαλπάρουν με «Το πλοίο της αγάπης» και αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τι εστί life style από τις αμερικανικές σαπουνόπερες «Ντάλας» και «Δυναστεία», με την Κριστλ και την Αλέξις σε μόνιμη ίντριγκα, προετοιμάζοντας το κοινό για τις σημερινές κόντρες των διασήμων - ψωμοτύρι για τη σύγχρονη ελληνική τηλεόραση. Τη δεκαετία του ’90 οι σαπουνόπερες συνεχίζονται με τις νεότευκτες «Τόλμη και Γοητεία», «Σάντα Μπάρμπαρα», «Ατίθασα νιάτα» αλλά και την ελληνική version τους, τη «Λάμψη».

Την ίδια δεκαετία τα ελληνικά ήθη που είχαν αρχίσει να αλλάζουν και να δυτικοποιούνται, διχάζονται με το ερώτημα της αχαλίνωτης «Αναστασίας» που πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα και στον γιο και ανακαλύπτουν τη θέση τους στον νέο, μοντέρνο κόσμο μέσα από τους «Απαράδεκτους», τις «Τρεις Χάριτες», το «Δις Εξαμαρτείν», το «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή».

Στη δεκαετία που διανύουμε, οι ελληνικές σειρές ακολουθούν την επιτυχημένη πορεία του παρελθόντος, πλαισιώνονται, όμως, από εντυπωσιακές ξένες σειρές, όπως το «Prison Break» και το «Grey’s Anatomy».

Το γυαλί της παραμόρφωσης

Επισκεφθήκαμε τα ελληνικά γραφεία της AGB Nielsen Media Research, του μεγαλύτερου, δηλαδή, ομίλου διεθνώς στη μέτρηση τηλεθέασης. Σκοπός μας, να μάθουμε από πρώτο χέρι γι’ αυτήν την ακαταμάχητη έλξη που νιώθει ο Ελληνας για την τηλεόραση, ώστε ακόμα και οι ενεργά επαγγελματικές ηλικίες να της αφιερώνουν περί τις 4 ώρες από τον ημερήσιο χρόνο τους, μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στον κόσμο.

Τι μάθαμε με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν την τηλεοπτική περίοδο 2006 - 2007; Ο Έλληνας ζητά να χαλαρώσει, να γελάσει και να ψυχαγωγηθεί. Οι είκοσι πρώτες εκπομπές της συγκεκριμένης περιόδου σε τηλεθέαση κατατάσσονταν σε αυτές ακριβώς τις κατηγορίες, με την ελληνική σειρά «Στο πάρα πέντε», τη Γιουροβίζιον και τους αθλητικούς αγώνες να βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις της σχετικής κατάστασης.

Συνολικά, αν και οι ώρες τηλοψίας αυξομειώνονται ανάλογα με την εποχή του χρόνου, το φύλο και την ηλικία, 8 στους 10 Έλληνες ανοίγουν καθημερινά την τηλεόρασή τους. Από αυτούς, στο σπορ της τηλεθέασης για πάνω από 5 ώρες ημερησίως επιδίδονται οι γυναίκες 45 - 64 ετών, οι άνδρες και οι γυναίκες άνω των 65 ετών και τα άτομα χαμηλής μόρφωσης.

Περί τις τεσσερισήμισι ώρες ημερησίως παρακολουθούν οι γυναίκες 25 - 44 ετών και οι άνδρες 45 - 64, ενώ στις δυόμισι με τρεις ώρες αρκούνται οι γυναίκες 15 - 24 ετών και οι άνδρες 25 - 44. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, η τηλεόραση ήρθε πριν 42 χρόνια στη ζωή μας και θρονιάστηκε κυριολεκτικά σε αυτή.

Για όλα αυτά μιλήσαμε με τον γκουρού των Μedia, καθηγητή του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλιο Παπαθανασόπουλο.

Ο πολυγραφότατος καθηγητής και πρώτος εισηγητής της τηλεόρασης στο πεδίο της ελληνικής ακαδημαϊκής σκέψης πιστεύει καταρχήν ότι η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης αποτελεί τη μεγαλύτερη αλλαγή στον εικοστό αιώνα για τα δρώμενα του ελληνικού πεδίου της μαζικής επικοινωνίας.

«Η κυριότερη όμως μεταβολή που έφερε στα 18 χρόνια της ζωής της είναι ότι οδήγησε την ελληνική τηλεόραση να ξεφύγει οριστικά από το σύνδρομο της ‘’κονσέρβας’’, έχοντας εδώ και καιρό εισέλθει στο ‘’σύνδρομο’’ της απευθείας σύνδεσης, των ‘’παραθύρων’’ και των ριάλιτι με άσημους που γίνονται διάσημοι για λίγο καιρό ή των αναγνωρίσιμων, που ξαναγίνονται διάσημοι, εξομολογούμενοι το πρόβλημά τους», υποστηρίζει. «Τι σημαίνει αυτό για την ελληνική πολιτισμική μας ταυτότητα;» ρωτάμε ευθύς αμέσως. «Ότι τείνουμε να καταλήξουμε σε έναν πολιτισμό και μια κοινωνία της πεντάλεπτης προσοχής, και να αποφεύγουμε ή να προσπερνάμε όλα τα θέματα και προβλήματα όπως κάνουμε ζάπινγκ στην τηλεόραση», απαντά με τη γνώση ενός ανθρώπου που μελετά χρόνια τι κρύβεται πίσω από την εικόνα της τηλεοπτικής πραγματικότητας.

Για τον Σ. Παπαθανασόπουλο η αληθινή δύναμη της τηλεόρασης βρίσκεται στο ότι αποτελεί το πεδίο της κοινής μας αναφοράς, τη νέα φαντασιακή πλατεία και γειτονιά μας. «Στην πράξη, με την τηλεόραση έχουμε να κάνουμε με ένα νέο μοντέλο επικοινωνίας, το οποίο αντιμετωπίζει τους ενηλίκους ως ανηλίκους και τους ανηλίκους ως ενηλίκους. Η τηλεόραση καταρρίπτει το μοντέλο της αθωότητας, καθώς απορυθμίζει το προϋπάρχον σύστημα ελεγχόμενης πληροφορίας.

Παρακάμπτει τη σταδιακή γνώση που παρεχόταν στα παιδιά. Παρουσιάζει τις ίδιες πληροφορίες σε όλες τις ηλικίες. Τα παιδιά μπορεί να μην καταλαβαίνουν οτιδήποτε βλέπουν στην τηλεόραση, αλλά στα μάτια τους απεικονίζονται πολλές πλευρές της ενήλικης ζωής, που παλαιότερα, με τα βιβλία, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν».

Όσο για τους ισχυρισμούς περί διαμόρφωσης του τηλεοπτικού προγράμματος από το κοινό, ο ίδιος είναι καταπέλτης: Στην παρούσα (αναλογική) της μορφή η τηλεόραση δεν προσφέρει αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό. Με απλά λόγια η τεχνολογία πάνω στην οποία βασίζεται δίνει μόνο δύο επιλογές στον τηλεθεατή: Να παρακολουθήσει ό,τι σερβίρεται ή να κλείσει τη συσκευή του».

Η φυγή του σεβασμού

Η Μαρία Ιακώβου χρωστά πολλά στην τηλεόραση. Δεν αρκέστηκε μόνο στη σχέση της τηλεθεάτριας με αυτή αλλά έγινε μέρος της.

Τη γνωρίσαμε αρχικά μέσα από το Fame Story. Φέτος ερμηνεύει το (ομώνυμο) τραγούδι των τίτλων της σειράς του Mega «Μαύρα Μεσάνυχτα», ενώ ερμήνευσε και έναν μικρό ρόλο σε αυτή. Όπως μας λέει, πάντοτε αντιμετώπιζε την τηλεόραση πρώτα ως μέσο ψυχαγωγίας και σε δεύτερο πλάνο ως μέσο πληροφόρησης.

Ως έφηβη παρακολουθούσε κυρίως νεανικές σειρές και εκπομπές τέχνης. Σήμερα λόγω των απαιτήσεων της δουλειάς της ως τραγουδίστρια παρακολουθεί περιστασιακά τηλεόραση, αν και δύσκολα αντιστέκεται στον πειρασμό μιας καλής ταινίας. «Στην τηλεόραση υπάρχουν τα πάντα και καλύπτονται οι ανάγκες όλων των τηλεθεατών ανεξαιρέτως.

Το γεγονός ότι οι ψυχαγωγικές εκπομπές συγκεντρώνουν μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης, συγκριτικά με άλλες ενημερωτικού χαρακτήρα, καθρεφτίζει την ανάγκη του μέσου τηλεθεατή να ξεφύγει απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητάς του και να ξεχαστεί, έστω για λίγο», σημειώνει.

Από τη Μαρία Ιακώβου, εκπρόσωπο της νεότερης γενιάς καλλιτεχνών που ανέδειξε η τηλεόραση, πηγαίνουμε δέκα χρόνια πίσω, όταν ο Δημήτρης Μπάσης τραγουδούσε «Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δεν σκέφτηκα...» και ο έρωτας σε τσιγγάνικο φόντο ανέβαζε το θερμόμετρο στα ύψη για τις καρδιές των Ελλήνων με τη σειρά «Ψίθυροι καρδιάς».

Έως και 1,8 εκατ. τηλεθεατές καταμετρήθηκαν για κάθε επεισόδιο του Mega εκείνη την εποχή! Αν και αυτή δεν ήταν η πρώτη του δουλειά στο καλλιτεχνικό στερέωμα, οι περισσότεροι τον έμαθαν από εκεί. Το ομώνυμο cd, μάλιστα, πούλησε 120.000 αντίτυπα. Μιλήσαμε μαζί του για τη σημερινή εικόνα της τηλεόρασης. «Έχει χάσει την παλιά αίγλη της την τελευταία πενταετία», λέει ευθύς αμέσως, για να προσθέσει: «Στην τηλεόραση πλέον δεν φαίνεται να υπάρχει αξιοκρατία.

Όλα λειτουργούν στη λογική του αχταρμά, ακόμα και στις ειδήσεις. Βλέπεις πλέον να σε ενημερώνουν για το τι φόρεσε λ.χ. η τάδε επώνυμη στη βραδινή της έξοδο. Στην ουσία αυτή η εικόνα δεν κρύβει από πίσω της παρά τη βαθιά έλλειψη σεβασμού στον τηλεθεατή. Οχι ότι η τηλεόραση δεν είχε τα πάνω και τα κάτω της σχεδόν από πάντα, αλλά τα τελευταία χρόνια το κακό έχει παραγίνει», διατείνεται.

Ο Δ. Μπάσης παρακολουθεί σήμερα επιλεκτικά τηλεόραση αποφεύγοντας συνειδητά να βλέπει ριάλιτι. «Εκτιμώ τους ανθρώπους της τηλεόρασης που διαθέτουν χιούμορ, όποιον ρόλο και εάν έχουν επιλέξει σε αυτήν, του ηθοποιού, του δημοσιογράφου, του παρουσιαστή κ.λπ.

Τους ανθρώπους που δεν προσβάλλουν το κοινό», τονίζει με τη σιγουριά ενός ανθρώπου που δεν παρακολουθεί ό,τι του σερβίρεται. «Εχουμε πιάσει τελικά πάτο στο trush τηλεοπτικό περιεχόμενο ή έχουμε δρόμο ακόμα;», απευθύνουμε την τελευταία ερώτηση. «Μπορεί ως λαός να φλερτάρουμε με την ?αηδία’’, εντούτοις πιστεύω ότι σύντομα θα γίνουμε πιο επιλεκτικοί και θα βγούμε από το λούκι», τοποθετείται και εξηγεί ότι η άποψή του πηγάζει από την αισιόδοξη φύση του και την υπερηφάνεια που αισθάνεται για την ελληνική του καταγωγή.

Τηλε-πολιτικοί και τηλε-πολιτική

  • «Η τηλεόραση είναι έναν μέσο το οποίο δεν αντέχει εκτενείς αναλύσεις, ούτε επιστημονικούς όρους. Όσοι χρησιμοποιούν δύσκολες λέξεις και δυσνόητες έννοιες έχουν σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας με το κοινό. Η τηλεόραση ευνοεί την ψυχαγωγία κι όχι την πληροφόρηση και την ανάλυση. Αυτό ευνοεί τη συνολική στροφή του πολιτικού λόγου προς τις ‘’ατάκες’’: είναι πιο ευκολομνημόνευτες, όπως άλλωστε οι μάρκες των προϊόντων».
-Αυτά υποστηρίζει για τη σχέση πολιτικής και τηλεόρασης ο Μανώλης Χαιρετάκης, ο οποίος διδάσκει Θεωρία και Εφαρμογές των Μ.Μ.Ε. και της Διαφήμισης στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Παν. Αθηνών. Ο Μ. Χαιρετάκης δεν τρέφει αυταπάτες σχετικά με τις δυνατότητες της τηλεόρασης και το «βάθος» του πολιτικού λόγου στο συγκεκριμένο μέσο. Κάνει λόγο για «τρομερή εξάρτηση της πολιτικής από την κάλυψη των media» και για προσπάθεια των πολιτικών να «λάβουν το λόγο» και να γίνουν ορατοί από το κοινό μέσα στον κυκεώνα της επικοινωνίας.

Τηλε-σκουπίδια

  • Υποχρεωτικό στάδιο που πέρασαν τα μικρά ιδιωτικά κανάλια θέλοντας να προσφέρουν κάτι διαφορετικό σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσελκύσουν διαφημιστικά έσοδα. Οι τηλεθεατές, θύματα της ερωτικής νύχτας που δεν έζησαν, βρίσκουν έναν (τουλάχιστον) τηλεοπτικό ώμο να κλάψουν, τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες. Βέβαια, κατά μία άποψη, ο Κώστας Μυλωνάς, η Βίκυ Μιχαλονάκου, ο Πέτρος Λεωτσάκος και οι συμμετέχοντες σε εκείνες τις εκπομπές ωχριούν μπροστά στα σύγχρονα «μεσημεριανά». Οι παλιοί θεωρούνται underground. Οι σύγχρονοι θεωρούνται mainstream και ίσως είναι χειρότερο.

Ζωή TV

«Με σέξι πόζες κοριτσιών στην Ελασσόνα
με Παλαιστίνιο εραστή εκτελεστή
θα καβαλήσουμε κι ετούτο το χειμώνα
μπροστά στην τηλεοπτική μας θαλπωρή
σαν τους ανάπηρους που βλέπουνε αγώνα
μα δεν πειράζει πατριώτες είμαστε εφτάψυχοι [...]».

-Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την τηλεοπτική θαλπωρή ο Τζίμης Πανούσης. «Φασμπίντερ και ξερό ψωμί», από τον δίσκο «Κάγκελα Παντού» (1986).

Τηλε-γάμοι και τηλε-γαμπροί

  • Οι γάμοι σε απευθείας μετάδοση ανέκαθεν ενθουσίαζαν τους τηλεθεατές. Η γκάμα είναι ανεξάντλητη και καλύπτει όλα τα γούστα: από τον γάμο της Νταϊάνα και του Καρόλου ως αυτόν του Ανδρέα Μικρούτσικου και της Φωτεινής Γεωργαντά. Το παρθενικό κρούσμα ήταν οι βασιλικοί γάμοι του Κωνσταντίνου και της Αννας Μαρίας το 1964. Το γεγονός καλύφθηκε από συνεργεία της ιταλικής και της δανικής τηλεόρασης, που ήρθαν στην Αθήνα.
Το μέρος Νο 45 της έρευνας “Ο τρόπος που ζουν οι Έλληνες”. Των Θανάση Αντωνίου, Θώμης Μελίδου και Χαράλαμπου Νικόπουλου (reportage@pegasus.gr). Από τις “Εικόνες”, τεύχος Νο 355, εβδομαδιαίο περιοδικό, ένθετο στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής, 14 Δεκεμβρίου 2008.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Σέρτζιο Λεόνε: Και τα εξάσφαιρα έγιναν τέχνη

80 χρόνια από την γέννηση του κινηματογραφιστή που έκανε μόλις επτά ταινίες μέσα σε είκοσι τρία χρόνια, αλλά και οι εφτά ήταν υπέροχες –και θρυλικές.

Η πληθωρική φιγούρα του κρύβεται πίσω από ταινίες-θρύλους. Η δημιουργική ματιά και ο σκληρός ρομαντισμός του αποτυπώθηκαν σε χιλιόμετρα σελιλόιντ. Ο Σέρτζιο Λεόνε ταύτισε το όνομά του με το σπαγγέτι γουέστερν και ανακηρύχθηκε σε κορυφαία μορφή της 7ης τέχνης με μια γκαγκστερική ταινία και έφυγε το 1989, την στιγμή που ετοιμαζόταν να ξαναγράψει ιστορία με ένα πολεμικό έπος. Πρόλαβε, ωστόσο, να καταχωριστεί ως ένας δημιουργός που χορογράφησε με μαεστρία τη βία, την εκδίκηση, τον θάνατο ...

Έκανε μόλις επτά ταινίες μέσα σε είκοσι τρία χρόνια, αλλά και οι εφτά ήταν υπέροχες –και θρυλικές. Ανανέωσε το γουέστερν, ένα είδος με εκατομμύρια θαυμαστές, υπηρετώντας το με τελειοθηρικό πείσμα. Καίτοι δυσφημισμένος ως δεύτερης κατηγορίας εμπορικός σκηνοθέτης, υπέγραψε έργα που σήμερα θεωρούνται, στιλιστικά αριστουργήματα, μελετούνται από ειδήμονες, αναλύονται εξονυχιστικά, αλλά και λατρεύονται από ένα νεανικό κοινό που τα ανακαλύπτει εκ νέου. Η συνεργασία του με έναν έξοχο τρομπετίστα της τζαζ και συνθέτη, τον Ένιο Μορικόνε, έμεινε στην ιστορία όσο εκείνη του Φεντερίκο Φελίνι με τον Νίνο Ρότα. Αίσθηση μεγάλη έκανε η άρνηση του να σκηνοθετήσει μια από τις πιο πετυχημένες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, τον “Νονό”.

Το 1968 μας πρόσφερε το μείζον σπαρακτικό και πολυδιάστατο φίλμ “Κάποτε στη Δύση”. Και είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, στις 30 Απριλίου του 1989 πήρε τις κόπιες του παραμάσχαλα και πήγε να δείξει στα ουράνια πως εδώ κάτω, στη Γη, κάποτε οι άνθρωποι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, όπως είπε: “σ’ αυτούς με τα γεμάτα πιστόλια και σ’ εκείνους που σκάβουν”. Έγινε πασίγνωστος με την λεγόμενη “Τριλογία του ανθρώπου δίχως όνομα”, ένας δημιουργός που φιλοσοφούσε μέσα από τον κόκορα, την κάννη και τον μύλο των εξάσφαιρων και τον έλεγαν Σέρτζιο Λεόνε.

Γεννήθηκε στις 3 του Γενάρη του 1929, στην Ρώμη και στον κόρφο μιας οικογένειας που δεν έπαυε στιγμή να ομνύει στο σελιλόιντ. Ο πατέρας του, ο Βιτσέντζο Λεόνε, ήταν γνωστός ως σκηνοθέτης βωβών ταινιών, τις οποίες υπέγραφε με το ψευδώνυμο Ρομπέρτο Ρομπέρτι, ενώ η μητέρα του, η Εντβίγκε Βαλκαρέντζι, ήταν ηθοποιός, γνωστή και αυτή με ψευδώνυμο: Μπίτσε Βάλεραν. Το οικογενειακό τους ενδιαίτημα βρισκόταν κοντά στην περιλάλητη, και αποθανατισμένη από τον Φελίνι, Φοντάνα ντι Τρέβι και ο Λεόνε θυμόταν ότι στα παιδικά του χρόνια έβλεπε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν το νερό της όποτε και όπως το είχαν ανάγκη.

Με τέτοια κληρονομιά, ο Λεόνε δεν θα αργήσει να ενδώσει στη μαγεία της έβδομης τέχνης. Ήδη από δεκαοχτώ χρονών θα εργάζεται επαγγελματικά στα στούντιο και στα πλατό, κάνοντας κάθε λογής χαμαλοδουλειά, συμμετέχοντας, εν συνεχεία και στη συγγραφή σεναρίων. Κατόπιν, έγινε βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες τόσο κατάφορα εμπορικές όσο και ποιοτικές, για να φτάσει να αναλάβει την πρώτη δική του σκηνοθεσία μόλις το 1961, σε ηλικία 32 ετών. Προηγουμένως είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει το φιλμ “Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας”, όταν αρρώστησε ο σκηνοθέτης Μάριο Μπόναρντ. Κι ακόμα, είχε συνεργαστεί στη δημιουργία κάμποσων ταινιών, που έμειναν γνωστές ως “της χλαμύδας” ή “του σπαθιού και του σανταλιού”, έπη με αρχαίους Έλληνες ή Ρωμαίους, ή βασισμένα σε βιβλικές ιστορίες, ένα είδος λίαν δημοφιλές την εποχή εκείνη.

Είναι πια γνωστό ότι ο Λεόνε είχε βάλει το μαγικό και φιλόπονο χεράκι του στο “Κλέφτη Ποδηλάτων” του Βιτόριο ντε Σίκα, στον “Τρωικό Πόλεμο” του Ρόμπερτ Γουάιζ, στον «Μπεν Χουρ» του Γουίλιαμ Γουάιλερ και στα “Σόδομα και Γόμορα” του Ρόμπερτ Όλντριτς, αποκομίζοντας πολύτιμες εμπειρίες πάνω στη γραμματική και το συντακτικό του σινεμά. Στα 1961, θα σκηνοθετήσει τον “Κολοσό της Ρόδου”, μια ακόμα εμπορική “χλαμύδα”, μια φτηνή παραγωγή που όμως μπόρεσε να περνιέται για χολυγουντιανή υπερπαραγωγή και τρία χρόνια μετά θα έρθει η επιτυχία.

Ο Λεόνε διαισθάνεται ότι το γουέστερν, είδος εξάλλου πάντα αγαπητό, μπορεί να του επιτρέψει να τέρψει τον κόσμο αλλά και συνάμα να εκφραστεί ο ίδιος καλλιτεχνικά. Και επίσης ότι θα έχει την δυνατότητα να πειραματιστεί τόσο με μια εναλλαγή κοντινών πλάνων και μακρινών παρατεταμένων λήψεων, όσο και με ένα εκρηκτικό μοντάζ. Έχοντας στην διάθεσή του ...μια χούφτα δολάρια, έχοντας εισπράξει την άρνηση τόσο του Χένρι Φόντα όσο και του Τσαρλς Μπρόνσον να αναλάβουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έχοντας κατά νου μια επική γουέστερν τριλογία που θα καθήλωνε τους θεατές, ο Λεόνε προχώρησε ηρωικά στη δημιουργία του πρώτου του, κατ’ ουσίαν, φιλμ που δεν ήταν άλλο από το “Για μια χούφτα δολάρια”. Ο σημερινός σινεφίλ δεν εκπλήσσεται πια όταν αντικρύζει στα credits τα παγκοσμίως άγνωστα “αμερικανικά” ονόματα Μπομπ Ρόμπερτσον, Λίο Νικολς και Τζόνι Γουέλς. Πρόκειται για τους ξακουστούς πια Σέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε και Τζιαν Μαρία Βολοντέ!

Το σενάριο είναι πανέξυπνα βασισμένο στο “Γιοζίμπο” του Ακίρα Κουροσάβα, από το 1961, στο σκληρό νουάρ της δεκαετίας του 1930 και ιδίως στον “Κόκκινο Θερισμό” του Ντάσιελ Χάμετ και στον “Υπηρέτη δύο Αφεντάδων” του Κάρλο Γκολντόνι. Μπορούμε κάλλιστα να μιλάμε για ένα πολυπολιτισμικό γουέστερν με ιταλική, αμερικανική και ιαπωνική συμβολή. Το φίλμ αγαπήθηκε πάραυτα από το ευρύ κοινό, έκανε εν μια νυκτί διάσημο σε όλο τον κόσμο τον Κλιντ Ιστγουντ, αλλά οδήγησε στο να κολλήσει η ρετσινιά του “γουέστερν-σπαγγέτι” στο είδος και σε μια υποτιμιτική σύγκριση του Λεόνε με τους κλασικούς Τζον Φορντ και Χάουαρντ Χοκς.

Απτόητος ο επινοητικός Ρωμαίος συνεχίζει με το “Για λίγα δολάρια μόνο” που είναι γνωστό ως “Μονομαχία στο Ελ Πάσο”, το 1965 και πάλι με τον βραχνό, σκληρό, γαλανομάτη Κλιντ, ο οποίος πλαισιώνεται τώρα από την φοβερή φάτσα και μορφή του Λι Βαν Κλιφ και την ζωώδη κινητικότητα του Τζιαν Μαρία Βολοντέ. Τα εξάσφαιρα μιλάνε ακαταπαύστως, οι πρωταγωνιστές είναι φειδωλοί στα λόγια, το τοπίο είναι ξερό, απειλητικό, μια αρένα άψογα χορογραφημένης βίας, οι φερετροποιοί έπαψαν να έχουν αναδουλειές, η μουσική του Μορικόνε έμεινε στην ιστορία και ο Λεόνε, περιχαρής, θα προχωρήσει στην ολοκλήρωση της τριλογίας του. Ακόμα ένα θρυλικό φιλμ, “Ο Καλός, Ο Κακός και ο Άσχημος”, γυρισμένο το 1966, στην Ισπανία και την Ιταλία, όπως και τα προηγούμενα μετην τριάδα Κλιντ Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ και Ιλάι Γουάλας.

Μετά την επιτυχία της “Τριλογίας του ανθρώπου δίχως όνομα”, ο Λεόνε καλείται στις Η.Π.Α. να σκηνοθετήσει ένα ακόμη γουέστερν για λογαριασμό της Paramount.

Εδώ ο μετρ τα δίνει όλα. Γίνεται ο χορογράφος της βίας και του θανάτου, κυριολεκτικά, μια και βάζει τους ηθοποιούς του να κινούνται πάντα σε σχέση με τα τέσσερα μουσικά θέματα που από πριν έχει συνθέσει ο Μορικόνε. Στο σενάριο συνεργάζονται οι μετέπειτα σημαντικοί σκηνοθέτες Μπερνάρντο Μπερτολούτσι Και Ντάριο Αρτζέντο. Το σχόλιό του στις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις, κάτω από τον μανδύα μιας ιστορίας εκδίκησης, είναι δριμύ. Ανατέμνονται οι πρωτοκαπιταλιστικές συνθήκες στην Αμερική, η εξάπλωση του σιδηροδρόμου, οι διαπροσωπικές σχέσεις που είναι βασισμένες στο ωμό συμφέρον από τη μία και στη ρομαντική εμμονή στο παρελθόν από την άλλη. Οι ηθοποιοί του “Κάποτε στη Δύση” που ολοκληρώθηκε στα 1968, δίνουν ρεσιτάλ υπό την μπαγκέτα του Λεόνε. Η Κλαούντια Καρντινάλε είναι απαστράπτουσα , ο Χένρι Φόντα είναι η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού, ο Τσάρλς Μπρόνσον γίνεται ο καταλύτης των γεγονότων θέλοντας, σε πείσμα των πάντων, να εκδικηθεί τον χαμό του αδελφού του, ο δε Τζέισον Ρόμπαρτς είναι ένα ώριμο, γεμάτο μελαγχολία αλλά και βεβαιότητα βλέμμα.

Ο Λεόνε θα γυρίσει ένα ακόμα γουέστερν, τρία χρόνια μετά, το»Κάτω τα Κεφάλια», με τον Τζέιμς Κόμπουρν και τον Ροντ Στάιγκερ, μια αλληγορία για την επανάσταση και τον ρομαντισμό. Μεσολαβεί η άρνηση να σκηνοθετήσει τον “Νονό”, μερικές παραγωγές και συνεργασίες και δεκατρία ολόκληρα χρόνια, πριν ο μετρ επανέλθει με δυναμικότητα, με την επινοητικότητα του στο φουλ, για να κάνει όλο τον κόσμο να παραμιλάει με το αριστουργηματικό “Κάποτε στην Αμερική”, στα 1984, το δικό του απόλυτο γκαγκστερικό φιλμ. Πρόκειται για ένα έπος της άγριας πλευράς του δρόμου, όπου συγκρούονται Ιρλανδοί και Εβραίοι κακοποιοί, όπου διαπρέπουν ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Τζέιμς Γουντς, όπου η σημασία στη παραμικρή λεπτομέρεια είναι θαυμαστή, όπου τα 288 λεπτά της αρχικής εκδοχής πετσοκόφτηκαν από τους αμερικανούς διανομείς κατά 99 λεπτά(!!!) , όπου ο Λεονε θριαμβεύει σκηνοθετικά, αλλά υποχρεώνεται σε μια δικαστική διαμάχη με τους ...Προκρούστες της κινηματογραφικής βιομηχανίας

Ενόσω έκανε τις προετοιμασίες για ένα ακόμα έπος, πολεμικό αυτή τη φορά, με θέμα την πολιορκία του Λένινγκραντ και ενόσω έβλεπε στην τηλεόρασή του την ταινία “Θέλω να ζήσω”, ο Λεόνε, λάτρης της καλοφαγίας και ήδη παχύσαρκος, θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν 30 Απριλίου του 1989. Ας είμαστε σίγουροι ότι τα εξάσφαιρά του δεν θα σιγήσουν ποτέ και ότι για πολλές γενιές ακόμα τα πλάνα του, η δεξιοτεχνία του, η δηκτική ματιά του και ο ιδιότυπος σκληρός ρομαντισμός του θα αγαπιούνται και θα εμπνέουν.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη (g_icaros@otenet.gr). Aπό το περιοδικό «’Εψιλον», τεύχος Νο 900, ένθετο στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της Κυριακής, 13 Ιουλίου 2008.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Εννέα ημερολόγια «αμφισβητούν» το Γρηγοριανό

Χρόνια Πολλά σε όλους. Να είναι καλύτερο παντού το 2009.

Πρώτοι οι Βαβυλώνιοι κατέγραψαν ολοκληρωμένα την κίνηση του Ηλίου. «Οδηγός» για τους Αιγυπτίους οι πλημμύρες του Νείλου


Ενα ημερολόγιο δεν βασίζεται σε κάποιον θείο, θρησκευτικό νόμο. Πρόκειται απλώς για ένα ανθρώπινο δημιούργημα που βοηθά αποφασιστικά την οργάνωση της κοινωνικής ζωής και την αποτελεσματικότητα ορισμένων ασχολιών, ιδιαίτερα των γεωργικών, στη διάρκεια ενός έτους.

Ενα σύστημα μέτρησης του χρόνου έχει βάση ορισμένα τακτικώς επαναλαμβανόμενα ουράνια φαινόμενα. Τα τρία εμφανή με γυμνό μάτι ουράνια φαινόμενα, που επαναλαμβάνονται σε τακτές χρονικές περιόδου, είναι τα εξής:

  • Η περιφορά της Γης γύρω από τον Ηλιο, που προσδιορίζεται από την επαναλαμβανόμενη εναλλαγή των εποχών.
  • Η περιφορά της Σελήνης γύρω από τη Γη, που προσδιορίζεται από την συμπλήρωση των φάσεών της.
  • Η περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της, που προσδιορίζεται από δύο διαδοχικές μεσουρανήσεις του Ηλιου.

Ακόμα και σήμερα, πέρα από το ισχύον στον δυτικό κόσμο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, σε διάφορες περιοχές της υφηλίου επιβιώνουν παραδοσιακά ημερολόγια για τον τρόπο υπολογισμού του έτους και για το χρονικό σημείο, που αποτελεί αφετηρία για την αρίθμηση των ετών. Ετσι στον σύγχρονο κόσμο μετριούνται τουλάχιστον εννέα διαφορετικοί τρόποι μέτρησης του χρόνου, εννέα διαφορετικές πρωτοχρονιές.

Το σωστό ημερολόγιο στηρίζεται στον ακριβή χρόνο, που χρειάζεται η Γη για να κάνει μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ηλιο. Με την περιφορά αυτή συμπληρώνεται ο κύκλος των εποχών, δηλαδή η συνεχώς επαναλαμβανόμενη εναλλαγή του χειμώνα από την άνοιξη κι αυτής από το καλοκαίρι, που θα δώσει τη θέση του στο φθινόπωρο.

Τα σημάδια

Ο χρονικός προσδιορισμός της αλλαγής των εποχών είχε ιδιαίτερη σημασία από αρχαιοτάτων χρόνων. Μεγαλύτερη ήταν η σημασία του για τη γεωργία, που έκανε την εμφάνισή της πριν από 10.000 χρόνους. Το όργωμα, η σπορά, η συγκομιδή εξαρτώνται από την αλλαγή των εποχών. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη ο ακριβής προσδιορισμός του έτους.

Στην αρχαιότητα υπήρξαν πολλές δυσκολίες για τη μέτρηση του ηλιακού έτους.

Οι Βαβυλώνιοι ήταν οι πρώτοι αστρονόμοι που κατέγραψαν ολοκληρωμένα την κίνηση του Ηλιου προς τη δύση ανάμεσα στους αστερισμούς. Αυτοί και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν την αστρονομία για πρακτικούς σκοπούς.

Οι Αιγύπτιοι ήταν οι πρώτοι που εγκατέλειψαν το σεληνιακό ημερολόγιο. Το ημερολόγιό τους βασίστηκε στις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου. Αυτές τις ευλογημένες για τη γεωργία τους πλημμύρες τις απέδιδαν στη θεά Ισιδα, στην οποία είχαν αφιέρωσαν πολλούς ναούς, χτισμένους στις όχθες του ποταμού. Από έναν τέτοιο ναό οι αστρονόμοι ιερείς παρατήρησαν ουράνια φαινόμενα, που συντελούνται με ακρίβεια μια φορά το χρόνο και συνέπιπταν με τις πλημμύρες του Νείλου. Ετσι κατάφεραν να προσδιορίσουν με μεγάλη ακρίβεια ότι η διάρκεια του έτους είναι 365 ημέρες. Δημιούργησαν ένα πλήρες ημερολόγιο 12 μηνών των 30 ημερών ο καθένας, και πέντε «επαγόμενων» ημερών αφιερωμένων σε ισάριθμες θεότητες.

Υπήρχε μια διαφορά έξι ωρών από τον ακριβή ηλιακό κύκλο. Αυτό έγινε σχετικά σύντομα αντιληπτό και άρχισαν οι μεταρρυθμίσεις.

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ Η ΑΛΛΑΓΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΝΔΟΥΙΣΤΕΣ
Οκτώβριο αλλάζουν χρόνο οι Εβραίοι, κινητή η Πρωτοχρονιά των Κινέζων

Σε πολλά κράτη χρησιμοποιείται παράλληλα προς το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και ένα δικό τους, εγχώριο, ημερολόγιο. Η χρησιμοποίησή του οφείλεται κυρίως σε πολιτικούς λόγους και αφορά τις θρησκευτικές εορτές.

Οι Εβραίοι χρησιμοποιούν ένα σεληνιακό ημερολόγιο που διαιρείται σε 12 μήνες των 29 ή 30 ημερών, ανάλογα με τις φάσεις του φεγγαριού. Κάθε 19 χρόνια προστίθεται ένας μήνας για να υπάρξει συγχρονισμός με το ηλιακό ημερολόγιο.

Η αλλαγή του έτους για τους Ισραηλινούς ξεκινά την πρώτη μέρα του μήνα Τισρί, που συμπίπτει με τον Οκτώβριο του δυτικού ημερολογίου. Οι εορτασμοί ολοκληρώνονται τη δέκατη μέρα του ίδιου μήνα. Ημέρα του Γιομ Κιπούρ, της μεγαλύτερης εβραϊκής αργίας. Πρόκειται για την ημέρα κατά την οποία τιμάται η υπό την καθοδήγηση του Μωυσή έξοδος από την Αίγυπτο. Κατά την εβραϊκή αντίληψη με τη συγκεκριμένη γιορτή κλείνει το βιβλίο της ζωής και παρέχεται άφεση αμαρτιών σε όποιον το ζητήσει. Οι αμαρτίες μεταφέρονται σε ένα κριάρι, που αποπέμπεται. Πρόκειται για τον γνωστό αποδιοπομπαίο τράγο.

Οι Κινέζοι καθορίζουν την αλλαγή του χρόνου με βάση ένα πατροπαράδοτο ηλιακό, σεληνιακό ημερολόγιο. Η πρώτη μέρα του χρόνου δεν είναι σταθερή, αλλά κυμαίνεται μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου. Η αργία της Πρωτοχρονιάς διαρκεί τρεις μέρες και οι εορτασμοί δεκαπέντε.

Σε ημέρες το κανονικό δίσεκτο έτος διαρκεί από 353 μέχρι 355 μέρες. Το δίσεκτο διαρκεί από 383 μέχρι 385 μέρες. Η Πρωτοχρονιά το 2005 γιορτάστηκε στις 9 Φεβρουαρίου (έτος 4703 ή έτος του πετεινού). Το 2006 στις 29 Ιανουαρίου (έτος του σκύλου). Το 2008 7 Φεβρουαρίου (έτος του ποντικού).

Οι Ινδουιστές ταυτίζουν την έλευση του νέου έτους με την αφύπνιση της Γης από τη χειμέρια νάρκη. Γι αυτό πάντοτε η Πρωτοχρονιά συμπίπτει με αρχή τους ανοιξιάτικους μήνες.

Οι περισσότεροι από τους Ινδουιστές γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά στις 26 Μαρτίου του δυτικού ημερολογίου. Ομως, άλλοι ομόθρησκοί τους γιορτάζουν σε διαφορετικές ημερομηνίες. Οι Ινδουιστές του Κασμίρ γιορτάζουν στις 10 Μαρτίου, οι κάτοικοι της Βεγγάζης στις 13 Απριλίου και η φυλή Μαλαγιάλις στις 14 Απριλίου.

Οι Μουσουλμάνοι γιορτάζουν τον νέο χρόνο στην αρχή του πρώτου μήνα του ισλαμικού ημερολογίου, του Μουχαράμ. Σε κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, η Υεμένη, η Αίγυπτος, η Συρία, η Ιορδανία, το Μαρόκο, η έναρξη του νέου έτους γίνεται κατά τον καθαρό μουσουλμανικό τρόπο.

Στο Ιράν και το Αφγανιστάν ακολουθείται ένα αρχαίο ηλιακό ημερολόγιο, που συνδυάζεται με το ισλαμικό σεληνιακό. Στο Ιράν η γιορτή γίνεται στις 20 Μαρτίου κάθε χρόνου, με την είσοδο της άνοιξης. Την τελευταία Παρασκευή του έτους που φεύγει, οι Ιρανοί καθαρίζουν τα σπίτια τους. Με πυροτεχνήματα και φωτιές διώχνουν το κακό και περιμένουν να έρθει το καλό.

Σε άλλες χώρες, όπως η Τουρκία, επίσημο είναι το δυτικό ημερολόγιο. Το μουσουλμανικό ακολουθείται παράλληλα, όμως, σύμφωνα με αυτό η αλλαγή του χρόνου γίνεται την 1η Μαρτίου.

Οι μουσουλμάνοι αριθμούν το χρονολογικό έτος από τότε που ο Μωάμεθ εξορίστηκε στη Μέκκα. Πρόκειται για το έτος Εγίρας ή έτος της φυγής, που ισοδυναμεί με το 622 του χριστιανικού ημερολογίου.

Οι Βουδιστές ακολουθούν το τατοϊστικό τυπικό και το σεληνιακό ημερολόγιο. Η Πρωτοχρονιά έρχεται στις 12 Απριλίου στην Ταϊλάνδη και το Λάος. Συνηθίζεται η έλευση του νέου έτους να συνοδεύεται με το έθιμο του νερού, δηλαδή με τον καθαρισμό των αγαλμάτων του Βούδα. Στην Ταϊλάνδη έχουν καθιερωθεί ως αργίες η 12η, 13η και 14η Απριλίου.

ΕΠΙ ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ
Ο Ελληνας αστρονόμος Σωσιγένης υπολόγισε πρώτος τις 365 ημέρες

Οταν ύπατος στη Ρώμη ήταν ο Ιούλιος Καίσαρ πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ημερολογιακή αλλαγή. Εγκαταλείφθηκε το παλιό σεληνοηλιακό ημερολόγιο, που είχε καθιερωθεί πριν από έξι αιώνες από τον βασιλιά Νουμά Πομπίλιο.

Το 46 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ διόρθωσε το ρωμαϊκό ημερολόγιο. Αυτό έγινε με βάση τις επιστημονικές παρατηρήσεις του Ελληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που ο Καίσαρ μετακάλεσε από την Αλεξάνδρεια.

Ο Σωσιγένης υπολόγισε τη διάρκεια του έτους σε 365 μέρες και έξι ώρες. Ετσι όρισε:

  • Το κάθε έτος έχει 365 μέρες.
  • Σε κάθε τέταρτο έτος προσθέτεται μία ακόμα ημέρα.

Επειδή αυτή η πρόσθετη μέρα τοποθετήθηκε μετά «την έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου» ονομάστηκε «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει αποκλήθηκε «δίσεκτο».

Οι υπολογισμοί του Σωσιγένη βασίστηκαν στις μετρήσεις που είχε κάνει ο πατέρας της αστρονομίας Ιππαρχος, έναν αιώνα νωρίτερα.

Ιουλιανό ονομάστηκε προς τιμή του Ιουλίου Καίσαρα.

Γρηγοριανό ονομάστηκε το διορθωμένο ηλιακό ημερολόγιο που υιοθετήθηκε πρώτα από το Βατικανό το 1572, επί Πάπα Γρηγορίου ΙΓ.

Η σύμφωνα με το Ιουλιανό Ημερολόγιο μέτρηση του ετήσιου κύκλου ήταν μεγαλύτερη από τον πραγματικό χρόνο. Καθώς αυτό το έλλειμμα μεγάλωνε χρόνο με τον χρόνο, έφτασε τον 16ο αιώνα να μένει πίσω το έτος κατά 10 ημέρες. Ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ αποδέχτηκε τις εισηγήσεις και το νέο σύστημα άρχισε να χρησιμοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Τα ευρωπαϊκά καθολικά κράτη αποδέχτηκαν τη μεταβολή μέσα σε 5 χρόνια. Οι προτεστάντες καθυστέρησαν έναν αιώνα. Ακόμα περισσότερο άργησαν η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που δέχτηκαν τις αλλαγές, όχι χωρίς διαμαρτυρίες, μόλις το 1752.

Οξύτατες ήταν οι αντιδράσεις και στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας κατήγγειλαν τη Ρώμη για την αλλαγή και παρέμειναν προσηλωμένα στο Ιουλιανό Ημερολόγιο μέχρι τον 20ό αιώνα.

Η ελληνική πολιτεία ανακίνησε το ημερολογιακό θέμα το 1919. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 1923, με Νομοθετικό Διάταγμα, αντικατέστησε το Ιουλιανό Ημερολόγιο με το Γρηγοριανό και όρισε ως ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του την 16η Φεβρουαρίου, που ονομάστηκε 1η Μαρτίου. Δηλαδή αφαιρέθηκαν 13 μέρες από το έτος 1923. Σε τόσα χρόνια υπολογίστηκε το λάθος, όπως συσσωρεύτηκε από τότε που εισήχθη το Ιουλιανό Ημερολόγιο.

Του Θοδωρή Ρουμπάνη. Από το ΕΘΝΟΣ της Τετάρτης, 31 Δεκεμβρίου 2008.